“Έχουμε γίνει πιο ανελέητοι κι από τους χειρότερους εφιάλτες”

Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα γερμανικά από τις εκδόσεις “ACABUS Verlag”, το αστυνομικό μυθιστόρημα με τον τίτλο «Το δεύτερο μέρος της νύχτας» που εκδόθηκε μόλις στην Ελλάδα από την Ωκεανίδα. Συγγραφέας του ο Μίνως Ευσταθιάδης που έχει συστηθεί ήδη στο κοινό με μυθιστορήματα αλλά και με ένα θεατρικό.

 

"...με ενδιαφέρουν οι οριακές καταστάσεις, οι ήττες των ηρώων, οι στιγμές που χάνεται η λογική, τα μονοπάτια των σκοτεινότερων επιλογών..."

“…με ενδιαφέρουν οι οριακές καταστάσεις, οι ήττες των ηρώων, οι στιγμές που χάνεται η λογική, τα μονοπάτια των σκοτεινότερων επιλογών…”

Πρόκειται για ένα νουάρ έργο που πραγματεύεται τη βία και τη μοναξιά στο δυτικό κόσμο, τον καιρό που ζούμε· το πώς ο φαύλος κύκλος της βίας γίνεται θηλιά στο λαιμό και μας πνίγει. Με οικονομία, πλοκή που ρέει, χωρίς ραφές, επίπεδα σκέψης που δεν περιορίζονται στην υπόθεση και μόνο, η ιστορία στέκεται επάξια δίπλα στα σύγχρονα πολυδιαβασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα της Ευρώπης. Θέλησα να μιλήσω με το συγγραφέα γιατί βρήκα το βιβλίο του από τα πιο ενδιαφέροντα του είδους του στη νεοελληνική εκδοτική πραγματικότητα, ακριβώς επειδή ξεφεύγει απ’ αυτή.

bedrohteart_neu.pdf

Μετά το θεατρικό «Το Γεύμα», ένα άγριο κείμενο, που γράψατε μαζί με την Κάτριν Λίγκμαν, γιατί επιλέξατε τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος;

Στο αστυνομικό μυθιστόρημα ελλοχεύει ένας κίνδυνος. Να γλιστρήσει σε μια σειρά από κλισέ που το κάνουν να μοιάζει με «έτοιμη συνταγή». Ταυτόχρονα όμως μπορεί να κερδίσει ένα δύσκολο, από συγγραφική άποψη, στοίχημα. Να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο ενώ πραγματεύεται θέματα εξαιρετικά δυσάρεστα. Πάντα με ενδιαφέρουν οι οριακές καταστάσεις, οι ήττες των ηρώων, οι στιγμές που χάνεται η λογική, τα μονοπάτια των σκοτεινότερων επιλογών.  Γι’ αυτά προσπαθώ να γράψω.

Το νουάρ μυθιστόρημα στην Ευρώπη έχει κατορθώσει να γίνει ένα μέσο ανάδειξης σοβαρών κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών καταστάσεων. Οι ήρωες από «Το δεύτερο μέρος της νύχτας» δεν κινούνται απλώς στον κόσμο της παραβατικότητας, αλλά ζουν στο σύγχρονο τοπίο της βίας. Μπορούμε να την «πούμε» τη βία, μπορούμε να την αφηγηθούμε; Τι ξορκίζουμε με αυτόν τον τρόπο;

Όχι μόνο μπορούμε να αφηγηθούμε την βία, μα ακόμα περισσότερο νοιώθω πως «οφείλουμε» να το κάνουμε. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο ξορκίζουμε την λήθη για τα λάθη μας. Όλες οι αρχαίες τραγωδίες είναι νουάρ ιστορίες, ποτισμένες με πίδακες αίματος και πάθος. Από τον Αισχύλο ως τον Σαίξπηρ και τον Σελίν, περνάει μια κατακόκκινη γραμμή. Γεμάτη από αυτό που είναι ή, ακόμα χειρότερα, αυτό που μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Ο κάθε άνθρωπος. Κουβαλάμε την θηριωδία μέσα μας κι ίσως ο μοναδικός τρόπος να την αντιμετωπίσουμε είναι να την εκθέσουμε στο φως.

Βλέπουμε καθημερινά η πραγματικότητα ως προς την εγκληματικότητα να ξεπερνάει κάθε φαντασία. Τι δυσκολίες συναντά ο μυθιστοριογράφος για να βρίσκεται πιο μπροστά από τις ρεαλιστικές συνθήκες; Ή πιστεύετε ότι δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο;

Νομίζω πως στην λογοτεχνία ελάχιστη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ φανταστικού και πραγματικού. Το ζητούμενο σε μια ιστορία δεν είναι να φαίνεται ρεαλιστική. Η δύναμη του κάθε κειμένου κρίνεται από την ικανότητα να μπορεί να σε συνεπάρει, να σε ρουφήξει μέσα του. Μέσα στην λογοτεχνία ανοίγει το παράθυρο προκειμένου να ξεφύγουμε από την τυραννία της πραγματικότητας. Εξάλλου αληθεύει πως στις μέρες μας η εγκληματικότητα έχει πια ξεπεράσει ακόμα και την πιο χυδαία φαντασία. Έχουμε γίνει πιο ανελέητοι κι από τους χειρότερους εφιάλτες.

Σπουδές νομικής, αθλητισμός στη θάλασσα -και μάλιστα σε οριακές συνθήκες για εμάς τους αμύητους- και ταξίδια. Τι θέση έχουν οι λέξεις; Γιατί γράφετε; Ποια είναι η ανάγκη;

Η νομική είναι μια απολύτως απαραίτητη και ταυτόχρονα βαθιά τρομακτική επιστήμη. Χτίζει τον ανθρώπινο νόμο αδιαφορώντας, τόσο συχνά, για τον φυσικό νόμο. Πώς μπορείς να πεις πως «απαγορεύεται να κλέψεις» σε κάποιον που μένει κάθε βράδυ κάτω από τη γέφυρα μαζί με τα παιδιά του; Ξέρω πως ακούγεται κάπως απλοϊκό μα η πείνα, η απόγνωση κι ο θάνατος έρχονται εξίσου απλοϊκά. Δηλαδή αμείλικτα. Και πού βρίσκεται η χρυσή τομή; Ίσως να ξεκινούσε κάτι καινούργιο, αν ένα πρωί μπορούσαμε να παραδεχτούμε ξεκάθαρα πως έχουμε αποτύχει. Όχι ως νομοθέτες. Κυρίως ως άνθρωποι.

Για την θάλασσα δεν θα μπορούσα να βρω τα κατάλληλα λόγια. Ίσως δανειζόμενος τον στίχο του ποιητή… «έχει την όψη του ιδανικού». Ζω παρέα με την ιστιοπλοΐα (windsurfing) 30 χρόνια πια. Μένω δίπλα και πάνω στην θάλασσα, κάθε μέρα, όσο μπορώ περισσότερο. Πολλές φορές σκέφτομαι πως δεν πρόκειται για προσωπική επιλογή αλλά για αναπόδραστη ανάγκη. Είμαι φτιαγμένος κι από νερό. Στις οριακές καταστάσεις η θάλασσα αποκαλύπτει έναν άλλο κόσμο. Αισθάνεσαι τόσο αδύναμος κι αβοήθητος που η γη, το κάθε κομμάτι στεριάς φαντάζει σαν όνειρο. Κι όμως εκείνη η στιγμή κρύβει την μαγεία που δεν χωράει πουθενά.

Οι λέξεις…και η λογοτεχνία γλιστράνε, και χάνονται φυσικά, στο τεράστιο πηγάδι που λέγεται τέχνη. Είναι γεμάτο από ελευθερία. Αμέτρητες διαστάσεις που πλέκονται σαν αράχνες, η μία πάνω στην άλλη. Τι ομορφότερο καταφέραμε να φτιάξουμε τα τελευταία 3000 χρόνια; Τιμή και ευτυχία σ’ όποιον καταφέρει να ρίξει έστω κάποια σταγόνα εκεί μέσα.

Και να το πάω λίγο παραπέρα. Μέσα στο βιβλίο, ρωτάτε κάπου «Αποτελεί η γλώσσα μια πραγματική ταυτότητα;». Τι συγκροτεί για σας τη συγγραφική σας ταυτότητα. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για βιβλία ή συγγραφείς που αισθάνεστε ότι είναι κομμάτι δικό σας.

Το παρελθόν, είτε σαν ιστορία είτε σαν γενετικό αποτύπωμα. Οι τόποι που γεννηθήκαμε, μα περισσότερο εκείνοι που αγαπήσαμε. Οι άνθρωποι που διαλέξαμε να σταθούμε δίπλα τους, κι ακόμα παραπέρα εκείνοι που μας λείπουν. Φυσικά η γλώσσα, όχι μόνο αυτή που μιλήσαμε ή γράψαμε, μα κι αυτή που πλάσσαμε με τα σώματά μας. Όλα ετούτα, και βέβαια πολλά άλλα που δεν ξέρω, συνθέτουν την ταυτότητά μας.

Συγγραφείς που μόνιμα με συντροφεύουν (σε τυχαία σειρά): Μπέκετ, Ευριπίδης, Ντοστογιέφσκι, Μπάροουζ, Κάφκα, Καμύ, Χειμωνάς. Και βιβλία: «Η μεταμόρφωση», «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα», «Ο ακατονόμαστος», «Το βιβλίο της ανησυχίας», «Η βουή και η μανία», «Ο ξένος», «Τα γαλάζια άνθη».

Κατοικώντας το σώμα

The Birth of Venus, 1486. Uffizi, Florence Πηγή: Wikipedia

The Birth of Venus, 1486. Uffizi, Florence
Πηγή: Wikipedia

Αυτό που θεωρούμε δεδομένο και αυτονόητο, τόσο δεδομένο και αυτονόητο που μπορεί και να το αγνοήσουμε παντελώς, είναι το σώμα μας. Η σύνδεση μαζί του, η ουσιαστική αποδοχή του δεν είναι διόλου δεδομένη. Το κουβαλάμε κάθε μέρα μαζί μας ή μάλλον αυτό μας κουβαλάει, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι είμαστε συμφιλιωμένοι με τα οφέλη του. Για χρόνια διάβαζα στα γυναικεία περιοδικά το τετριμμένο “αγάπα το σώμα σου”, αυτή τη γενικολογία που για να της δώσεις σάρκα και οστά μπορεί και να περάσουν ολόκληρες δεκαετίες από τη ζωή σου. Μπορώ να βρω πολλές αιτίες για τον παραγκωνισμό τους σώματος και την ψεύτικη και φτιαχτή αποθέωσή του μόνο από όποια βιομηχανία την εξυπηρετεί και θέλει να σου πουλήσει το ίδιο σου το σώμα.

Το σώμα σου όμως δεν είναι για πούλημα. Πολύ περισσότερο για ξεπούλημα. Δεν μιλάω για το σώμα των περιοδικών. Δεν μιλάω για το σώμα της τηλεοπτικής ή της κινηματογραφικής οθόνης. Μιλάω για το κορμί που σε στηρίζει κάθε μέρα, εάν βρεθείς τυχερός στη ζωή σου. Γιατί πρόκειται καθαρά περί τύχης. Εάν θα είσαι και εάν θα παραμείνεις ολόκληρος, όσο ολόκληρος γίνεται για να διαθέτεις την περιβόητη λειτουργικότητα στη ζωή σου. Το σώμα λοιπόν που ο δυτικός πολιτισμός το επανέφερε στο προσκήνιο με την Αναγέννηση, έχει φροντίσει ο κόσμος μας -αυτός ο κόσμος του ορθολογισμού- να το φορτώσει ενοχές και μειονεξίες έναντι του πνεύματος. Το σώμα που το βλέπουμε μπροστά μας κάθε μέρα, το πιάνουμε, το νιώθουμε με τις αισθήσεις μας, τέλος πάντων μπορούμε να αποδείξουμε απτά την ύπαρξή του -αντίθετα με το πνεύμα-, πώς τα καταφέρνουμε και το βάζουμε είτε στην άκρη είτε το φέρνουμε τόσο στο επίκεντρο που το φτηναίνουμε, το εξασθενούμε, το κάνουμε απλό επιχειρηματικό εργαλείο. Κρίμα και για τα δύο, δεν του αξίζει.

Για χρόνια, από το 2007, το σώμα μού έστελνε μηνύματα να το ακούσω. Αρρώστιες, πόνους, ό,τι μπορούσε να σκαρφιστεί, προκειμένου να του δώσω σημασία. Κι εγώ του φερόμουν απλώς διεκπεραιωτικά: πάρε ένα φάρμακο να γίνεις καλά, δέξου ένα δωράκι για τώρα και σταμάτα. Μα, αυτό επέμενε. Μέρα με τη μέρα. Είχε κι έναν γερό αντίπαλο: ένα απολύτως ανταγωνιστικό μυαλό. Που έσπερνε κάθε μέρα τη διχόνοια: κάτσε να διαβάσεις, με το σώμα θα ασχολούμαστε τώρα, έχουμε και δουλειές, πρέπει να επιβιώσουμε, πρέπει, να τα καταφέρουμε, πρέπει, πρέπει, πρέπει.

Κατάφερα να ακούσω το σώμα, όταν το μυαλό χτύπησε στον τοίχο. Έπεσε σε αδιέξοδο. Δεν έβρισκε λύσεις πια. Δεν το βοηθούσαν τα βιβλία, δεν υπήρχαν δουλειές για να απασχοληθεί. Ήταν κι ένα από τα μεγάλα δώρα της ανεργίας μου. Με ανάγκασε να κατοικήσω το σώμα μου. Να το αφουγκραστώ επιτέλους. Να το περιμαζέψω. Να το λυπηθώ που κλαψούριζε για χρόνια. Να κάτσω μαζί του και να λύσουμε τις διαφορές μας. Τελικά να το αποδεχτώ. Να αποδεχτώ τον ίδιο μου τον εαυτό, με τα προβλήματα και τις ιδιομορφίες του, με τα καλά και τα στραβά του. Χωρίς ενοχές. Χωρίς τύψεις. Χωρίς την ανόητη ιδεοληψία ότι το σώμα είναι το παν ή το τίποτα. Το σώμα είναι αυτό που είναι. Με κιλά ή χωρίς, με ρυτίδες ή χωρίς, με πόνους ή χωρίς. Κουβαλάει και περιθάλπει ό,τι άλλο είμαστε. Σέρνει τα δάκρυα και τα πιο λαμπερά μας χαμόγελα. Κινεί το βλέμμα μας, την ανάσα μας, την ίδια μας την ύπαρξη. Είναι πραγματικά το ιερό κομμάτι εκείνο με το οποίο ο εαυτός μας αντιλαμβάνεται πολλαπλώς την απόλαυση.

Χρειάστηκε να νιώσω τεράστια απελπισία με όλα τα άλλα γύρω μου για να στραφώ στο σώμα και να ζητήσω καταφύγιο. Να του ζητήσω να με κρατήσει σε αρμονία με το απαιτητικό μυαλό μου, με τις στρεσογόνες συνθήκες στα πέριξ, με το ανήσυχο πνεύμα που τρώγεται με τα ρούχα του διαρκώς. Επιτέλους καταδέχτηκα να το κανακέψω. Να του προσφέρω ένα χάδι με την ψυχή μου, όχι ένα ξεροκόματο για να σταματήσει να αλυχτάει, όχι ψίχουλα για να ξεγελιέται. Και μου το γυρίζει πίσω. Με αισιοδοξία και σεροτονίνη. Με ευχαριστεί που δεν το εγκατέλειψα. Τώρα αρχίζει και ο γκρινιάρης νους να ακολουθεί: ναι, μωρέ, δίκιο είχε το σώμα, ας το βοηθήσουμε, ας το έχουμε φίλο, γιατί δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Πραγματικά δεν ξέρουμε. Η Αφροδίτη του Μποτιτσέλι ξαφνικά απέκτησε στα μάτια μου μια νέα ζωή: θα μου θυμίζει την προσωπική μου αναγέννηση. Θα μου θυμίζει να νιώθω ευγνωμοσύνη κάθε μέρα γι’ αυτό και να ευχαριστώ όποιον με έχει βοηθήσει με τον καλό του λόγο, τη συμβουλή του, το ένστικτό του, την ενσυναίσθησή του. Για μένα ήταν τόσο πολύτιμα όσο λέει και ο τίτλος. Έγινα κάτοικος του σώματός μου. Μια δήλωση οργιαστικά απολαυστική τώρα που γύρω μου έχουν στερέψει όλα.

 

Δώσαμε, δώσαμε

Η απέραντη υποκρισία είναι να σου λένε ότι πρέπει να δώσεις κι άλλο, δεν έχεις δώσει αρκετά. Πρέπει να προσφέρεις. Μια μέρα θα λάβεις ανταμοιβή. Προφανώς στη μετέπειτα ζωή που δεν θέλεις να ξέρεις εάν υπάρχει ή όχι. Δεν είναι μόνο οι γενιές. Δεν είναι μόνο τα σύνολα, οι ομάδες, το τσουβάλιασμα στο προηγούμενο σάπιο σύστημα. Ξέρεις, μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, δεν πιστεύω ότι όλα ήταν χαλασμένα. Δεν θεωρώ τον εαυτόν μου για αρχή χαλασμένο.

Δεν έφαγα από πουθενά, για χρόνια δούλευα δωδεκάωρο και απλήρωτες Κυριακές, τα έδωσα όλα και στη δουλειά και στους άλλους, έδινα, έδινα, έδινα. Ξέρεις, δεν προλάβαινα ούτε να το σκεφτώ. Ότι τα έδωσα όλα. Μην μου λες μετά να προσφέρω -δεν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο-, μην μου λες για τον εθελοντισμό, μην μου λες για την αλληλεγγύη. Τα ξέρω από πρώτο χέρι. Ξέρω πόσο ηλίθια σημαντικός νιώθεις άμα δίνεις. Και πόσο ηλίθια ασήμαντος επίσης άμα δεν έχεις άλλα για να δώσεις. Έδινα, έδινα, έδινα, επειδή έτσι θα έκανα όπου κι αν ήμουνα, δεν σκεφτόμουν το μετά, δεν σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή θα στερέψω. Δεν σκεφτόμουν ότι κάποτε για μένα η πιο σοφή πράξη θα ήταν να σταματήσω να δίνω. Δεν θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ ότι θα έφτανα στο σημείο κάποτε να λέω: ήταν η ώρα μου να απολαύσω και όχι να δώσω κι άλλα. Και βλέπω γύρω μου μια τεράστια μαύρη τρύπα. Όσο την τροφοδοτείς τόσο ζητάει. Ζητάει μαύρη εργασία, μαύρα αισθήματα, μαύρη συνεχή βοήθεια. Μαύρα όλα. Και ανεπίστρεπτα. Και τι ειρωνεία τώρα που ζητάνε απροκάλυπτα πια, λέω όχι. Αυτό το “ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος”, αποκτά νέα σημασία. Περιέργως θετική.

Παραδομένοι στο φασισμό;

Δυστυχώς, η κρίση μας βρήκε αμόρφωτους, ενίοτε και αστοιχείωτους. Και με τη χειρότερη δημοσιογραφία που έχω δει να ασκείται ποτέ στα χρόνια που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτόν μου. Συχνά μου λένε, δυστυχώς η κρίση μας βρήκε χωρίς λεφτά, κάποιες γυναίκες εννοούν τι κρίμα για την εξωτερική τους εμφάνιση, κάποιοι άντρες για τη διαβίωσή τους. Κουνάω συμπονετικά το κεφάλι, αλλά μέσα μου σκέφτομαι ότι η κρίση μας βρήκε ανέτοιμους πνευματικά για όλα.

Βλέπω μια Ευρώπη να βυθίζεται στο μαύρο του φασισμού με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Η απειλή της μετακίνησης πληθυσμών από την Ανατολή τάχα μου μας κάνει να φοβόμαστε για την επιβίωσή μας. Ωστόσο, δεν μας κάνει να φοβόμαστε για την επιβίωσή μας η οικονομική πολιτική που έχει επιλέξει να ασκεί η γερασμένη μας ήπειρος σ’ αυτή την κρίση και που μας βουλιάζει όλο και πιο βαθιά. Δεν είμαστε σε θέση να δούμε τον εαυτόν μας μέσα σ’ αυτόν τον καινούριο κόσμο. Αυτό είναι το πιο απογοητευτικό. Μαθαίνω από την επαρχία από την οποία και κατάγομαι ποιοι άνθρωποι ψήφισαν το φασιστικό μόρφωμα. Προσπαθώ να δω το γιατί. Αυτοί που αποκλείονται από τον καινούριο κόσμο, μάλλον ήταν πάντα αποκλεισμένοι. Θυμώνουν για τον αποκλεισμό τους και βρίσκουν τρόπο να αντιδράσουν: οπλίζουν το βίαιο χέρι που νομίζουν θα τους προστατέψει. Με φρικτά συμπλέγματα κατωτερότητας, αισθάνονται ήδη μια δικαίωση.

Όσες αναλύσεις μικροπολιτικής να ακούσω για το εντός μας, ο χάρτης της Γηραιάς Ηπείρου έχει να μου πει πιο πολλά. Έχει να μου εξηγήσει πιο πολλά για την κατάσταση στη χώρα μου. Εδώ τα μαγαζιά είναι γεμάτα στην Ερμού, τα μπαράκια σφύζουν από ζωή και σε λίγο και οι θάλασσες, οι λίστες με τους νεκρούς αυτόχειρες γεμίζουν, τα σινάφια συνεχίζουν τις ανούσιες συνάφειές τους, οι άνεργοι είναι αόρατοι και η έξωθεν μακαριότητά μας συνεχίζεται με την κατάθλιψη να μας σιγοτρώει στα κρυφά. Ωστόσο, αυτή η διπολική χώρα, αν και στη γωνία κάτω δεξιά του χάρτη, ακολουθεί ασυνείδητα τη μοίρα του γερασμένου και σε αδιέξοδο πολιτισμού της Δύσης. Φοβάται το θάνατό της, παθαίνει κρίσεις πανικού και πηγαίνει όλο στο γιατρό και μετράει την πίεση και τη χοληστερίνη της. Περιμένει σωτήρες και μεσσίες να της υποσχεθούν καλύτερες μέρες. Δεν βουτάει στιγμή το δάχτυλο στο μυαλό και την Ιστορία της, παρά μόνο για να βρει καμιά ψευτοδικαιολογία για τη μανιοκαταθλιπτική της συμπεριφορά.

Ο φόβος μου είναι ότι όπως είδα ένας ένας να παραδίδει τα εργασιακά του δικαιώματα, να τα εγκαταλείπει στο έλεός τους, μήπως και πάρει μια μικρή προσωπική παράταση ζωής, κάπως έτσι φοβάμαι ότι ένας ένας θα παραδίδει την ελευθερία του, το μυαλό του στην ανοχή του φασισμού. Κι εκεί δεν υπάρχει κανένα περιθώριο διαφυγής. Αυτό τρέμω. Την ανοχή. Που επιτρέπει στο φασισμό να αλωνίζει.

Στο δρόμο προς ένα μετά-ανθρωπισμό

Ο Κουτσί σε αφήνει γυμνό. Από τα πάντα. Όχι μόνο τα ρούχα σου. Αυτή είναι η λέξη. Γυμνός. Έχοντας περιπλανηθεί στις λέξεις του, δεν έχεις βρει παρηγοριά. Δεν σου λέει παραμύθια. Παρά σου έχει τείνει απλόχερα το δάχτυλο στον ουρανό. Σου έχει πει να κοιτάξεις ψηλά, να θυμηθείς ότι όσο άνω θρώσκεις, είσαι άνθρωπος δηλαδή, άλλο τόσο είσαι αναγκασμένος να βυθίζεσαι μέσα στη θνητότητά σου, να βουλιάζεις στη λάσπη σου. Δεν μιλάω ποιητικά. Μιλάω απολύτως ρεαλιστικά.  Αναφέρομαι στο «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ». Ένα βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει στα αγγλικά το 1983, περίπου τριάντα χρόνια πίσω, κέρδισε και το βραβείο Bookerεκείνης της χρονιάς, μάλιστα. Μεταφράστηκε στη γλώσσα μας από την Αθηνά Δημητριάδου και κυκλοφόρησε το 2006, τρία χρόνια μετά το Νόμπελ του συγγραφέα.

Είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα. Με στιγμές αδιόρατης τρυφερότητας. Χρωστάω τη γνωριμία μου μαζί του, στον εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα αλλά και πολύτιμο αναγνώστη Νίκο Αδάμ Βουδούρη, εκείνος μου μίλησε πρώτη φορά με τόσον ενθουσιασμό και για το βιβλίο και για το συγγραφέα που το αγόρασα και το διάβασα άμεσα. Είχε δίκιο. Το βιβλίο αυτό στα μάτια μου δικαίωσε και το Νόμπελ του Κουτσί. Αρκούσε αυτό το βιβλίο για να το πάρει. Από τις γραμμές του ξεπηδάει με έναν άλλον τρόπο «Ο πρώτος άνθρωπος» του Καμύ.  Με έναν άλλον τρόπο. Πιο βίαιο. Ο Μάικλ Κ, ένας γεννημένος ιδιαίτερος άνθρωπος, με ένα λαγόχειλο, μια δυσμορφία στα χείλη, στα 31 του χρόνια, κηπουρός του δήμου, θα παραιτηθεί από τη δουλειά του και θα πάρει τη μητέρα του στην πλάτη –μεταφορικά και κυριολεκτικά-, να την πάει στην εξοχή όπου έζησε στα νιάτα της για να ησυχάσει από τα φρικτά της αρθριτικά. Καθόλου εύκολο. Γύρω γίνεται πόλεμος, όλοι είναι χωρισμένοι σε στρατόπεδα. Όπως λέει ο ίδιος, «το στρατόπεδο είναι ένας τόπος που ακουμπάνε τους ανθρώπους για να τους ξεχάσουν», οποία επικαιρότητα… Επανέρχομαι στην υπόθεση: Ισχύουν απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Χρειάζονται ειδικές άδειες για να ταξιδεύεις. Δια πυρός και σιδήρου, αυτός ο άνθρωπος σέρνοντας ένα καρότσι που κουβαλάει μέσα εκεί την άρρωστη μάνα του, αρχίζει να καταδιώκει και να καταδιώκεται από την ίδια του την τύχη. Ξέρετε τυχαία υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα πραγματικό γεγονός από την ειδησεογραφία. Η φωτογραφία της Kelly, μιας γυναίκας ενός ακρωτηριασμένου αμερικανού στρατιώτη στο Αφγανιστάν, του JesseCottle, να τον κρατάει στους ώμους της, χωρίς τα τεχνητά του μέλη. Σκέφτηκα αμέσως τον Κουτσί και την αλήθεια της αφήγησής του. Πόσο η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε μυθιστορηματική συνθήκη.

Ο ήρωας λοιπόν του Κουτσί, ο Μάικλ Κ, ένας ιδιότυπος σύγχρονος Οδυσσέας, Ροβινσώνας (χωρίς το δικό τους πολυμήχανο χαρακτήρα, με μόνο του εφόδιο την αγαθότητα) επιχειρεί να επιβιώσει στον κόσμο, θέλει να γλιτώσει από τα στρατόπεδα και τα συρματοπλέγματα, τις σαρωτικές διακρίσεις. Να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. Το μόνο που θέλει, είναι να φροντίζει τη γη, να κερδίζει την τροφή του από το μόχθο του αυτό με το χώμα. Θέλει να πάει στο αγρόκτημα εκείνο που θα του επιτρέψει να βιώσει τον προσωπικό του παράδεισο. Μόνο που μπορεί να είναι μαζί και η ίδια η κόλαση. Ο πόλεμος μαίνεται. Κι εκείνος δεν θα μείνει αλώβητος. Θα καταβάλει τον φόρο αίματος που του αντιστοιχεί, λαμβάνοντας αυτή την αλλόκοτη απόφαση να μην τον αγγίξει ο πόλεμος που άλλωστε δεν τον καταλαβαίνει. Εκείνος ποθεί την ειρήνη, τη γαλήνη. Να γυρίσει στη μητέρα-γη. Και να ζει εκεί, με λίγο χώμα, λίγο νερό, λίγους σπόρους να μπορεί να καλλιεργήσει. Αλλά είναι τρομερά επικίνδυνο να θέλεις μόνο αυτά σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν σε πιστεύει κανένας και τους έχεις όλους εν δυνάμει εχθρούς σου. Είσαι πάντα εσύ και η ουτοπία σου. Με τη διαφορά ότι όλη η περιπλάνηση του Μάικλ Κ είναι μια τρομερή δυστοπία από μόνη της. Μια δυστοπία μέσα κι έξω του. Νιώθεις την ανάσα του φόβου δίπλα σου να εκβάλλεται στον κρόταφό σου. Θυμίζει εκείνη την ατμόσφαιρα από το «Δρόμο» του Κόρμακ ΜακΚάρθι, με τη διαφορά ότι ο Μάικλ Κ έχει προηγηθεί και θα συνεχίσει να υφίσταται και μετά την κάθε καμένη γη. Είναι ένα βήμα μετά το κακό. Είναι πέρα από το καλό και το κακό. Μακριά από οποιονδήποτε μανιχαϊσμό. Δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο. Στην παλέτα ο συγγραφέας τονίζει το πράσινο, ένα χρώμα που στην Ανατολή αντιπροσωπεύει την καρδιά και το συναίσθημα. Εκεί είναι ο χάρτης με τις σαφείς οδηγίες για τον κάθε Μάικλ Κ. Το συναίσθημα. Ένα ασφαλές καταφύγιο. Νομίζω ότι σε αυτό κάνει επίκληση ο Κουτσί, προκειμένου να σωθούμε από τα λογής Απαρτχάιντ που στήνουμε. Και δεν γίνεται διόλου συναισθηματικός ο ίδιος στη γραφή του, μιλάει όσο πραγματιστικά του επιτρέπει το ανυπόφορο της ανθρώπινης κατάστασης. Σας διαβάζω ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

«…Επίτρεψέ μου να σου πω ποιο είναι το νόημα του ιερού και σαγηνευτικού κήπου που βλασταίνει στην καρδιά της ερήμου και γεννάει την τροφή της ζωής. Ο κήπος προς τον οποίο κατευθύνεσαι τώρα είναι πουθενά και παντού, εκτός από τα στρατόπεδα. Είναι ένα άλλο όνομα του μοναδικού τόπου στον οποίο ανήκεις, Μάικλς, εκεί όπου δεν νιώθεις ανέστιος. Δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη, κανένας δρόμος που είναι απλώς δρόμος δεν σε οδηγεί εκεί, μόνο εσύ ξέρεις πώς πάνε εκεί…»

Ο Μάικλ Κ, λοιπόν, είναι ένας άνθρωπος απόλυτα λογικός και συνεπής. Θέλει να πάει στο κτήμα και να καλλιεργεί τη γη. Τι πιο απλό, τι πιο φυσικό; Και μόνο φοβάται αυτούς που απειλούν το σκοπό του: είτε αυτούς που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ή το ακόμη σοβαρότερο γι’ αυτόν, τους σπόρους του είτε αυτούς που σώνει και καλά θέλουν να βγάλουν πάνω του κάθε αίσθημα φιλανθρωπίας, αναγκάζοντάς τον να γίνει ό,τι θέλουν εκείνοι. Διόλου φιλάνθρωπο. Στο τέλος θα τους παραδοθεί. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου, σε πλήρη διάσταση με το βιβλικό «Εν αρχή ην ο λόγος». Πάει πέρα από το λόγο, πριν και μετά το λόγο ο Κουτσί σ’ αυτόν τον κόσμο που ζούμε:

«…Ήμουνα μουγγός και χαζός στην αρχή, μουγγός και χαζός θα είμαι και στο τέλος. Δεν είναι ντροπή να είσαι κουτός. Τα κουτορνίθια τα κλείσανε μέσα πριν από όλους τους άλλους. Τώρα έχουνε στρατόπεδα για τα παιδιά που οι γονείς τους το έσκασαν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που βγάζουν αφρούς από το στόμα και βαράνε κλοτσιές στον αέρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους με μεγάλο κεφάλι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους με μικρό κεφάλι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν φαίνεται να έχουν τρόπο να συντηρηθούν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τη χώρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζουν στους υπονόμους, στρατόπεδα για τα κορίτσια του δρόμου, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πόσο κάνει δύο και δύο, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ξεχνάνε τα χαρτιά τους στο σπίτι, στρατόπεδα για  τους ανθρώπους που ζούνε στα βουνά και ανατινάζουνε γεφύρια τις νύχτες. Ίσως τελικά αρκεί και με το παραπάνω να είσαι έξω από τα στρατόπεδα, έξω από όλα τα στρατόπεδα, ταυτόχρονα. Ίσως από μόνο του αυτό είναι για την ώρα μεγάλος άθλος. Πόσοι άνθρωποι έχουν μείνει που να μην είναι κλεισμένοι πίσω από τα σύρματα ή που να μην φυλάνε σκοπιά στην πύλη; Εγώ τη γλίτωσα από τα στρατόπεδα· ίσως αν κάνω τον ψόφιο, να τη γλιτώσω και από τη φιλανθρωπία…»

Πολύ βαθύ κείμενο, αρπάζει τον αναγνώστη μαζί του, τον πηγαίνει ένα μακρύ ταξίδι στον εαυτόν του και τον ενώνει με τους άλλους.

Ωστόσο, τριάντα χρόνια μετά το «Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ», ο Κουτσί στο μυθιστόρημά του με τον σχεδόν παραπλανητικό τίτλο «Η παιδική ηλικία του Ιησού» που το έχει μεταφράσει στα ελληνικά η Κατερίνα Σχινά, καταφεύγει σε μια πιο ερμητική γραφή. Με χωνεμένη όλη την ιστορία της ωριμότητας ενός άντρα, του Σιμόν, και την ιστορία παιδικότητας ενός μικρού αγοριού, του Νταβίντ,  θα μιλήσει για το σύγχρονο περιπλανώμενο άνθρωπο. Χωρίς ρίζες. Με ζωές που πρέπει να επανεφευρίσκει διαρκώς από την αρχή. Χωρίς αναμνήσεις. Χωρίς ό,τι θα μπορούσε να τον κρατάει πίσω. Πού πίσω; Ας πούμε στην Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο. Όπως γράφει ο Κουτσί, «η ιστορία δεν εκδηλώνεται στο παρόν. Η ιστορία είναι απλώς το σχέδιο που διακρίνουμε σε όσα έχουν παρέλθει. Δεν έχει τη δύναμη να φθάσει ως το παρόν…». Είναι σαν να προϊωνίζεται έναν κόσμο μετά την Ιστορία ο συγγραφέας. Και το πράττει με τον αντίστοιχο λογοτεχνικό τρόπο: δηλαδή μια αφήγηση διαρρηγμένη που φαινομενικά διατηρεί την κλασική της φόρμα, αλλά έχει στόχο να σπάσει την όποια νοηματοδοσία. Δεν καταλήγεις κάπου. Μένεις στο παρόν. Χωρίς να μπορείς να το ερμηνεύσεις, χωρίς να μπορείς να το ντύσεις με άλλα πιο γιορτινά, πιο καινούρια ρούχα. «Η αλλαγή», λέει ο συγγραφέας, «είναι σαν την παλίρροια που ανεβαίνει. Όσα φράγματα κι αν στήσουμε, πάντα θα τα διαπερνάει, θα τρυπώνει μέσα από τις ρωγμές».

Ερμηνεύω αυθαίρετα τον τίτλο του έργου ως μια προσπάθεια να ανακαλύψουμε μια νέα μετά-αφήγηση, ύστερα από εκείνη τη μεγάλη που εξέθρεψε το δυτικό πολιτισμό για 2.000 και πλέον χρόνια. Ίσως να βρισκόμαστε στα σπάργανα ενός καινούριου κόσμου, πάντα έτσι γίνεται, ο καινούριος κόσμος που ολοένα έρχεται και ο Κουτσί με το δικό του τρόπο τον οσμίζεται και θέλει να μας τον πει. Πάντα η Τέχνη προπορεύεται της ζωής. Δεν ξέρω εάν μας μιλάει για τη νέα μετανάστευση, για τις συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, από την Ανατολή στη Δύση, για τον καινούριο περιπλανώμενο άνθρωπο που για να επιβιώσει και να βρει δουλειά αναγκάζεται να γυρνά από το ένα μητροπολιτικό κέντρο στο άλλο. Δεν ξέρω εάν μας μιλάει για τον περιπλανώμενο άνθρωπο του διαδικτύου. Εκείνο που επισημαίνει, είναι ότι ο καινούριος αυτός άνθρωπος είναι σαν να προσπαθεί να απαλλαγεί από τη μνήμη, ακόμη κι όταν επιχειρεί μανιωδώς να την διατηρήσει. Δεν θυμάμαι ,για να αντέξω να ζήσω. Ωστόσο, τι αξία έχει η ζωή χωρίς τη μνήμη; Χωρίς την ανάμνηση;

Αυτός ο καινούριος άνθρωπος που βγαίνει από τις σελίδες του Κουτσί ως αίσθηση, μοιάζει με μια οντότητα που κολυμπάει χωρίς σαφή πλαίσιο, χωρίς όρια, χωρίς εκείνα τα στρατόπεδα που λέγαμε και νωρίτερα, χωρίς διαχωριστικές γραμμές, μέσα σε μια θάλασσα αμνιακού υγρού ακόμα. Κυοφορείται. Το μόνο σίγουρο είναι η πείνα του. Όλα αυτά ισχύουν και σε ρεαλιστική και σε μεταφορική βάση. Ακόμη και ο καινούριος άνθρωπος, ο επερχόμενος, σ’ αυτό το ασχημάτιστο ακόμα στο μυαλό μας περίγραμμα, θα πεινάει. Γράφει ο δημιουργός, «…Η πείνα είναι σαν σκυλί μέσα στην κοιλιά σου: όσο το ταΐζεις, τόσο σου ζητάει…». Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, λοιπόν, μόνο για τα ένστικτά μας. Δεν ξέρουμε πού οδηγούμαστε. Ξέρουμε μόνο ότι θα πεινάμε. Ότι θα χρειαζόμαστε τον άλλον άνθρωπο, ότι έχουμε ανάγκη να αγαπάμε και να μας αγαπάνε ότι τέλος πάντων, θέλουμε να ζούμε. Λέει στην αρχή του έργου του ο συγγραφέας, «…Μας δόθηκε μια ευκαιρία να ζήσουμε, κι εμείς την έχουμε αποδεχτεί αυτή την ευκαιρία. Είναι σπουδαίο πράγμα να ζεις. Είναι το πιο σπουδαίο πράγμα απ’ όλα…».

Σκέφτομαι ότι δέκα χρόνια μετά το Νόμπελ και τριάντα μετά το «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» ο συγγραφέας συνεχίζει να διερευνά την κατάσταση του ανθρώπου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «…όλοι θέλουμε περισσότερα απ’ όσα μας οφείλονται. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Επειδή όλοι θέλουμε περισσότερα απ’ όσα αξίζουμε…». Νομίζω ότι ο ίδιος οδηγείται σε έναν κόσμο μετά το θεό, μετά την ιστορία, μετά τη λογική. Δεν μπορεί παρά να μου φέρει στο νου τον Καμύ και πάλι. Αναρωτιέμαι πού θα είχε οδηγηθεί κι εκείνος εάν είχε ζήσει λίγο ακόμα. Προσπαθώ να δω εάν τα μονοπάτια του Κουτσί είναι ένας καινούριος ανθρωπισμός. Ένας μετά-ανθρωπισμός, άμα μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω εάν δίνει παρηγοριά στον άνθρωπο ο Κουτσί, εάν θέλει με τις αφηγήσεις του να λειτουργήσει παραμυθητικά, εάν εντέλει προσπαθεί να παρηγορήσει τον εαυτόν του δια της γραφής. Ο καινούριος άνθρωπος είναι κοντά στον πρώτο άνθρωπο. Χωρίς μανδύες ιδεολογημάτων, χωρίς περιττά φτιασίδια, χωρίς πολλά πολλά. Αρκεί ένας άντρας, μια γυναίκα, ένα παιδί. Και η περιπλάνησή τους. Στον κόσμο. Εάν είχε ζήσει ο Καμύ δέκα χρόνια και πλέον μετά το νόμπελ, δεν ξέρουμε πού θα είχε φτάσει τον ανθρωπισμό του. Ο Κουτσί πάντως μια δεκαετία μετά την κορυφαία τιμητική λογοτεχνική διάκριση πηγαίνει προς έναν κόσμο ακόμα πιο απελευθερωμένο από τα σύνορα, τα όρια, τα στρατόπεδα. Ασχημάτιστο ακόμα στα μάτια μας. Εκείνο που δεν ξέρουμε, είναι εάν αυτός ο καινούριος άνθρωπος της λογοτεχνίας του οδεύει προς έναν κόσμο μεγαλύτερης ελευθερίας. Δεν ξέρουμε, εάν αυτός ο κόσμος με τα πιο ασαφή όρια, θα είναι ένας κόσμος μεγαλύτερης ευτυχίας, μεγαλύτερης απόλαυσης, μεγαλύτερης δυνατότητας να είμαστε κι άλλο πιο άνθρωποι κι ανθρώπινοι. Εάν δηλαδή στην προσπάθειά μας να επιζήσουμε, θα συνεχίσουμε να επιτρέπουμε στον εαυτόν μας να είμαστε ευάλωτοι, ευπαθείς, ευσυγκίνητοι. Και πρωτίστως στις αφηγήσεις, στα ωραία παραμύθια του καιρού μας. Στο καλύτερο παραμύθι του κόσμου, που τελικά είναι η προσωπική μας αφήγηση, δηλαδή, η ίδια μας η ζωή.

 (Ομιλία στον Πολυχώρο Μεταίχμιο, 20 Μαΐου 2014)

photo: scalidi

photo: scalidi

Η απόσταση

Αναγνωρίζω πια τη σημασία της πρώτης εντύπωσης. Είναι τότε που αντικρίζοντας έναν άνθρωπο, κάνεις αυθόρμητα κάποιες σκέψεις γι’ αυτόν, μέσα φυσικά από τα δικά σου εφόδια, τα ήδη διαμορφωμένα σου φίλτρα. Μέσα από ένα όσο γίνεται “καθαρό” πρίσμα, αυτό της απόστασης, της μη συναισθηματικής εμπλοκής, της μη πίστης, “βλέπεις” τον άλλον. Ψυχρά. Είναι τότε που μπορεί να διακρίνεις και τη δική του ψυχρότητα. Στιγμιαία βεβαίως, αλλά ποιος δείχνει εμπιστοσύνη σε κείνη την τόσο σύντομη κριτική προσέγγιση του άλλου; Στο πέρας της συναναστροφής, μπορεί να αναθεωρήσεις. Να θελήσεις να πλησιάσεις πιο κοντά. Και τότε θαμπώνει το βλέμμα. Θολώνουν οι γραμμές. Ο άλλος γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτος μέσα από τη δική σου ανάγκη να πιστέψεις τον άλλον, στον άλλον, εντέλει τον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν απότομα καταλάβεις ότι είχες εξαφανίσει την απόσταση, ζητώντας την εγγύτητα εκείνη που σε κάνει να νιώθεις λίγο πιο ανθρώπινος, δηλαδή πιο ευάλωτος, πιο επιρρεπής στο να κάνεις λάθος, πιο δυνατός να είσαι αδύναμος, μπορεί ξαφνικά να θελήσεις να κάνεις πίσω. Να ξαναδείς από απόσταση. Και τότε μπορεί να σε σοκάρει το θέαμα. Ο άλλος είναι η αρχική εικόνα που είχες αποκομίσει. Χωρίς τα δικά σου φτιασίδια. Χωρίς τις προσδοκίες σου. Χωρίς τίποτα. Ο εαυτός του. Εκείνος που δεν υπόσχεται τίποτα.

Η αναγωγή είναι πολύ απλή στην καθημερινότητά μας γι’ αυτό και πολύ πληγωτική. Κάπως έτσι γίνεται με όποιον συναντάμε, αργά ή γρήγορα. Πορευόμαστε για όσο γίνεται στο κοινό θολωμένο σύννεφο που φτιάχνουμε για τον άλλο, γι’ αυτό προχωράμε μαζί του και μετά είτε ξυπνάμε από το λήθαργό μας, από την πρεσβυωπική συναισθηματική μας ματιά και σταματάμε να ακολουθούμε. Είτε βγαίνοντας από το σύννεφο, έχουμε βρει τον τρόπο να κρατάμε ο ένας το χέρι του άλλου, χωρίς να πολεμάμε το πόσο διαφορετικοί είμαστε μεταξύ μας, αλλά το πόσο διαφέρουμε από τους άλλους γύρω μας, ας πούμε γινόμαστε ομάδα -άμα δεν έχουμε συνηθίσει την προσωπική αφιέρωση σε ατομικά αθλήματα. Κάπως έτσι απλουστευτικά μπορεί να κυλάει η ζωή μας. Ζωή είναι και κυλάει. Κι εμείς ως πολιτικά όντα συνεχίζουμε να ζυγίζουμε τις απώλειες και τα κέρδη. Πότε μπατάροντας μισοανήμποροι μαζί με τους άλλους, πότε εντελώς μόνοι, πότε φοβερά δυνατοί και με την ψευδαίσθηση του νικητή και τελικά ηττημένοι κατά κράτος.

Σκέφτομαι όμως ακριβώς την ίδια διαδικασία στην πολιτική μας ζωή. Κάντε την αναγωγή, βάλτε τον εαυτόν σας στη θέση εκείνη της απόστασης και ζυγίστε οφέλη και χασούρες. Θα σας εκπλήξουν οι διαπιστώσεις. Δεν μπορεί, λέω, τα σύννεφα έχουν διαλυθεί χρόνια τώρα από όλους, η απομάγευση έχει τελειώσει. Τι έχει μείνει; Πού είναι οι ηγέτες; Μα πρωτίστως, πού είναι οι πολίτες;

photo: scalidi

photo: scalidi