Αμεριμνησία, κάτω από την επιφάνεια

Τον παρακολουθώ τον τελευταίο καιρό. Είναι αυτό που θέλω να γίνω εγώ. Αμέριμνος. Με εντυπωσιάζει τρομερά αυτή η δυνατότητα. Να είναι κανείς έτσι. Αυτή την εποχή. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Νομίζω καμιά φορά τον πανικοβάλλω και μόνο που περνάω από δίπλα του. Ταράζω την αμεριμνησία. Που εμένα μου εξασφαλίζει η άγνοια για το τι είναι αυτός. Μένω στην επιφάνεια. Καμιά φορά το έχω ανάγκη. Ή κάποτε η επιφάνεια τα λέει όλα για το πιο μέσα. Συνεχίζω να θαυμάζω την ατάραχη αμεριμνησία του. Τη ζηλεύω, δεν το κρύβω. Και μετά αρχίζω να σκαλίζω το μυαλό μου. Τι να σκέφτεται άραγε; Σκέφτεται; Πώς μπορεί να είναι τόσο αμέριμνος; Και τότε χαλάνε όλα. Μπαίνουν στη μέση οι λέξεις. Οι άτιμες λέξεις που δεν ενώνουν το χώρο, αλλά τον διαλύουν σε χιλιάδες θραύσματα-θαύματα.

Κάτω από τα χαλιά της επιφάνειας, συνήθως κρύβεται μια ολόκληρη ζωή που αγνοείς. Ας πούμε μια θλίψη, μια κρίση πανικού, ένας τρομερός χωρισμός, μια βαρετή ζωή, μια τεράστια απόφαση να ζει με τις αισθήσεις του όλες στα ύψη. Κάτι άλλο τέλος πάντων που θέλεις εσύ σώνει και καλά να φανταστείς. Γιατί ψοφάς για παραμύθι. Κι έρχεται μια στιγμή που τα παραμύθια πια δεν σε παρηγορούν και εκτιμάς περισσότερο από τις διαλυτικές λέξεις, τους ανθρώπους που μπορούν να προσφέρουν πιο πολλά απ” αυτές. Ας πούμε να σε πιάσουν από το χείλος του γκρεμού την κρίσιμη στιγμή, γιατί έτυχε να περνούν. Να σου δώσουν το τιμόνι όταν φοβάσαι πιο πολύ και να σου πουν «προχώρα». Να σε πετάξουν μέσα στο νερό για να συνέλθεις. Να σου δώσουν την πιο ζεστή αγκαλιά γιατί μόνο αυτή θα σε συνεφέρει. Να σε κοιτάξουν ανάμεσα στα κενά βλέμματα και να σου πουν «έλα πάρε», όταν τα έχεις δώσει όλα. Να σου πουν «τώρα ανάσανε». Να κάτσουν απλώς δίπλα σου στον ήλιο και να είσαστε κι οι δυο αμίλητοι. Πόσο ωραίο να μοιράζεσαι τη σιωπή. Χωρίς εξηγήσεις.

Και την αμεριμνησία. Κάτι μου λέει ότι κλέβω λίγο απ” το κομμάτι της και μόνο παρατηρώντας. Μια μέρα θα την απολαύσω κιόλας ολόκληρη. Κάτω από την επιφάνεια, γιατί αυτό είναι το δύσκολο. «Τώρα ανάσανε».

Κεραμεικός

Ο Ηριδανός ρέει εντός του. Ο κόσμος της μνήμης των νεκρών δίπλα σ” αυτό των ζωντανών. Ο χρόνος μετράει αλλιώς. Στον Κεραμεικό. Ανάμεσα στην πολύβουη Πειραιώς και τη σφύζουσα Ερμού. Κάπου εκεί που εκφωνήθηκε ο Επιτάφιος του Περικλή. Άλλωστε για τους επιφανείς ανθρώπους κάθε τόπος μπορεί να γίνει ο τάφος τους. Μόνο που εδώ η ζωή συνεχίζει ακάθεκτη. Χελώνες τρέχουν. Λιβελούλες πετάνε πάνω από το ποταμάκι. Ελιές και συκιές στα καλύτερά τους. Μια κολοκυθιά με ανθούς κι έναν τεράστιο καρπό. Μια θεσπέσιου αρώματος ροζ τριανταφυλλιά. Λευκές πεταλούδες θυμίζουν τις ψυχές που αναπαύονται χιλιάδες χρόνια. Η ζωή έχει νικήσει το θάνατο. Η μνήμη συντηρείται. Τα μάρμαρα λαμπυρίζουν κάτω από το αττικό φως. Φεύγεις με μιαν αίσθηση αθάνατης θνητότητας. Η ομορφιά υποσκάπτει ακόμη και τη φθορά, μπαίνει μέσα της και τη μεταμορφώνει σε ένα παρόν που απαιτεί την πλήρη απόλαυσή του από σένα. Τα νεκροταφεία δεν είναι μόνο για να θυμόμαστε τους εκλιπόντες, αλλά και για να θυμίζουμε στους ζωντανούς να ζουν.

Ένα κάποιο νόημα. Φου.

Όσο υπεύθυνος άνθρωπος και να “σαι, όσο του ελέγχου -του δικού σου και των άλλων- έρχεται μια ώρα που πρέπει να παραδεχτείς την ήττα σου. Δεν είναι όλα στο χέρι σου. Τότε μπορείς να ανασάνεις. Ελεύθερος. Μόλις έχεις αρχίσει να κερδίζεις πίσω τη ζωή σου. Τότε είναι που σιγά σιγά αλλάζουν τα σύνορα του κόσμου. Εντός σου πρώτα. Και ύστερα η πραγματικότητα. Μεταβάλλεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Είναι που εκείνο το πέταγμα της πεταλούδας, έρχεται και ορίζει, φαίνεται, τη ζωή σου. Προηγουμένως προσπαθούσες ενοχικά να τα ερμηνεύσεις όλα. Να αναλάβεις την ευθύνη. Τρομοκρατώντας τον εαυτόν σου με τύψεις και πόσα «γιατί δεν» και ακόμη περισσότερα «τι έφταιξε». «Γιατί άφησα τον εαυτόν μου;» Γιατί άμα δεν τον άφηνες τον εαυτόν σου, δεν θα έπεφτες και δεν θα μάθαινες ποτέ πώς είναι ο κόσμος από εκεί κάτω. Από την ανθρώπινή του διάσταση. Τότε που τα χίλια κομματάκια σου σφαδάζουν από πόνο και ζητάνε γιατρειά. Και τι πρωτότυπο, δεν υπάρχει τίποτα να σε γιατρέψει.

Η αποδοχή της ήττας είναι μεγάλη υπόθεση. Να βρεις τα κότσια να πεις «δεν γίνανε τα πράματα» και να το πάρεις απόφαση. Μπορείς να χτυπιέσαι καιρό και να αναλώνεσαι στα διάφορα αναγκαία πένθη σου, αλλά μετά; Μετά πρέπει να γυρίσεις στη ζωή. Πανηγυρικά. Γιορτάζοντας. Όσο πιο γρήγορα μαζεύεις τα κομμάτια και αλλάζεις συνήθειες, τόσο το καλύτερο. Δεν αξίζουν όλοι και όλα το ίδιο πένθος. Ακόμη και σ” αυτά υπάρχει αυστηρή αξιοκρατία. Με τι θα φας τη ζωή σου πρέπει να αξίζει σοβαρά τον κόπο. Αλλιώς; Αλλιώς θα ζούμε σε έναν παρελθοντικό χρόνο που δεν υπάρχει. Ούτε το μέλλον υπάρχει. Μόνο τούτη η μικρή στιγμούλα που ζούμε τώρα. Δεν αξίζει να την χαραμίζουμε, παρά να την χαρίζουμε εκεί που τραβάει η καρδιά μας. Η καρδιά μας ξέρει πάντα το σωστό για μας. Όπου παγώσει, είναι πια καιρός να φύγουμε για άλλους ήλιους. Στην αρχή θα μας τυφλώνουν στα μάτια, μπορεί και να μας καίνε, αλλά μετά εξοικειωνόμαστε και γίνονται δικοί μας. Είναι συνήθως αυτοί οι αστείρευτοι ήλιοι που κουβαλάμε μέσα μας. Είναι τα γέλια μας. Είναι οι μουσικές μας. Είναι τα ωραία μας φαγητά. Είναι τα μακρόσυρτα νυχτερινά τηλεφωνήματά μας. Είναι εκείνοι οι περίπατοι στη θέα που μας κόβει την ανάσα. Είμαστε εμείς. Ηττημένοι, λυπημένοι, μόνοι που δεν κρατάει για πάντα. Αξίζει να θυμόμαστε πώς είναι όμως. Για να μην παίρνουμε και πολύ αέρα. Όλα μπορούν να γκρεμιστούν. Εν ριπή οφθαλμού. Ιδίως εμείς οι ίδιοι πρώτοι και καλύτεροι. Γι” αυτό μην σπαταλάμε το τώρα μας. Με τίποτα κατώτερό του.

Έχω αποφασίσει να γιορτάζω τις ήττες μου. Με ένα ωραίο ρούχο στην πιο ωραία ταράτσα της πόλης ή έστω στο πιο όμορφο κρυφό της σημείο, με την πιο ακριβή παρέα. Κι εκεί αλαφραίνουν όλα. Οι νίκες δεν χρειάζονται και πολλά πολλά, λάμπουν από μόνες τους. Οι λύπες μας όμως; Ε, αυτές θέλουν φροντίδα και χάρη και τις αισθήσεις μας σε εγρήγορση. Να ξαναγυρίσουμε στη ζωή, απολαμβάνοντας μικρές χαρές, ομορφιές, γεύσεις. Να παίρνουμε ικανοποίηση από το φαινομενικά ασήμαντο. Ποιος θα σου πει άλλωστε τι είναι σημαντικό;

Ούτε η νίκη ούτε η ήττα κρατάνε πολύ. Φου και φεύγουν. Στο διάκενο μένουμε εμείς. Ικανοί για την ωραιότητα και τη συναίσθηση της ζωής. Δεν είναι και λίγο. Είναι ένα κάποιο νόημα.

Μαγεία: το στήριγμα της ζωής

photo: scalidi

Η επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο ήταν μια αποκάλυψη. Δεν έπρεπε να έχω έρθει νωρίτερα. Δεν θα καταλάβαινα τίποτα. Ήταν η κατάλληλη ώρα. Με τον κατάλληλο άνθρωπο. Πιστεύω στους ανθρώπους. Ακόμα. Πιστεύω και στο σωστό συγχρονισμό. Όχι με την έννοια του μοιραίου ή του πεπρωμένου. Κάθε στιγμή έχει κάτι να σου δώσει άμα θελήσεις να το αντλήσεις. Και κάθε άνθρωπος. Τα τελευταία δύο χρόνια αφέθηκα στη μαγεία των ανθρώπων. Στη μαγεία που κρύβουμε μέσα μας. Όχι, σε αυτή των αγυρτών. Αλλά στη δύναμη να μεταμορφώνουμε τον εαυτόν μας. Να γινόμαστε αυτό που θέλουμε. Αυτό εγώ βρήκα ότι ήταν το μεγαλύτερό μου στήριγμα στη ζωή. Τον καιρό της κρίσης, της ανεργίας, του ευτελισμού πολλών πραγμάτων γύρω μου. Η μαγεία. Να μπορούμε δηλαδή να βλέπουμε την ομορφιά και να την βάζουμε στην ψυχή μας. Όχι αυτιστικά, αλλά σε αντιπαραβολή με την τεράστια ασχήμια. Και τη φτήνια και το ψέμα.

Στο μουσείο ήταν τόσο παρηγορητικό να διαπιστώνω ότι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα άνθρωποι σαν κι εμένα και σαν κι εσένα είχαν κάνει το ίδιο. Και συγκινήθηκα. Από το ότι εγώ και συ θα δούμε ένα ανθισμένο λουλούδι και θα νιώσουμε την ίδια χαρά που ένιωθαν στην Αίγυπτο μερικές χιλιετίες πίσω, στη μινωική Κρήτη, στη μυκηναϊκή μου πατρίδα. Βούρκωσα στη θέα των κοσμημάτων, όπως απολαμβάνω εγώ τον αμέθυστο και την κορναλίνη, το τυρκουάζ και τη φαγεντιανή, έτσι μια γυναίκα από το παρελθόν έφερε πάνω της τους ημιπολύτιμους λίθους για να θυμάται να επιθυμεί την ομορφιά και την αλήθεια. Το μουσείο ήταν μια υπενθύμιση της ζωής. Ένα νεύμα συγκατάθεσης. Ότι δεν έχω να φοβηθώ τίποτα όσο θέλω την ωραιότητα, αυτό που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή. 

photo: scalidi

Σε είδα να χαμογελάς από μακριά ανάμεσα στις βιτρίνες των εκθεμάτων με το θεραπευτικό σου βλέμμα, σε αποχαιρέτησα, σε άφησα πίσω στο χρόνο που ανήκεις και προχωράω στην περιπέτειά μου με μια πράσινη αβεντουρίνη στην καρδιά. Αυτό είναι μαγεία και καλή τύχη. Να επιθυμείς την αγάπη και τους ανθρώπους. Και τη ζωή. 

Οι ευχαριστημένοι

Η ευχαρίστηση, η ικανότητα να απολαμβάνει κανείς και να παίρνει ικανοποίηση απ” αυτή την αξιοποίηση της δυνατότητάς του, αρχίζει να ταυτίζεται στο μυαλό μου με ενός είδους αξιοπρέπεια. Την αποπνέουν οι άνθρωποι που ακόμη κι όταν φαίνεται ότι τα έχουν χάσει όλα, παρόλα αυτά είναι σε θέση να χαρούν για το παραμικρό. Να δεις μια φλογίτσα στα μάτια τους. Μου φαίνεται ότι είναι οι τελευταίοι ρομαντικοί, οι τελευταίοι αισθησιακοί αισθητιστές με έναν δικό τους προσωπικό τρόπο.

Η καθημερινότητα βοά από ασχήμια. Όπως  σφύζει κι από ομορφιά. Πρέπει να διαλέξεις. Εάν θα τα ισορροπήσεις ή θα πας αποκλειστικά από τον έναν δρόμο. Θαυμάζω αυτούς που διαθέτουν το χρυσό μέτρο. Δεν είναι πολλοί. Τους θεωρώ τυχερούς κι ευτυχισμένους. Μακάριους. Θυμάμαι τη συμβουλή που μου δόθηκε παλιά, πρέπει συνεχώς να διαλέγεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις. Η επιλογή δεν ήταν πάντα ορατή, αλλά συνέβαινε. Ενστικτωδώς. Και κάποτε αποφάσιζε η ζωή για μένα. Μου έκλεινε το δρόμο ακόμη κι αν εγώ είχα την ψευδαίσθηση ότι θα ριχνόμουν στην ασχήμια με όλη μου την ορμή και θα την άλλαζα, θα την έκανα ομορφιά. Εκεί μου έγραφε αδιέξοδο, dead end. Έβαζε μπάρες και έφτιαχνε τοίχους, σκόρπαγε γκρεμούς. Και γύρναγα πίσω.

Τότε συναντούσα που και που κανέναν ευχαριστημένο. Ήταν απ” αυτούς που δείχνανε το δρόμο. Ακόμα κι όταν δεν τους είχε ευνοήσει τίποτα, εκείνοι επέμεναν να χαίρονται με κάτι, να ονειρεύονται κάτι άλλο, να ακτινοβολούν αυτήν την αξιοπρέπεια: δεν χρειάζομαι τίποτα για να είμαι ικανοποιημένος, μου αρκεί το τίποτα. Ξέρεις το τίποτα είναι κάτι. Ξέρω πολλούς που όλα τους στρέχουν και δεν μπορούν ούτε μια τόση δα λάμψη να βρουν στη ζωή τους. Βιώνουν τραυματικά μια συνεχή έλλειψη. Κι είναι και κάτι άλλοι που κάνουν το κενό τη μεγαλύτερη πληρότητα. Κοιτάνε το ταβάνι ή το νυχτερινό ουρανό κι έχουν μέσα τους όλο τον κόσμο.

Κι εγώ όλο αδειάζω γλάστρες να φυτέψω το κενό ν” ανθίσει. 

Νάρκισσοι. Κανιβαλίζοντάς τους.

Έκανα σοβαρά σοβαρά τη γυμναστική μου. Αφοσιωμένη. Ξαφνικά βλέπω τον τύπο απέναντι να παίρνει μια φωτογραφική μηχανή. Ήμουν έτοιμη να αρχίσω το κήρυγμα από μέσα μου μη τυχόν κι αρχίσει να φωτογραφίζει τον κόσμο χωρίς τη συγκατάθεσή τους – τη δική μου δηλαδή-, αλλά δεν είχε τέτοιο σκοπό. Σήκωσε την μπλούζα του κι άρχισε να φωτογραφίζει στον καθρέφτη το μυικό του σύστημα. Τόσος ναρκισσισμός με σόκαρε. Δεν με σόκαραν οι κοιλιακοί του, αλλά το πώς τους βλέπει ο ίδιος. Το ότι θέλει να τους βλέπει. Μπροστά σε όλον τον κόσμο. Σκεφτόμουν ότι άμα είχε μια αγαπημένη να τους χαϊδεύει ίσως να μην τους φωτογράφιζε, αλλά ποιος ξέρει. Τα ίδια έλεγα και για τους αξύριστους και μια χαρά σχέσεις έχουν με τα αφρόντιστα μούσια τους που εμένα μου θυμίζουν ερωτικό πένθος. Εγώ θέλω πρόσωπο γυαλί, εδώ σε θέλω, νάρκισσε…

Ωστόσο, αυτοί οι νάρκισσοι οι προφανείς, οι τόσο ορατοί δεν με τρομάζουν. Είναι ακίνδυνοι. Δεν σ” αρέσει να τους βλέπεις που κοιτάζονται στο καθρεφτάκι τους, δεν ασχολείσαι μαζί τους, τόσο απλό. Οι άλλοι οι αφανείς με τρομάζουν. Εκείνοι που κάνουν το παν να κερδίσουν την προσοχή σου, δυστυχώς μόνο για να καθρεφτιστούν πάνω σου. Ούτε για να δουν λίγο πιο πέρα από σένα ούτε για να δουν μέσα σε σένα. Δεν έχουν τα κότσια. Θέλει μεγάλη εμπλοκή αυτό. Καλύτερα στην επιφάνεια να μείνουμε, στο λούστρο όλοι. Μόνο για να νιώσουν ότι περνάει η μπογιά τους, εντάξει περνάει, και; Δεν θα βάψουμε μαζί, οπότε πόσο καλό σου κάνει, ωραίε μου νάρκισσε; Αφού επί της ουσίας δεν θα μοιραστούμε τίποτα, κάνεις όλον αυτόν τον κόπο για να σε θαυμάσω; Εντάξει σε θαύμασα. Παρακάτω; Το πολύ πολύ να νιώσω και λίγο ηλίθια παραπάνω που ασχολήθηκα με έναν που δεν βλέπει πέρα από τον καθρέφτη και τη μύτη του, τι κέρδισες; Λίγη επιφάνεια ακόμα για να καθρεφτιστείς; Εγώ που κατά βάθος είμαι τόσο επιφανειακός τύπος, πίστεψέ με, έχω πολύ επιφάνεια και θα γλιστρήσεις τελικά.

Λίγο να κανιβαλίσω τους νάρκισσους, λίγο μαύρο χιουμοράκι το έχω ανάγκη, γιατί βαρέθηκα να με στραβώνει το φως από το καθρεφτάκι τους στα μάτια μου. Και μαζεύονται πολλοί. Θα μπλέξουν τα καθρεφτάκια τους.

Χίλια σύμπαντα

Πρέπει κάποιος να σου σπείρει το μικρόβιο. Για να σκεφτείς. Από τι έψαχνες να απελευθερωθείς τον τελευταίο καιρό. Όχι από το προφανές, είναι πολύ εύκολο. Μια παρουσία. Εντάξει, ανθρώπινο. Και πίσω από αυτό; Η ανάγκη να συμφιλιωθείς με τα χίλια σύμπαντα που κουβαλάς μέσα σου. Και θέλησες να τα μοιραστείς για να τα αντέξεις. Αλλά είναι δικά σου, θα τα κουβαλήσεις. Ο καθένας κουβαλάει τα δικά του. Κι άμα αποφασίσεις να είναι φτερά μέσα σου, θα είναι. Άμα αποφασίσεις να είναι μυλόπετρες που σε αλέθουν, θα είναι αυτές.

Θέλω να είναι πούπουλα που τα φυσάει το αεράκι και θα σου χαϊδεύουν το μάγουλο όταν φτάνουν σε σένα, με τρυφερότητα. 

Οι γίγαντες που συναντάω τις τελευταίες μέρες, είναι τόσο συγκεντρωμένοι στα βάρη τους που νομίζεις ότι κρέμεται όλος ο κόσμος από το μυικό τους σύστημα. Άτλαντες για τα δικά τους σύμπαντα. Νιώθω λίγο μινιατούρα ανάμεσά τους, αλλά άμα άνοιγα το στόμα μου κάτι μου λέει ότι θα τους έκανα να κλάψουν με μαύρο δάκρυ. Γι” αυτό σιωπώ. Ακόμα. Τους ακούω να μιλάνε για τις διατροφές τους και τα προγράμματά τους. Μια μέρα θα αρχίσω να τους λέω κι εγώ. Συγκεντρώνομαι στις επαναλήψεις μου με ευλάβεια, που καίνε τα υποστρώματα του άγχους μου, με απελευθερώνουν από χίλιες σκέψεις και φεύγω φτεράκι στον άνεμο. Δεν το φανταζόμουν αυτό το σύμπαν. Να που είναι και δικό μου.

Στο μεταξύ η αλληλεγγύη τους είναι συγκινητική προς τον αδύναμο καινούριο που δεν μπορούσε να κουμαντάρει το σκεβρωμένο του κορμάκι. Με φιλικές παροτρύνσεις θα τον κάνουν δικό τους: δυνατό. Κι εμένα θα με κάνουν δική τους, την παράξενη καινούρια αλλά τόσο επίμονη, πιο σύντομα απ” ό,τι υπολόγιζα. Μου πιάνουν την πετσέτα που κύλησε, με βοηθάνε με όλα εκείνα που δεν καταφέρνω. «Θα μάθεις», μου λέει ο πιο δυνατός που ήρθε να με συντρέξει και να με συμβουλεύσει. Η γλωσσού μέσα μου σιωπά. Θα μάθω. Και κυρίως, θα μπορώ. Νομίζω θα εκτιμήσουν την επιμονή μου και κυρίως θα την εκτιμήσω εγώ.

Και τα αστεία μου εδώ δεν περνάνε, να το θυμάμαι, τα παιδιά κυριολεκτούν. «Ελπίζω να είσαι πολύ δυνατός και να μπορείς να τα σηκώσεις όλα αυτά για να μην πέσουν πάνω μου», πάω να κάνω τη χαριτωμενιά μου στο παιδί που σηκώνει όλο τον κόσμο στα χέρια του δίπλα μου, τον κοιτάζω λίγο τρομοκρατημένη. «Είμαι και μπορώ, μην φοβάσαι», μου απαντάει ξεκάθαρα. Εδώ είναι όλα απλούστερα. Ακόμα κι εγώ. Με τα χίλια μου σύμπαντα που πια δεν τα φοβάμαι. Τα απλώνω στον ήλιο. Τα βουτάω στη θάλασσα. Τα ανασαίνω βαθιά από το πονεμένο στομάχι. Τα ισορροπώ από το πληγωμένο κέντρο βάρους μου. Τα σηκώνω στα χέρια μου. Τα περπατάω για χιλιόμετρα με τα τριμμένα μου γόνατα. Και τι ωραία: το μπορώ πια.