Ο σοφός δυόσμος

Έρχεται μια ώρα που οφείλεις στον εαυτόν σου όταν όλα καταρρέουν, να βρεις από την αρχή το κουράγιο να οικοδομήσεις μια καινούρια εμπιστοσύνη. Πρώτα προς εσένα και μετά προς τους άλλους. Ιδίως όταν αυτοί οι μαγικοί άλλοι τυχόν σε απογοητεύσουν. Είναι τότε που εισπράττεις πολλαπλάσια αποτυχία μέσα σου γιατί αισθάνεσαι ότι δεν στάθηκες άξιος να επιλέξεις το πού να δείξεις την εμπιστοσύνη σου.

Αλλά καμιά φορά η ερώτηση δεν είναι πού θα δείξεις εμπιστοσύνη, αλλά εάν θα δείξεις. Αρκεί το να πιστέψεις, λοιπόν. Τα φυτά το διδάσκουν αυτό. Ας πούμε, εσύ ποντάρεις από την αρχή στον μοσχοβολιστό κατ’ όνομα ψηλόλιγνο βασιλικό σου. Κι όλο ανεβαίνει κι όλο ανεβαίνει, δεν καταδέχεται όμως να σου χαρίσει το άρωμά του, τραβάει πεισματικά την ανηφόρα αγνοώντας τη φύση του. Ταιριάζει στις σάλτσες, ταιριάζει και στα διακοσμητικά βάζα. Σου φωνάζει από μακριά πόσο άξιος και γοητευτικός είναι για όλα, αλλά εξακολουθεί να σε αγνοεί. Εσύ υποκύπτεις στη γοητεία του, να τα πέστο, να οι διακοσμητικές συνθέσεις που σκαρφίζεσαι ματαίως, αλλά από άρωμα, τζίφος. Δεν καταδέχεται. Αλλά εσύ δεν θες να το πιστέψεις. Χειμώνιασε τι να σου κάνει ο καψερός, μέσα στα κρύα δεν μυρίζει, πάρτο απόφαση.

Και ο ταπεινός δυόσμος που τον έσωσε μυθιστορηματικά η φίλη, μέσα σε ένα σακίδιο ινκόγκνιτο, πέρασε ελέγχους αεροδρομίων, πέρασε τα πάνδεινα κι έφτασε σώος, αυτός που δεν τον έχεις σε μεγάλη υπόληψη, γιατί δεν είναι φιγουρατζής, αυτός ο τύπος λοιπόν έρχεται και κάνει κατάληψη στα ποτά σου. Σε αναγκάζει να το γυρίσεις στα μοχίτο, να εμπιστευτείς το άρωμά του, να τον βάλεις στις σάλτσες σου, να μυρίζεις τα δάχτυλά σου και να αναδύουν το αιθέριο έλαιό του. Είναι ο σοφός ο δυόσμος που και μέσα στο ξεροχείμωνο βρίσκει τρόπο να επί βιώσει. Τολμάει να γίνει βασιλικότερος του βασιλέως. Τότε από τα χαμηλά ψιθυρίζει στον αλαζονικό και πληγωτικά πληγωμένο από το χειμώνα βασιλικό «μύρισε λιγάκι, άσε λίγο άρωμα, μην φοβάσαι, αγάπη θα σου δώσουνε, δεν θα σε φάνε, δες εμένα με κάνανε κομματάκια και συνεχίζω να αρωματίζω το σύμπαν, είναι ωραία να μοιράζεσαι τον εαυτόν σου, την ουσία σου».

Και πού ξέρεις, μπορεί να βασιλέψεις μέσα στο ντάλα κρύο, στο ξεροβόρι και να μοσχομυρίζεις. Αρκεί να το πιστέψεις. Δεν είναι εύκολο. Ποτέ δεν είναι, αλλά αξίζει τον κόπο. Φτάνει να δοκιμάσεις. Έχεις μια ευκαιρία ακόμα, μην την χάσεις. Να πιστέψεις. Εγώ σε πίστεψα.

Προσωπικό start-up

H αφήγησή σου -εκτός από τη δική σου σωτηρία, δηλαδή να επιβιώσεις λέγοντας τι σε απασχολεί προκειμένου να το καταλάβεις και να βρεις ένα νόημα στη ζωή σου εντέλει, ένα νόημα ανακουφιστικό και παρήγορο και αν μη τι άλλο με προοπτική- είναι από μόνη της και μια τέχνη για την ίδια σου τη ζωή. Ένα έργο. Ίσως το σημαντικότερο. Θα μου έπαιρνε τρεισήμισι δεκαετίες από τη ζωή μου για να το δω ολοζώντανο μπροστά μου.

Χρειάστηκε να χάσω όλους τους μανδύες μου, κάθε βεβαιότητα. Και πρώτη και καλύτερη αυτή που προσέφερε η δουλειά. Εκείνη η ζεστή αγκαλιά της συνήθειας που σε λιώνει, η τελετουργία να υπάρχεις με έναν γνώριμο τρόπο όσο δύσκολος ή επώδυνος κι αν ήταν εντέλει αυτός, έπαψε να υφίσταται. Ευτυχώς. Έπρεπε να ανακαλύψω τον κόσμο από την αρχή. Με καινούρια γυαλιά ή μάλλον χωρίς γυαλιά. Δια γυμνού οφθαλμού. Καμιά φορά τα σπασμένα γυαλιά τριβελίζουν την όραση, πονάνε.

Έπρεπε να αρχίσω να επανεφευρίσκω έναν καινούριο τρόπο σκέψης. Κάτι να με εξανθρωπίζει. Κάτι να πετάει τα παλιά σκουπίδια. Να καθαρίζει το πεδίο. Να βάζει σκούπα και να ρουφάει τον θόρυβο του παλιού. Έπρεπε να μάθω να βρίσκω λύσεις από την αρχή. Να βιώνω καθημερινά μια διαδικασία συνεχούς ενηλικίωσης. Νέας ενηλικίωσης. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν θα νοσταλγούσα εκείνα τα βαριά παπλώματα του παρελθόντος, αλλά πια μυρίζουν ένα χνότο ανοίκειο που αγωνίζομαι να θυμηθώ. Παλιός καιρός.

Το κοινότοπο μα τόσο ακραία αδιανόητο: δεν θα σε σώσει κανείς, όσο κι αν θες να εναποθέσεις τον εαυτόν σου ωραιότατα στα δυνατά ή αδύναμα χεράκια κάποιου άλλου. Αυτός ο Άλλος, ο γερός και δυνατός και εύθραυστος μαζί Άλλος, ο μόνος που δικαιούται δια να ομιλεί για ό,τι σου συμβαίνει, είναι μέσα σου. Είναι ένα κομμάτι σου, ίσως μαθημένο να σιωπά ή να κλείνει τα χέρια του με βία. Ο πιο σκληρός αρχισυντάκτης σου. Καμιά φορά κρυμμένος κάτω από εκατομμύρια υποστρώματα που βοά αλλά δεν ακούγεται. Είναι στο χέρι σου να κάνεις ανασκαφή. Ο πιο σίγουρος τρόπος είναι ένα βαθύ και ατελείωτο και βασανιστικό «γιατί;». Δεν αντέχουμε πάντα, αλλά αξίζει τον κόπο να ρωτάμε.

Με το ρίσκο να παίρνουμε απαντήσεις, βέβαια. Και δεν είναι ευχάριστες πάντα οι άτιμες, ίσως σχεδόν ποτέ. Αλλά το πιο ωραίο και σωτήριο απ’ όλα, είναι να γεννάς καινούρια ερωτήματα. Και να οικοδομείς τη ζωή σου πάνω σ’ αυτά. Πού θέλω πιο πολύ να είμαι; Με ποιους θέλω να είμαι; Τι με ενδιαφέρει να κάνω; Γιατί είμαι φτιαγμένος; Είμαι γι’ αυτό που νόμιζα τόσο χρόνια; Μου αξίζω;

Αχ, αυτό το τελευταίο.  Άμα μπορείς να σταθείς στο ύψος των δικών σου περιστάσεων, χωρίς κανένα πέπλο… Οι απαντήσεις σοκάρουν. Η τόλμη να τις ανακινείς σε κάνει λίγο πιο άνθρωπο. Σηκώνεις τα παπλώματα ένα πρωί και βγαίνεις από το βαθύ ύπνο του εαυτού. Αποφασίζεις ότι δεν θα καθίσεις να περιμένεις το πεπρωμένο, αλλά θα γίνεις αυτό το άδηλο και άγνωστο και υπέροχο, δηλαδή ο άνθρωπος που κρύβεται εντός σου. Καμιά φορά θα πάρει η μπάλα και τον διπλανό, μπορεί να τον πετάξεις πάνω και να τρέξετε μαζί, μπορεί απλώς ν’ ακούσει την αφύπνιση και να γυρίσει πλευρό, μπορεί και να σου πιάσει γλυκά το χέρι και να σε αποκοιμίσει από την αρχή. Μπορεί και όχι όμως. Μπορεί να βγείτε μαζί χωρίς τους μανδύες στο κρύο και να πουντιάσετε παρέα και μετά αντιβιώσεις, γιατροί, φάρμακα, κακό. Μπορεί και να αναπτύξετε κοινή ανοσία. Μπορεί και να ξεκινήσετε για ένα μάταιο -όπως όλα τα υπέροχα πράγματα που τελειώνουν κι αυτή είναι η ομορφιά τους- ταξίδι και στο τέλος θα έχετε μια ωραία ιστορία να πείτε. Τη ζωή σας.

Από εδώ πάνε για τα αστέρια

Πόσες πιθανότητες είχες να τα ζήσεις αυτά; Όχι πολλές. Σκέψου άλλοι δεν θα τα ζήσουν ούτε σε χίλιες ζωές. Αξιώθηκες. Η ερώτηση από την άγνωστη στο δρόμο ήταν σαφής «Πώς πάω από εδώ στο Αστεροσκοπείο;». Χμ, πώς να πας; Με την ψυχή σου, με τα πόδια σου, με τα πληγωμένα σου γόνατα, χλωμό να πας με τ’ αυτοκίνητο, δύσκολο. Άμα θέλεις να τα δεις τ’ αστέρια, σήκω απάνω το κεφάλι. Κοίτα. Το θολό φεγγαράκι θάλλει. Από ‘δω πάνε για τ’ αστέρια.

Δεν ξέρω τι με ‘φερε στις παρυφές του. Ξέρω ότι η ιερή φιγούρα του φίλου συναδέλφου που έφυγε το καλοκαίρι, μ’ οδήγησε σ’ αυτή την ομορφιά. Και η αγάπη του για την ομορφιά, για την ωραιότητα, για τη μαγεία. Μην την φοβάσαι τη μαγεία σου. Την αναγέννησή σου. Πιστεύω στην αναγέννηση. Λοιπόν, αυτοί οι άγιοι θα μας συνδέουν πάντα, θα μας κάνουν να συναντιόμαστε. Με άγουρες δυνατές ορχιδέες και κόκκινα κατακόκκινα φλογερά τριαντάφυλλα. Ε; Από εδώ πάνε για τ’ αστέρια. Κατέβα να περπατήσεις. Θα σου μυρίσουνε λουλούδια. Ακολούθησε τη μυρωδιά. Του Αγίου Ανδρέα αύριο…

Αμεριμνησία, κάτω από την επιφάνεια

Τον παρακολουθώ τον τελευταίο καιρό. Είναι αυτό που θέλω να γίνω εγώ. Αμέριμνος. Με εντυπωσιάζει τρομερά αυτή η δυνατότητα. Να είναι κανείς έτσι. Αυτή την εποχή. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Νομίζω καμιά φορά τον πανικοβάλλω και μόνο που περνάω από δίπλα του. Ταράζω την αμεριμνησία. Που εμένα μου εξασφαλίζει η άγνοια για το τι είναι αυτός. Μένω στην επιφάνεια. Καμιά φορά το έχω ανάγκη. Ή κάποτε η επιφάνεια τα λέει όλα για το πιο μέσα. Συνεχίζω να θαυμάζω την ατάραχη αμεριμνησία του. Τη ζηλεύω, δεν το κρύβω. Και μετά αρχίζω να σκαλίζω το μυαλό μου. Τι να σκέφτεται άραγε; Σκέφτεται; Πώς μπορεί να είναι τόσο αμέριμνος; Και τότε χαλάνε όλα. Μπαίνουν στη μέση οι λέξεις. Οι άτιμες λέξεις που δεν ενώνουν το χώρο, αλλά τον διαλύουν σε χιλιάδες θραύσματα-θαύματα.

Κάτω από τα χαλιά της επιφάνειας, συνήθως κρύβεται μια ολόκληρη ζωή που αγνοείς. Ας πούμε μια θλίψη, μια κρίση πανικού, ένας τρομερός χωρισμός, μια βαρετή ζωή, μια τεράστια απόφαση να ζει με τις αισθήσεις του όλες στα ύψη. Κάτι άλλο τέλος πάντων που θέλεις εσύ σώνει και καλά να φανταστείς. Γιατί ψοφάς για παραμύθι. Κι έρχεται μια στιγμή που τα παραμύθια πια δεν σε παρηγορούν και εκτιμάς περισσότερο από τις διαλυτικές λέξεις, τους ανθρώπους που μπορούν να προσφέρουν πιο πολλά απ’ αυτές. Ας πούμε να σε πιάσουν από το χείλος του γκρεμού την κρίσιμη στιγμή, γιατί έτυχε να περνούν. Να σου δώσουν το τιμόνι όταν φοβάσαι πιο πολύ και να σου πουν «προχώρα». Να σε πετάξουν μέσα στο νερό για να συνέλθεις. Να σου δώσουν την πιο ζεστή αγκαλιά γιατί μόνο αυτή θα σε συνεφέρει. Να σε κοιτάξουν ανάμεσα στα κενά βλέμματα και να σου πουν «έλα πάρε», όταν τα έχεις δώσει όλα. Να σου πουν «τώρα ανάσανε». Να κάτσουν απλώς δίπλα σου στον ήλιο και να είσαστε κι οι δυο αμίλητοι. Πόσο ωραίο να μοιράζεσαι τη σιωπή. Χωρίς εξηγήσεις.

Και την αμεριμνησία. Κάτι μου λέει ότι κλέβω λίγο απ’ το κομμάτι της και μόνο παρατηρώντας. Μια μέρα θα την απολαύσω κιόλας ολόκληρη. Κάτω από την επιφάνεια, γιατί αυτό είναι το δύσκολο. «Τώρα ανάσανε».

Κεραμεικός

Ο Ηριδανός ρέει εντός του. Ο κόσμος της μνήμης των νεκρών δίπλα σ’ αυτό των ζωντανών. Ο χρόνος μετράει αλλιώς. Στον Κεραμεικό. Ανάμεσα στην πολύβουη Πειραιώς και τη σφύζουσα Ερμού. Κάπου εκεί που εκφωνήθηκε ο Επιτάφιος του Περικλή. Άλλωστε για τους επιφανείς ανθρώπους κάθε τόπος μπορεί να γίνει ο τάφος τους. Μόνο που εδώ η ζωή συνεχίζει ακάθεκτη. Χελώνες τρέχουν. Λιβελούλες πετάνε πάνω από το ποταμάκι. Ελιές και συκιές στα καλύτερά τους. Μια κολοκυθιά με ανθούς κι έναν τεράστιο καρπό. Μια θεσπέσιου αρώματος ροζ τριανταφυλλιά. Λευκές πεταλούδες θυμίζουν τις ψυχές που αναπαύονται χιλιάδες χρόνια. Η ζωή έχει νικήσει το θάνατο. Η μνήμη συντηρείται. Τα μάρμαρα λαμπυρίζουν κάτω από το αττικό φως. Φεύγεις με μιαν αίσθηση αθάνατης θνητότητας. Η ομορφιά υποσκάπτει ακόμη και τη φθορά, μπαίνει μέσα της και τη μεταμορφώνει σε ένα παρόν που απαιτεί την πλήρη απόλαυσή του από σένα. Τα νεκροταφεία δεν είναι μόνο για να θυμόμαστε τους εκλιπόντες, αλλά και για να θυμίζουμε στους ζωντανούς να ζουν.

Ένα κάποιο νόημα. Φου.

Όσο υπεύθυνος άνθρωπος και να ‘σαι, όσο του ελέγχου -του δικού σου και των άλλων- έρχεται μια ώρα που πρέπει να παραδεχτείς την ήττα σου. Δεν είναι όλα στο χέρι σου. Τότε μπορείς να ανασάνεις. Ελεύθερος. Μόλις έχεις αρχίσει να κερδίζεις πίσω τη ζωή σου. Τότε είναι που σιγά σιγά αλλάζουν τα σύνορα του κόσμου. Εντός σου πρώτα. Και ύστερα η πραγματικότητα. Μεταβάλλεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Είναι που εκείνο το πέταγμα της πεταλούδας, έρχεται και ορίζει, φαίνεται, τη ζωή σου. Προηγουμένως προσπαθούσες ενοχικά να τα ερμηνεύσεις όλα. Να αναλάβεις την ευθύνη. Τρομοκρατώντας τον εαυτόν σου με τύψεις και πόσα «γιατί δεν» και ακόμη περισσότερα «τι έφταιξε». «Γιατί άφησα τον εαυτόν μου;» Γιατί άμα δεν τον άφηνες τον εαυτόν σου, δεν θα έπεφτες και δεν θα μάθαινες ποτέ πώς είναι ο κόσμος από εκεί κάτω. Από την ανθρώπινή του διάσταση. Τότε που τα χίλια κομματάκια σου σφαδάζουν από πόνο και ζητάνε γιατρειά. Και τι πρωτότυπο, δεν υπάρχει τίποτα να σε γιατρέψει.

Η αποδοχή της ήττας είναι μεγάλη υπόθεση. Να βρεις τα κότσια να πεις «δεν γίνανε τα πράματα» και να το πάρεις απόφαση. Μπορείς να χτυπιέσαι καιρό και να αναλώνεσαι στα διάφορα αναγκαία πένθη σου, αλλά μετά; Μετά πρέπει να γυρίσεις στη ζωή. Πανηγυρικά. Γιορτάζοντας. Όσο πιο γρήγορα μαζεύεις τα κομμάτια και αλλάζεις συνήθειες, τόσο το καλύτερο. Δεν αξίζουν όλοι και όλα το ίδιο πένθος. Ακόμη και σ’ αυτά υπάρχει αυστηρή αξιοκρατία. Με τι θα φας τη ζωή σου πρέπει να αξίζει σοβαρά τον κόπο. Αλλιώς; Αλλιώς θα ζούμε σε έναν παρελθοντικό χρόνο που δεν υπάρχει. Ούτε το μέλλον υπάρχει. Μόνο τούτη η μικρή στιγμούλα που ζούμε τώρα. Δεν αξίζει να την χαραμίζουμε, παρά να την χαρίζουμε εκεί που τραβάει η καρδιά μας. Η καρδιά μας ξέρει πάντα το σωστό για μας. Όπου παγώσει, είναι πια καιρός να φύγουμε για άλλους ήλιους. Στην αρχή θα μας τυφλώνουν στα μάτια, μπορεί και να μας καίνε, αλλά μετά εξοικειωνόμαστε και γίνονται δικοί μας. Είναι συνήθως αυτοί οι αστείρευτοι ήλιοι που κουβαλάμε μέσα μας. Είναι τα γέλια μας. Είναι οι μουσικές μας. Είναι τα ωραία μας φαγητά. Είναι τα μακρόσυρτα νυχτερινά τηλεφωνήματά μας. Είναι εκείνοι οι περίπατοι στη θέα που μας κόβει την ανάσα. Είμαστε εμείς. Ηττημένοι, λυπημένοι, μόνοι που δεν κρατάει για πάντα. Αξίζει να θυμόμαστε πώς είναι όμως. Για να μην παίρνουμε και πολύ αέρα. Όλα μπορούν να γκρεμιστούν. Εν ριπή οφθαλμού. Ιδίως εμείς οι ίδιοι πρώτοι και καλύτεροι. Γι’ αυτό μην σπαταλάμε το τώρα μας. Με τίποτα κατώτερό του.

Έχω αποφασίσει να γιορτάζω τις ήττες μου. Με ένα ωραίο ρούχο στην πιο ωραία ταράτσα της πόλης ή έστω στο πιο όμορφο κρυφό της σημείο, με την πιο ακριβή παρέα. Κι εκεί αλαφραίνουν όλα. Οι νίκες δεν χρειάζονται και πολλά πολλά, λάμπουν από μόνες τους. Οι λύπες μας όμως; Ε, αυτές θέλουν φροντίδα και χάρη και τις αισθήσεις μας σε εγρήγορση. Να ξαναγυρίσουμε στη ζωή, απολαμβάνοντας μικρές χαρές, ομορφιές, γεύσεις. Να παίρνουμε ικανοποίηση από το φαινομενικά ασήμαντο. Ποιος θα σου πει άλλωστε τι είναι σημαντικό;

Ούτε η νίκη ούτε η ήττα κρατάνε πολύ. Φου και φεύγουν. Στο διάκενο μένουμε εμείς. Ικανοί για την ωραιότητα και τη συναίσθηση της ζωής. Δεν είναι και λίγο. Είναι ένα κάποιο νόημα.

Μαγεία: το στήριγμα της ζωής

photo: scalidi

Η επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο ήταν μια αποκάλυψη. Δεν έπρεπε να έχω έρθει νωρίτερα. Δεν θα καταλάβαινα τίποτα. Ήταν η κατάλληλη ώρα. Με τον κατάλληλο άνθρωπο. Πιστεύω στους ανθρώπους. Ακόμα. Πιστεύω και στο σωστό συγχρονισμό. Όχι με την έννοια του μοιραίου ή του πεπρωμένου. Κάθε στιγμή έχει κάτι να σου δώσει άμα θελήσεις να το αντλήσεις. Και κάθε άνθρωπος. Τα τελευταία δύο χρόνια αφέθηκα στη μαγεία των ανθρώπων. Στη μαγεία που κρύβουμε μέσα μας. Όχι, σε αυτή των αγυρτών. Αλλά στη δύναμη να μεταμορφώνουμε τον εαυτόν μας. Να γινόμαστε αυτό που θέλουμε. Αυτό εγώ βρήκα ότι ήταν το μεγαλύτερό μου στήριγμα στη ζωή. Τον καιρό της κρίσης, της ανεργίας, του ευτελισμού πολλών πραγμάτων γύρω μου. Η μαγεία. Να μπορούμε δηλαδή να βλέπουμε την ομορφιά και να την βάζουμε στην ψυχή μας. Όχι αυτιστικά, αλλά σε αντιπαραβολή με την τεράστια ασχήμια. Και τη φτήνια και το ψέμα.

Στο μουσείο ήταν τόσο παρηγορητικό να διαπιστώνω ότι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα άνθρωποι σαν κι εμένα και σαν κι εσένα είχαν κάνει το ίδιο. Και συγκινήθηκα. Από το ότι εγώ και συ θα δούμε ένα ανθισμένο λουλούδι και θα νιώσουμε την ίδια χαρά που ένιωθαν στην Αίγυπτο μερικές χιλιετίες πίσω, στη μινωική Κρήτη, στη μυκηναϊκή μου πατρίδα. Βούρκωσα στη θέα των κοσμημάτων, όπως απολαμβάνω εγώ τον αμέθυστο και την κορναλίνη, το τυρκουάζ και τη φαγεντιανή, έτσι μια γυναίκα από το παρελθόν έφερε πάνω της τους ημιπολύτιμους λίθους για να θυμάται να επιθυμεί την ομορφιά και την αλήθεια. Το μουσείο ήταν μια υπενθύμιση της ζωής. Ένα νεύμα συγκατάθεσης. Ότι δεν έχω να φοβηθώ τίποτα όσο θέλω την ωραιότητα, αυτό που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή. 

photo: scalidi

Σε είδα να χαμογελάς από μακριά ανάμεσα στις βιτρίνες των εκθεμάτων με το θεραπευτικό σου βλέμμα, σε αποχαιρέτησα, σε άφησα πίσω στο χρόνο που ανήκεις και προχωράω στην περιπέτειά μου με μια πράσινη αβεντουρίνη στην καρδιά. Αυτό είναι μαγεία και καλή τύχη. Να επιθυμείς την αγάπη και τους ανθρώπους. Και τη ζωή. 

Οι ευχαριστημένοι

Η ευχαρίστηση, η ικανότητα να απολαμβάνει κανείς και να παίρνει ικανοποίηση απ’ αυτή την αξιοποίηση της δυνατότητάς του, αρχίζει να ταυτίζεται στο μυαλό μου με ενός είδους αξιοπρέπεια. Την αποπνέουν οι άνθρωποι που ακόμη κι όταν φαίνεται ότι τα έχουν χάσει όλα, παρόλα αυτά είναι σε θέση να χαρούν για το παραμικρό. Να δεις μια φλογίτσα στα μάτια τους. Μου φαίνεται ότι είναι οι τελευταίοι ρομαντικοί, οι τελευταίοι αισθησιακοί αισθητιστές με έναν δικό τους προσωπικό τρόπο.

Η καθημερινότητα βοά από ασχήμια. Όπως  σφύζει κι από ομορφιά. Πρέπει να διαλέξεις. Εάν θα τα ισορροπήσεις ή θα πας αποκλειστικά από τον έναν δρόμο. Θαυμάζω αυτούς που διαθέτουν το χρυσό μέτρο. Δεν είναι πολλοί. Τους θεωρώ τυχερούς κι ευτυχισμένους. Μακάριους. Θυμάμαι τη συμβουλή που μου δόθηκε παλιά, πρέπει συνεχώς να διαλέγεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις. Η επιλογή δεν ήταν πάντα ορατή, αλλά συνέβαινε. Ενστικτωδώς. Και κάποτε αποφάσιζε η ζωή για μένα. Μου έκλεινε το δρόμο ακόμη κι αν εγώ είχα την ψευδαίσθηση ότι θα ριχνόμουν στην ασχήμια με όλη μου την ορμή και θα την άλλαζα, θα την έκανα ομορφιά. Εκεί μου έγραφε αδιέξοδο, dead end. Έβαζε μπάρες και έφτιαχνε τοίχους, σκόρπαγε γκρεμούς. Και γύρναγα πίσω.

Τότε συναντούσα που και που κανέναν ευχαριστημένο. Ήταν απ’ αυτούς που δείχνανε το δρόμο. Ακόμα κι όταν δεν τους είχε ευνοήσει τίποτα, εκείνοι επέμεναν να χαίρονται με κάτι, να ονειρεύονται κάτι άλλο, να ακτινοβολούν αυτήν την αξιοπρέπεια: δεν χρειάζομαι τίποτα για να είμαι ικανοποιημένος, μου αρκεί το τίποτα. Ξέρεις το τίποτα είναι κάτι. Ξέρω πολλούς που όλα τους στρέχουν και δεν μπορούν ούτε μια τόση δα λάμψη να βρουν στη ζωή τους. Βιώνουν τραυματικά μια συνεχή έλλειψη. Κι είναι και κάτι άλλοι που κάνουν το κενό τη μεγαλύτερη πληρότητα. Κοιτάνε το ταβάνι ή το νυχτερινό ουρανό κι έχουν μέσα τους όλο τον κόσμο.

Κι εγώ όλο αδειάζω γλάστρες να φυτέψω το κενό ν’ ανθίσει.