Η ομορφιά μας

Η ομορφιά του μικρόκοσμού μας δεν συγκρίνεται με όλες τις μακρινές

photo: scalidi

photo: scalidi

ομορφιές του κόσμου. Αυτό που αγγίζουμε με τα χέρια μας, χαϊδεύουμε με τα μάτια μας, ακουμπάμε με την ψυχή μας. Ας ακούσουμε το τραγούδι του. Είναι το ξεχωριστό χαρμάνι της ζωής μας. Η σπανιότητά μας. Όταν βρισκόμαστε ανάμεσα στους άλλους, αυτό είναι που μας διαφοροποιεί: η οπτική μας, ο τρόπος που κοιτάμε και κυρίως ο τρόπος που εντέλει βλέπουμε τα πάντα.

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

 

 

Ένα νόμπελ υψηλής λογοτεχνικής αξίας

Η γραφή της σε σκάβει μέσα-μέσα. Υπονομευτική. Με μια προσωπική δική της μαγεία. Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει είναι το θάμπος της: εκθαμβωτική λογοτεχνία. Βουτάει το μελάνι στο βάθος της ψυχής και το στεγνώνει στον ήλιο. Το απλώνει στο σύρμα. Πρόκειται για την Alice Munro. Υποδειγματική διηγηματογράφος που το νόμπελ λογοτεχνίας του 2013 της ανήκει δικαιωματικά. Τη συγκρίνουν με την Γκράτσια Ντελέντα, δεν συμφωνώ, καταλαβαίνω την αναγωγή που χρειάζονται επειγόντως να κάνουν για μια γυναίκα που φτάνει στο σκαλοπάτι της ύψιστης λογοτεχνικής τιμής, το άγχος τους. Όμως εκείνη λάμπει αυτάρκης και αυτόφωτη.

Διάβασα τη συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 2010 από το Μεταίχμιο, με τίτλο “Πάρα πολλή ευτυχία”, σε μετάφραση της Σοφίας Σκουλικάρη. Χωρίς να ξέρω τίποτα για κείνη, βυθίστηκα στη γραφή της. Με απορρόφησε ο μοναδικός της τρόπος να φτιάχνει βραδύκαυστες ιστορίες, με εκρηκτικό ψυχικό υλικό και ήρωες που σε ξαφνιάζουν με το πόσο θα μπορούσες να βρεθείς για μια στιγμή στη θέση τους. Ίσως και να σε μαγεύει τόσο που νομίζεις ότι βρίσκεσαι. Θύμα ή θύτης. “…Δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν κάτι σαν ήρωας σε όνειρο…”. Εκείνο που με τάραξε όμως, ήταν όταν κλείνοντας τις ιστορίες, είπα να διαβάσω ποια είναι αυτή η γυναίκα επιτέλους που σκέφτηκε να τις γράψει και μάλιστα έτσι. Βρέθηκα μπροστά σε μια έκπληξη: μου είχε συστηθεί με τον τρόπο της σε κάθε ιστορία. Την ήξερα. Κι αυτή και τη ζωή και το έργο της. Και είχε παίξει μαζί μου κι ένα παιχνίδι ουσίας: είχε σκορπίσει ψιχουλάκια για να βρω και κάτι από μένα στο τέλος της διαδρομής της ανάγνωσης. Έκλεισα το βιβλίο κι είχα έναν ήλιο να καίει μέσα μου, αυτόν της λογοτεχνίας που μας τσουρουφλίζει πότε σαν μαύρο φεγγάρι και πότε σαν ολόλαμπρο αστέρι. “…Σιχαινόταν να ακούει τη λέξη “φυγή” σε σχέση με τη λογοτεχνία. Μπορεί, όχι πάντα στ’ αστεία, να υποστήριζε ότι φυγή ήταν η πραγματική ζωή…”.

Οι ιστορίες της βγάζουν στο εκτυφλωτικό φως τα πιο σκοτεινά μας κομμάτια. “…Ένιωθε πως έπρεπε να την ηρεμήσει, να την υποστηρίξει προσεχτικά, να την αφήσει να μάθει πώς να χειρίζεται τα βεγγαλικά μέσα στο ίδιο της το μυαλό…”. Τα υλικά της ακριβά. Λέει τα πιο δύσκολα πράγματα για την αγάπη, τη συμπόνοια, την ενοχή, τη συνενοχή, τη διαφορετικότητα, την απώλεια. Η ζωή βράζει κάτω από τις γραμμές της. Αισθάνεσαι ότι ο συγγραφέας σου λέει, αλήθεια, την αλήθεια του, έντιμα, απλά και πανέξυπνα. Η ιδιοφυία της γραφής της συνίσταται σ’ αυτή την πάμφωτη ειλικρίνεια στην οποία κάνει συνένοχο τον αναγνώστη: για να μοιραστεί μαζί του κάτι τόσο σύνθετο και δύσκολο, θα πρέπει με τη σειρά του κι εκείνος να δώσει κάτι από τον εαυτόν του, λυτρωτικά και ισότιμα. “…Πάντα να θυμάσαι πως όταν ένας άντρας βγαίνει από το δωμάτιο, αφήνει πίσω τα πάντα… Όταν βγαίνει μια γυναίκα, παίρνει μαζί της όλα όσα συνέβησαν εκεί…”.

photo: scalidi

photo: scalidi

“Σαν έντομα μέσα σε κεχριμπάρι”

Το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου είναι να καμουφλάρεις τον εαυτόν σου πίσω από τις ιστορίες σου. Το πιο δύσκολο είναι να πεις αλήθεια. Να μην κοροϊδέψεις τον άλλον. Και το πιο ωραίο πράγμα του κόσμου γι’ αυτόν που γράφει, είναι να τον “διαβάσουν” κάποτε όπως εκείνος είναι. Είναι και το πιο σπάνιο. Προδιαθέτει από τον αναγνώστη ανθρωπιά, ψυχή, αγάπη, εμβρίθεια, τέλος πάντων διάθεση. Και διαίσθηση. Και κυρίως ενσυναίσθηση. Και από την πλευρά του συγγραφέα απαιτεί τόλμη να μην κρυφτεί ούτε και χυδαία να αποκαλυφθεί εντελώς.

Είχα την τύχη να ζήσω μια τέτοια μαγική ανάγνωση -τι ειρωνεία, δεν υπάρχει πια σωσμένη η σελίδα στο διαδίκτυο από κείνες τις λίγες φράσεις του στο Αθηνόραμα για το “Προδοσία και εγκατάλειψη”… Αξιώθηκα να δει για μένα πράγματα που εγώ ακόμα δεν μπορούσα να διακρίνω για τον εαυτόν μου τότε: “ισχυρή αίσθηση του ακάλυπτου ανθρώπου”. Από κάποιον, έναν τέτοιον άνθρωπο, που δεν γνώρισα ποτέ, μόνο με διάβασε και τον διάβασα. Εκτιμούσα τις αναγνώσεις του, ήταν ίσως και ο μόνος που με ενδιέφερε τόσο ο τρόπος που έβλεπε πίσω από τις γραμμές. Λυπάμαι για την απώλεια του Κωστή Παπαγιώργη. Τον αποχαιρετώ με τις ίδιες του τις λέξεις:  “Σαν έντομα μέσα σε κεχριμπάρι”.

photo: scalidi

photo: scalidi

Σκέφτομαι όμως εκείνον τον ακάλυπτο άνθρωπο που έχω υπάρξει, με ορθωμένες όλες τις άμυνες και τα τείχη μου, με το σπαθί του σαμουράι μέσα μου να καραδοκεί για να με προστατεύσει. Εκείνος ο μαχητής που υπάρχει πιο ζωντανός από ποτέ σε μια μεριά και περιμένει να αναλάβει δράση όποτε του πω, ανενεργός αλλά ετοιμοπόλεμος. Έρχεται μια στιγμή βέβαια που θέλεις να ξαποστάσεις απ’ αυτή τη μάχη, να εκπληρωθείς μέσα από τους ανθρώπους γύρω σου. Είναι τότε που κατεβάζεις τα όπλα, βγάζεις τις σιδερόφραχτες πανοπλίες σου και αφήνεσαι εκεί που σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αξίζει τον κόπο. Τότε μπορεί και να σε κόψει το σπαθί του άλλου, η σκληρότητά του, η αδιαφορία του, η αναδίπλωσή του, τέλος πάντων η ύπαρξή του. Αλλά στο τέλος ξέρεις ότι άξιζε τον κόπο να μείνεις απαλό μετάξι στην κόψη της ζωής. Ματωμένο, αλλά ανθρώπινο. Πιο πληγωμένος, εκτεθειμένος στην τρυφερότητα είναι πιο δύσκολο. Πώς να επιστρέψεις μετά; Και πού; Παραμένεις εγκλωβισμένος μέσα στον πολύτιμο λίθο του εαυτού σου, κυλώντας γάργαρο ποταμάκι για όσο σου δίνει τη χάρη η ίδια η ζωή. Και μετά; Μετά μπορεί να μείνουν οι λέξεις.

Προσωπικό doodle για σήμερα

photo: scalidi

photo: scalidi

Ξυπόλητη στον ήλιο. Νωρίς το πρωί. Πρώτη μέρα της άνοιξης. Να σου ζεσταίνει τα πέλματα αυτός ο μακρινός πλανήτης. Κι ας ακούς στ’ αυτιά σου τη φωνή ότι αυτός ο ήλιος αρρωσταίνει. Αυτός ο ήλιος γιατρεύει. Άμα είναι ν’ αρρωστήσουμε, ας αρρωστήσουμε από την πολύ άνοιξη.

Οι νεραντζιές σκορπάνε τη μέθη τους. Οι ελίτσες λυγίζουν από τα άνθη. Οι ίριδες λες και συντονίστηκαν, άνθισαν ταυτόχρονα με την κίνηση του σύμπαντος. Μια λευκή πεταλούδα από κείνες που δεν πιάνονται ποτέ, είχε την καλοσύνη να σ’ επισκεφτεί στον κήπο. Στάθηκε πάνω στην -εξορισμένη στο μπαλκόνι για ρεκτιφιέ- ορχιδέα, την παρηγόρησε, έκανε έναν κύκλο πάνω από σένα και χάθηκε στον ορίζοντα. Το αεράκι συνεπαρμένο αναμειγνύει όλα τα αιθέρια έλαια και τ’ αρώματα του κόσμου. Άνοιξη βλέπεις. Κι άμα δεν βλέπεις, την ακούς. Κι άμα δεν ακούς, την μυρίζεις. Κι άμα κάνεις το δύσκολο, θα ‘ρθει μόνη της η άνοιξη να σου ψιθυρίσει την ύπαρξή της. Μπορεί να σε κάνει λιώμα. Άμα το αποφασίσει, έτσι, ένα τσαφ είναι και θα σε ρίξει να σέρνεσαι για πάρτη της. Ο Μποτιτσέλι στον τοίχο ασφυκτιά. Πότε θα σπάσει το γυαλί και θα βγει έξω δεν ξέρω, ισοπεδωτική και ανθισμένη. Να σ’ αναγκάσει ν’ ανθίσεις κι εσύ όσο κι αν αντιστέκεσαι.

Όλες τις φιλοσοφίες του κόσμου να τις αραδιάσεις, όλη την ποίηση, όλα τα πεζά, δεν χαμπαριάζει. Υπάρχει και θα υπάρχει άνευ όλων αυτών. Και δεν έχει να κάνει με την εποχή. Είναι μια ώρα που όλοι φτάνουν στη δική τους άνοιξη, τότε που δεν μπορεί να τους σταματήσει κανείς. Είναι η μόνη τους νίκη έναντι της ζωής. Τότε που ζουν δηλαδή.

Ψυχική επιβίωση και προσωπική χρεοκοπία

Στον ευρύτερο περίγυρό μου, ένας νέος άνθρωπος συνομιλώντας με έναν άγνωστό του στο facebook κατόρθωσε να αποτρέψει την επικείμενη αυτοκτονία του, ειδοποιώντας την δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος, ενεργοποιώντας τους κατάλληλους μηχανισμούς και παραμένοντας σε συνεχή επικοινωνία μαζί του. Αυτή τη φορά τη γλίτωσε. Παρακάτω δεν ξέρει κανένας. Η διάσημη διεθνώς σχεδιάστρια μόδας φημολογείται ότι υπέκυψε στην αυτοχειρία λόγω χρεών. Όσο κι αν διαβεβαιώνουν οι αρμόδιοι δια να ομιλούν ότι κανείς δεν αυτοκτονεί λόγω χρεών, η πραγματικότητα δεν δείχνει αυτό. Ναι, δεν αρκούν τα οικονομικά χρέη ίσως -ποιος ξέρει μέσα στην ψυχή και το μυαλό του καθενός τι έχει τη μεγαλύτερη σημασία άραγε;-, αλλά αυτή η πρακτική χρεοκοπία σε φέρνει αντιμέτωπο και με όλες τις άλλες χρεοκοπίες σου, με τις ήττες σου, με τις αποτυχίες σου. Με ό,τι δεν κατάφερες μέχρι τώρα στη ζωή σου. Όταν το μαύρο πέπλο της απελπισίας σε τυλίξει, ίσως να είναι πια αργά. Κι εκεί δεν χωράνε αναλύσεις, θεωρίες, στατιστικά.

Η πραγματικότητα γύρω δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Οι δυνάμεις του καθενός βρίσκονται μοναχά μέσα του. Είναι αναγκασμένος να συνθηκολογήσει με όλα τα κλισέ και τις συμβάσεις του, να βρει τις δικές του αντιστάσεις, να επαναπροσδιορίζει συνεχώς τα σύνορα των αντοχών του. Κι όλα αυτά διατηρώντας την προσωπική του αξιοπρέπεια. Σαν να ισορροπεί πάνω σε ένα κοφτερό γυαλί μια λεπτή ίνα μεταξιού.

Είμαι πεπεισμένη ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τους ανθρώπους. Μόνο αυτοί μπορούν με μια λέξη, ένα βλέμμα, με την προσωπική τους αφήγηση να κρατήσουν τους γύρω τους στη δίνη της γειτνίασης, της εξωστρέφειας, της φιλίας, του ουσιαστικού μοιράσματος, του δοσίματος. Αλλιώς το λόγο παίρνει η απομόνωση και βρίσκεσαι να κατοικείς μόνο με τους σκελετούς της ντουλάπας σου. Και ο μόνος τρόπος να έχεις ανθρώπους, είναι να τους γυρεύεις. Και να τους ανοίγεσαι και να τους επιθυμείς στη ζωή σου.

Σκέφτομαι πόσο ευλογημένη είμαι που οι άνθρωποι -από τον ευρύτερο ή τον πιο πυρηνικό κόσμο μου- με θυμούνται άμα βλέπουν όμορφα λουλούδια ή την εξαίσια θέα ενός τοπίου. Καταφτάνει συχνά ένα μήνυμα ή μια φωτογραφία από κάτι που θέλησαν να μοιραστούν μαζί μου. “Ανθίσαμε και φέτος” ή “Αυτό το μέρος έπρεπε να το δεις” ή “Θα σου άρεσε τόσο, το ξέρω”. Μ’ αρέσει που οι άλλοι με συνδέουν με τον τρόπο ουσιαστικά που βλέπω τον κόσμο εγώ. Είναι μια σανίδα σωτηρίας μου σε ό,τι αφορά την ψυχική επιβίωση. Την εξασφαλίζουμε ο καθένας μόνος του για τον εαυτόν του, επιλέγοντας ποιοι άνθρωποι θέλουμε να είμαστε. Τριβελίζει συχνά τα αυτιά μου η -σκληρή, αλλά τόσο αληθινή-ερώτηση μια φίλης που φροντίζει για την ψυχική υγεία των άλλων: “Κι εσύ από πού παίρνεις ενέργεια; Ποιος σου δίνει εσένα; Από πού γεμίζεις εσύ;”.

Τελευταία απαντάω στον εαυτόν μου: “Αυτό που γίνομαι κάθε μέρα, το παρακάτω που δεν ξέρω, τα λουλούδια που φωτογραφίζω, η θέα που αντικρίζω, τα βλέμματα που συναντάω”. Δεν ξέρω τι φορτίζει τον καθένα. Ας το βρει όμως κι ας το κρατά ενεργοποιημένο, γιατί αλλιώς δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχουμε επειδή υπάρχει κάποιος λόγος γι’ αυτό. Δεν χρειαζόμαστε λόγο, αιτία, αφορμή. Υπάρχουμε σκέτο. Όπως και δεν αγαπάμε επειδή, διότι, γιατί ο άλλος είναι έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα. Αγαπάμε σκέτο. Είναι σκληρή πυρηνική φυσική αυτές οι φράσεις πώς να το κάνουμε. Τόσο δύσκολο να φτάσουμε στη συνειδητή τους εφαρμογή στη ζωή μας. Είναι τόσο κοπιαστικό να απογυμνώσουμε τον εαυτόν μας από όλα εκείνα τα φτιασίδια που του έχουμε φορτώσει, αλλά όταν μας συμβαίνει, μας αντικρίζουμε ολόκληρους με τις ραγισματιές μας να φαίνονται, με τις γρατζουνιές μας να μας γδέρνουν, με τις πληγές μας ανοιχτές να θρέφουν εκτεθειμένες στον ήλιο της ειλικρίνειάς μας.

Δεν ξέρω τίποτα πιο αισιόδοξο και όμορφο από την αλήθεια του καθενός, την ειλικρίνειά του, την πίστη στη ζωή που ανανεώνεται κάθε μέρα με συμβόλαιο προς τον ίδιο μας τον εαυτό.

(Πρέπει να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που ενώ ήθελα απλώς να ανεβάσω τις φωτογραφίες μου, κάθισα και τις φόρτωσα με όλη την παραπάνω φλυαρία…)

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

 

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

Εμείς και τα θηρία μας

photo: scalidi

photo: scalidi

Αγορίστικη ορμή ξεχειλίζει από το ιδιόμορφο αφήγημα του Ντέιβ Έγκερς «Τα αγρίμια» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση της Μαρίνας Τουλγαρίδου. Είχα διαβάσει το σπαρακτικό του μυθιστόρημα «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (2008, εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου) και νόμιζα ότι με περίμενε μια αντίστοιχη εμπειρία.

Όμως, όχι. Πρόκειται για ένα βιβλίο που βασίστηκε στο εικονογραφημένο «Where the Wild Things Are» (1963) του Maurice Sendak. Με ασύλληπτη φρεσκάδα, παρακολουθούμε το Μαξ ένα αγόρι κάπου εκεί στα πρόθυρα της εφηβείας να έρχεται αντιμέτωπος με τα θηρία μέσα και γύρω του. Και κυρίως με τη ζωή που τον περιμένει πάντα παρακάτω να έρχεται. «… κάθε αγόρι που είναι μισός λύκος και μισός άνεμος δεν κρυώνει ποτέ…», αλλά η μοναξιά που βιώνει αυτός ο μικρούλης μοναχικός λύκος είναι εκείνη που τον οδηγεί στα πέρατα της φαντασίας του. Χωρισμένοι γονείς, ανεπίσημος πατριός, μεγαλύτερη αδερφή, οι φίλοι της, οι παράξενοι γείτονες. Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν, ο αδυνατούλης Μαξ πρέπει να επιβιώσει. Η αρσενική ανάγνωση του κόσμου είναι εδώ. Τι κάνει ένα αγόρι για να βρει τον εαυτόν του; Μα, κυρίως έρχεται σε συνθηκολόγηση με τα τέρατα της φαντασίας του, αφού προηγουμένως έχει αφήσει να τον καταπιούν. «…Ο Μαξ ένιωσε κάτι να αλλάζει μέσα του. Οι σκέψεις του μπήκαν σε μια σειρά, το σχέδιό του ήταν καλά καταστρωμένο και ξεκάθαρο. Είχε ανάγκη να είναι αυτός ο κάποιος…».

Δεν περίμενα να μου αρέσει ένα βιβλίο σαν κι αυτό, δεν ξέρω ούτε καν γιατί διάλεξα να το διαβάσω. Κλείνοντάς το όμως, έμεινα με την αίσθηση ότι κάπως έτσι πρέπει να είναι τα αγόρια εγκλωβισμένα μέσα στην παιδικότητά τους: ζουν με τα πλάσματα της φαντασίας τους. Ένιωσα πόσο πολύ μπορούν να μας καταπιούν οι άλλοι, τάχα για να μας φροντίσουν, να μας υπερασπιστούν ή να μας βοηθήσουν. Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μείνουμε ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, ο εαυτός μας και ταυτόχρονα να επιβιώσουμε. Τα θηρία συνήθως μας τρώνε εκ των έσω. Αυτό που έχουμε να εξημερώσουμε, στην ουσία είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Μα, ποιοι είμαστε τελικά; Είμαστε η ανθρωπιά και η τρυφερότητά μας, η αέναη εφηβεία μας, η γλύκα μας, εκείνο το αεράκι που αφήνουμε γύρω μας όταν περνάμε, είμαστε η ορμή που αποφασίζουμε να ζήσουμε τη ζωή μας. Τότε στο διάβα μας, η σκοτεινή μας φαντασία μπορεί να χαλιναγωγηθεί. Μόλις αποφασίζουμε να κινηθούμε, να βγούμε από το στόμα του κήτους και να χυθούμε στο πέλαγος με ό,τι μας βρίσκεται. «…Έχεις ποτέ βρεθεί σε κάποιο μέρος όπου θα έπρεπε να νιώθεις όμορφα, αλλά αντίθετα αισθάνεσαι ότι όλα είναι εκτός ελέγχου, όπου εσύ μοιάζεις μικρός κι ανήμπορος; Σ’ ένα μέρος όπου όλοι οι άνθρωποι είναι θαρρείς φτιαγμένοι από αέρα και δεν ξέρεις τι σκοπεύουν να κάνουν στη συνέχεια;». Τι συνηθισμένη ενήλικη συνθήκη της ζωής μας που την παραδεχόμαστε ακόμα πιο δύσκολα, ίσως μόνο άμα βρεθούμε μόνοι μας στο σκοτάδι με τα δάκρυά μας… Τότε δεν είναι που ξεπηδούν από μέσα μας όλοι οι παιδιάστικοι φόβοι; Τότε δεν είναι που αντέχουμε να πούμε στον εαυτόν μας: «… Θέλω να φτιάξω έναν τόπο όπου μονάχα τα πράγματα που θέλεις να συμβούν θα συμβαίνουν…»; Τότε δεν είναι που η προσωπική μας μαγεία, ανασυρμένη από τα πιο δυσθεώρητα βάθη του ασυνείδητου εαυτού μας, αναλαμβάνει να κάνει την πιο βρώμικη δουλειά προκειμένου να επιβιώσουμε; Προκειμένου να γίνουμε αυτός ο «κάποιος» που ποθούμε; Φτάνει να θυμόμαστε να ονειρευόμαστε ότι θα μας περιμένει πάντα ένα ζεστό πιάτο φαγητό στο τραπέζι και κάποιος να κοιμάται δίπλα στον καναπέ, ξενυχτισμένος για χάρη μας. Για χάρη του κάθε μικρού Μαξ μέσα μας.

Ζωτική ενέργεια

photo: scalidi

photo: scalidi

Με τα γυαλάκια μου θολωμένα μέσα στο νερό, όπως έβγαλα το κεφάλι μου και κοίταξα έξω από την πισίνα, με καθήλωσε αυτό που είδα: μια ηλικιωμένη γυναίκα με μπαστούνι να σέρνει τη βαλίτσα με τα πράγματά της σε ροδάκια, προκειμένου να έρθει να κολυμπήσει. Σε λίγη ώρα, πέρασε δίπλα μου διακριτικά μέσα στο νερό. Μόλις η νίκη με είχε επισκεφθεί. Πέρασε από δίπλα μου. Γιατί είναι τεράστια νίκη αυτό το ακατάβλητο πνεύμα που καταφέρνει να τιθασεύσει ακόμη και το λαβωμένο κορμί.

Τις συναντάω άλλωστε καθημερινά: πολύ μετά τα δεύτερα “-ήντα” τους, είναι όλες εκεί γεμάτες ζωή, όρεξη για ζωή. Πηγαίνουν παντού. Σε ό,τι συμβαίνει στην πόλη. Έχουν άποψη. Παθιάζονται. Δεν φοβούνται να σου αφηγηθούν τη ζωή τους. Και σε ξαφνιάζουν με τον τρόπο που βλέπουν εσένα. Έχω μια κυρία που πάμε μαζί στο γυμναστήριο, άθελά της την έχω βαφτίσει “το καλό πνεύμα”, έχει το ίδιο όνομα με τη μαμά μου και έχει μια τρομερά γοητευτική αφηρημάδα και αφέλεια. Τόσο που σχεδόν την συμπαθείς μόνο γι’ αυτό. Την περασμένη εβδομάδα μου έσκασε το παραμύθι: κάνει ένα ολόκληρο ταξίδι -με σπασμένους σπονδύλους- από την παλιά μου γειτονιά με λεωφορεία και τρόλεϊ για να βρεθεί να κάνει για λίγη ώρα γυμναστική. Κάθε φορά που τη βλέπω -μου μιλάει σε άπταιστο πληθυντικό- μου δημιουργεί ένα αίσθημα ευφορίας. Με τη ζωτική της ενέργεια.

Όταν με πιάνουν αυτές οι μελαγχολίες μου, έρχεται ένα τέτοιο ακατάβλητο πνεύμα και με το παράδειγμά του, με τραβάει από το τέλμα μου και τον πόνο μου και με βγάζει έξω. Γι’ αυτό βγήκα μες στο κρύο μόλις να κάνω έστω έναν περίπατο. Να μην χάνω το πνεύμα μου και να μην ακινητοποιώ το σώμα μου. Μου πήρε 36 χρόνια από τη ζωή μου για να καταλάβω την αδιαχώριστη ενότητα αυτών των δύο. Σώμα και πνεύμα. Την ενοποιημένη τους βαρύτητα ή ελαφρότητα. Σε μια εβδομάδα έχω γενέθλια κι αν κάνω έναν από κείνους τους γνωστούς μου απολογισμούς, αυτό που έμαθα τη χρονιά που πέρασε, είναι να μην καταβάλλομαι από τον πόνο. Εγώ ένας άνθρωπος που δεν αποδέχομαι τελικά την ήττα -γιατί για μένα η ήττα είναι ένα φοβερό κέρδος για τον γραφιά μέσα μου-  φτιάχνω όλο νοερές νίκες στο μυαλό μου. Το αστείο είναι ότι πείθω και τους άλλους. Μου δηλώνουν συνεχώς τις νίκες μου: πόσο έχω αλλάξει, πόσο εκείνο, πόσο το άλλο.

Στην πραγματικότητα έχω καμουφλάρει όλες τις ήττες σε φοβερές νίκες. Με ζωτική ενέργεια. Ένας τρόπος να πηγαίνω παρακάτω. Να είμαι σε κίνηση. Αυτή τη χρονιά, είχα να επιζήσω χωρίς ό,τι με έντυνε προηγουμένως: την επαγγελματική ιδιότητα και τη λογοτεχνία θα ‘λεγα. Και -ω του θαύματος- ήταν μια ωραία χρονιά χωρίς χαρτί να με τυλίγει, χωρίς προσδιορισμούς να με κάνουν κάτι. Είμαι σκέτα. Και όλοι μπορούν να είναι σκέτα. Ίσως όχι για πολύ, αλλά γίνεται. Είσαι πολύ ευάλωτος έτσι, αισθάνεσαι σχεδόν γυμνός, αλλά είναι ωραία να ξέρεις ότι μπορείς να ζεις μια όμορφη ζωή χωρίς πολλά πολλά. Λίγα λουλούδια, λίγα βιβλία, λίγοι άνθρωποι, νερό και πολύ φως αρκούν. Για να γεμίζεις ζωτική ενέργεια.

Κυρίως αυτά τα θάλλοντα γερασμένα άνθη με διδάσκουν κάθε μέρα να διεκδικώ τη ζωή μου, να μην την αφήνω στα χέρια κανενός και ότι το μεγαλύτερο δεκανίκι μου είμαι εγώ τελικά. Έξω φυσάει πολύ, η ελιά γεμάτη άνθη, μου θυμίζει ότι οι περίοδοι αγρανάπαυσης εγκυμονούν τον επερχόμενο εαυτό μας, εκείνον τον εαυτό που θα μας εκπλήξει με την αντοχή, τη δύναμη και την επιμονή του να γίνει αυτό που θέλει. Η ζωτική ενέργεια βλέπεις…

Μαρτυριάρης Μάρτης στον κήπο

photo: scalidi

photo: scalidi

Ο κήπος ανέγγιχτος από τη βροχή χαίρεται την υγρασία, ντάλα Μάρτη μήνα. Η τριανταφυλλιά έχει πετάξει. Η αλμπανόριζα ανεβαίνει στο θεό. Το νυχτολούλουδο συνήλθε από την εντατική και δεν ξέρει πώς να εκδηλώσει τη χαρά του. Οι ιβίσκοι με σθένος ετοιμάζονται για την αειφόρα ανθοφορία τους. Τα ζουμπούλια έχουν ζαλίσει τις μέλισσες με το άρωμά τους. Κι εκείνες ακούραστες τα στραγγίζουν ένα ένα από το μέλι τους. Οι μαντζουράνες έχουν το δικό τους το χαβά, πολλαπλασιάζονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς κι όλο ζητάνε κι άλλο. Η καλαγχόη βγήκε στο σεργιάνι με το καινούριο της φουστάνι. Το κυκλάμινο δεν λέει να μας αποχαιρετήσει. Το φασκόμηλο, αφού υπέστη ένα βάρβαρο κλάδεμα, να δώσει τη σοδειά του, βρε παιδί μου, τρυφερό ξεπροβάλλει. Ο δυόσμος μετά τη φοβερή του περυσινή ήττα έχει ανασυγκροτηθεί και δίνει κάτι ολόγερα φυλλαράκια, παχιά και γεμάτα γεύση. Η μέντα μόνο μαραζώνει, κάτι της φταίει, θα το μάθουμε παρακάτω. Οι έρωτες πετάχτηκαν πια, αρρωστημένοι δεν πρόσφεραν τίποτα στον κήπο, είπαν να αντικατασταθούν με φιλίες, ποιος ξέρει μπορεί να είναι για καλό. Ο βασιλικός επέζησε έναν ολόκληρο χειμώνα, από τις 14 Σεπτεμβρίου φυτεμένος από ένα κλαδάκι σταυρολάλουδου από τον Άγιο Ανδρέα. Δεν είναι κλασική περίπτωση, αλλά το ξέρουμε, τον αποδεχόμαστε και τον αφήνουμε να διαλέξει τη ζωή του. Εκείνος ξέρει καλύτερα για τον εαυτόν του. Αχ, και τα καινούρια φυτά, αχ, τα καινούρια… Ακόμη δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτά. Είναι μόνο πράσινα άδηλα φύλλα ακόμα που μόλις έχουνε σχίσει το χώμα για να βγουν. Έχουν όλη την άνοιξη μπροστά τους. Η μεγάλη αναμονή είναι για τις υπέροχες ίριδες. Άργησαν φέτος να μας δώσουν την ομορφιά τους. Τις περιμένω με λαχτάρα. Στον πίσω κήπο, εκείνο τον ιδιωτικό, το κουμκουάτ κάνει τα τσαλίμια του, με κάτι άνθη να φιλοξενεί κοντά στις ρίζες του. Το σέλινο και το δεντρολίβανο πιάσανε κι αρχίζουνε τη νέα τους ζωή που προορίζεται και για την κατσαρόλα. Θέλω ένα λάιμ να προσθέσω σ’ αυτόν τον ιδιωτικό οπωρώνα. Κάποτε πρέπει να το αποφασίσω το γλυκό μοσχολέμονο να έρθει.

Ο κήπος, λοιπόν, για κάτι ανθρώπους σαν κι εμένα που κάνουν ανυπόμονη υπομονή, είναι δάσκαλος που ολοένα με εμπνέει. Μου δείχνει τα ρόδα και τα αγκάθια. Με φέρνει αντιμέτωπη με το χαμό και τη δημιουργία ανά πάσα στιγμή. Με μαθαίνει για την υγρασία. Με μαθαίνει για την ξηρασία. Με κακομαθαίνει με την ομορφιά. Μου ψιθυρίζει σαν τον μεγάλο εμψυχωτή βασιλικό να συνεχίζω το δρόμο μου απερίσπαστη. Κι όπου βγάλει. Η ομορφιά είναι εκεί, έρχεται και παρέρχεται και επιστρέφει πάλι, με άλλες  μορφές, με τις ίδιες. Κι αυτό είναι η γοητεία της: να εκπλήσσει σαν την ζωή.

Πλην μυθιστορηματικών ηρώων

photo: scalidi

photo: scalidi

Σπανίως κατορθώνει κανείς να γλιτώσει από τον εαυτόν του. Μπορείς να ξεφύγεις απ’ όλον τον κόσμο, αλλά όχι από σένα. Και οι διακηρύξεις είναι μάταιες. Δεν είσαι ό,τι δηλώσεις. Εκείνα που λες ότι εσύ θα αποφύγεις, συνήθως πέφτουν στο κεφάλι σου. Με εντυπωσιακή λήθη το ασυνείδητο αυτοεκπληρώνεται. Εκείνες οι τριπλές βιβλικές αρνήσεις “προτού αλέκτωρ” είναι μια καθημερινότητα.

Βλέπω ένα μικρόκοσμο ανθρώπων, τους παρατηρώ για χρόνια και εντοπίζω ότι ο καθένας απλώς πήγε λίγο πιο πέρα, προς τον εαυτόν του. Όχι τους άλλους. Τον εαυτόν του. Οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν ενδιαφέρον να γίνουν μυθιστορηματικοί ήρωες, δεν ρέπουν προς τον εαυτόν τους, αλλά προς τους άλλους. Σε καμιά παρέα, καμιά φορά, σου λένε, “να, αυτός θα σου δώσει υλικό να γράψεις δέκα βιβλία”, κάθεσαι τον κοιτάς και αισθάνεσαι μια τρομερή πλήξη και ανία. Είναι ένας ακόμη που παραμένει ο αδιαπέραστος εαυτός του. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να εκπλήξει κανέναν.

Άμα κάποιος έχει ενδιαφέρον, είναι εκείνος που μπορεί να απλωθεί μέσα στους άλλους. Να γίνει οι άλλοι, ο καθένας. Εκείνος που δεν φαντάζεσαι τι κρύβει στο μυαλό του όσο κι αν σου ξεδιπλώνεται. Εκείνος που δεν μπορεί να ελεγχθεί. Εκείνος που δεν μπορεί να μπει στα κουτάκια σου ή μάλλον που μπορεί να μπει σε όλα τα κουτάκια όλων και να μείνει ακόμα υλικό, να μην τελειώνει. Ένα διαβρωτικό υλικό. Όχι σταρίστικο, όχι επιδεικτικό, όχι, προφανές. Το μυθιστορηματικό υλικό ολοένα διαφεύγει. Ρέει μέσα στο καινούριο που έρχεται, κατακλύζοντας το παλιό και συνήθως έχει καταπιεί το τώρα.

Παρακολουθώ έναν κόσμο από τη γενιά μου και βλέπω ότι έγιναν εκείνο που δήλωναν με τον προφανή τρόπο της εφηβείας. Με σοκάρει να βλέπω ότι εκείνο που υποκρίνονταν τότε, γιατί είχε πέραση, ακόμη το υπηρετούν πιστά. Δήλωναν για να είναι και τελικά δεν έγιναν. Εκεί εντοπίζω και το τεράστιο έλλειμμα και το χάσμα. Για τον κόσμο που ζούμε. Δεν το φτάνουμε το πλεόνασμα γιατί υπήρξαμε γελασμένοι από νωρίς που δεν ξυπνήσαμε. Και φυσικά δεν μιλάω για οικονομία. Αυτή η καημένη απλώς να το αποτυπώσει μπορεί το έλλειμμά μας. Βλέπω ένα τεράστιο κενό να χάσκει, ένα βάραθρο που έχει να κάνει με την ειλικρίνεια. Δύσκολο πράγμα να λες την αλήθεια σου στον εαυτόν σου. Επώδυνο πολύ. Και δεν υπάρχουν ούτε παυσίπονα ούτε παυσίλυπα γι’ αυτό. Ίσως γι’ αυτό οι μυθιστορηματικοί ήρωες βρίσκουν πάτημα να σε ειρωνεύονται μέσα από τις σελίδες.

14 μήνες ανεργίας: μια μέθοδος ενσυναίσθησης

Η σκέψη ξεκίνησε ως εξής: στο δρόμο, στο μετρό, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους ανθρώπους, άραγε ποιος άλλος να είναι άνεργος όπως εσύ; Ποιος; Τι μπορεί να τον διακρίνει; Μόνο το γεγονός ίσως ότι κυκλοφορεί ό,τι ώρα να ‘ναι στην πόλη, αλλά κι αυτό παίζει, αν σκεφτείς ότι εσύ και πάλι παράδοξες ώρες κυκλοφορούσες στον κόσμο, ακόμη κι όταν δούλευες.

Το κακό με το γραφιά είναι ότι το πρόβλημά του θα το βάλει στο χαρτί. Στο μπακαλόχαρτο της γραφής του. Και θα κόψει τον εαυτόν του κομματάκια. Θα το παίξει μετά ήρωας στον εαυτόν του, αλλά το πρόβλημά του επί της ουσίας θα είναι εκεί, φλέγον και δυνατό να τον επιτιμά πάνω από την οθόνη του, πάνω από την κόλλα το χαρτί του. Μόνο που θα το έχει μοιραστεί μια στιγμή με τον φανταστικό του αναγνώστη και θα έχει αλαφρύνει λίγο το κακό. Πού είναι λοιπόν το ενάμιση εκατομμύριο συν-άνεργοι συμπολίτες σου; Τι κάνουν αυτή την ώρα που εσύ παλεύεις με τις λέξεις; Μοιράζονται το πώς νιώθουν όλον αυτόν τον καιρό που παραμένουν ανενεργοί εργασιακά; Και πώς νιώθουν;

Δεν σ’ αρέσουν τα ταμπού -πάντα κάποιους εξυπηρετούν-, δεν σ’ αρέσουν και τα κλισέ -αυτά κι αν παρέχουν υπηρεσίες-, αλλά θέλεις να πεις το δικό σου: 14 μήνες τώρα, λοιπόν, έχεις αντιμετωπίσει ωραία ωραία την ανεργία σου, με ό,τι σου βρισκόταν, με όσα μέσα, με όση ψυχολογική και πνευματική συγκρότηση είχες. Χωρίς κλαψουρίσματα και μελό διασκευές -ε, εντάξει κανένα ποστάκι στο μπλογκ την πλήρωνε μόνο, μην λες και υπερβολές. Δυναμικά. Αλλάζοντας τον εαυτόν σου και τη ζωή σου. Πολύ ωραία μέχρι εδώ, με γεια σου με χαρά σου. Όσο παρατείνεται όμως η ιστορία, βλέπεις ο περίγυρος να συστέλλεται και να διαστέλλεται από μιαν αμφιβολία: μήπως δεν έχεις καταβάλλει αρκετή προσπάθεια, μήπως δεν έχεις κάνει ό,τι μπορούσες, μήπως εντέλει είσαι κατά τι ανεπαρκής; Αυτό που πλανάται στην ατμόσφαιρα σε λυγίζει ελαφρώς, σε αποσυντονίζει κάπως. 13 χρόνια συνεχούς δουλειάς εξανεμίζονται μπροστά σε 14 μήνες αβεβαιότητας. Οι λέξεις “αισιοδοξία” και “πίστη” αποκτούν άλλο νόημα. Δεν αντέχεις και πολύ πολύ να τις ακούς από αυτούς που δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Καλύτερα ας μην χρησιμοποιούνται ασκόπως. Διαπιστώνεις πόσο δύσκολη είναι η πραγματική ενσυναίσθηση. Μαθαίνεις να είσαι αλλιώς με τους ανθρώπους, γιατί καταλαβαίνεις πέντε πράγματα παραπάνω, έχοντας προηγουμένως βρεθεί σ’ αυτή τη θέση. Είναι, όπως όταν πρέπει να βρεθείς σε κρεβάτι νοσοκομείου ως ασθενής για να αρχίσεις να καταλαβαίνεις πραγματικά κάτι από το πώς νιώθει ένας άρρωστος ή πονεμένος σωματικά. Για να συναισθανθείς την ανημπόρια, πρέπει έστω και για μια φορά στη ζωή σου να την έχεις περάσει, πώς να το κάνουμε. Όπως λέει κι ένας φίλος μου, αρκετά μαθήματα ζωής πήραμε, τώρα ας συνεχιστεί η ζωή.

photo: scalidi

photo: scalidi

Πόση ομορφιά αντέχουν τα μάτια σου;

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

photo: scalidi

Η σημασία του να μένει κανείς απαλός

photo: scalidi

photo: scalidi

“Καλά, ρε Σταυρούλα, βλέπεις τη χώρα να μαστίζεται από την κρίση, από την ανεργία, τη λογοκρισία και την πολιτική ορθότητα, εσένα σε νοιάζει η απαλότητα;”, λέει η μία φωνούλα μέσα μου. Δεν έχει κι άδικο, αλλά μέρα που είναι σήμερα και μέρα που θα είναι αύριο και μέρα που ήταν χθες, πρέπει να βάλω δυο πράγματα στη θέση τους. Κυρίως στο μυαλό μου. Σήμερα είναι η μέρα που κλείνουν 37 χρόνια γάμου οι δικοί μου και των ορθόδοξων αγίων της αγάπης που δεν πιάνουν μία σε δημοφιλία σε σχέση με τον αυριανό Άγιο Βαλεντίνο. Και σε κοντά ένα μήνα θα κλείνω τα 36 μου χρόνια, οπότε το κείμενο θα το χρειαστώ στα σίγουρα τότε. Η αφορμή μου δόθηκε από χθες. Από το ζευγαράκι εφήβων που συνάντησα στο τρένο. Αλλά είναι και καιρός που μαζεύω υλικό, ιστορίες που μου αφηγούνται κάθε μέρα. Οι άνθρωποι για τις σχέσεις τους. Για τους άντρες που αφανίστηκαν και τις γυναίκες που είναι μόνες, λες και δεν είναι μόνοι κι οι άντρες.

Από σήμερα, λοιπόν, μοίρασα πολλές καρδούλες. Άμα μου δινόταν η ευκαιρία και δεν χαρακτηριζόμουν ως γραφική θα το έκανα κάθε μέρα, είναι η αλήθεια. Αύριο θα διαβάζω για τους επικριτές των εθίμων -ε, ας βγάλει κανένα φράγκο ο ανθοπώλης. Από το να φάμε τα λεφτά στους γιατρούς, ας τα φάμε στα λουλούδια, λέω εγώ. Όπως θα βλέπω παντού και τη γραφικότητα της μέρας. Δεν είμαι ούτε με τους μεν ούτε με τους δε.

Είμαι όμως με το ρομάντζο. Τα θέλω όλα: και τις ωραίες μουσικές και τα υπέροχα λουλούδια και τις αισθήσεις αφυπνισμένες και να φροντίζουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους. Θαυμάζω τους ανθρώπους που παρά τα προβλήματά τους, παραμένουν απαλοί. Δεν σκληραίνουν. Δεν μπαίνουν στο καβούκι τους. Δεν αποκτούν μια κρούστα από σκόνη που πρέπει να φυσάς πολύ καιρό για να φύγει για να ανασαίνουν ελεύθεροι. Χθες στο τρένο, τα πιτσιρίκια με σόκαραν. Δεκαπέντε χρονών το πολύ, θα μπορούσαν να είναι και παιδιά μου και είχαν ένα ερωτικό καυγαδάκι που ευχήθηκα να μην ζήσω. Έφτυσα στον κόρφο μου κι απομακρύνθηκα μην με κολλήσουν κυνισμό, μόλις άνοιξαν οι πόρτες του συρμού. Εκείνη του έλεγε ότι για να νιώσει γι’ αυτόν κάτι σημαντικό και μεγάλο, πάθος, βρε παιδί μου, πρέπει προηγουμένως αυτός να φερθεί αναλόγως. Αυτός ζητούσε συγγνώμη. Εκείνη επέμενε ότι του λέει αυτά όχι για τον εαυτόν της, αλλά γι’ αυτές που θα επακολουθήσουν στη ζωή του. Ας πούμε, για να τον διαπαιδαγωγήσει. Θα του έλεγα να σταματήσει τα επιχειρήματα και τις ατέρμονες ιδεολογίες-αερολογίες και άμα ήτανε, ας την φίλαγε. Θα έφτανε. Αλλά δεν μπορούσα να του εγγυηθώ τίποτα: εκείνη ήταν ικανή να τον κατηγορήσει για επίθεση. Κι αλίμονο μετά. Την εποχή της φρικτής αυτής πολιτικής ορθότητας, ακόμη κι ο εφηβικός έρωτας μου φάνηκε τόσο μολυσμένος από τη λογική. Άμα ζούσε τώρα ο Σαίξπηρ, δεν ξέρω τι θα έκανε με το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Ίσως να τους πέθαινε και μια ώρα αρχύτερα, πριν προλάβουν να ερωτευτούν καν. Οι δυο έφηβοι ήταν κουκλιά κυριολεκτικά, αλλά μόλις άνοιξαν το στόμα τους, έχασα πάσα ιδέα για τον εαυτόν μου, για τη γενιά μου, για το πώς τα φέραμε τα παιδιά σ’ αυτή την τόσο ωμή πραγματικότητα. Χωρίς μέλια, χωρίς λουλούδια, χωρίς το αντιοξειδωτικό του άδολου άνευ όρων έρωτα, έστω της εφηβείας, ρε γαμώτο.

Γύρω μου η γενιά μου στενάζει από τη μοναξιά. Τους γάμους που φτιάχνονται και διαλύονται στο φτερό, τις μόνες γυναίκες -υποθέτω και τους μόνους άντρες. Αυτοί δε που μένουν εκεί που βρίσκονται, μέσα στις σχέσεις τους, έχουν άλλα που ακόμα πιο δύσκολα τα ομολογούν. Όποιον να ρωτήσεις, έχει ένα μεγάλο παράπονο. Και βεβαίως μια τεράστια ιδεολογία. Αυτό είναι το κακό. Περιχαρακωμένοι όλοι σε απόψεις. Σαν τα πιτσιρίκια που μου σηκώσανε την τρίχα από την ωμότητά τους. Άμυνες και φόβοι ορθωμένοι στον ουρανό.

Κι είναι όλα τόσο απλά. Στ’ αυτιά μου ακούω μια φωνή που λέει ότι σημασία έχει όταν οι άνθρωποι είναι σε θέση να μοιραστούν: αυτό που είναι, αυτό που θέλουν, αυτό που έχουν, αυτό που αντέχουν. Να μοιράζεσαι τη ζωή σου, τον φόβο σου, το καλό και το κακό σου. Να το μοιράζεσαι όμως, γιατί αλαφραίνεις. Γίνεσαι φτεράκι στον άνεμο και πετάς στα πιο μεγάλα ύψη που μπορείς να φτάσεις ποτέ.  Πιο παλιά είχα γράψει για τις ωραίες μου φίλες, μόνες ανεμώνες στον άνεμο, ένα κείμενο. Τώρα αυτό το κείμενο το γράφω για τις φίλες μου και τους ανθρώπους που τολμούν ελεύθεροι, απολύτως ο εαυτός τους, να μοιράζονται. Και να μένουν απαλοί. Στρογγυλεύοντας τις αιχμές τους, τολμώντας να βουτηχτούν στη γλύκα, τολμώντας να αφεθούν στη ζωή. Γι’ αυτό σήμερα αυτοί που θα λάβουν τα άνθη, ας τα χαρούν και οι άλλοι που δεν τα περιμένουν και δεν θα έρθουν, ας μην μισούν τους πρώτους. Λίγη απαλότητα δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Μακάρι να είχα λίγη να δώσω σε κείνους τους δυο έφηβους που δεν ξέρουν ότι για να σε ραίνει η ζωή με αγάπες και λουλούδια, πρέπει να τα επιθυμήσεις και όχι να τα ρίχνεις όλα στο ντιβάνι του ψυχίατρου. Στην αγάπη και τον έρωτα η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά κι αναλαμβάνει η ποίηση. Του Αγίου Βαλεντίνου βλέπεις.