Κεραμεικός

Ο Ηριδανός ρέει εντός του. Ο κόσμος της μνήμης των νεκρών δίπλα σ’ αυτό των ζωντανών. Ο χρόνος μετράει αλλιώς. Στον Κεραμεικό. Ανάμεσα στην πολύβουη Πειραιώς και τη σφύζουσα Ερμού. Κάπου εκεί που εκφωνήθηκε ο Επιτάφιος του Περικλή. Άλλωστε για τους επιφανείς ανθρώπους κάθε τόπος μπορεί να γίνει ο τάφος τους. Μόνο που εδώ η ζωή συνεχίζει ακάθεκτη. Χελώνες τρέχουν. Λιβελούλες πετάνε πάνω από το ποταμάκι. Ελιές και συκιές στα καλύτερά τους. Μια κολοκυθιά με ανθούς κι έναν τεράστιο καρπό. Μια θεσπέσιου αρώματος ροζ τριανταφυλλιά. Λευκές πεταλούδες θυμίζουν τις ψυχές που αναπαύονται χιλιάδες χρόνια. Η ζωή έχει νικήσει το θάνατο. Η μνήμη συντηρείται. Τα μάρμαρα λαμπυρίζουν κάτω από το αττικό φως. Φεύγεις με μιαν αίσθηση αθάνατης θνητότητας. Η ομορφιά υποσκάπτει ακόμη και τη φθορά, μπαίνει μέσα της και τη μεταμορφώνει σε ένα παρόν που απαιτεί την πλήρη απόλαυσή του από σένα. Τα νεκροταφεία δεν είναι μόνο για να θυμόμαστε τους εκλιπόντες, αλλά και για να θυμίζουμε στους ζωντανούς να ζουν.

Άρνηση

Κανονικά θα του είχα ανοίξει την πόρτα της εισόδου από το θυροτηλέφωνο. Τους θέλω τους καταλόγους του γνωστού πολυκαταστήματος. Συνήθως μελετάω την αισθητική τους όλο το χρόνο. Την ομοιόμορφη. Προκειμένου να τη διαφοροποιήσω. Με τα ίδια πράγματα η ζωή μου να είναι αλλιώτικη, όχι ίδια με των υπολοίπων. Ψευδαίσθηση.

Αλλά δεν άνοιξα. Πήρα στο λαιμό μου όλη την πολυκατοικία. Και πρέπει να προκάλεσα μεγάλη αναστάτωση στην ομάδα που τα μοίραζε. Είχα ανοιχτές πόρτες κι άκουγα. Κάτι πολύ σοβαρές στιχομυθίες για “άρνηση” στο τάδε νούμερο και τι θα έκαναν… Απλώς δεν έμαθαν γιατί δεν άνοιξα. Ο πιτσιρικάς μίλαγε προτού χτυπήσει τα κουδούνια για τα αισθηματικά του. Ατυχής λέξη το “αισθηματικά”. Στην περίπτωσή του. Ακόμη δεν έχει μάθει τι είναι τα αισθήματα και ίσως να μην μάθει και ποτέ. Έλεγε συγκεκριμένα “ωραίο το πουτανάκι, είναι ξανθιά με ωραίο κώλο, πολύ όμορφη σου λέω, είναι στην τάδε ομάδα”, έτσι μιλούσε για την κοπέλα που ήθελε… Τον λυπήθηκα που ακόμα είναι σε αυτό το στάδιο και ίσως να μείνει για πάντα εκεί. Εύχομαι να ερωτευτεί τόσο μια γυναίκα που να πέσει μέσα σε όλα τα στερεότυπα του κόσμου. Ιδίως τα δικά του. Εκεί που τις γυναίκες τις μετράνε μόνο με την περιφέρειά τους, να μην δει πέρα από την τύφλα του. Δεν ξέρω πότε μεγαλώνουν οι άντρες και εάν μεγαλώνουν ποτέ ή απλώς σαπίζουν έφηβοι. Δεν είναι όλοι βέβαια στο ίδιο τσουβάλι. Λυπάμαι ωστόσο για το πόσο φτωχή μένει τελικά η ζωή ορισμένων. Πάμφτωχη. Ή μάλλον δεν λυπάμαι καθόλου, το επιλέγουν. Με την άρνησή τους να δουν ολόκληρο τον κόσμο. Καταφέρνουν τα μάτια τους να φτάνουν μέχρι συγκεκριμένα ύψη και φυσικά σε κανένα βάθος.

Ένα κάποιο νόημα. Φου.

Όσο υπεύθυνος άνθρωπος και να ‘σαι, όσο του ελέγχου -του δικού σου και των άλλων- έρχεται μια ώρα που πρέπει να παραδεχτείς την ήττα σου. Δεν είναι όλα στο χέρι σου. Τότε μπορείς να ανασάνεις. Ελεύθερος. Μόλις έχεις αρχίσει να κερδίζεις πίσω τη ζωή σου. Τότε είναι που σιγά σιγά αλλάζουν τα σύνορα του κόσμου. Εντός σου πρώτα. Και ύστερα η πραγματικότητα. Μεταβάλλεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Είναι που εκείνο το πέταγμα της πεταλούδας, έρχεται και ορίζει, φαίνεται, τη ζωή σου. Προηγουμένως προσπαθούσες ενοχικά να τα ερμηνεύσεις όλα. Να αναλάβεις την ευθύνη. Τρομοκρατώντας τον εαυτόν σου με τύψεις και πόσα “γιατί δεν” και ακόμη περισσότερα “τι έφταιξε”. “Γιατί άφησα τον εαυτόν μου;” Γιατί άμα δεν τον άφηνες τον εαυτόν σου, δεν θα έπεφτες και δεν θα μάθαινες ποτέ πώς είναι ο κόσμος από εκεί κάτω. Από την ανθρώπινή του διάσταση. Τότε που τα χίλια κομματάκια σου σφαδάζουν από πόνο και ζητάνε γιατρειά. Και τι πρωτότυπο, δεν υπάρχει τίποτα να σε γιατρέψει.

Η αποδοχή της ήττας είναι μεγάλη υπόθεση. Να βρεις τα κότσια να πεις “δεν γίνανε τα πράματα” και να το πάρεις απόφαση. Μπορείς να χτυπιέσαι καιρό και να αναλώνεσαι στα διάφορα αναγκαία πένθη σου, αλλά μετά; Μετά πρέπει να γυρίσεις στη ζωή. Πανηγυρικά. Γιορτάζοντας. Όσο πιο γρήγορα μαζεύεις τα κομμάτια και αλλάζεις συνήθειες, τόσο το καλύτερο. Δεν αξίζουν όλοι και όλα το ίδιο πένθος. Ακόμη και σ’ αυτά υπάρχει αυστηρή αξιοκρατία. Με τι θα φας τη ζωή σου πρέπει να αξίζει σοβαρά τον κόπο. Αλλιώς; Αλλιώς θα ζούμε σε έναν παρελθοντικό χρόνο που δεν υπάρχει. Ούτε το μέλλον υπάρχει. Μόνο τούτη η μικρή στιγμούλα που ζούμε τώρα. Δεν αξίζει να την χαραμίζουμε, παρά να την χαρίζουμε εκεί που τραβάει η καρδιά μας. Η καρδιά μας ξέρει πάντα το σωστό για μας. Όπου παγώσει, είναι πια καιρός να φύγουμε για άλλους ήλιους. Στην αρχή θα μας τυφλώνουν στα μάτια, μπορεί και να μας καίνε, αλλά μετά εξοικειωνόμαστε και γίνονται δικοί μας. Είναι συνήθως αυτοί οι αστείρευτοι ήλιοι που κουβαλάμε μέσα μας. Είναι τα γέλια μας. Είναι οι μουσικές μας. Είναι τα ωραία μας φαγητά. Είναι τα μακρόσυρτα νυχτερινά τηλεφωνήματά μας. Είναι εκείνοι οι περίπατοι στη θέα που μας κόβει την ανάσα. Είμαστε εμείς. Ηττημένοι, λυπημένοι, μόνοι που δεν κρατάει για πάντα. Αξίζει να θυμόμαστε πώς είναι όμως. Για να μην παίρνουμε και πολύ αέρα. Όλα μπορούν να γκρεμιστούν. Εν ριπή οφθαλμού. Ιδίως εμείς οι ίδιοι πρώτοι και καλύτεροι. Γι’ αυτό μην σπαταλάμε το τώρα μας. Με τίποτα κατώτερό του.

Έχω αποφασίσει να γιορτάζω τις ήττες μου. Με ένα ωραίο ρούχο στην πιο ωραία ταράτσα της πόλης ή έστω στο πιο όμορφο κρυφό της σημείο, με την πιο ακριβή παρέα. Κι εκεί αλαφραίνουν όλα. Οι νίκες δεν χρειάζονται και πολλά πολλά, λάμπουν από μόνες τους. Οι λύπες μας όμως; Ε, αυτές θέλουν φροντίδα και χάρη και τις αισθήσεις μας σε εγρήγορση. Να ξαναγυρίσουμε στη ζωή, απολαμβάνοντας μικρές χαρές, ομορφιές, γεύσεις. Να παίρνουμε ικανοποίηση από το φαινομενικά ασήμαντο. Ποιος θα σου πει άλλωστε τι είναι σημαντικό;

Ούτε η νίκη ούτε η ήττα κρατάνε πολύ. Φου και φεύγουν. Στο διάκενο μένουμε εμείς. Ικανοί για την ωραιότητα και τη συναίσθηση της ζωής. Δεν είναι και λίγο. Είναι ένα κάποιο νόημα.

Μαγεία: το στήριγμα της ζωής

photo: scalidi

Η επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο ήταν μια αποκάλυψη. Δεν έπρεπε να έχω έρθει νωρίτερα. Δεν θα καταλάβαινα τίποτα. Ήταν η κατάλληλη ώρα. Με τον κατάλληλο άνθρωπο. Πιστεύω στους ανθρώπους. Ακόμα. Πιστεύω και στο σωστό συγχρονισμό. Όχι με την έννοια του μοιραίου ή του πεπρωμένου. Κάθε στιγμή έχει κάτι να σου δώσει άμα θελήσεις να το αντλήσεις. Και κάθε άνθρωπος. Τα τελευταία δύο χρόνια αφέθηκα στη μαγεία των ανθρώπων. Στη μαγεία που κρύβουμε μέσα μας. Όχι, σε αυτή των αγυρτών. Αλλά στη δύναμη να μεταμορφώνουμε τον εαυτόν μας. Να γινόμαστε αυτό που θέλουμε. Αυτό εγώ βρήκα ότι ήταν το μεγαλύτερό μου στήριγμα στη ζωή. Τον καιρό της κρίσης, της ανεργίας, του ευτελισμού πολλών πραγμάτων γύρω μου. Η μαγεία. Να μπορούμε δηλαδή να βλέπουμε την ομορφιά και να την βάζουμε στην ψυχή μας. Όχι αυτιστικά, αλλά σε αντιπαραβολή με την τεράστια ασχήμια. Και τη φτήνια και το ψέμα.

Στο μουσείο ήταν τόσο παρηγορητικό να διαπιστώνω ότι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα άνθρωποι σαν κι εμένα και σαν κι εσένα είχαν κάνει το ίδιο. Και συγκινήθηκα. Από το ότι εγώ και συ θα δούμε ένα ανθισμένο λουλούδι και θα νιώσουμε την ίδια χαρά που ένιωθαν στην Αίγυπτο μερικές χιλιετίες πίσω, στη μινωική Κρήτη, στη μυκηναϊκή μου πατρίδα. Βούρκωσα στη θέα των κοσμημάτων, όπως απολαμβάνω εγώ τον αμέθυστο και την κορναλίνη, το τυρκουάζ και τη φαγεντιανή, έτσι μια γυναίκα από το παρελθόν έφερε πάνω της τους ημιπολύτιμους λίθους για να θυμάται να επιθυμεί την ομορφιά και την αλήθεια. Το μουσείο ήταν μια υπενθύμιση της ζωής. Ένα νεύμα συγκατάθεσης. Ότι δεν έχω να φοβηθώ τίποτα όσο θέλω την ωραιότητα, αυτό που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή. 

photo: scalidi

Σε είδα να χαμογελάς από μακριά ανάμεσα στις βιτρίνες των εκθεμάτων με το θεραπευτικό σου βλέμμα, σε αποχαιρέτησα, σε άφησα πίσω στο χρόνο που ανήκεις και προχωράω στην περιπέτειά μου με μια πράσινη αβεντουρίνη στην καρδιά. Αυτό είναι μαγεία και καλή τύχη. Να επιθυμείς την αγάπη και τους ανθρώπους. Και τη ζωή. 

Οι ευχαριστημένοι

Η ευχαρίστηση, η ικανότητα να απολαμβάνει κανείς και να παίρνει ικανοποίηση απ’ αυτή την αξιοποίηση της δυνατότητάς του, αρχίζει να ταυτίζεται στο μυαλό μου με ενός είδους αξιοπρέπεια. Την αποπνέουν οι άνθρωποι που ακόμη κι όταν φαίνεται ότι τα έχουν χάσει όλα, παρόλα αυτά είναι σε θέση να χαρούν για το παραμικρό. Να δεις μια φλογίτσα στα μάτια τους. Μου φαίνεται ότι είναι οι τελευταίοι ρομαντικοί, οι τελευταίοι αισθησιακοί αισθητιστές με έναν δικό τους προσωπικό τρόπο.

Η καθημερινότητα βοά από ασχήμια. Όπως  σφύζει κι από ομορφιά. Πρέπει να διαλέξεις. Εάν θα τα ισορροπήσεις ή θα πας αποκλειστικά από τον έναν δρόμο. Θαυμάζω αυτούς που διαθέτουν το χρυσό μέτρο. Δεν είναι πολλοί. Τους θεωρώ τυχερούς κι ευτυχισμένους. Μακάριους. Θυμάμαι τη συμβουλή που μου δόθηκε παλιά, πρέπει συνεχώς να διαλέγεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις. Η επιλογή δεν ήταν πάντα ορατή, αλλά συνέβαινε. Ενστικτωδώς. Και κάποτε αποφάσιζε η ζωή για μένα. Μου έκλεινε το δρόμο ακόμη κι αν εγώ είχα την ψευδαίσθηση ότι θα ριχνόμουν στην ασχήμια με όλη μου την ορμή και θα την άλλαζα, θα την έκανα ομορφιά. Εκεί μου έγραφε αδιέξοδο, dead end. Έβαζε μπάρες και έφτιαχνε τοίχους, σκόρπαγε γκρεμούς. Και γύρναγα πίσω.

Τότε συναντούσα που και που κανέναν ευχαριστημένο. Ήταν απ’ αυτούς που δείχνανε το δρόμο. Ακόμα κι όταν δεν τους είχε ευνοήσει τίποτα, εκείνοι επέμεναν να χαίρονται με κάτι, να ονειρεύονται κάτι άλλο, να ακτινοβολούν αυτήν την αξιοπρέπεια: δεν χρειάζομαι τίποτα για να είμαι ικανοποιημένος, μου αρκεί το τίποτα. Ξέρεις το τίποτα είναι κάτι. Ξέρω πολλούς που όλα τους στρέχουν και δεν μπορούν ούτε μια τόση δα λάμψη να βρουν στη ζωή τους. Βιώνουν τραυματικά μια συνεχή έλλειψη. Κι είναι και κάτι άλλοι που κάνουν το κενό τη μεγαλύτερη πληρότητα. Κοιτάνε το ταβάνι ή το νυχτερινό ουρανό κι έχουν μέσα τους όλο τον κόσμο.

Κι εγώ όλο αδειάζω γλάστρες να φυτέψω το κενό ν’ ανθίσει. 

Νάρκισσοι. Κανιβαλίζοντάς τους.

Έκανα σοβαρά σοβαρά τη γυμναστική μου. Αφοσιωμένη. Ξαφνικά βλέπω τον τύπο απέναντι να παίρνει μια φωτογραφική μηχανή. Ήμουν έτοιμη να αρχίσω το κήρυγμα από μέσα μου μη τυχόν κι αρχίσει να φωτογραφίζει τον κόσμο χωρίς τη συγκατάθεσή τους – τη δική μου δηλαδή-, αλλά δεν είχε τέτοιο σκοπό. Σήκωσε την μπλούζα του κι άρχισε να φωτογραφίζει στον καθρέφτη το μυικό του σύστημα. Τόσος ναρκισσισμός με σόκαρε. Δεν με σόκαραν οι κοιλιακοί του, αλλά το πώς τους βλέπει ο ίδιος. Το ότι θέλει να τους βλέπει. Μπροστά σε όλον τον κόσμο. Σκεφτόμουν ότι άμα είχε μια αγαπημένη να τους χαϊδεύει ίσως να μην τους φωτογράφιζε, αλλά ποιος ξέρει. Τα ίδια έλεγα και για τους αξύριστους και μια χαρά σχέσεις έχουν με τα αφρόντιστα μούσια τους που εμένα μου θυμίζουν ερωτικό πένθος. Εγώ θέλω πρόσωπο γυαλί, εδώ σε θέλω, νάρκισσε…

Ωστόσο, αυτοί οι νάρκισσοι οι προφανείς, οι τόσο ορατοί δεν με τρομάζουν. Είναι ακίνδυνοι. Δεν σ’ αρέσει να τους βλέπεις που κοιτάζονται στο καθρεφτάκι τους, δεν ασχολείσαι μαζί τους, τόσο απλό. Οι άλλοι οι αφανείς με τρομάζουν. Εκείνοι που κάνουν το παν να κερδίσουν την προσοχή σου, δυστυχώς μόνο για να καθρεφτιστούν πάνω σου. Ούτε για να δουν λίγο πιο πέρα από σένα ούτε για να δουν μέσα σε σένα. Δεν έχουν τα κότσια. Θέλει μεγάλη εμπλοκή αυτό. Καλύτερα στην επιφάνεια να μείνουμε, στο λούστρο όλοι. Μόνο για να νιώσουν ότι περνάει η μπογιά τους, εντάξει περνάει, και; Δεν θα βάψουμε μαζί, οπότε πόσο καλό σου κάνει, ωραίε μου νάρκισσε; Αφού επί της ουσίας δεν θα μοιραστούμε τίποτα, κάνεις όλον αυτόν τον κόπο για να σε θαυμάσω; Εντάξει σε θαύμασα. Παρακάτω; Το πολύ πολύ να νιώσω και λίγο ηλίθια παραπάνω που ασχολήθηκα με έναν που δεν βλέπει πέρα από τον καθρέφτη και τη μύτη του, τι κέρδισες; Λίγη επιφάνεια ακόμα για να καθρεφτιστείς; Εγώ που κατά βάθος είμαι τόσο επιφανειακός τύπος, πίστεψέ με, έχω πολύ επιφάνεια και θα γλιστρήσεις τελικά.

Λίγο να κανιβαλίσω τους νάρκισσους, λίγο μαύρο χιουμοράκι το έχω ανάγκη, γιατί βαρέθηκα να με στραβώνει το φως από το καθρεφτάκι τους στα μάτια μου. Και μαζεύονται πολλοί. Θα μπλέξουν τα καθρεφτάκια τους.

Χίλια σύμπαντα

Πρέπει κάποιος να σου σπείρει το μικρόβιο. Για να σκεφτείς. Από τι έψαχνες να απελευθερωθείς τον τελευταίο καιρό. Όχι από το προφανές, είναι πολύ εύκολο. Μια παρουσία. Εντάξει, ανθρώπινο. Και πίσω από αυτό; Η ανάγκη να συμφιλιωθείς με τα χίλια σύμπαντα που κουβαλάς μέσα σου. Και θέλησες να τα μοιραστείς για να τα αντέξεις. Αλλά είναι δικά σου, θα τα κουβαλήσεις. Ο καθένας κουβαλάει τα δικά του. Κι άμα αποφασίσεις να είναι φτερά μέσα σου, θα είναι. Άμα αποφασίσεις να είναι μυλόπετρες που σε αλέθουν, θα είναι αυτές.

Θέλω να είναι πούπουλα που τα φυσάει το αεράκι και θα σου χαϊδεύουν το μάγουλο όταν φτάνουν σε σένα, με τρυφερότητα. 

Οι γίγαντες που συναντάω τις τελευταίες μέρες, είναι τόσο συγκεντρωμένοι στα βάρη τους που νομίζεις ότι κρέμεται όλος ο κόσμος από το μυικό τους σύστημα. Άτλαντες για τα δικά τους σύμπαντα. Νιώθω λίγο μινιατούρα ανάμεσά τους, αλλά άμα άνοιγα το στόμα μου κάτι μου λέει ότι θα τους έκανα να κλάψουν με μαύρο δάκρυ. Γι’ αυτό σιωπώ. Ακόμα. Τους ακούω να μιλάνε για τις διατροφές τους και τα προγράμματά τους. Μια μέρα θα αρχίσω να τους λέω κι εγώ. Συγκεντρώνομαι στις επαναλήψεις μου με ευλάβεια, που καίνε τα υποστρώματα του άγχους μου, με απελευθερώνουν από χίλιες σκέψεις και φεύγω φτεράκι στον άνεμο. Δεν το φανταζόμουν αυτό το σύμπαν. Να που είναι και δικό μου.

Στο μεταξύ η αλληλεγγύη τους είναι συγκινητική προς τον αδύναμο καινούριο που δεν μπορούσε να κουμαντάρει το σκεβρωμένο του κορμάκι. Με φιλικές παροτρύνσεις θα τον κάνουν δικό τους: δυνατό. Κι εμένα θα με κάνουν δική τους, την παράξενη καινούρια αλλά τόσο επίμονη, πιο σύντομα απ’ ό,τι υπολόγιζα. Μου πιάνουν την πετσέτα που κύλησε, με βοηθάνε με όλα εκείνα που δεν καταφέρνω. “Θα μάθεις”, μου λέει ο πιο δυνατός που ήρθε να με συντρέξει και να με συμβουλεύσει. Η γλωσσού μέσα μου σιωπά. Θα μάθω. Και κυρίως, θα μπορώ. Νομίζω θα εκτιμήσουν την επιμονή μου και κυρίως θα την εκτιμήσω εγώ.

Και τα αστεία μου εδώ δεν περνάνε, να το θυμάμαι, τα παιδιά κυριολεκτούν. “Ελπίζω να είσαι πολύ δυνατός και να μπορείς να τα σηκώσεις όλα αυτά για να μην πέσουν πάνω μου”, πάω να κάνω τη χαριτωμενιά μου στο παιδί που σηκώνει όλο τον κόσμο στα χέρια του δίπλα μου, τον κοιτάζω λίγο τρομοκρατημένη. “Είμαι και μπορώ, μην φοβάσαι”, μου απαντάει ξεκάθαρα. Εδώ είναι όλα απλούστερα. Ακόμα κι εγώ. Με τα χίλια μου σύμπαντα που πια δεν τα φοβάμαι. Τα απλώνω στον ήλιο. Τα βουτάω στη θάλασσα. Τα ανασαίνω βαθιά από το πονεμένο στομάχι. Τα ισορροπώ από το πληγωμένο κέντρο βάρους μου. Τα σηκώνω στα χέρια μου. Τα περπατάω για χιλιόμετρα με τα τριμμένα μου γόνατα. Και τι ωραία: το μπορώ πια.

Νίκος Ζερβονικολάκης: ένας διασώστης της αλήθειας και της μαγείας

Πάνω από το λόφο που τον αποχαιρετήσαμε, στο Βύρωνα, έστεκε αχνό το φεγγαράκι, πρωί του Αυγούστου, την επομένη της Παναγίας. Και ενώ έκαιγε ο τόπος, εκεί φυσούσε ένα αεράκι από τον τόπο της αναψύξεως. Τα τζιτζίκια στήσανε το πιο λαμπρό τους τραγούδι για κατευόδιο. Η αγαπημένη του γυναίκα, τριάντα χρόνια μαζί του, με το λευκό της φουστάνι ήταν ίδια ηρωίδα των βιβλίων του, αγκαλιασμένη με το λατρεμένο τους γιο. Κι εκείνος να λάμπει στην ψυχή τους μέσα πια.

Αυτό έμεινε από το Νίκο Ζερβονικολάκη: η αγάπη που έδωσε στους ανθρώπους του, στους φίλους, τους συναδέλφους του κι εκείνη η αγάπη που θα υπάρχει για αυτόν μέσα μας. Η σπανιότητά του έλαμπε ακόμα και στον αποχαιρετισμό. Απλότητα, καλοσύνη, γλύκα, αγάπη, ουσία. Τέτοιον άνθρωπο γνώρισα, μέσα από τα βιβλία του. Πριν μια δεκαετία έπεσε τυχαία στα χέρια μου ένα μυθιστόρημά του, το “Χρώμα από καρπούζι” και θέλησα να τον γνωρίσω. Κάναμε μαζί μια συνέντευξη. Έμεινα μαζί του για 5-6 ώρες, βγήκα από το σπίτι του μαγεμένη από τις ιστορίες του και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να έρθω να κατοικήσω κάπου εκεί κοντά στο λόφο το δικό του. Εφτά χρόνια μετά το είχα πράξει ήδη. Αυτή τη δεκαετία μιλήσαμε λίγες φορές από κοντά, πάντα πολλές ώρες και ήταν τόσο συμπυκνωμένος χρόνος αφηγήσεων δικών του που εκ των υστέρων θα έβλεπα την επίδρασή τους στη δική μου ζωή. Ο Νίκος Ζερβονικολάκης για μένα αντιπροσώπευε την ελπίδα: ότι ένας τέτοιος άνθρωπος, τόσο διαβασμένος και διαφορετικός, τόσο ανήσυχος, τόσο μαγικός ο ίδιος, επιβίωνε μέσα στη δημοσιογραφία και κατόρθωνε να ζει τη ζωή του με το μεγάλο του πάθος για το μύθο, τον ορθό λόγο, την Ιστορία, εντέλει την ίδια τη ζωή.

Ο Νίκος Ζερβονικολάκης αγωνιζόταν και κατάφερνε να διασώσει την αλήθεια και τη μαγεία της. Σε άλλη χώρα τα βιβλία του θα ήταν μπεστ σέλερ. Αναζητήστε τον και διαβάστε τον. Είναι μεγάλος πλούτος για το παρόν μας να ταξιδεύουμε στο παρελθόν μαζί του. Μιλούσε για τα ιστορικά και μυθικά πρόσωπα με μια οικειότητα πρωτόγνωρη, αυτή που σου δίνει η γνώση. Τον σκέφτομαι με μεγάλη συγκίνηση, εκείνο το ελάχιστο που μπορώ να κάνω, είναι να διασώσω με τη σειρά μου τις σκέψεις του από τα βιβλία του και τις συναντήσεις μαζί του. Μου χρώσταγε μια ξενάγηση στην Ακρόπολη με τα δικά του μάτια της γνώσης, δεν προλάβαμε. Αλλά με έκανε να γνωρίσω και να αγαπήσω το λόφο μου. Τον ευχαριστώ που μοιράστηκε μαζί μου τις ιστορίες του. Κι αυτός ο αποχαιρετισμός σήμερα γι’ άλλη μια φορά μου αποκάλυψε πόσο σπάνιοι είναι οι άνθρωποι που μπορείς να μοιραστείς την αλήθεια σου επί της ουσίας. Καλό ταξίδι. Θα ανταμώνουμε στο λόφο.

Τα κείμενα για τα βιβλία του έχουν δημοσιευτεί στο παρελθόν στη “Φιλολογική Βραδυνή”:

Οι άγνωστες πτυχές της «θεάς» της Αιγύπτου

«…σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους…»

 

Κ. Π. Καβάφης

 

Ένα νόθο παιδί και μάλιστα κορίτσι, στην Αίγυπτο του 69 π.Χ., τι τύχη θα μπορούσε να έχει; Πού να φανταζόταν κανείς ότι δύο χιλιετίες σχεδόν αργότερα θα αποτελούσε μία μορφή της ιστορίας, τόσο περιβεβλημένη με μύθο που γοητεύει ακόμα στο άκουσμα και μόνο του ονόματός της : Κλεοπάτρα (το κλέος του πατρός), αποδείχθηκε προφητικό για την πορεία της τελευταίας Φαραώ της Αιγύπτου. Η κόρη μιας εταίρας και του κατόχου του θρόνου («αυτός ο θρόνος κολυμπά στο αίμα») της χώρας, του Φαραώ Πτολεμαίου ΧΙΙ, του «Αυλητή», ήρθε και άφησε το στίγμα της για πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο. Το Χόλιγουντ κράτησε στο σελιλόιντ μόνο τον περιβόητο έρωτά της με τον Αντώνιο, το φιλοθεάμον κοινό την ταύτισε με τη μορφή της Ελίζαμπεθ Τέιλορ από τη μεγάλη οθόνη στην ομώνυμη ταινία, ενώ ακόμη λιγότερο γνωστή είναι η νεανική ζωή της Κλεοπάτρας και τα παιδικά της χρόνια.

Η χαρισματική της προσωπικότητα και η ηγετική της φυσιογνωμία επισκιάστηκαν στο πέρασμα των αιώνων από τη φήμη του φυσικού της κάλλους και των θρύλων για την ερωτική της ζωή. Μα, ποια ήταν η Κλεοπάτρα; Πώς ανατράφηκε η γυναίκα που έγινε η Νέα Θεά της Αιγύπτου, η Εκλεκτή της Ίσιδας και της Αφροδίτης, Φαραώ της Χώρας του Μεγάλου Ποταμού, η Αγαπημένη των Θεών; Στο βιβλίο του «γενέσθω ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ» (Εκδόσεις Διηνεκές), ο Νίκος Ζερβονικολάκης αναπαριστά τη ζωής της Πριγκίπισσας της Αλεξάνδρειας από τη στιγμή της γέννησής της, μέχρι την ώρα που κατόρθωσε να πάρει στα χέρια της τη διακυβέρνηση της ίδιας τής χώρας στα 18 της μόλις χρόνια.

Με το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα ο αναγνώστης μεταφέρεται στην εποχή που γεννήθηκε η Κλεοπάτρα VII, η τρίτη κατά σειρά πριγκίπισσα, ένα κορίτσι που το περίμεναν αγόρι, για να φορέσει στο μέτωπό του τη χρυσή κόμπρα της Αιγύπτου, τον Ουραίο των Φαραώ. Παρακολουθούμε τα φωτεινά βήματα ενός λαμπερού μυαλού που μαθαίνει να ζει και να επιβιώνει μέσα στις ίντριγκες του βασιλικού περιβάλλοντος, να εξερευνά τις πτυχές αυτού του κόσμου, να ενδιαφέρεται για την επιστήμη, όταν σπαράσσονται όλοι γύρω της από τις δολοπλοκίες και τα φονικά. Κόρη ενός επίσης νόθου απόγονου της Μακεδονικής Δυναστείας των Λαγιδών της Αλεξάνδρειας, ενός φιλήδονου, ακόλαστου και μέθυσου άνδρα που ήταν μισητός στον ίδιο του το λαό, θα καταφέρει να αντιστρέψει το κλίμα και να γίνει δεκτή με επευφημίες και ενθουσιασμό από τα πλήθη ως Βασίλισσά τους. 

Ο συγγραφέας έχει «στήσει» την ιστορία του μέσα στο πραγματικό πλαίσιο των τόπων, των προσώπων και των γεγονότων, δίνοντας, ωστόσο, τη δική του εκδοχή σε ένα κομμάτι της ζωής της Κλεοπάτρας που παραμένει σχετικά άγνωστο ευρέως. Τα μέρη που πέρασε, οι σημαντικές σκηνές της παιδικής της ηλικίας, της εφηβείας και της ενηλικίωσης –με την ταυτόχρονη απόκτηση της βασιλικής ισχύος, η κορύφωση του βιβλίου- αναπλάθονται από το Νίκο Ζερβονικολάκη, τόσο ζωντανά κι αληθοφανώς που αισθάνεται ο αναγνώστης ότι είναι κάπου εκεί, μέσα στα πλήθη που επευφημούν την Κλεοπάτρα, πίσω από τις σκιερές γωνιές των ανακτόρων που εξυφαίνονται οι μηχανορραφίες των αυλικών. Τα πραγματικά ιστορικά στοιχεία που βασίζουν και το οικοδόμημα του μυθιστορήματος του συγγραφέα, δεν κουράζουν τον αναγνώστη. Είναι «κατανεμημένα» έτσι ώστε να φωτίζουν τις πλευρές των γεγονότων και την προσωπικότητα της Κλεοπάτρας, χωρίς να αποτελούν μια ξερή παράθεση λεπτομερειών. Εξυπηρετούν την πλοκή και συμβάλλουν στην προαγωγή της και δημιουργούν την ανάγκη ακόμη και στο «μη μυημένο» στον αιγυπτιακό πολιτισμό να ενδιαφερθεί περαιτέρω για το μαγικό αυτό κόσμο του παρελθόντος.

Η εικόνα την οποία αποκτά ο έλληνας αναγνώστης από το βιβλίο αυτό που έχει μόνο υπόψη του τις γνώσεις για την Κλεοπάτρα από τις εγκύκλιες σπουδές του, είναι εντυπωσιακό πόσο διαφέρει, αποκτώντας κανείς τη δυνατότητα να δει όλες τις όψεις ενός προσώπου. Το γοητευτικό στην περίπτωση της Κλεοπάτρας είναι η διττή ενατένιση στην οποία μπορεί να προχωρήσει κανείς για την αλήθεια αυτής της γυναίκας. Πρόκειται για την ελληνική και την αιγυπτιακή-φαραωνική, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας.

Ο τίτλος του βιβλίου δηλώνει εξαρχής τις προθέσεις του Ζερβονικολάκη να εμφανίσει κι αυτή τη σχετικά «άγνωστη» ή απλώς λάθρα παρούσα διάσταση. Η επιγραφή «γενέσθω Κλεοπάτρα» αποτελεί την πιο προφανή απόδειξη της διάστασης αυτής της ελληνικής καταγωγής και παιδείας της Κλεοπάτρας. Πρόκειται για την υπογραφή της που βρέθηκε πρόσφατα σ’ έναν πάπυρο ο οποίος είχε ενθυλακωθεί στους λινούς επιδέσμους που τύλιγαν το σώμα μια μούμιας και ο οποίος αποτελούσε μια επίσημη εμπορική συμφωνία της Αιγύπτου. Από τα τρία της ήδη χρόνια η Πριγκίπισσα μιλούσε δύο γλώσσες, Ελληνικά και Αιγυπτιακά. Είναι η μόνη από τη Δυναστεία των Πτολεμαίων –τριών αιώνων ζωής σχεδόν- που μιλά Αιγυπτιακά, τη γλώσσα του λαού που θα κρατήσει για χρόνια την τύχη του στα χέρια της, όπως και μπορεί να διαβάζει την ιερογλυφική γραφή. Τιμά τις ελληνικές όπως και τις φαραωνικές θεότητες, κάτι που αποφασίζει να αποτυπώσει και στην ίδια της την εξωτερική μορφή, καθώς αρέσκεται να εμφανίζεται όπως η θεά Ίσιδα και να στολίζεται όπως η θεά Αφροδίτη, όπως γράφει χαρακτηριστικά στο εξαιρετικά διαφωτιστικό παράρτημα του βιβλίου ο Νίκος Ζερβονικολάκης. Οι γνώσεις που ρουφά σαν σφουγγάρι η Κλεοπάτρα από πολύ μικρή ηλικία και από τους δύο πολιτισμούς, θα διαδραματίσουν μείζονα ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και στην εξέλιξη των δυνατοτήτων της αργότερα. Έτσι, εμφανίζεται έτοιμη την κρίσιμη στιγμή να αναλάβει το τιμόνι του Βασιλείου της.

«Με συγκλονίζει το ένστικτο της ζωής, της αναγέννησης»

 Κυριακή απόγευμα. Από αυτές τις ημέρες που μας πέρασαν, βυθισμένες σε μια υπόκωφη υγρασία σχεδόν πρώιμου φθινοπώρου. Μια απ’ τις ώρες εκείνες που χαίρεται κανείς -αν και δουλεύει, αντίθετα με τον περισσότερο κόσμο- να βρίσκεται σ’ αυτά τα περιβόητα «δημοσιογραφικά γραφεία». Είναι σαν τα βράδια καλοκαιριού αργά, γύρω από ένα τραπέζι μετά το φαγητό, η παρέα -μ’ ένα φεγγάρι ολόγιομο από πάνω- να ξεθάβει συνωμοτικά ιστορίες για φαντάσματα και στοιχειά, θρύλους και παραμύθια.

Κάπως έτσι ήταν εκείνη η Κυριακή. Η έξαψη των συναδέλφων να μιλήσουμε για τις μεταφυσικές μας ανησυχίες και τα υπαρξιακά μας διλήμματα, περιβεβλημένα όλα αυτά μ’ ένα πέπλο αποκρυφισμού. Η λογοτεχνία ήρθε να καλύψει στην κουβέντα τα κενά της γνώσης, μπροστά σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές με μισοτελειωμένα κείμενα και τη ματιά του διευθυντή να περιμένει την άμεση παράδοσή τους. Επιστρατεύθηκε το «Εκκρεμές του Φουκώ» να λύσει απορίες και να δημιουργήσει νέα ερωτήματα για τη «φιλοσοφική λίθο», το νόημα της ζωής, το «ιερό Γκράαλ», τα μεσαιωνικά τάγματα ιπποτών, τον απόηχό τους στη σύγχρονη ζωή. Τις σκέψεις περιέθαλψαν οι σκιές της νύχτας λίγο αργότερα. Τα ισοπεδωτικά μας συμπεράσματα ότι «η ζωή είναι τόσο μικρή», «δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει αύριο», «αν δεν μπορούμε να ζήσουμε ιδανικά, ας ζήσουμε τότε ηδονικά» κι άλλα τέτοια αντηλλάγησαν αργότερα με τις ευχές για καληνύχτα από το τηλέφωνο. Σαν να ξύπνησε στα κύτταρά μας η σημειωτική του Ουμπέρτο Έκο κι όλα γύρω να τα βλέπουμε αλλιώς. Η γοητεία του άγνωστου και η ακόμη μεγαλύτερη σαγήνη της προσπάθειας της όποιας ερμηνείας του.

Μια νύχτα που θα ανακάλυπτα τη σιωπηλή της γλύκα μια εβδομάδα αργότερα, μέσα από τη γεύση του καρπουζιού, φθινόπωρο καιρό. Ένα ολόκληρο καρπούζι προσγειώθηκε στα χέρια μου και με τη μυστική δύναμη ενός σύγχρονου μαγικού ρεαλισμού μου ζήτησε να αποκωδικοποιήσω το κρυμμένο του μήνυμα. Ο λόγος βέβαια είναι για το μυθιστόρημα «Χρώμα από καρπούζι» του Νίκου Ζερβονικολάκη, ο οποίος πατώντας με το ένα πόδι στο πολιτικό σχόλιο και με το άλλο στο ρομαντισμό μιας σημειωτικής -με την έννοια της δυναμικής της παρατηρητικότητας- που όλο και λιγότεροι κάνουν τον κόπο να ενσωματώσουν στην πραγματική τους ζωή, δεν ταξιδεύει μόνο τον αναγνώστη, αλλά στη διαδρομή τον θέτει απέναντι στον εαυτό του και στο νόημα της δικής του ύπαρξης.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται σε απόλυτη συνάφεια με «Το Εκκρεμές του Φουκώ» του Ουμπέρτο Έκο που άλλωστε αποτελεί την πηγή έμπνευσής του, αλλά δεν μένει εκεί. Δεν αναλώνεται σε καμία συγκριτική παράλληλη πορεία της πλοκής, ούτε στέκεται σε απλοϊκά σημειολογικά τεχνάσματα. Ουσιαστικά μοιάζει να είναι σαν τη συνέχεια του «Εκκρεμούς». Σαν να ανασκευάζει ο Ζερβονικολάκης με τρόπο σχεδόν συμπληρωματικό με του Έκο την ουσία του βιβλίου του ιταλού συγγραφέα και μάλιστα όπως την αντιλαμβάνεται και τη νιώθει και ο αναγνώστης που στέκεται στην οικουμενική γλώσσα του Έκο στο τελευταίο κεφάλαιο από «Το Εκκρεμές του Φουκώ», το «Μαλκούτ».

Είναι σαν να ξεκινάει με βαθύτερο και πραγματικό του γνώμονα ο Νίκος Ζερβονικολάκης την αποφθευγματική αλήθεια του Έκο («Το Μαλκούτ είναι Μαλκούτ κι αυτό είναι όλο») για να την πάει λίγο πιο κάτω, στην αποθέωση του έρωτα, μέσα από τα έντονα στοιχεία της αστυνομικής του πλοκής. Στο «Εκκρεμές» ο ήρωας που έχει νιώσει να βρίσκει την απόλυτη σοφία, στην παρουσία της γυναίκας και του παιδιού του, στο τέλος αναρωτιέται «Γιατί όμως η κατανόηση δεν μου χαρίζει γαλήνη; Γιατί ν’ αγαπάς τη Μοίρα αν σε σκοτώνει εξίσου με τη Θεία Πρόνοια και τη Συνωμοσία των Αρχόντων; Ίσως να μην κατάλαβα ακόμη τα πάντα, να μου λείπει ακόμη ένα χώρος, ένα διάκενο.»

Εκείνο το ανεπαίσθητο διάκενο βρίσκει το δικό του χρώμα στο βιβλίο του Νίκου Ζερβονικολάκη. Είναι «χρώμα από καρπούζι» και έρωτα. Όπως λέει και η ηρωίδα του, η ακριβή του Τζουλιέτα, στο Μάρκο, «…Τα κείμενά σου έχουν μια τόλμη να ανακατεύουν τα απόκρυφα με τα φανερά μ’ ένα μυσταγωγικό τρόπο. Αν θέλεις τη δική μου άποψη, μόνο οι έρωτες έχουν αλήθεια. Παραδίνεσαι στον εαυτό σου σαν να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις το φως. Σταματάνε όλα. Βουτάς βαθιά στη μεγάλη θάλασσα με κλειστά μάτια κι ένα γλυκό κόμπο στο λαιμό, που κάνει το χρόνο να διαλύεται…». Είναι η πιο πιστή κριτική, αυτή η έμμεση αυτοκριτική του συγγραφέα μέσα από τα λόγια των ηρώων του ή τουλάχιστον αποκαλύπτει τις πραγματικές του προθέσεις : ένας χορός των εν κρυπτώ και των ολοφάνερων σε πλήρη μυσταγωγία. Αυτό που λέμε μαγεία, από την πένα ενός ανθρώπου του οποίου τουλάχιστον οι ρυθμοί της επαγγελματικής του ζωής δεν αφήνουν κανένα περιθώριο να σκεφτεί κανείς ότι αυτό το «άτακτο» διάκενο βρίσκει χώρο και χρόνο να χωρέσει, να βαφτεί με χρώμα καρπουζιού και να βγει στην Καλντέρα της Σαντορίνης να απλώσει το κόκκινό του στο ηλιοβασίλεμα με μας θεατές κι αναγνώστες. Γι’ αυτό αποκτά και μεγαλύτερη αξία. Είναι που δεν το περιμένεις το πού φωλιάζει ο ρομαντισμός κι η αλήθεια του και το αναπάντεχο ξάφνιασμα ενός καρπουζιού είναι πάντα καλοδεχούμενο από όσους θέλουν να μπορούν να ζουν το καλοκαίρι ακόμη και φθινόπωρο καιρό.

«…Θα πρέπει να είμαι γαλήνιος. Έχω καταλάβει. Μερικοί απ’ αυτούς δεν έλεγαν ότι η σωτηρία έρχεται όταν πραγματοποιείται η πλήρωση της γνώσης; Έχω καταλάβει. Θα πρέπει να είμαι γαλήνιος. Ποιος έλεγε ότι η γαλήνη αναδύεται από το στοχασμό της τάξης, της τάξης που κατανοείται, απολαμβάνεται και πραγματοποιείται χωρίς κατάλοιπα, χαρά, θρίαμβο, διακοπή της προσπάθειας; Όλα είναι ξεκάθαρα και σαφή, το μάτι ακουμπά στο σύνολο και στα μέρη, και βλέπει πώς τα μέρη συνωμοτούν απέναντι στο σύνολο, συλλαμβάνει το κέντρο απ’ όπου ρέει η λέμφος, η πνοή, η ρίζα των γιατί… Θα πρέπει να εξαντληθώ από τη γαλήνη…», είναι τα λόγια του Ουμπέρτο Έκο στο «Εκκρεμές». Ο Νίκος Ζερβονικολάκης είναι σαν να τοποθετεί σε γλυκό κόκκινο φόντο το νόημά τους, σε ένα ελληνικό καλοκαιρινό τοπίο με την ηχητική συνοδεία ενός παλιού ιταλικού τραγουδιού. Αρχισυντάκτης του δελτίου ειδήσεων στο τηλεοπτικό κανάλι STAR o ίδιος, διαπλέκει γοητευτικά τη δημοσιογραφική πραγματικότητα με την προϊστορία και την ιστορία της ανατολικής Μεσογείου, στο «Χρώμα από Καρπούζι» (Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ), ενώ μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο του ιστορικό μυθιστόρημα «’’Γενέσθω’’ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ» (Εκδόσεις ΔΙΗΝΕΚΕΣ).

 

Ποιο σημείο ακριβώς από «Το Εκκρεμές του Φουκώ» υπήρξε καθοριστικό για τη συγγραφή του δικού σας βιβλίου;

 

«Το Εκκρεμές» όταν κυκλοφόρησε το διάβασα εδώ στην Αθήνα. Ήταν ένα γοητευτικό βιβλίο όπως είναι ο Έκο και οι άλλες του δουλειές. Οι Ναϊτες είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο, δεν είχα ασχοληθεί ιδιαίτερα, κατά καιρούς όμως στα πράγματα που έψαχνα, μου πέφτανε μπροστά πράγματα που τους αφορούσαν. Ξαναβρέθηκε το ίδιο βιβλίο στα χέρια μου σε έναν άλλο χώρο λίγους μήνες μετά, όταν ήμουν διακοπές κάπου στις Κυκλάδες. Άρχισα να το διαβάζω σε μια φυσική σπηλιά στη θάλασσα και όλως περιέργως είχα μια καινούρια αίσθηση, τελείως διαφορετική από την αρχική. Με κέντριζαν πολλά πράγματα κυρίως η αντίθεση που υπάρχει το να διαβάζεις ένα κείμενο για σκοτεινούς ανθρώπους και σκοτεινούς χώρους σ’ έναν τόπο γεμάτο φως, οι διαφορές ανάμεσα στο χώρο που ήμουνα και το βιβλίο. Σιγά-σιγά άρχισε να κατασταλάζει μέσα μου μια ιδέα που γέννησε το «Χρώμα από καρπούζι».

 

 

Πού συναντά η πραγματικότητα τη φαντασία στο μυθιστόρημα; Υπάρχουν ομοιότητες στα γεγονότα της πλοκής ή και ιδιοσυγκρασιακά με τον κεντρικό ήρωα;

 

Πραγματικά γεγονότα που να περιγράφονται σαν περιστατικά δεν υπάρχουν, πέρα απ’ αυτή τη σπηλιά που διάβαζα το «Εκκρεμές». Η σπηλιά που αναφέρω στο βιβλίο είναι στην Τήνο. Πιστεύω ότι είναι και τίμιο να λες τις πραγματικές αιτίες που σου ‘δωσαν τα ερεθίσματα να κάνεις αυτή τη δουλειά. Όμως υπάρχουν γεγονότα που δίνουν αφορμές. Στην περίοδο που γίνονταν όλα αυτά -που είναι άσχετα μεταξύ τους πράγματα- περνώντας μέσα από τα φίλτρα ενός ανθρώπου, αποκτούν περίεργες συγγένειες. Από τη μια είχα ένα παιχνίδι με το «Εκκρεμές», τη σπηλιά του Αγίου Μάρκου και το φως στις Κυκλάδες και από την άλλη ήταν οι εφημερίδες και τα θέματά τους. Όπως η τρομοκρατία που είναι ένα σκοτεινό πράγμα. Το να την ξορκίσεις με το φως και να θες να δεις τι κρύβεται πίσω από εκεί, είναι μεν μία φιλόδοξη προσπάθεια, επιθυμία, αλλά δεν είναι κι εύκολο.

Πιστεύετε ότι παρά όλες αυτές τις τελευταίες εξελίξεις με την τρομοκρατία στην Ελλάδα, ίσως η αλήθεια για την τρομοκρατία δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά κάτι πιο σκοτεινό;

 

Ναι, εγώ το πιστεύω. Όταν δούλευα στο Έθνος, ήμουνα ο άνθρωπος που πήρε την πρώτη προκήρυξη της 17Ν που έστειλαν στο Έθνος. Διάφοροι δαιμονολόγοι τότε έφτιαχναν σενάρια για το τι ήταν η17Ν. Μου έκαναν εντύπωση κάποια πράγματα με τα τότε δεδομένα, είχα απορίες οι οποίες στη συνέχεια, όταν αποκαλύφθηκαν όλα αυτά, ικανοποιήθηκαν, αλλά όχι όλες.

Είναι παράξενο, διαβολική σύμπτωση -όπως και των Ναϊτών- το ότι το «Καρπούζι» κυκλοφόρησε δύο μέρες πριν σκάσει η βόμβα στα χέρια του Ξηρού.

Θέλω να μου πείτε τι σας ελκύει ακριβώς στους Ναϊτες. Καταρχάς πιστεύετε ότι υπάρχουν;

Οι Ναϊτες πάντα υπάρχουν, κυκλοφορούν και έχουν και δύναμη. Η περιέργεια να δω κάποια πράγματα και να καταλάβω ορισμένους μηχανισμούς. Η παγκοσμιοποίηση είναι δουλειά των Ναϊτών, είναι το πνεύμα των Ναϊτών. Οι άνθρωποι αυτοί -εγώ δεν αφορίζω, αν είναι καλοί ή κακοί ή ποια είναι η διαδρομή τους ή αν μ’ αρέσουν ή δεν μ’ αρέσουν- είναι μια πραγματικότητα.

Στο τέλος του βιβλίου αισθάνομαι όμως ότι τους διαγράφετε μ’ ένα τεράστιο «με χρώμα από καρπούζι…

 

Εγώ δεν μπορώ να τους διαγράψω. Εγώ ταξιδεύω αλλού. Δεν είμαι σκοτεινός άνθρωπος, δεν μπορώ τη σκοτεινιά. Αν όμως αναγκαστώ να ζήσω σ’ ένα λαγούμι θα προσπαθήσω να βρω τρύπα, τρόπο να βγω στο φως. Έχω όμως περιέργεια γι’ αυτούς, από τότε που υπάρχουν μέχρι τώρα. Η διαδρομή τους είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, όπως είναι και η διαδρομή των πολιτισμών. Μου έκανε πάντα εντύπωση ένα πράγμα : γιατί θέλουν να επεκταθούν σ’ ένα βάθος χρόνου που είναι πριν από τη γέννησή τους.

Αν δεις σε πολλά βιβλία που έχουν γράψει οι ίδιοι οι Ναϊτες -με ψευδώνυμα- ή στο τελετουργικό τους ή στην ιεραρχία των ταγμάτων τους, στη διαδρομή τους επεκτείνονται σε πράγματα που δεν έχουν σχέση μ’ αυτούς, προϋπήρξαν. Δηλαδή χρησιμοποιούν τίτλους φαραωνικούς πολλές φορές. Τι δουλειά έχουν αυτοί με την Αίγυπτο; Αυτοί ιδρύθηκαν υποτίθεται για να προστατεύουν την πορεία προς το προσκύνημα του Παναγίου Τάφου, η κομπανία από προστάτες του Ναού έγιναν διάφορα άλλα πράγματα, τραπεζίτες -ανακάλυψαν την πρώτη επιταγή, τους πρώτους τραπεζικούς μηχανισμούς-. Ο πυρήνας τους είναι αυτός, αυτές οι ιδέες τους: οι τόκοι, τα ανταλλάγματα, το leasing. Είναι δραστήριοι άνθρωποι, οικονομικά μυαλά, δανείζανε βασιλιάδες, δανείζανε Πάππες, όταν παίζεις όμως με οικονομικά πράγματα έχεις και ρίσκα.

Είναι γοητευτικές από τη μια αυτές οι ιστορίες, που αγγίζουν τα όρια του θρύλου, αλλά νομίζω ότι η διαδρομή τους είναι πάνω στις ράγες μιας πραγματικότητας. Σαν ρεπόρτερ έχω δει ένα κομμάτι από μέσα, όταν ασχολήθηκα με τη μασονία. Πιστεύω ότι εξακολουθούν να έχουν οικονομική δύναμη και τέτοιες υπόγειες διασυνδέσεις, διακρατικές. Ορατές μόνο αν υπάρξουν κάποιες αιτίες κάποια φορά.

Φεύγοντας από τους «σκοτεινούς» αυτούς τύπους, η πλοκή του βιβλίου σας ξετυλίγεται στη Σαντορίνη. Για ποιο λόγο;

 

Διάλεξα τη Σαντορίνη, γιατί υπάρχει το ηφαίστειο που είναι ένας φυσικός τρόμος. Είναι ένας τρόμος ορατός που τον συνειδητοποιείς με πράγματα που αγγίζεις, δεν τον υποθέτεις. Όμως αυτός ο φόβος, το δέος πιστεύω ότι είναι αυτά που γέννησαν και τις διάφορες λατρείες για την υπέρτατη δύναμη, όποια λογίζεται από τον άνθρωπο σαν τέτοια κάθε φορά. Την ίδια εποχή έτυχε να είμαι μπροστά σε μια ανασκαφή του Γιάννη του Σακελλαράκη στην Κρήτη στις Αρχάνες. Είναι η ανασκαφή της ανθρωποθυσίας που φαίνεται να σχετίζεται χρονολογικά με τη στιγμή της έκρηξης του ηφαιστείου της Σαντορίνης, έτσι τουλάχιστον παρατηρούν αρκετοί αρχαιολόγοι. Έκανα αυτό το παιχνίδι με τον τρόμο του ηφαιστείου και τον τρόμο των τρομοκρατών.

Ξεκινάτε και από τη μοναξιά και το θάνατο για να περάσετε στον τρόμο και μετά στον έρωτα και το φως

Ο θάνατος είναι ένα διαλυτικό στοιχείο και δημιουργικό ταυτόχρονα όμως. Σε διαλύει ο φόβος του, σε υποχρεώνει όμως να αντισταθείς σ’ αυτό το φόβο και ο μόνος τρόπος να αντισταθείς είναι η δημιουργία. Όσο ασχολούμαι με τις αρχεγονικές λατρείες, που δεν είναι τίποτα άλλο από την αναζήτηση μιας ελπίδας ζωής, όλοι θέλουν να βρουν δύο πράγματα τη «μηχανή του χρόνου» και την «αθανασία». Δεν ξέρω κατά πόσο είναι ουτοπία. Είναι εναγώνιες προσπάθειες του ανθρώπου να βρει τι γίνεται με την ύπαρξή του και πώς θα μπορεί να παλέψει με το θάνατο.

Ο Ουμπέρτο Έκο στο τέλος του βιβλίου εστιάζει στην πεμπτουσία της ζωής του ήρωά του που είναι το παιδί και η γυναίκα του. Αισθάνεστε ότι κάποτε χανόμαστε και χρειαζόμαστε την υπενθύμιση ότι η ζωή είναι εδώ;

 

Με συγκλονίζει αυτό που υπάρχει αποτυπωμένο σε πλήθος από μινωικά σφραγίσματα και δεν είναι άλλο από την τελετή της ιέρειας της μεγάλης μητέρας θεάς και του λατρευτή της και είναι το ένστικτο της ζωής, το ένστικτο της αναγέννησης. Ίσως αυτοί οι άνθρωποι στην απλότητα ή την απλοϊκότητά τους να είχαν βρει πιο εύκολα την ουσία που σήμερα μπερδεύεται να βρει κάποιος. Αυτή είναι η πηγή της ζωής.