«Και από κει βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα»

«Και από κει βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα»

Σάββατο του Λαζάρου. Σε ένα βιομηχανικό χώρο στο Μοσχάτο. Αδειος, γκρίζος, ουδέτερος. Μόνο το φως εισβάλλει και αρχίζει να στήνει το σκηνικό: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Αυτά τα διατρέχουμε μαζί με τους ηθοποιούς. Σε άσπρο και μαύρο, πάνω στον άχρωμο καμβά. Εκείνοι σε πατίνια στο υποτυπώδες σκηνικό της πρόβας, εμείς στο αδιαχώριστο παρασκήνιο: ένα τραπέζι με τα υπάρχοντα των συντελεστών να υπενθυμίζει την πραγματική ζωή κι ένα βάζο με κλωνάρια από ανθισμένες κουτσουπιές από την άνοιξη που βράζει και μας φέρνει στο πέρασμα, το Πάσχα, που κυοφορείται και διανοίγεται μέσα στον καθένα.

Ο Δάντης ξεπροβάλλει από τη μεσαιωνική του αχλύ, ανοίγοντας τον φεγγίτη προς την Αναγέννηση, διαπερνά τους αιώνες κι έρχεται μπροστά σου να σου θέσει τα ερωτήματα. Τι ’ναι ζωή, τι μη ζωή και τι τ’ ανάμεσό τους. Αυτή τη φορά, με την κουστωδία των υποκριτών να στροβιλίζεται με ροδάκια εμπρός σου. Η τεχνολογία στην υπηρεσία της ενέργειας και κυρίως της ποίησης. Ενα απροσπέλαστο κείμενο για το ευρύ κοινό, η «Θεία Κωμωδία» λίγο πριν ανέβει στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.

Η σκηνοθέτης Αργυρώ Χιώτη δίνει οδηγίες αθόρυβα σχεδόν ψιθυριστά, γνέφοντας και υποδεικνύοντας. Υπό το άγρυπνο βλέμμα φροντίδας του δραματουργού της παράστασης, του ποιητή και μεταφραστή Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου, δημιουργού του έργου «Σύσσημον ή Τα κεφάλαια». Η ορχήστρα κουρδίζεται –και κυριολεκτικά, αφού επί σκηνής παίζει ζωντανά ένα κουαρτέτο εγχόρδων– και η ομάδα των Vasistas από 22 Απριλίου έως 7 Μαΐου «ρολάρει» πάνω και μέσα από τις λέξεις του Δάντη, του Εντγκαρ Λι Μάστερς, του Εζρα Πάουντ, τις μουσικές του Φίλιπ Γκλας και του Στιβ Ράιχ.

Ο διάλογος

Ο ήρωας καταβυθίζεται μόνος ζωντανός στο μελαγχολικό ταξίδι του. Συναντά τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο, ας πούμε τη δική του σκιά, και αρχίζουν ένα διάλογο με τα πεθαμένα όνειρά τους, τις προσδοκίες, τις χαρές, τις χαμένες ή κερδισμένες μάχες τους, τις λύπες, εντέλει όλα εκείνα που συνιστούν την κόλαση και τον παράδεισο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Ενα διάλογο διακειμενικό και διαχρονικό, μια μεφιστοφελική διαπραγμάτευση υπαρξιακής ενηλικίωσης: ποιο είναι το κόστος για ό,τι αποκτάς, γίνεσαι, αφήνεις πίσω σου. Θυμίζει παράλληλο προσωπικό μονόλογο, ένα tango μισό, παράλυτο που ψάχνει ταίρι για να στηριχτεί. Το άλλο μισό πρέπει να το βρει και να το συμπληρώσει ο θεατής.

Η παράσταση χειμαρρώδης, μελετημένη υπερπλούσια, είναι ένας στροβιλισμός ποιητικών ροών. Πρέπει να σταθείς ακίνητος, αλλά όχι αμετακίνητος μέσα σου, να καταφέρεις να καταλαγιάσουν τα κύματα που σου ξυπνάει, προκειμένου να κατασταλάξουν τα λόγια, να φιλτράρεις τα δικά σου ωφέλιμα, να αφεθείς στην κίνηση και τη δίνη που συνεπαίρνει και να βγεις απ’ αυτό το παιχνίδι φρέσκος, καινούργιος και λίγο πιο έτοιμος να βλέπεις τη ζωή σου και κυρίως να τη ζεις.

Η Βεατρίκη, η αγαπημένη του ποιητή, θα αναδυθεί· το νόημα της αγάπης, της ζωής, της αλήθειας ζητάει δικαίωση. «Σιωπηλοί και μόνοι κι ασυντρόφευτοι πηγαίναμε, ο ένας μπροστά κι ο άλλος ξοπίσω, όπως πηγαίνουν οι καλόγεροι σε δρόμο». Η σκηνική δημιουργία και δράση –ακόμη και οι ήχοι από τα πατίνια πατούν πάνω σε αρμονικές γραμμές– σε βάζει στο κείμενο, σε μυεί στο σκηνοθετικό, δραματουργικό όραμα και στην πορεία σε ξαναβγάζει έξω στο δικό σου απόσταγμα, καταστάλαγμα. Δίνει μια ελευθερία που προσιδιάζει σε αυτή της λογοτεχνίας, μόνο που το επιτυγχάνει με έναν άλλον ιδιότυπο τρόπο, που μοιάζει με χοροθέατρο, αλλά τελικά είναι κάτι άλλο, δικό του. Μια performance που επιτρέπει στην ποίηση και στις λέξεις να κινηθούν, να πλανηθούν στον χώρο και στον άχρονο χρόνο, χάρη στην ταχύτητα και στο πάγωμά της.

Η ομάδα Vasistas –που στα γαλλικά σημαίνει φεγγίτης– πραγματικά στηρίζοντας ο ένας τον άλλον υποδειγματικά πάνω στη σκηνή, χωρίς να χάνουν τη μοναδικότητα και την προσωπικότητά τους, σκαρφαλώνουν, φτάνουν στον φεγγίτη και τον ανοίγουν για να δούμε το φως, όποιο φέρει ο καθένας και είναι σε θέση να αναγνωρίσει εντέλει. Μια ξεχωριστή αισθητική εμπειρία, που ο καθένας μπορεί να νοηματοδοτήσει για τον εαυτό του.

​​«Θεία Κωμωδία» από την Αργυρώ Χιώτη και την ομάδα Vasistas. Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, Κεντρική Σκηνή, 22 Απριλίου – 7 Μαΐου 2017, 8.30 μ.μ.

Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Ευθύμης Θέου, Ελένη Βεργέτη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Αντώνης Αντωνόπουλος, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ματίνα Περγιουδάκη και Γιάννης Κλίνης.

Κουαρτέτο εγχόρδων: Αλέξης Καραϊσκάκης Νάστος (τσέλο), Φαίδων Μηλιάδης / Μιγκέν Σελμάνι (πρώτο βιολί), Αγγελική Κασδά (δεύτερο βιολί), Γιάννης Ρωμανός / Ηλίας Λιβιεράτος (βιόλα).

Χορεύοντας με τις… νοσοκόμες

«Χορεύοντας με τις… νοσοκόμες»

Ενόσω στην Ελλάδα η μάστιγα του ράντζου στη δημόσια υγεία δεν έχει εκλείψει, στην Αγγλία –με ελληνική συμμετοχή– βρίσκεται σε εξέλιξη το «Careful» project. Ενα έργο που επιχειρεί να βοηθήσει το νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό να ενδυναμώσει την ενσυναίσθησή του απέναντι στον ασθενή, αλλά και να στρέψει το ενδιαφέρον του φροντιστή στον τομέα της υγείας προς τον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να είναι ακέραιος και υγιής, σε θέση να παρέχει καλύτερες υπηρεσίες προς τους νοσηλευομένους.

Η παράσταση «Careful» λαμβάνει χώρα με διττό τρόπο: είτε στη θεατρική σκηνή, ήδη έχει παιχτεί στο θέατρο «Rose», είτε στην εκπαιδευτική νοσοκομειακή πτέρυγα του Πανεπιστημίου Kingston, με το κοινό να ξαπλώνει στα κρεβάτια και να παρακολουθεί την παράσταση συμμετέχοντας διαδραστικά. Πρόκειται για χοροθέατρο που έχει στηθεί από τη σκηνοθέτιδα Alex Mermikides και μια πενταμελή ομάδα χορευτριών. Χρηματοδοτείται από το Arts Council της Αγγλίας. Η πιο πρόσφατη παράσταση πραγματοποιήθηκε στις 4 Μαρτίου στο Ivy Arts Centre.

Η σκηνοθέτις έζησε προσωπικά μια έντονη εμπειρία, με τον αδερφό της, Milton, να νοσεί από λευχαιμία και την ίδια να γίνεται δότρια μυελού των οστών. Ο αδερφός της σώθηκε και έχει γράψει πια τη μουσική της παράστασης, με ήχους από το νοσοκομείο και την καθημερινότητα μέσα σ’ αυτό, καθώς ο ίδιος είναι μουσικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Surrey. Η σκηνοθέτις εστιάζει και στην ακόμη πιο δική της κατάσταση, όταν έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί και τι αντιμετώπιση είχε η ίδια από το νοσηλευτικό προσωπικό του μαιευτηρίου. Ηταν ακόμα ένα κίνητρο ώστε να «μιλήσει» με την τέχνη της για αυτές τις συνθήκες, η ίδια διδάσκει άλλωστε δραματουργία στο Πανεπιστήμιο του Kingston. Το κοινό βίωμα με τον αδερφό της υπήρξε καθοριστικό και για τους δυο τους, αλλά ο παράγων εκείνος που έδωσε το έναυσμα για εκτεταμένη έρευνα πάνω στο θέμα και την εν λόγω παράσταση ήταν ένα ιατρικό σκάνδαλο, γνωστό ως «Francis Report», που ξέσπασε στην Αγγλία και αφορούσε τα τρωτά του νοσηλευτικού συστήματος. Μου αφηγείται την παράσταση «Careful» και όλη τη διαδικασία δημιουργίας της η κ. Θάλεια-Μαρί Παπαδοπούλου που παίζει στo έργο – με την πράσινη στολή νοσοκόμας. Η ίδια, με σπουδές Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, χορογράφος, χορεύτρια, πιανίστα και μουσικοπαιδαγωγός, εργάζεται ως καλλιτεχνική συνεργάτις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο τμήμα Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Δράσεων. Με επίσης βιωμένη προσωπική εμπειρία, μου λέει πως κάποια στιγμή όλοι βρισκόμαστε στην ίδια θέση, είτε να νοσηλευτούμε είτε να συνοδεύσουμε ασθενή και να τον στηρίξουμε.

Κι εγώ που ενδιαφέρθηκα για τη θεματολογία αυτής της παράστασης, είχα την εμπειρία πολυήμερης νοσηλείας συγγενικού μου προσώπου στην καρδιολογική κλινική του Νοσοκομείου του Αργους, με ταυτόχρονη φροντίδα από το Τεχνητό Νεφρό του ίδιου θεραπευτηρίου.

Εκεί ήρθα σε πλήρη γνώση τού τι εστί ενσυναίσθηση, ευγένεια, σεβασμός, ανθρωπιά από τους γιατρούς, τον επικεφαλής και τις διαβαθμίσεις τους, το νοσηλευτικό προσωπικό, μέχρι τις καθαρίστριες. Πείστηκα ότι δεν αρκούν μόνο οι ιατρικές γνώσεις που οφείλουν να είναι πλήρεις, αλλά υπάρχει ένα άλλο κομμάτι, εκείνο της ψυχολογίας του ασθενούς, που χτίζεται από την αγάπη και τη δοτικότητα του περιβάλλοντος. Μικρές κινήσεις που μπορεί να σημαίνουν τα πάντα. Ενα χάδι στο προσκέφαλο, το να θυμάσαι το όνομα του ασθενούς και να του απευθύνεσαι με γλυκύτητα, ένα «αφήστε τον να κοιμηθεί, θα περάσω αργότερα», που μέσα σε τέτοιες ειδικές συνθήκες έχουν τη βαρύτητα της μητρικής αγάπης για τον ευπαθή άνθρωπο στο κρεβάτι της ασθένειας.

Η χορογράφος μού θυμίζει ότι ο νοσοκόμος, όπως και ο χορευτής, έχουν το ίδιο εργαλείο: το σώμα. Μου τονίζει πως οι γιατροί κι οι νοσοκόμοι βιώνουν την κατάρρευση των σωματικών και ψυχικών τους δυνάμεων (burn out), και ουσιαστικά το «Careful» θέλει να κινητοποιήσει προς την κατεύθυνση της αυτοφροντίδας, ώστε οι θεραπευτές να λάβουν ικανές βοήθειες στην εκπαίδευσή τους –ασκήσεις αναπνοής, συμβουλές για να ξεκουράζονται σωματικά και ψυχικά την ίδια την ώρα της εργασίας τους– για να αντέχουν. «Αυτό που πραγματευόμαστε», μου λέει η κ. Παπαδοπούλου, «είναι όλες τις φάσεις, μέσα σε μία μέρα, της εργασιακής ζωής ενός νοσηλευτή με τους ασθενείς. Από τη μια πλευρά είναι η ενσυναίσθηση, θες να δώσεις όλη τη φροντίδα και τη συμπόνια, αλλά από την άλλη υπάρχουν και οι συνθήκες που συνειδητοποιείς ότι είσαι άνθρωπος και δεν μπορείς να συνεχίσεις. Κι αυτή είναι η στιγμή που φαίνεται ο νοσοκόμος ως χαρακτήρας, ως άνθρωπος. Στο έργο, οι χαρακτήρες είναι κάθε μία νοσοκόμα σε άλλη φάση της καριέρας της. Πέντε πολύ χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι πιο συνήθεις ασθένειες. Ο ηλικιωμένος με εγκεφαλικό, ο καρδιοπαθής, ένας έφηβος διαβητικός, η μαία που ξεγεννάει συνέχεια – εμφανίζεται μάλιστα σαν μαζορέτα, σε συνεχή γιορτή και χαρά… Το ενδιαφέρον είναι ότι το κοινό αποτελεί το σενάριό μας. Είτε είναι στη σκηνή είτε στα κρεβάτια. Το κοινό ήταν φοιτητές νοσηλευτές, προσωπικό του πανεπιστημίου, ύστερα γιατροί και νοσοκόμοι, αλλά και απλός κόσμος. Πρόκειται για μια συνεργασία καλλιτεχνών και ερευνητών, ακαδημαϊκών, δεν είναι μόνο η προσωπική οπτική κάποιου –που σαφώς υπάρχει κι αυτό το στοιχείο– αλλά είναι ταυτόχρονα μια έρευνα. Θέλουμε η τέχνη να δώσει εργαλεία και στους νοσοκόμους και τους γιατρούς για την αυτοφροντίδα τους, να είναι οι ίδιοι κατ’ αρχήν καλά, να μην εξοντώνονται και κουράζονται τόσο ώστε να γίνονται μετά αυτοί οι τοίχοι που δεν διαπερνάς με τίποτα…».

Μιλώντας με πάθος για τον χορό, μου εξιστορεί πώς ξεκίνησε ως θεραπευτικό μέσον αρχικά (με παράδειγμα την ταραντέλα) και δεν είναι μόνο η πολυτέλεια που νομίζουμε σήμερα. Η ίδια πιστεύει στον ακτιβισμό της τέχνης, στο ανοικτό σύστημα που είναι η τέχνη και που μπορεί να λειτουργεί ευεργετικά σε τόσους πολλούς τομείς της ζωής μας. Δίπλα στα θέατρα της αρχαιότητας άλλωστε, υπήρχε συνήθως κι ένα Ασκληπιείο… Για τη δε ενσυναίσθηση, την περιγράφει αδρά ως τη μετακίνηση μέσα μας ενός τεράστιου ογκόλιθου που συνήθως είναι το εγώ μας, ώστε να γίνει χώρος και για τον άλλον.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σύνδεσμος: https://chimeranetwork.org
Σκηνοθεσία: Alex Mermikides
Ηχος: Milton Mermikides
Χορογραφία: Adam Kirkham
Φωτισμοί: Andrew Nasrat
Performance: Archana Ballal (μοβ στολή), Philippa Hambly (γαλάζια στολή), Thalia-Maria Papadopoulou (πράσινη στολή), Helena Rice (σκούρα μπλε στολή), Dominique Vannod (μαύρη-άσπρη στολή)

Έντυπη

Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι

«Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι»

ΖΑΚ ΕΜΠΡΑΧΙΜ & ΤΖΕΦ ΤΖΑΪΛΣ
Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗ
μτφρ.: Πηνελόπη Τριαδά
εκδ. Key Books
σελ. 112

«Ενσυναίσθηση, ειρήνη, μη βία – μπορεί να μοιάζουν ακατάλληλα εργαλεία στον κόσμο της τρομοκρατίας που ο πατέρας μου βοήθησε να δημιουργηθεί», πόσο θάρρος θέλει για να αρθρώσεις αυτές τις λέξεις δημοσίως. Ιδίως σε μια ομιλία TED. Και να πεις ποιος είσαι, ενώ κρυβόσουν μια ζωή, άλλαζες τόπους και ταυτότητες για να μη μάθουν οι άλλοι τη δυσβάσταχτή σου αλήθεια.

«Ο γιος του τρομοκράτη» ονομάζεται το βιβλίο του Ζακ Εμπραχίμ που έχει γράψει μαζί με τον δημοσιογράφο Τζεφ Τζάιλς και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Key Books», σε μετάφραση της Πηνελόπης Τριαδά. Ο επεξηγηματικός υπότιτλός του «Η αληθινή ιστορία μιας επιλογής», είναι εκεί για να τονίζει όχι μόνο τις φονικές επιλογές του πατέρα του Εμπραχίμ, αλλά κυρίως την επιλογή τη δική του να απεμπλακεί από τον κύκλο του μίσους, του αίματος, του φόβου, της φρίκης. Και για να θυμίζει σε όλους ότι υπάρχει η πιθανότητα της επιλογής.

Είσαι μικρούλης, λοιπόν, εφτά χρονών, έχεις γεννηθεί το 1983, ζεις στον κόσμο εκείνο που είναι όλα πλασμένα από το υλικό της παιδικότητάς σου και ξαφνικά το οικοδόμημα γκρεμίζεται. Ο αγαπημένος σου πατέρας, εκείνος που θα γίνει στη συνέχεια το τεράστιο τραύμα εντός σου κι εκτός σου, εκείνος που δεν θα του μιλήσεις πάλι μετά τα 18 σου χρόνια, πυροβολεί και σκοτώνει στις 5 Νοεμβρίου του 1990 τον αρχηγό του Συνδέσμου Εβραϊκής Αμυνας. Το δράμα για την οικογένεια του θύματος έχει ξεκινήσει, αλλά υπάρχουν και τα άλλα αφανή θύματα, τα μέλη της οικογένειας του τρομοκράτη. Η βία μόλις εκδηλωθεί, σκάει στα χέρια όλων κι έχει μόνο ηττημένους και πληγωμένους. Εκτός κι αν κάποιος, όπως αυτός ο μικρούλης γιος του τρομοκράτη, αναλάβει να πάρει μια θεμελιώδη απόφαση: να μετουσιώσει, όσο γίνεται, αυτό το κακό που βιώνει σε μια μεγάλη φωτεινή λεωφόρο αγάπης και ανθρωπιάς. Πρώτα για να αντέξει ο ίδιος τα δεινά της ζωής του, από τη μεγάλη εσωτερική πληγή, μέχρι τον σχολικό εκφοβισμό και τον μεγάλο κυρίαρχο φόβο της βίας και του κυνηγητού και στη συνέχεια για να δώσει ένα νόημα στον δικό του δρόμο, κάνοντας μια ισχυρά πάμφωτη επιλογή έναντι του σκοταδιού και του θανάτου που σκόρπισε η πατρική φιγούρα.

Είχε να διαλέξει το όνομα του πατέρα του από τη μία που αναφερόταν θριαμβευτικά σε διάγγελμα του Μπιν Λάντεν και από την άλλη τα λόγια του Γκάντι: «Ο άνθρωπος είναι προϊόν των σκέψεών του. Γίνεται αυτό που σκέφτεται», που είχε μιλήσει και για τον κόσμο που θα ερχόταν. Ο Ελ-Σέιντ Νοσέρ, ο πατέρας του μικρούλη Ζι, όσο ήταν στη φυλακή εκτίοντας την ποινή για τη δολοφονία που είχε διαπράξει, συνέχισε την καταστροφική τρομοκρατική του δράση. Βοήθησε, ακόμη και έγκλειστος, στον σχεδιασμό του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993. Οπως γράφει χαρακτηριστικά ο Εμπραχίμ, με το να μην έχει καμία επαφή πια με τον πατέρα του, απέφυγε να γίνει αποδέκτης των βέβαιων πανηγυρισμών του Νοσέρ, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Τότε που η Αμερική βυθιζόταν στο πένθος, η καρδιά του συγγραφέα πια ράγιζε και όλο δυνάμωνε μέσα του η απόφαση, η επιλογή να κάνει ό,τι μπορεί για τη διάδοση της ειρήνης και της ανεκτικότητας. Ως παιδί, μετακόμισε πάνω από είκοσι φορές με τη μητέρα του και ό,τι απέμεινε από την οικογένειά του για να μπορέσει να επιβιώσει.

Η μητέρα του, μια Αμερικανίδα που είχε ασπαστεί το Ισλάμ και η αγάπη της αυτή για τη θρησκεία στάθηκε το συνδετικό στοιχείο με τον Νοσέρ. Τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε όταν εκείνος ήταν ένας γλυκός και μειλίχιος άντρας. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Η κραυγή της, η κούραση μιας γυναίκας με μαντίλα που τα έχασε όλα, πλην της αγάπης που διακηρύττει πια ο γιος της. Εζησε στο πετσί της τη μισαλλοδοξία και τον φόβο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Εμπραχίμ πώς η ίδια της η μητέρα δεν την αποδεχόταν για τη θρησκευτική της επιλογή και που πια, όταν έπαθε γεροντική άνοια, το είχε πια ξεχάσει, μαζί με τη συνήθεια του καπνίσματος.

Για να επανέλθουμε στα λόγια του Γκάντι, «ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων», ταιριάζει πια μ’ αυτό που διάλεξε να γίνει, όχι εύκολα και σίγουρα, όχι χωρίς τίμημα και κόστος, ο Ζακ Εμπραχίμ. Μια αφήγηση κόστους, αυτό που συνήθως είναι η γενναιότητα.

Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις

«Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις»

Είναι μια μάγισσα της γραφής. Ο μύθος της ενισχύεται όσο περνάει ο καιρός. Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920 – 1977) ακούγεται πια δίπλα δίπλα με τον Τζόις, τον Μπόρχες και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το έργο της «Η ώρα του αστεριού» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το πρώτο μέρος του βιβλίου σε πιάνει από το λαιμό, δεν σ’ αφήνει να ανασάνεις και σου κλέβει για πάντα την καρδιά. Ποια είναι αυτή που τολμά να γράφει έτσι; Ιδίως στην εποχή της; Στη βιτρίνα, η καλογυαλισμένη σύζυγος διπλωμάτη, στα ενδότερα μια σκαπανέας της γραφής.

«Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά». Εκείνη που ξέρει πώς είναι «το βλέμμα ανθρώπου με πληγωμένο φτερό», εκείνη που αναρωτιέται «πόσο ζυγίζει το φως», εκείνη που αποφαίνεται ότι «κανείς δεν μπορεί να μπει στην καρδιά κανενός», χρησιμοποιώντας τον άντρα αφηγητή της ιστορίας της.

Μεταφυσική, αλλά και υπεργειωμένη, με γραφίδα πότε γυαλιστερό νυστέρι και πότε φτερό κύκνου, έχει γράψει «μαγικό» μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, πριν ακόμα και από το μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Υπήρξε πριν την εποχή της, γι’ αυτό διαβάζεται και ως πιο σημερινή από τους σημερινούς. «Το να σκέφτεσαι είναι πράξη. Το να αισθάνεσαι είναι γεγονός… Θεός είναι ο κόσμος. Η αλήθεια είναι πάντα μια εσωτερική και ανεξήγητη επαφή. Η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να τη σημαίνει… Η κίνηση είναι πνεύμα… Ενας τρόπος να αποκτάς είναι μη γυρεύεις, ένας τρόπος να έχεις είναι να μη ζητάς και μόνο να πιστεύεις πως η σιωπή που, το πιστεύω, υπάρχει μέσα μου είναι απάντηση στο δικό μου – το δικό μου μυστήριο».

Μιλώντας με τον μεταφραστή και βιογράφο της Benjamin Moser, επιβεβαιώθηκε απλώς η λατρεία στο αμφιλεγόμενο πρόσωπό της και η γητεία που πετυχαίνει με όποιον τη νιώσει συγγενή του.

– Πώς αποφασίσατε να μεταφράσετε την Κλαρίσε Λισπέκτορ και φυσικά να γίνετε ο βιογράφος της;

– «Συνάντησα» την Κλαρίσε στο Πανεπιστήμιο στην Αμερική, όταν σπούδαζα πορτογαλικά. Κατά λάθος έγινε αυτό: ήθελα να μάθω κινέζικα, αλλά μετά από μια αλληλουχία γεγονότων κατέληξα να κάνω πορτογαλικά. Μετά από ένα χρόνο περίπου, αρχίσαμε να μελετούμε μικρά έργα από τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και συγκλονίστηκα από την «Ωρα του αστεριού». Χαίρομαι που μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ηταν το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα για κείνη. Αλλά η εξαίσια συμφωνική εισαγωγή της –η αφιέρωση στους μουσικούς που πλούτισαν τη ζωή της– ήταν τόσο όμορφη που αμέσως την ερωτεύτηκα. Κι όταν ερωτεύεσαι κάποιον, θέλεις να μάθεις γι’ αυτόν. Πού μεγάλωσε; Ποια ήταν η οικογένειά του; Τι βιβλία διάβασε; Και αυτή η περιέργεια μεγάλωνε και μεγάλωνε, μέχρι που έγινε η βιογραφία της κι ύστερα όλη η έκδοση στα αγγλικά του συνολικού της έργου. Ηταν μεγάλη τιμή για μένα να βλέπω ότι η δουλειά μου την οδήγησε σε μια θέση τόσο ξεχωριστή στην αγγλική γλώσσα –ήταν η πρώτη συγγραφέας από τη Βραζιλία που βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο του New York Times Book Review – και να την παρακολουθώ να διαβάζεται σε όλο τον κόσμο και τώρα στην Ελλάδα.

– Ποια στοιχεία του βίου και του έργου της θεωρείτε εσείς τα πιο αξιοπρόσεκτα;

– Το απίστευτο με τη ζωή της είναι ότι ήταν ένα μωρό Εβραίων προσφύγων από το χειρότερο μέρος στον κόσμο εκείνη την εποχή, την Ουκρανία μετά τον Α΄ Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέρος μαζικής πείνας και τρομακτικών θρησκευτικών διώξεων. Από ένα θαύμα, οι γονείς της κατάφεραν να την πάρουν στη Βραζιλία. Εκεί, μεγάλωσε, έγινε μια όμορφη νέα γυναίκα κι ύστερα εξελίχθηκε σ’ αυτή την εξαιρετική μορφή που λατρεύτηκε στη Βραζιλία σαν αγία. (Εάν νομίζετε ότι υπερβάλλω, δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το μνημείο της στο Ρίο ντε Τζανέιρο που είναι ένας τόπος προσκυνήματος για τους αναγνώστες της από ολόκληρο τον πλανήτη.) Πώς αυτό το κορίτσι έγινε αυτή που έγινε; Είναι ένα μυστήριο που τυλίγει κάθε εξαιρετικό καλλιτέχνη. Δεν είμαι όμως ο μόνος που αισθάνεται αυτή τη σχεδόν θρησκευτική γοητεία. Είναι δύσκολο να εξηγήσω γιατί η γραφή της είναι τόσο υπέροχη, αλλά γι’ αυτούς που το αισθάνονται, είναι από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής τους. Κι εμένα μου συνέβη στη ζωή μου.

– Τι αγαπάτε περισσότερο στην προσωπικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ αλλά και στο έργο της;

– Μου αρέσει η αίσθηση ότι μιλάει σε μένα απευθείας, ότι με ξέρει πολύ καλύτερα από μένα τον ίδιο. Εχω κλείσει τα σαράντα, οπότε τη διαβάζω εδώ και είκοσι χρόνια, περισσότερο από το μισό της ζωής μου. Και ενθουσιάζομαι από το πόσο τα όσα πιστεύω για τον κόσμο, για την αγάπη, για τη ζωή, για τον θάνατο και τον Θεό, προέρχονται από την Κλαρίς. Νιώθω στοιχειωμένος απ’ αυτήν, αλλά με έναν τρόπο που σε στοιχειώνουν οι άνθρωποι που πραγματικά έχεις αγαπήσει, όπως η γιαγιά μου· άνθρωποι που με βοήθησαν να κατανοήσω το πώς να ζω. Στη Βραζιλία –αλλά και παγκοσμίως– είναι γνωστή με το μικρό της όνομα κι αυτό γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι νιώθουν για κείνη το ίδιο.

– Τι αισθάνεστε να σας συνδέει με τη λογοτεχνία της;

– Πέρα από τη συναισθηματική εγγύτητα, υπάρχει μια διανοητική σύνδεση με τη γραφή της που ποτέ δεν παύει να με συναρπάζει. Για να τη μεταφράσω είχα να καταλάβω πόσο περίεργα είναι τα πορτογαλικά της, πόσο ούτε μια απλή πρότασή της δεν είναι διατυπωμένη με «κανονικό» τρόπο. Σε κάνει να σκέφτεσαι για κάθε λέξη που αρθρώνεις. Και το να τη μεταφράσεις είναι πολύ δύσκολο γιατί συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι να μην λες το οτιδήποτε «φυσιολογικά», «κανονικά». Προσπαθείς να το απαλύνεις, προσπαθείς να το κάνεις να ακουστεί πιο φυσικό και καταλήγεις να θαυμάζεις ένα πρόσωπο που κατάφερε να αντισταθεί σε κάθε συμβατικότητα τόσο άγρια, όπως εκείνη. Είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο αυτό γιατί, επί πολλά χρόνια, ήταν μια καθωσπρέπει σύζυγος διπλωμάτη, μια πανέμορφη ξανθιά γυναίκα που καθόταν απλώς και χαμογελούσε. Και κάτω από όλη αυτή την επιφάνεια υπήρχε μια ατσάλινη αντίσταση σε κάθε σύμβαση, μια μαχητής, μια επαναστάτρια.

​​Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μάριου Χατζηπροκοπίου, το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ «Η ώρα του αστεριού».

Ταξίδι προς τη γνώση με παιχνίδι και κέφι…

«Ταξίδι προς τη γνώση με παιχνίδι και κέφι»

Με ινδική μουσική ως υπόκρουση, μαθητές της Γ΄ ή της Δ΄ Δημοτικού, αντίστοιχα, σε διάταξη μικρού τρένου μπαίνουν στο εργαστήριο της Σχολής Χιλλ στο κέντρο της Αθήνας. Εφοδιασμένοι με τα υλικά τους για να γνωρίσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει –και άρα τον εαυτόν τους– μέσα από τα κάτοπτρα της επιστήμης. Εν προκειμένω, της Φυσικής. Ενα κουτάκι γάλα, ένα πλαστικό άδειο μπουκάλι, ένα χαρτί, μαρκαδόροι, μία μπαταρία, ένα κινητηράκι που μπορεί να έχει αφαιρεθεί από ένα αποσυναρμολογημένο παλιό παιχνίδι, ένας φακός, καλώδια, λαμπάκια.

Τα πιτσιρίκια ανασκουμπώνονται και εκπαιδευμένα από τη δασκάλα τους Φυσικό, κ. Τίνα Νάντσου, να αναζητούν λύσεις, να επιχειρούν μόνα τους και να θέτουν ερωτήσεις, ξεκινούν την περιπέτεια του ταξιδιού προς τη γνώση. Αφοσιωμένα εργάζονται και μαθαίνουν να δουλεύουν βοηθώντας τον διπλανό τους, ενώ γύρω τους ένας ηλιακός φούρνος αναπαύεται και περιμένει να τον τελειοποιήσουν, πλανήτες αυτοσχέδιοι κρέμονται στο σύμπαν που ξεκουράζεται σε ένα ράφι, ένα μοντέλο πειράματος του CERN τα παρατηρεί από ψηλά. Η παιδική μαγεία είναι εδώ, όσο η επιστήμη δουλεύει υπόγεια εντός τους. «Πειράματα Φυσικής με απλά υλικά» διδάσκονται παίζοντας και διασκεδάζοντας. Πιο πέρα μια συσκευή, αποτέλεσμα πειράματος παλιότερου μαθητή, εξηγεί την ύλη και την αντι-ύλη, με ένα κύκλωμα που αναβοσβήνει, τη φωτογραφία του ίδιου του μικρού ως εαυτού και αντι-εαυτού που όταν αυτοί οι δύο συναντιούνται, τότε παράγεται φως. Ο Γιουνγκ θα χαμογελούσε με μια τέτοια διατύπωση, ιδίως άμα άκουγε τον ορισμό του βραχυκυκλώματος. Αλλωστε, παραδίπλα βλέπεις ένα φορητό «Bing Bang», που όποιος θέλει μπορεί να κατασκευάσει και να πάρει στο σπίτι του…

Επιφωνήματα του τύπου «αριστούργημα», «είναι τέλειο», ακολουθούν τη δραστηριότητα του «Κύκλου περιβάλλοντος», όπου με ένα φακό, λίγο νερό και ένα διάφανο ποτήρι, τα παιδιά μελετούν το φως, το φάσμα του, την ατμόσφαιρα, το γιατί ο ουρανός είναι μπλε και το ηλιοβασίλεμα κόκκινο.

Η πρόσκληση να παρακολουθήσουμε το εργαστήριο των πειραμάτων αφορούσε τις πολλαπλές δραστηριότητες της δασκάλας τους που διατηρεί και ομώνυμο ιστολόγιο (http://tinanantsou.blogspot.gr) και η οποία έχει την παιδαγωγική επιμέλεια στην εκπαιδευτική πρωτοβουλία, «Playing with Protons» (http://playingwithprotons.web.cern.ch), στο πλαίσιο των δράσεων του πειράματος CMS του CERN. Η τεχνολογία, η καινοτομία και η επιστήμη είναι διαθέσιμες στα δάχτυλα πια των δραστήριων εκπαιδευτικών αλλά και των παιδιών που έχουν την τύχη να λαμβάνουν κίνητρα και ερεθίσματα να έρθουν κοντά τους και να αγαπήσουν την έρευνα, την αναζήτηση, τη δημιουργία. Ηδη, στο πλαίσιο του παραπάνω προγράμματος, δέκα υποτροφίες δόθηκαν σε εκπαιδευτικούς και δημόσιων σχολείων από την Ελευσίνα, τη Χίο, τη Ραφήνα, τα Σπάτα, την Ελευσίνα, την Κρήτη, τη Θεσσαλονίκη, τη Σαντορίνη προκειμένου να διαχυθεί αυτή η προσπάθεια γνώσης και πειραματισμού για τα παιδιά, ενώ μια βόλτα στο Διαδίκτυο σε κάνει να εκπλήσσεσαι για το πόσο κάτι που πριν από χρόνια θα φάνταζε τόσο μακρινό και άπιαστο στα μάτια μας, όπως το CERN, έχει έρθει τόσο κοντά στα παιδιά της Ελλάδας και της Ευρώπης, με προγράμματα, επισκέψεις και πολλές πρωτοβουλίες διάδοσης των οραμάτων της επιστήμης.

Έντυπη

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

Με ομιχλώδες πιο πολύ από ποτέ το διεθνές περιβάλλον, ύστερα από την εκλογή Τραμπ, επαναλαμβάνεται ένα ψυχολογικό μοτίβο που στη σύγχρονη τέχνη και λογοτεχνία κατέχει εξέχουσα θέση. Η δυστοπία, με την έννοια όμως μιας οδυσσεϊκής περιπλάνησης, διόλου ονειρικής. Ενας άνθρωπος μόνος του προσπαθεί να επιβιώσει, τέτοιο είναι το ταξίδι του, μια μάχη με το εσωτερικό του σκοτάδι, μα κυρίως με τη ρημαγμένη γύρω του γη. Την αντικειμενικά καμένη χώρα. Την αποσύνθεση του γνωστού μας μέχρι πρότινος κόσμου, που μπορεί και να πεθαίνει σαν πλανήτης. Μα, κυρίως, ο εφιαλτικός φόβος μας γι’ αυτό. Αν και την ανθρωπινότητά μας, την ανθρωπιά μας, τη διασφαλίζει το γεγονός ότι μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα παρατηρητές των γεγονότων, της Ιστορίας, έτσι ο παρατηρητής, εκτός από παρατηρούμενος, μπορεί να αλλάξει θέση και να παρέμβει στα τεκταινόμενα.

Χωρίς να ξέρουμε ακόμη πώς θα εκπληρωθούν οι προθέσεις της διακυβέρνησης Τραμπ τόσο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής όσο και σε ενεργειακά και οικονομικά ζητήματα που αναμένεται να καθορίσουν και τις εξελίξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη –ύστερα κι από οκτώ χρόνια χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και τις έπληξαν δραματικά, με εκατομμύρια άνεργους και άστεγους πολίτες και με τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών, προσφυγικού κύματος, που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία προς την ευρωπαϊκή ήπειρο–, ήδη έχουν απλώσει τη βαριά σκιά τους οι φόβοι για την οπισθοδρόμηση σε θέματα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκοσμίως. Το κλίμα δυσαρέσκειας στο φιλελεύθερο κομμάτι του κόσμου αποκτά διαστάσεις ζόφου, όταν προστίθενται σε αυτό οι πανηγυρισμοί από τη μερίδα εκείνων που επιχαίρουν και τυγχάνει να είναι υπέρ της οπλοχρησίας, των ρατσιστικών διακρίσεων, φιλοφασιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Το ντόμινο ελλοχεύει.

Την ατμόσφαιρα αυτή, οι συγγραφείς και οι ποιητές και οι σκηνοθέτες, την ξέρουν καλά, τη μελετούν πιο διαισθητικά από όλους –ιδίως όταν ο ορθολογισμός μας φτάσει σε αδιέξοδο και μας προδίδει– και μπορούν να την αποδώσουν σε πολλαπλές διαστάσεις. Αδιάφορο εάν αποτυπώνει τον εσωτερικό τους κόσμο ή, εντέλει, εάν αρχίζει να αποτελεί προάγγελο ενός συλλογικού ασυνείδητου που εκπληρώνεται μπροστά στα έκπληκτα(;) μάτια μας. Μόνο που πια δεν είναι κινηματογραφική ταινία, υποκριτική ερμηνεία και μυθιστορηματική πραγματικότητα. Είναι όλο και πιο κοντά στη ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής μας. Με μία σταθερά: ότι όλα συνεχώς αλλάζουν και το παρόν εμπεριέχει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον σε μια διαδοχή που είναι ίσως το μόνο ανακουφιστικά ίδιο μοτίβο επανάληψης, το πώς δηλαδή προσλαμβάνουμε τον κόσμο μας στον καιρό μας, ακόμη κι αν φοβόμαστε τόσο πολύ.

Το αγωνιώδες παραλήρημα του συνταγματάρχη Κουρτς στο «Αποκάλυψη τώρα» (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα –ανασκευασμένο το «Στην καρδιά του σκότους» (1899) του Τζόζεφ Κόνραντ–, στην ουσία «Οι κούφιοι άνθρωποι» (1925) του Τ.Σ. Ελιοτ. Ο Ελιοτ βεβαίως, ο οποίος έκρυψε μέσα στα υποστρώματα της ποίησής του από τα πρώτα γνωστά μας έπη, χαμένα χιλιάδες χρόνια πίσω από εμάς, τα θρησκευτικά κείμενα και τις φιλοσοφικές παραδόσεις όλης της ανθρωπότητας, μέχρι τον πιο κοντινό Δάντη, τον Σαίξπηρ, αλλά και δύο παγκοσμίους πολέμους του 20ού αιώνα.

Δύο πεζογράφοι, δύο συμβολισμοί

Δύο πολύ σπουδαίοι, όμως, συγκαιρινοί μας πεζογράφοι έχουν αναπαραστήσει αυτή την απονενοημένη διαδρομή μέσα από το κακό, με τον πιο αποφασιστικά απτό τρόπο. Η ιστορία του καθενός είναι αυτόνομα δυνατή, αλλά οι αναπόφευκτοι συμβολισμοί δεν μπορούν να μην καίνε με την επικαιρότητά τους.

Ο J. M. Coetzee, βραβευμένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003, το 1983 είχε λάβει το Booker για το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2004, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου). Ενα βιβλίο με κεντρικό ήρωα έναν άνθρωπο, με ορατή τη διαφορετικότητά του, που περνάει ανάμεσα από όλα τα στρατόπεδα και επιχειρεί να δραπετεύσει, να γλιτώσει από παντός είδους συρματοπλέγματα και διακρίσεις. Το μόνο που ζητάει είναι η ελευθερία του να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. «Τι κρίμα που το να ζεις σε καιρούς σαν κι αυτόν προϋποθέτει να είσαι προετοιμασμένος να ζήσεις σαν το ζώο. Ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει δεν μπορεί να ζήσει σε σπίτι με φωτισμένα παράθυρα. Πρέπει να ζήσει μέσα σε μια τρύπα και τη μέρα να κρύβεται. Πρέπει να ζει έτσι ώστε να μην αφήνει το παραμικρό ίχνος της ζωής του. Εδώ έχουμε φτάσει».

Και ύστερα ο περιβόητος «Δρόμος», που βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ) του Κόρμακ Μακ Κάρθι. Εδώ ο ήρωας δεν κουβαλά στην πλάτη του την ανήμπορη μητέρα του, όπως ο Μάικλ Κ, τη ρίζα του παρελθόντος, αλλά τον μικρό του γιο. Θέλει να προστατέψει το μέλλον, το παιδί.

Διασχίζει τον καμένο τόπο, την ερειπωμένη χώρα του με σκοπό να φτάσει στη θάλασσα, στο νερό, στη ζωή, γιατί όχι στην πεμπτουσία της. «Χάρτες και λαβύρινθοι. Για έναν τόπο που δεν επιστρέφει και δεν επανορθώνεται. Που ποτέ δεν θα γίνει όπως πριν».

Και η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν πενθήσουμε για ό,τι χάνεται, όσο κι αν φοβηθούμε την αλλαγή, δεν θα την αποφύγουμε και η μόνη μας διέξοδος είναι το πέρασμα παρακάτω, που δεν κρύβει ούτε δυστοπίες ούτε παραδείσους. Μόνο ένα άνοιγμα κι ένα βήμα όπου εκεί δεν υπάρχει ούτε φως ούτε σκοτάδι, μόνο κίνηση.

Στο δρόμο της καρδιάς που χωράνε όλοι

Κανονικά σήμερα, Δευτέρα, θα με έπαιρνε τηλέφωνο τούτη την ώρα να μου πει καλή εβδομάδα και μια σκέψη για τα παιδιά. Πρέπει να είχα να τον δω από το Μπαζάρ στο μάζεμα, τότε που μου χάρισε ένα βιβλίο με απαντήσεις από το δάσος… Ήθελε να μου χαρίσει και το θησαυρό από «το μυστικό του χρυσού λουλουδιού» που διάλεξα μόνη μου, αλλά αυτό ήταν δική μου ευθύνη, έπρεπε να το κατακτήσω όλο από την αρχή εγώ, δεν δέχτηκα, αλλά τελικά μου χάρισε το περιεχόμενό του, χωρίς να το ξέρει.

Εάν μου πεις με ποιον άνθρωπο είχα συναντηθεί περισσότερο το τελευταίο τρίμηνο, θα έλεγα με τον κύριο Κώστα κι ας έλειπα στο νοσοκομείο στο Άργος. Ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που ήθελα να μιλάω και μου έκανε καλό να μιλάω εκεί. «Σταυρούλα, αυτές οι διεργασίες πρέπει να γίνουν», «Σταυρούλα, μην ξεχνάς να αναπνέεις», «Σταυρούλα, ο χρόνος μετράει αλλιώς στα νοσοκομεία». Με γέμιζε ενέργεια, αισιοδοξία, ανακούφιση η κάθε τηλεφωνική συνομιλία μαζί του. Με γέμιζε όρεξη για τα παιδιά. Του έλεγες μια σκέψη κι αμέσως είχε γεννήσει μια νέα ιδέα, ταιριαστή και γόνιμη. Σε πήγαινε απαλά και αβίαστα λίγο πιο κάτω.

Τον γνώρισα το Σεπτέμβριο του 2015, έκτοτε με έπαιρνε τηλέφωνο όποια στιγμή βυθιζόμουν σε καμιά προσωπική μοναξιά, μου έδινε νοερά το χέρι και με έβγαζε έξω στο δρόμο. Στο δρόμο μου. Της ζωής μου. Μου έστελνε πινακάκια από το πίντερεστ με ό,τι μου άρεσε σε ανύποπτες στιγμές και σε ακόμη πιο κατάλληλες ώρες με ενέτασσε στις ομάδες που έστελνε τις μουσικές του. Με έβαζε στο παιχνίδι, στην ομάδα. Μου έδειχνε με κάθε τρόπο ότι σε «παίζουμε» που λέγαμε και στο σχολείο.

Μέχρι τότε, όπου είχα βρεθεί σε ομάδες, συνάξεις, παρέες, πλήθη, ερχόταν κάποιος να μου πει τι γυρεύω εγώ εκεί, δεν χωράω, δεν είμαι γι’ αυτούς ή στην καλύτερη, είμαι αουτσάιντερ. Στο καλωσόρισμα των καινούριων που ήμουν κι εγώ, για πρώτη φορά πέρυσι, «κόλλαγα», χώραγα, ταίριαζα, δεν ήμουν ξένο σώμα. Για πρώτη φορά ήμουν αποδεκτή και δεν έλειπα και δεν περίσσευα από πουθενά. Χώραγα στη μουσική και στη σιωπή τους. Ο κύριος Κώστας με καλούσε παντού, με γνώριζε στους άλλους, με αναμείγνυε, εμένα που στέκομαι πάντα λίγο πιο πέρα σε στάση αναμονής και παρατηρητή. Με έβαζε να είμαι παρών. ΠΑΡΩΝ.

Στη φετινή συνάντηση των καινούριων, που πια δεν ήμουν καινούρια, αλλά δική τους κι αυτό δεν πρέπει να το έχω πει ποτέ για τίποτα -στους δημοσιογράφους είμαι συγγραφέας, στους συγγραφείς δημοσιογράφος, σε όλους κάτι άλλο τέλος πάντων, κάτι που δεν είναι δικό τους- ήμασταν λίγοι. Έβρεχε, δεν ήρθαν, ήμασταν όσοι έπρεπε για να ακούσω τις υπέροχες εμπνευστικές κουβέντες της κυρίας Μάτας που στα μάτια όλων μας είναι αδιαχώριστη από τον κύριο Κώστα, είναι και οι δυο τους η καρδιά των Δρόμων Ζωής, και για πρώτη φορά να νιώσω πώς είναι να είσαι ελεύθερος από οτιδήποτε δεσμευτικό. Όλα ήταν μπροστά μου και μπορούσα να βρεθώ εντός τους. Εγώ, με τη διαρκή αίσθηση του ξένου, του μόνου, του άλλου. Είχα ριζώσει σε μια ελευθερία που δεν ανήκει κανενός και είναι όλων, θα τη λέω ελευθερία της καρδιάς. Είχα την αίσθηση από την αρχή ότι ο κύριος Κώστας καταλάβαινε πώς ένιωθα κι είχε προσπαθήσει -γιατί είμαι και σκληρό καρύδι- να με κάνει να νιώσω μέλος της ομάδας, όπως ένα από τα μικρά των Δρόμων Ζωής. Και πάνω που έγινα, έφυγε.

Έτσι αισθάνομαι, ένα από τα παιδιά που τα πήρε από το χέρι στο δρόμο, τους άνοιξε την καρδιά τους, τα έβαλε μέσα στη μουσική και μοιράστηκε μαζί μας αγάπη. Στο τελευταίο τηλεφώνημα μαζί του την Πέμπτη, του είπα «σας ευχαριστώ», δεν ήξερα γιατί του το είπα. Στην τελευταία του ανάρτηση στην ομάδα του μυστικού κήπου, μας έγραψε ότι όλοι κάτι φοβούνται, όλοι κάτι αγαπούν, όλοι έχουν μέσα τους κάτι που δεν ξέρουμε, ας μην τους κρίνουμε.

Έχουμε όλοι την ίδια καρδιά που έγραψε ο Χαλίλ. Ο στόχος έχει επιτευχθεί, κύριε Κώστα. Έχετε για πάντα τις παιδικές μας καρδιές.

Ο κύριος Κώστας. Που πέρυσι, μέσα στην Αθήνα, ένα παιδί με μηχανάκι με σταμάτησε να με ρωτήσει άμα αυτός που έφυγε μόλις με το ταξί ήταν ο κύριος Κώστας από το Γκάζι για να τρέξει να τον χαιρετήσει στο επόμενο φανάρι.

Θα τρέχουμε να σας προλάβουμε για να σας γνέψουμε στον επόμενο φωτεινό σηματοδότη που είστε ο ίδιος, κύριε Κώστα, και ακούμε πια τη μουσική…

 

 

 

Δρόμοι Ζωής -Bazaar 2016

Αποδελτίωση:

http://www.ert.gr/dromi-zois-giortazoume-15-chronia-christougenniatiko-vazaar/

http://www.kathimerini.gr/887130/article/politismos/atzenta/h-atzenta-ths-evdomadas

http://www.amna.gr/articlep/135545/

http://www.in.gr/entertainment/LifeGuide/suggestions/article/?aid=1500116256

http://www.iefimerida.gr/news/307622/dromoi-zois-15-hronia-hristoygenniatiko-bazaar

http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/ta_xristougenniatika_pazaria_gia_koinonikous_skopous-64762720/

http://www.in2life.gr/indulgence/buy/article/560564/10-athhnaika-bazaar-gia-hristoygenniatika-dorakia.html

http://www.matrix24.gr/2016/12/ola-ta-christougenniatika-bazaar/

http://www.inewsgr.com/184/dromoi-zois-15-chronia-christougenniatiko-Bazaar.htm

http://www.gossiplife.gr/2016/12/xristougenniatika-bazaar-athina/

 

 

 

bazaar1

Γιορτάζουμε 15 χρόνια Χριστουγεννιάτικο Bazaar

Στις 17 και 18 Δεκεμβρίου 2016, στο Γκάζι, πραγματοποιείται για δέκατη πέμπτη χρονιά το Χριστουγεννιάτικο Bazaar της εθελοντικής οργάνωσης «Δρόμοι Ζωής». Το 87ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Ορφέως 58,  118  54, Σταθμός Μετρό «Κεραμεικός», έξοδος Κων/πόλεως) φιλοξενεί για ακόμη μια χρονιά την εκδήλωση.

Το Βazaar έχει καθιερωθεί στη συνείδηση των φίλων που το επισκέπτονται, πρωτίστως για την πρακτική του πρόθεση και τελικά επίτευξη, να χρηματοδοτεί την ετήσια λειτουργία του Κέντρου των Δρόμων Ζωής (Γαργηττίων 12, Γκάζι) που αφορά τη στήριξη κοινωνικά αποκλεισμένων παιδιών και οικογενειών στον Κεραμεικό, το Γκάζι, το Βοτανικό, το Μεταξουργείο, αλλά και για την υψηλού επιπέδου αισθητική και ποιότητα των προϊόντων του, καθώς και την ιδιαίτερη γευστική του «ταυτότητα». Οι εθελοντές εργάζονται όλο το χρόνο για τα κοσμήματα, τα πλεκτά, τα αξεσουάρ, τα γλυκίσματα, τα λικέρ και όλες τις ξεχωριστές σπιτικές παρασκευές που προσφέρονται σε συσκευασία δώρου για τα Χριστούγεννα. Σε περίοπτη θέση στην καρδιά των επισκεπτών, βρίσκεται ο μπουφές με αλμυρές και γλυκές γεύσεις, με εδέσματα ελληνικής και ανατολίτικης κουζίνας, καφέ, τσάι, ζεστό κρασί, με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος και κυρίως γιορτινή ατμόσφαιρα.

Το κέφι κορυφώνεται με ρυθμούς «lindy hop» από τους «Rhythm Hoppers», ενώ οι «Δον Κιχώτες» θα ανεβάσουν την παιδική παράσταση «Φιόγκος και κορδέλα».

Προσεγμένα αντικείμενα από «δεύτερο χέρι» διατίθενται επίσης σε πολύ προσιτές τιμές, αλλά και οι βιβλιόφιλοι θα ανακαλύψουν πολύτιμους θησαυρούς στο «Μικρό βιβλιοπωλείο» από μεταχειρισμένα βιβλία κάθε γούστου. Η διήμερη αυτή γιορτή του εθελοντισμού και της αλληλεγγύης πλαισιώνεται από δημιουργικές δραστηριότητες και εργαστήρια για τα παιδιά, με θεατρικό παιχνίδι, χορό, τραγούδι, κατασκευή φιγούρας Καραγκιόζη και χριστουγεννιάτικη χειροτεχνία.

Bazaar info:
Ωράριο: Σάββατο 17 Δεκεμβρίου: 10:00-22:00,
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου: 10:00-20:00

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής:

www.dromoi-zois.gr
www.facebook.com/dromoizois
twitter.com/dromoizois

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες»του 21ου αιώνα

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες» του 21ου αιώνα

ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ
Η υπέροχη φίλη μου
μτφρ.: Δήμητρα Δότση
εκδ. Πατάκη

Στην παραλία εντόπισα να το διαβάζουν είτε στ’ αγγλικά είτε στα ελληνικά, με το χαρακτηριστικό του εξώφυλλο. Είχε προηγηθεί η διθυραμβική του υποδοχή από βιβλιόφιλους και κριτική. Η προσωπική μου συμπεριφορά απέναντι στα μπεστ σέλερ –αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με ένα διεθνούς εμβέλειας ευπώλητο βιβλίο– είναι να αφήνω να καταλαγιάζουν ο μαζικός ενθουσιασμός ή η αποδοκιμασία και να δοκιμάζω την τύχη μου μαζί τους έπειτα από μια πενταετία τουλάχιστον. Τότε ρίχνομαι στο παιχνίδι και αποκτά ενδιαφέρον η ανάγνωση. Αυτή τη φορά δεν ακολούθησα την πεπατημένη.

Μετά το διάβασμα του μυθιστορήματος της Ελενα Φερράντε, «Η υπέροχη φίλη μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, η δημοσιογραφική πρακτική έλεγε να ξεκοκαλίσω όσα έχουν γραφτεί. Εγκατέλειψα γρήγορα την προσπάθεια, κείμενα επί κειμένων για την κρυμμένη ταυτότητα της συγγραφέως, για το καλύτερο εξώφυλλό της, για τη μετάφρασή της, για τη διακειμενικότητα στο έργο της, και δεν έχει τέλος η φιλολογία, ενδεικτικά μόνο στην Guardian γέμιζε η οθόνη από τίτλους δημοσιευμάτων για όλα αυτά. Δεν γίνεται να μην παρασύρει σκέψεις και παραλληλισμούς με το φαινόμενο Σάλιντζερ.

Ωστόσο, ένα βιβλίο, και δη ένα μυθιστόρημα, διαθέτει μια αυτονομία δική του, που κυρίως έχει να κάνει με τον τρόπο που βιώνεται από τον αναγνώστη. Εσύ που το έγραψες κι εγώ που σε διαβάζω, αναδημιουργούμε μαζί έναν καινούργιο κόσμο που εκεί δεν υπάρχει χώρος για κανέναν άλλον.

Κι η Φερράντε –όποιος κι αν κρύβεται πίσω απ’ αυτό το ψευδώνυμο τέλος πάντων– είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για μια τέτοια σχέση. Γι’ αυτό και τη δικαιώνει η εμπορικότητα που έχει αποκτήσει. Δεν είναι ένα «εύκολο» βιβλίο, αν και διαθέτει μια ροή και μια αφήγηση που σε αρπάζουν σαν ανεμοστρόβιλος και σε ρίχνουν στη δίνη τους. Ναι, μεν, απαιτεί από τον αναγνώστη καταβύθιση στο δικό του εαυτό, αλλά είσαι όντως έτοιμος για κάτι τέτοιο; Η συγγραφέας βουτά στα σκοτάδια της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στα έγκατα, εκεί που πλάθεται και σφυρηλατείται αυτή η περσόνα ή η προσωπικότητα που θα φέρουν ύστερα οι άνθρωποι ως ασπίδα, προσωπείο ή και τελικό προϊόν της ύπαρξής τους. Μπαίνει στο εργαστήριο του εαυτού και του εγώ. Ξεθάβει σκελετούς, ανοίγει ντουλάπες και βγάζει πτώματα, σηκώνει πέτρες και βλέπεις σκορπιούς με δηλητήριο να τρέχουν, ενίοτε τους βάζει και φωτιά. Απευθύνεται στο βαθύ, σκοτεινό, άγνωρο κομμάτι μας. Εκεί που η συνείδησή μας αποσύρεται διακριτικά και αφήνει να κάνει παιχνίδι το υποσυνείδητο και –ακόμη πιο μεγάλη είναι η έκπληξη– το ασυνείδητο.

Η Νάπολη κυριαρχεί. Το τοπίο της, τα σοκάκια της, ο ιστός της σύγχρονης κοινωνίας όταν ακόμη πλεκόταν. «Εάν δεν υπάρχει αγάπη, όχι μόνο στερεύει η ζωή των ανθρώπων αλλά και των πόλεων». Οι άνθρωποί της. Στα δρομάκια της. Ζώντας την καθημερινότητα, τις απογοητεύσεις, τις χαρές, τις μεγαλοσύνες και τις μικρότητές τους. «…Από την άλλη έλπιζα ότι έτσι θα αποτραβιόμουν από αυτό το συνονθύλευμα αδικημάτων, συνενοχών και μικροψυχιών των ανθρώπων που γνωρίζαμε, που αγαπούσαμε, που κουβαλούσαμε…». Μια παρέα, ιδωμένη μέσα από το μελάνι της συγγραφέως. Σκιασμένη από το μαύρο. Και η φιλία δύο κοριτσιών. Εάν γράφονταν οι «Μικρές κυρίες» τον 21ο αιώνα στην Ευρώπη, σε μια μητρόπολη του Νότου, δεν αποκλείεται να είχαν τις διακλαδώσεις τους στα στενάκια της Νάπολης. Με τα ψυχολογικά τους αδιέξοδα και την ομορφιά της σκαιότητάς τους.

Ελπίδα ανάποδη

Είναι και μια ελπίδα ανάποδη, ίσως και δυσοίωνη, με την έννοια της κασσανδρικής προφητείας: ότι το παιχνίδι του κόσμου, η σκακιέρα με τους «δυνατούς» της ιστορικής ή μυθιστορηματικής αφήγησης, ίσως έχει μεταφερθεί από τη Δύση και τον ευρωπαϊκό Βορρά, της ψυχρής λογικής, στον Νότο που βράζει και οι ατμοί του αναδύονται. Εκεί που ενώνεται κάτω από τον καυτό ήλιο το υποσυνείδητο κομμάτι του κόσμου με το ολωσδιόλου ασυνείδητο. Κοχλάζουν οι θερμοκρασίες και όποιος δεν ξέρει να παίζει με τη φωτιά, αργά ή γρήγορα, χάνεται. Οτι ίσως έχει έρθει η εποχή που η δύναμη, δεν έχει να κάνει πια με το χρήμα –άλλωστε το φωνάζει διαρκώς το βιβλίο της Φερράντε, όσο ηθογραφικά κι αν προσεγγίζει μια ναπολιτάνικη συνοικία του ονείρου– αλλά με την άγνωστη εκείνη «ουσία», της ζωής που κρύβουμε εντός μας. Μ’ αυτό παίζει όλη την ώρα η συγγραφέας. Μ’ αυτό το ανομολόγητο, το ανεξερεύνητο, το αόρατο, το δυσνόητο, το άπιαστο, κάποτε για όλους αυτούς τους λόγους και αφόρητο. Μ’ αυτό μαγνητίζει τον αναγνώστη. Με αυτό παίζει με την ίδια του την ψυχή, διαπραγματεύεται μαζί του με τον φαουστικό τρόπο: Δώσε μου την ψυχή σου για να σε κρατήσω πάντα νέο. Εάν δεχθείς αναγνώστη, θα σου προσφέρω τη μεταμόρφωση που ποθείς, μέσα σ’ αυτή την τόσο σύντομη αλλά αέναη ζωή που υπόσχεται η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος.

Ελεύθεροι κι ωραίοι

Το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου την ημέρα που έγινε γνωστή η φυγή του Αντώνη Σουρούνη.  Με ό,τι συνειρμούς απορρέουν. Είπα θα το ξεφυλλίσω να δω τι φρούτο είναι και θα το αφήσω να το διαβάσω με ησυχία. Αλλά δεν με άφησε αυτό. Τον συγγραφέα τον έχω γνωρίσει ανορθόδοξα , αποδεικνυόμαστε γείτονες και εγώ θα έλεγα «συγχωριανοί» κι ας είμαστε από άλλα μέρη. Μου το επιβεβαίωσαν οι λέξεις του.

Σπουδαίος αφηγητής και παραμυθάς, το ευρύ κοινό τον ξέρει από τη μουσική και τους στίχους του, από τις παραστάσεις του, αλλά η πληθωρικότητα του αφηγητή μια χαρά τον περνάει στο συγγραφιλίκι όποτε εκείνος αποφασίσει. Το «Φτου ξελευτερία για όλους!» του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη του έχει ανοίξει την πόρτα. Αυτοβιογραφικά διηγήματα; Μεταφυσικές ιστορίες ελευθερίας; Ποιος ξέρει. Σίγουρα αφηγήματα μεστά, με χυμούς που σε κάνουν να γελάς από την καρδιά σου, που σου μαλακώνουν την ψυχή. Γραφή ψυχικής ανάτασης και υπόδειγμα πώς η ενδοσκόπηση δεν καταλήγει σε μιζέρια, γκρίνια, γκρίζα ομφαλοσκόπηση, αλλά σε πολύχρωμη σκωπτικότητα, αλαφράδα, πώς μπαίνεις στο μεδούλι, χωρίς να χάνεις την ομορφιά. Συγκινητικός, ανθρώπινος, αερικός, αυτός που συναντάς από κοντά, αυτός είναι και στις λέξεις του. Ένας ποιητής αφηγητής. Οι λέξεις του έχουν υγρασία και αίμα. Και ρέουν με τον εσωτερικό του ρυθμό που συναντούν σαν τραγούδι τον αναγνώστη.

Όσο τον διάβαζα, σκεφτόμουν πόσο ψυχωφελές γίνεται ένα βιβλίο όταν δεν υποκρίνεται αλλά όταν αποκρίνεται και όλο τον έβαζα στην ίδια θέση με αγαπημένους συγγραφείς σαν τον Αντώνη Σουρούνη, τον Τάσο Χατζητάτση, τον Σωτήρη Δημητρίου. Λογοτεχνία που δεν κατασκευάζεται. Δεν πιστεύω άλλωστε σε αυτή. Πιστεύω σ’ αυτή που αναβλύζει από τον άνθρωπο, απ’ αυτά που έζησε κι αυτά που διάβασε, απ’ αυτά που δεν έζησε και δεν είπε. Στη λογοτεχνία που λέει αλήθεια. Που μπορεί να ξεκίνησε μια μέρα ή μια νύχτα κάτω από τα σκεπάσματα διαβάζοντας κρυφά τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ.

Εγώ δεν σημειώνω πάνω στα βιβλία μου ποτέ, τίποτα, ούτε ένα τόσο δα σημαδάκι, αυτή τη φορά το γέμισα σημειώσεις. «Ο Θεός βρίσκεται στην πρόθεση», «Άντρας είναι αυτός που ‘χει την απόφαση», «Πλούσιος είναι αυτός που δεν έχει ανάγκη κιανέναν», «οι Κρητικοί είναι οι πιο πεισματάρηδες και ευσυνείδητοι εργάτες, αλλά μόνο για αγαθά υψηλής ποιότητας. Ποια είναι αυτά; Εκείνα που δεν είναι προς πώληση. Αυτά που μπαίνουν στο τραπέζι για την παρέα. Αυτά που θα γίνουν αφορμές επικοινωνίας», «Η λεβεντιά είναι το ίδιον των πληγωμένων, των καταφρονεμένων, των νικημένων του κόσμου, αλλά που είναι συνάμα νικητές, γιατί πλήρωσαν το τίμημα-χαρακτηριστικό του υπερήφανου αριστοκράτη: Υποστήριξαν με τη ζωή του μια χαμένη υπόθεση… Ο λεβέντης γίνεται αντιήρωας, για να φτάσει στον υπερήρωα, που δεν καταξιώνεται στην παροντική ζωή, αλλά ίσως σ’ έναν μελλοντικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων μας».

Η μάνα, η απώλεια, τα μυρμήγκια, ο κοινωνικός ιστός ενός νοερού χωριού που μπορεί να φτιάχνει ο καθένας μόνος του πια σε μια μεγαλούπολη για να επιβιώσει, μια ολωσδιόλου δική σου γλώσσα και ζωή, η συγγένεια, η σύνδεση, εντέλει η αφήγηση. «Όλες οι αφηγήσεις είναι αφηγήσεις «κόστους»». Με γλύκα, με χαρά και χάρη, με αλαφράδα, με γέλιο. Με υπερβολή, όπως αξίζει στη ζωή όσο νευρωτική κι αν τείνει να είναι σήμερα.

 

Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ

«Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ»

Εφυγε από την Ελλάδα στα 18 της για να πάει να μελετήσει ψυχολογία στην Αγγλία· μου αφηγείται πώς λιποθύμησε στο πρώτο ηλεκτροσόκ που αντίκρισε τότε μπροστά της. Βρέθηκε στην Αγγλία, στην Αφρική, στην Ελβετία, με αυτήν τη σειρά. Στην Αφρική παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Ανθρωπολογία, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ιστορίας της Μέσης Ανατολής.

Επέστρεψε στη βάση της, το Ρέθυμνο, και το 2010 ίδρυσε τις εκδόσεις Ισις –από την Ισιδα, θεά της αιγυπτιακής μυθολογίας– με σκοπό την προώθηση και την πρακτική κατανόηση του έργου του μεγάλου Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχολόγου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (1875-1961). H Αργυρώ Εμμανουήλ, με δύο μάστερ ψυχολογίας –απόφοιτος και η ίδια του Ινστιτούτου Γιουνγκ στη Ζυρίχη– τα τελευταία έξι χρόνια έχει να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο σύνολο ως προς την έκδοση του έργου του Γιουνγκ, των μαθητών του και άλλων αναλυτών της ίδιας σχολής.

Εχει να παρουσιάσει 25 βιβλία ακριβής έκδοσης και παραγωγής, πανόδετα, με προσεγμένη επιμέλεια και μετάφραση. Η ίδια κάνει τις μεταφράσεις και η Αμαλία Ζουμπουλάκη βρίσκεται πίσω από τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων. Η άλλη σοβαρή προσπάθεια που είχε γίνει για την έκδοση του Γιουνγκ στην Ελλάδα πάει πολύ πίσω στον χρόνο και την είχε κάνει η Σοφία Αντζακα, που διατηρούσε και προσωπική αλληλογραφία με τον Γιουνγκ. Ο εκδοτικός οίκος Ισις ειδικεύεται αποκλειστικά στα βιβλία του Γιουνγκ, της Marie-Louise von Franz, παλαιών και νέων αναλυτών της ίδιας σχολής, με θέματα που εκτείνονται από την ψυχολογική ανάλυση των συμβόλων, της μυθολογίας, των παραμυθιών, της λογοτεχνίας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας μέχρι τη σύγχρονη εμβάθυνση της γυναικείας και ανδρικής ψυχολογίας.

Το εγχείρημα της Αργυρώς Εμμανουήλ είναι κάτι παραπάνω από παράτολμο. Και μάλιστα είναι ασυνήθιστο και δύσκολο ένας εκδοτικός οίκος να επιβιώνει στην ελληνική περιφέρεια, κάνοντας τόσο αφοσιωμένο και εκλεπτυσμένο αισθητικά έργο. Η ίδια προσδιορίζεται ως Ελληνίδα της διασποράς που, επιστρέφοντας στην πατρίδα της, ήθελε κάτι να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε. Στην κουβέντα μαζί της, θυμήθηκε τα χρόνια που διάβαζε μικρή στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.

Απολαυστική συνομιλήτρια, σε αφήνει με μια γεύση ότι οσμίστηκες το τι σημαίνει κάποιος να αγωνίζεται να εκπληρώσει τον εαυτό του. «Θυμηθείτε ότι η ψυχολογία είναι η αρχαιολογία της ψυχής», μου είπε μέσα στα πολλά. «Δεν είναι ορθολογισμός πια αυτό που ζούμε, είναι υλισμός». Το ενδιαφέρον για το έργο του Γιουνγκ έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δοθεί ιδιαίτερη ώθηση στη μελέτη του μετά και την έκδοση του περίφημου «The Red Book» το 2010, 80 ολόκληρα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Μου τονίζει στη συνομιλία μας ότι ο ίδιος ο Γιουνγκ συνεχώς επισήμαινε ότι είναι ένας εμπειρικός επιστήμονας και από εκεί και πέρα το πεδίο ανήκει στις θρησκείες.

Από τις αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιουνγκ γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Πρόκειται για «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού – Σχόλια πάνω στα σύγχρονα γεγονότα» και αποτελεί ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μελέτες πάνω στην ψυχολογία του βάθους». Κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Ισις τα μνημειώδη έργα του: «Αναμνήσεις, όνειρα και στοχασμοί» (2015), «Ονειρα παιδιών» (2015), «Αιών» (2014), «Απάντηση στον Ιώβ» (2014), «Η αρχετυπική πορεία της εξατομίκευσης» (2013).

Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου βιβλίο των εκδόσεων Ισις ήταν πριν από δύο χρόνια περίπου. Αφορούσε παλαιότερη έκδοση του 2012, «Το μέσο πέρασμα – Από τη μιζέρια στο νόημα της μέσης ηλικίας» του James Hollis. Το μέσο πέρασμα δεν έχει να κάνει με την ηλικιακή ωρίμανση, αλλά με το σημείο της συνειδητότητας όπου βρίσκεται ο καθένας. Από τα τελετουργικά της μύησης για τη δύσκολη μετάβαση από την παρατεταμένη εφηβεία της πρώτης ενηλικίωσης μέχρι το δεύτερο κομμάτι της προσωπικής πορείας του καθενός που έρχεται αντιμέτωπος με το γήρας αλλά και με τον θάνατο.

Ενα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για την κατανόηση της σχέσης με τον εαυτό μας και το σώμα μας είναι και αυτό της Marion Woodman «Η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη – Παχυσαρκία, νευρική ανορεξία και καταπιεσμένη θηλυκότητα». Εργο που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές που βιώνουν οι γυναίκες σε σχέση με την εικόνα τους αλλά κυρίως με την ψυχή τους. Διερευνά διεξοδικά την έννοια της Μητέρας Γης και της Θηλυκής Αρχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα προβλήματα βάρους και οι διαταραχές θρέψης έχουν νόημα, είναι σκόπιμα συμπτώματα και όχι απλώς αποτελέσματα μιας κατάστασης.

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Το να λειτουργείς με το σώμα σε κάνει συμβατό με τη ζωή… Αυτή είναι η υγεία του χορού. Βάζει φρένο στο μυαλό. Το σώμα είναι η πράξη, το υγιές όριο…», αποκρυσταλλώνει κανείς φράσεις-κλειδιά από τη συνομιλία με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Καλαμάτας Κατερίνα Κασιούμη. Ανέλαβε καθήκοντα στο τέλος Φεβρουαρίου, μετά την ηχηρή παραίτηση της κ. Βίκυς Μαραγκοπούλου, επί 21 χρόνια στην ίδια θέση και με εγνωσμένο έργο.

Η ίδια, μιλώντας με μεγάλο σεβασμό για την προκάτοχό της, πέφτει στα βαθιά, αναγνωρίζοντας τη δυσκολία τού να αναλαμβάνεις κάτι που έχει φτάσει στην ακμή του. Ανήκει στη γενιά των χορογράφων που έχει προσκαλέσει για να παρουσιάσουν το έργο τους φέτος. Γνωρίζει εκ των έσω τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χορός στη χώρα, πρακτικά ζητήματα, επιβίωσης, υποδομής αλλά και σε επίπεδο ευκαιριών μόρφωσης, καλλιέργειας. Θέλησε να δώσει χώρο στους χορογράφους της Ελλάδας και οι συμμετέχουσες ομάδες καλύπτουν όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» Eλλήνων καλλιτεχνών, όπως λέει η ίδια. Το φεστιβάλ δεν θέλει να είναι κάτι «φορεμένο» στον κόσμο, αλλά να είναι μια γιορτή που να ζωντανεύει την πόλη. Αυτό είναι και το στοίχημα τον καιρό της κρίσης, να πειστεί και η τοπική κοινωνία των 40.000 να συμμετάσχει με την τρόπο της, να πλησιάσει τον χορό και να την πλησιάσει κι αυτός. Η κ. Κασιούμη κάνει λόγο για «εξωστρέφεια με ποιότητα, δεν πιστεύω ότι το καλό πράγμα το καταλαβαίνουν μόνο οι λίγοι, η ποιότητα έχει σημασία, κι αυτή δεν έχει να κάνει με το είδος που υπηρετείται κάθε φορά».

Βγαίνει μέσα από τα σπλάγχνα του χορού και η ίδια, όταν 13 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα, ζώντας μόνη, προκειμένου να σπουδάσει στην κρατική σχολή χορού. Πιστεύει ότι, με οργάνωση και ανοιχτό μυαλό, υπάρχει χώρος για όλους. Τονίζει ότι όσο πιο πολύ προχωράς μέσα στην καλλιέργεια της τέχνης τόσο βλέπεις ότι ο χορός είναι ένας. Γι’ αυτό και η πρόθεση για το φετινό φεστιβάλ είναι ο χορός να είναι για όλους και να επιχειρηθεί μια επανασύνδεση και επανατροφοδότηση από το παρελθόν ως μέσον να δει κανείς και να πάρει δύναμη για το μέλλον, μακριά από αρχαιολαγνεία, αλλά με γνώση του παρελθόντος. Μιλάει για προσοχή και επανεξέταση του τι είναι σύγχρονο και τι είναι διεθνές και ποια είναι η θέση του ελληνικού χορού σήμερα μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Οι ανατροπές γίνονται όταν τα πράγματα φτάνουν σε μια ωριμότητα, λέει. Το καλλιτεχνικό έργο βασίζεται στην ισορροπία των αντιθέσεων και της ροής, συστατικά της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Ο χορός έχει μια δύναμη από την κατασκευή του: μαθαίνεις να αγωνίζεσαι, να σέβεσαι και να ψάχνεις δημιουργικούς τρόπους να λύσεις προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα δείχνεις και την ομορφιά. Στόχος είναι να μπορούν να αντλήσουν έμπνευση από τον χορό και όσοι δεν έχουν ενασχόληση μαζί του. Πιστεύει άλλωστε και η ίδια στην ψυχική, πνευματική και σωματική ισορροπία, αρμονία που επιφυλάσσει ο χορός για τον καθένα μας.

Στάσεις σε έργα

Διατρέχοντας τον προγραμματισμό του φεστιβάλ κι επιχειρώντας μια εκ των προτέρων ανάγνωση, φαίνεται να ξεχωρίζει ως κοινός άξονας που διαπερνά τη φετινή προσπάθεια η ανάγκη να εκφραστεί η πλευρά εκείνη (ίσως θηλυκή, τολμώντας μια προσωπική θέαση) του κόσμου που έχει να κάνει με την έννοια της δημιουργίας, της ζωής, της αναπνοής της ίδιας (έργο «10.000 Litres» της Ευαγγελίας Κολύρα), αλλά και της πάλης μέσα στις συνθήκες («Στην άκρη του βατήρα», έργο της Ομάδας Αμάλγαμα και της Μαρίας Γοργία). Μιλώντας, μάλιστα, με τους καλλιτέχνες επαναλήφθηκε συχνά η φράση «τροφή και πνευματική θρέψη».

Η έννοια της σύνδεσης επίσης, της οικοδόμησης μιας γέφυρας ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μέσα από τις μουσικές του Μπαχ και του Χέντελ, προβάλλει έντονα με το έργο «LINKS» του Αντώνη Φωνιαδάκη, νέου διευθυντή του Μπαλέτου της ΕΛΣ, με το οποίο ανοίγει και το φεστιβάλ.

Ο ίδιος, έχοντας παρουσιάσει την πρώτη του χορογραφική δημιουργία το 2003 στον ίδιο θεσμό, δηλώνει την ικανοποίησή του για την έντονα ελληνική χροιά που έχει φέτος η διοργάνωση, με το σκεπτικό ότι είναι ευκαιρία αυτή τη στιγμή να δούμε τι υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας ως προς το πεδίο του χορού και να κάνουμε τον απολογισμό μας.

Συμμαθητής με την κ. Κασιούμη στην κρατική σχολή χορού, στην κουβέντα μας μαζί του, λέει ότι ζούμε σε εποχές που χρειάζεται μια υπέρβαση, να βλέπει κανείς πιο μεγαλεπήβολα, καμιά φορά μόνο και μόνο για να πετύχει το κανονικό. Το μουσικό ερέθισμα από το Μπαρόκ αποτελεί πρόκληση για τον ίδιο να οπτικοποιηθεί στο «LINKS» και, μέσα από το συναισθηματικό στοιχείο της μουσικής και την πολυπλοκότητα της σύνθεσης, εντέλει κάτι να αγγίξει τις χορδές του κοινού, ένα στοιχείο σαγήνης υψηλότερο από την προτίμηση, μια σύνδεση εσωτερική και, γιατί όχι, πνευματική.

Ο ίδιος πιστεύει στις χημικές αντιδράσεις, τις ανεξιχνίαστες αλληλεπιδράσεις που προκαλούν μέσα μας τα έργα τέχνης.

Ιδιότυπο «κρυφτό»

Επιχειρεί να ενώσει, να μιλήσει για τη σύνδεση όλων των στοιχείων της φύσης και το έργο «Drops of Peace», το οποίο προέκυψε μετά το πέρας του λίαν θεαματικού «Drops of Βreath» όπως μας αφηγείται η μία από τις τρεις δημιουργούς του –οι άλλες δύο είναι η Σοφί Μπουλμπουλιάν (Γαλλία) και η Λία Χαράκη (Κύπρος)–, η Αποστολία Παπαδαμάκη, για το «παιχνίδι», ένα ιδιότυπο «κρυφτό», που θα στηθεί στην είσοδο του Δημοτικού Πάρκου Σιδηροδρόμων της Καλαμάτας. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους και περικλείει τη συμμετοχή τους. Προέκυψε μετά την ολοκλήρωση του υποβρύχιου «Drops of Breath»· τότε που σταμάτησαν οι πρόβες κάτω από το νερό, οι χορευτές βγήκαν από το υγρό στοιχείο και ένιωθαν πια μια θλίψη. Είχαν ζήσει στη διάρκεια του ταξιδιού της υποβρύχιας παράστασης μια φυγή από το εγώ, ένα είδος διαλογισμού συμπαντικού κι ανθρώπινου, όπως καταθέτει παθιασμένα η κ. Παπαδαμάκη. Αυτή λοιπόν την αίσθηση του νερού, για την ακρίβεια τη μνήμη της, τη μετουσιώνουν πάνω στη γη με το νέο τους έργο, θέλοντας να «πουν» ότι όλα έχουν ζωή, νοημοσύνη, όλα μας περιέχουν και τα περιέχουμε, σε μια προσπάθεια να νιώσουμε όλοι ότι μπορούμε να βγούμε από την απομόνωση. Το υγρό στοιχείο εμφανίζεται με έναν άλλον καταλυτικό τρόπο ως προς τη σύλληψη της ιδέας και στο έργο «Europium» της ομάδας RootlessRoot – Λίντα Καπετανέα & Γιόζεφ Φρούτσεκ, που επιχειρεί να ψηλαφίσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από έμμεσες αναφορές στο ναυάγιο «Μέδουσα» (1816), με τη γνωστή φόρτιση που αφήνει σε όλους μας το παιδικό τραγούδι «Ηταν ένα μικρό καράβι».

Επιλογές παραστάσεων: «LINKS», 15 & 16 Ιουλίου «10.000 Litres», 16 Ιουλίου «Opus», 17 & 18 Ιουλίου «Drops of Peace», 19 Ιουλίου «Europium», 24 Ιουλίου
Πληροφορίες: http://www.kalamatadancefestival.gr/

Έντυπη

Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί

«Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί»

Δαιμόνια, πνευματώδης, σπιρτόζα, αεικίνητη. Καταλαβαίνεις στα πρώτα λεπτά ήδη της κουβέντας μαζί της γιατί τη διάλεξε για πρώτη του χορεύτρια και εν συνέχεια για δασκάλα στη σχολή του και εντέλει για να συνεχίσει το έργο του ο Ιγκόρ Μοϊσέγιεφ. Καλλιτεχνική διευθύντρια και με τη συνολική ευθύνη του ομώνυμου μπαλέτου, η Ελένα Σερμπακόβα (Elena Shcherbakova) υπερασπίζεται παθιασμένα το έργο του δασκάλου και μέντορά της. Δεν διστάζει να σηκωθεί πάνω κατά την κουβέντα μας για να μου δείξει τι εννοεί. Δεν είναι η φιγούρα της εύθραυστης μπαλαρίνας που περίμενα να συναντήσω. Χειμαρρώδης, ξεχειλίζει από ζωντάνια, ακόμη και τα αγγλικά που μιλάει είναι αυτά που ταιριάζουν στο ταμπεραμέντο της, σου δίνει πράγματι να καταλάβεις με όλη αυτήν τη σφύζουσα σωματική της έκφραση αρκετά παραπάνω απ’ αυτά που λέει. Την είδα πριν από τις παραστάσεις του Ηρωδείου της περασμένης εβδομάδας, ενώ στις 4, 5 και 6 Ιουλίου η φημισμένη ομάδα των χορευτών της θα παρουσιάσει το έργο της στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Σε λίγο καιρό θα αρχίσει το μπαλέτο τούς εορτασμούς των 80 ετών λειτουργίας του και εκείνη βρίσκεται με τρεις διαφορετικούς ρόλους στους κόλπους του από το 1969. Το καινούργιο, λέει, είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί. Η αρχέγονη δύναμη της μουσικής, τα ασφαλή μονοπάτια της κάθε εντόπιας παράδοσης, αναδημιουργημένα μέσα από τη χορογραφική σφραγίδα και φιλοσοφία του Μοϊσέγιεφ και γαλουχημένα με ιδανικά πανανθρώπινης σύνδεσης, αγάπης, αλληλεγγύης. Η Ελένα Σερμπακόβα πιστεύει ότι η σκηνή ανήκει στους νέους, παραδέχεται την τραυματική και επίπονη, σωματικά, ζωή του χορευτή. Από το χωνευτήρι του διονυσιακού χορογραφικού συγκρητισμού του Μοϊσέγιεφ έχουν ξεφύγει οι ινδικοί χοροί που λένε μια ολόκληρη ιστορία με κάθε τους συμβολική κίνηση και δεν μπορούν να «περάσουν» στο κοινό που δεν είναι μυημένο στην αλήθεια τους.

Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες

«Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες»

Στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 7 Ιουλίου, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς και σε σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ (γνωστού από τη συνεργασία του με τα αδέλφια Ουατσόφσκι στο «Cloud Atlas» και την τηλεοπτική σειρά «Sense8»). Μπορούμε να φανταστούμε άνετα τον Τομ Χανκς σε αυτό τον ρόλο: του Αλαν, του κεντρικού ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του 45χρονου Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς (Dave Eggers) με τίτλο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» (στα ελληνικά από τις εκδ. Κέδρος).

Θαυμάστρια του Εγκερς ήδη από το σπαρακτικό του βιβλίο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου), ζήτησα να του απευθύνω λίγες ερωτήσεις. Ο ίδιος έχει μια συγκινητική προσωπική ιστορία ζωής που αφορά την απώλεια και τη διαχείριση του πένθους, ενώ έχει αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και παροχής πρακτικής βοήθειας σε άτομα για να κατορθώσουν να σπουδάσουν.

Το μυθιστόρημά του «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» είναι μια ιστορία ενός πλήρως ηττημένου μεσήλικα από την Αμερική, που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για να εκπληρώσει το εκπεσμένο του αμερικανικό όνειρο και να σωθεί. Η αφήγηση του Εγκερς αιχμαλωτίζει. Παράδοξη και τόσο αληθινή, καυτηριάζει σε δεύτερο επίπεδο τον οικονομικό ξεπεσμό της δυτικής νοοτροπίας που απλώνει τα πλοκάμια της μέχρι την έρημο της Μέσης Ανατολής. «Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι ύλη; Αισθανόταν κάτι λιγότερο από αυτό». Η ιστορία κωμικοτραγική ξεσκεπάζει τα έλη που ελλοχεύουν στις ζωές των ενηλίκων που περνούν τη γραμμή του μέσου της πορείας τους.

– Ο ήρωάς σας είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας του δυτικού κόσμου που τα έχει χάσει όλα, ιδίως τον εαυτό του, ίσως την ψυχή του, τη χαρά του, την όρεξή του για τη ζωή. Μεταφορικά μιλάτε για την κοινωνία μας και την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω του πρωταγωνιστή;

– Ο Αλαν Κλέι ήταν συνεργός στη μετανάστευση της βιομηχανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ασία. Εργαζόταν σε μια εταιρεία κατασκευής ποδηλάτων, τη «Schwinn», και ήταν από τα στελέχη που για λόγους κόστους σταμάτησαν να φτιάχνουν ποδήλατα στο Σικάγο και ξεκίνησαν να τα εισάγουν από την Κίνα. Ετσι, η «Schwinn» έπαψε πια να αξίζει και πολλά ως επιχείρηση και ο Αλαν έχασε τη δουλειά του. Είναι, λοιπόν, ένας άντρας που χωρίς επίγνωση έφερε τον εαυτό του σε μια απελπιστική κατάσταση: να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του. Και φυσικά αυτό για έναν μεσήλικα, το να ξεκινήσει από την αρχή στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα.

– Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε το «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά»; Ποια ήταν η πρώτη πρώτη πρόθεση;

– Με συνεπήρε η ιδέα του πού θα μπορούσε ένας άντρας σαν τον Αλαν να βρεθεί τώρα. Μόλις ξεριζώνεται, μόλις χάνει την επαφή του με τη ζωή που είχε, πού μπορεί να πάει; Αποφάσισα να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας πουλήσει υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας στον βασιλιά. Ηταν αρκετά παράδοξο για να το βρω απόλυτα σωστό…

– Γιατί, λοιπόν, τοποθετείτε την πλοκή στη Σαουδική Αραβία; Θέλατε να μιλήσετε για τη βία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, για τον φόβο για την ισλαμική βία;

– Εχει να κάνει μερικώς με τις υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε έναν Αμερικανό κι ένα Σαουδάραβα. Είναι δύο έθνη που έχουν αρκετή καχυποψία το ένα για το άλλο. Αλλά αμέσως ο Αλαν συναντά τον Γιουσέφ, ο οποίος θα μπορούσε με πολλούς τρόπους να είναι γιος του. Γιατί ο Γιουσέφ έχει μεγαλώσει με τη δυτική κουλτούρα, έχει αίσθηση του χιούμορ, μοιάζουν πολύ και τελικά βρίσκουν ένα κοινό μήκος κύματος να συνεννοηθούν. Στο τέλος, ο Αλαν συναντά τη Ζάχρα με την οποία επίσης το υποτιθέμενο πολιτισμικό χάσμα αμέσως καταρρέει. Εχω ανακαλύψει ότι κάθε φορά επαληθεύεται αυτό, όποτε έχω περάσει χρόνο από τη ζωή μου μέσα σε κάποια –υποτίθεται– κλειστή κοινωνία.

– Γράφοντας για τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, η βία, η απώλεια, επικεντρώνεστε στους ανθρώπους, στις προσωπικές τους μικρές ιστορίες, στους εσωτερικούς τους μονολόγους, στα αισθήματά τους την ίδια ώρα που εξελίσσεται η Ιστορία, η μεγάλη ιστορία του κόσμου. Τι πιστεύετε ότι διασώζει η λογοτεχνία εντέλει; Ισως την ανθρωπιά μας, τη συμπονετικότητά μας;

– Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει τη μοναδική ικανότητα να ανοίγει πόρτες σε κόσμους όπου αλλιώς δεν θα είχαμε πρόσβαση. Διαβάζοντας ειδησεογραφικές αναλύσεις για τη Σαουδική Αραβία, για τους διωγμούς και τους περιορισμούς που υφίστανται οι γυναίκες, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι ένας δραστικά διαφορετικός τρόπος ζωής και ότι οι καθημερινοί συνηθισμένοι Σαουδάραβες υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις πρακτικές. Αυτό όμως είναι μόνο ένα σενάριο. Ετσι, στο μυθιστόρημά μου επιτρέπεται χαρακτήρες όπως η Ζάχρα και ο Γιουσέφ να αποκτούν ζωή και μια πιο πλατιά ανθρωπότητα να αναδύεται.

– Γιατί διαλέξατε για την προμετωπίδα του βιβλίου τη φράση του Σάμιουελ Μπέκετ από το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται»;

– Είναι ένα πεσιμιστικό απόσπασμα από ένα πιο αισιόδοξο κομμάτι. Μου άρεσε γιατί είναι αυτό που τελικά πιστεύει ο Αλαν στις πιο σκοτεινές του ώρες: ότι δηλαδή είναι άχρηστος. Ομως έχει να ανακαλύψει ότι είναι απαραίτητος και πάλι.

– Θεωρώ ότι το μυθιστόρημά σας «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες. Μάλιστα πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα που βιώνει την απόγνωσή τους από κοντά. Ποια είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, πώς μπορεί να βοηθήσει;

– Σπάνια δίνεται ο λόγος στους πρόσφυγες. Συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως μια μάζα ανθρώπων μέσα σε μια ετοιμόρροπη βάρκα. Ή σε μια συστάδα από τέντες μέσα στην έρημο. Αλλά εάν επιτρέψουμε σε έναν πρόσφυγα, στον κάθε πρόσφυγα να ακουστεί, εάν ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει πλήρως την ιστορία τους, τότε μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτούς. Και όταν το κάνουμε αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να τα χάνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να βρίσκεσαι στο έλεος κάθε περίπλοκου προσφυγικού συστήματος, να μην έχεις τον έλεγχο της μοίρας σου. Πιστεύω ότι οι πρόσφυγες –και όσοι μεταναστεύουν γι’ αυτόν τον λόγο– είναι βαθιά γενναίοι και αξίζουν τον σεβασμό και τη συμπόνια μας.

Το βιβλίο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» του Ντέιβ Εγκερς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου. Κυριότερα βιβλία του στα ελληνικά: «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο), «Τα αγρίμια» (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου, εκδ. Τόπος), «Ο κύκλος» (μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Η ταινία «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Εγκερς, θα προβάλλεται  στις  αίθουσες  από τις 7 Ιουλίου.

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Στα εξήντα οκτώ της χρόνια –έχοντας ξεπεράσει προ πολλού την τριακονταετία συνεχούς δράσης– γυρίζει τον πλανήτη, με φορεμένο το μπλε γιλέκο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «για να μεταφέρει το μήνυμα», όπως λέει η ίδια και όπως μεταφράζεται άλλωστε στα γερμανικά ο τίτλος της. Η Μπάρμπρα Χέντρικς (Barbara Hendricks) θα μπορούσε να μείνει στις δάφνες της λαμπερής κι αισθαντικής της φωνής, ως διεθνούς φήμης σοπράνο, περιχαρακωμένη με την άνεση των βαρύτερων μουσικών σκηνών του πλανήτη. Ομως, όχι.

Επιλέγει να είναι στις εστίες του ανθρώπινου πόνου, ως η μακροβιότερη επίτιμη πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNHCR και μοναδική στον κόσμο που φέρει ισοβίως αυτόν τον τίτλο. Στην περίπτωσή της, είναι μια φωτισμένη γυναίκα από τη δοτικότητα και το πνεύμα αλληλεγγύης, με απλότητα και καταδεκτικότητα, που η ίδια τροφοδοτεί με σημασία και νόημα αυτόν τον τίτλο. Οταν της είπα ότι στις αρχαίες τραγωδίες σκοτώνουν τον αγγελιοφόρο των δυσοίωνων ειδήσεων, μου απάντησε: «Ναι, μα δεν μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια». Σε κοιτάει στα μάτια και σε γεμίζει με σπίθες μαχητικότητας κι αγάπης. Το ίδιο βλέμμα έχει συναντήσει τόσους ανθρώπους που ζουν στην απόγνωση της προσφυγιάς και της αβεβαιότητας· είναι ποτισμένο με την αλήθεια της παραμικρής ιστορίας των ανθρώπων που της εμπιστεύτηκαν την ανάγκη τους. Και γι’ αυτούς μιλάει.

Είχε επιστρέψει από τα Διαβατά Θεσσαλονίκης, όταν τη βρήκα στο ξενοδοχείο της. Από τον ρόλο της μεγάλης ντίβας του τραγουδιού, κρατούσε μόνο τη φινέτσα και την αρχοντιά του ανθρώπου που εκπληρώνει τον σκοπό του σε αυτή τη ζωή με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Είχε συναντήσει πρόσφυγες από τη Συρία και το Ιράκ, ασυνόδευτα ανήλικα παιδιά, ανθρώπους που περιμένουν να μετεγκατασταθούν κάπου αλλού στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Μεταφέρει τις τραυματικές εμπειρίες των παιδιών, τις τραγικές ιστορίες των οικογενειών που χωρίστηκαν, τις απροσπέλαστες δυσκολίες τους, μα κυρίως την ελπίδα τους. Ανθρωποι που έφυγαν για να γλιτώσουν τη ζωή τους από την καταστροφή και τον πόλεμο. Η Χέντρικς μιλάει με αγωνία κι έγνοια γι’ αυτούς, θυμάται τα ονόματά τους και μου περιγράφει την περιπέτεια μιας από τις χωρισμένες από τις δραματικές συνθήκες οικογένειας: πώς τα παιδιά –αν και με ουλές και σημάδια από τους βομβαρδισμούς– ήταν τόσο όμορφα, γεμάτα με ελπίδα, δύο από τους πιο εμπνευστικούς ανθρώπους που είδε, με το φως της ζωής να μην έχει σβήσει μέσα τους, με τον ενθουσιασμό για την επιβίωση να καίει.

Τη ρώτησα πώς διαχειρίζεται μέσα της όλες αυτές τις ιστορίες. «Κάπου ανάμεσα στη ματαιότητα, στον θυμό, στην έμπνευση. Παίρνω πολλή δύναμη από τους πρόσφυγες. Ιδίως από τις γυναίκες, που είναι και οι πιο ευάλωτες σε αυτή την κατάσταση. Συνήθως έχουν υπό την προστασία τους παιδιά και ηλικιωμένους, συγγενείς. Είναι τόσο δύσκολο γι’ αυτές. Αλλά βλέπω οι άνθρωποι να υπερβαίνουν τις αντιξοότητες… Είναι τόσο λίγες πόρτες ανοιχτές γι’ αυτούς», μου είπε, αναφέροντας τις προσωπικές μαρτυρίες τόσων ανθρώπων που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, δεν υπάρχει δρόμος μετεγκατάστασης και βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μετάβασης που δεν ξέρουν τι θα απογίνουν. Βάζει τον εαυτό μας στη θέση τους, σε μισή ώρα από τώρα να τρέξουμε ξαφνικά για να σώσουμε τη ζωή μας, όλοι εμείς με τα καθημερινά μας προβλήματα και τις γκρίνιες, που όμως διαθέτουμε ακόμη το προνόμιο της ζωής σε μια ειρηνική χώρα.

Η λύση στα χέρια των λαών

Ως λύση στο πρόβλημα προκρίνει την πολιτική λύση η ίδια. Τη βούληση οι 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης να επωμιστούν τον αριθμό προσφύγων που αντέχει η κάθε μία και να βοηθηθούν οι άνθρωποι. Μιλάει για τους πολιτικούς της Γηραιάς Ηπείρου που «έχουν τον νου τους μόνο στις επόμενες εσωτερικές τους εκλογές και όχι στην ευθύνη που έχουν αναλάβει έναντι των λαών τους». Για να υποκινηθεί η πολιτική λύση, όμως, ως μόνο τρόπο βλέπει τη δύναμη της κοινής γνώμης, να το απαιτήσουν οι πολίτες από τους πολιτικούς τους. «Εχουμε τους πολιτικούς που αξίζουμε», τόνισε.

Παραλληλίζει την Ευρώπη με μια οικογένεια και θεωρεί ότι τώρα είναι ώρα να δείξει τι την ενώνει. «Είναι όπως ένας γάμος», λέει, «με τις καλές και τις δύσκολες ημέρες. Δεν μπορείς να είσαι επιλεκτικός. Δεν μπορείς να είσαι μέλος μόνο στις καλές ώρες… Το μέλλον της Ευρώπης είναι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία έχει θεμελιωθεί πάνω στις αρχές της ειρήνης και της αξιοπρέπειας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Χωρίς αυτά το μέλλον μας είναι αβέβαιο».

Η Χέντρικς, με σουηδική υπηκοότητα μετά τον γάμο της, έχει ζήσει και μεγαλώσει στην Αμερική, όπου βίωνε το δικό της απαρτχάιντ, χωρισμένη στα δύο από τον ρατσισμό. Στα σχολεία, στο δρόμο, στα νοσοκομεία. «Εάν είχες ένα αυτοκινητικό ατύχημα και δεν βρισκόσουν κοντά στο νοσοκομείο που ήταν για μαύρους, τότε μπορούσες να πεθάνεις. Γιατί δεν υπήρχε χρόνος να πας στο σωστό νοσοκομείο, δεν σε δέχονταν, ακόμη κι αν το νοσοκομείο για τους λευκούς ήταν απέναντι». Αφηγείται ότι δεν μπορούσες να πιεις νερό από τη δημόσια βρύση, λόγω του χρώματός σου. Πιστεύει στον Θεό, κόρη πάστορα, είχε τα πάνω και τα κάτω της με τους φορείς της θρησκείας, όμως κυρίως πιστεύει στους ανθρώπους και στην πνευματικότητά τους, άλλωστε η ίδια είναι βαθιά κοινωνός της.

Παλεύει για κοινά δικαιώματα για όλους τους ανθρώπους, μέχρι να πεθάνει, όπως λέει. «Αν δεν έχεις γαλήνη με τη δική σου καρδιά, πού να τη βρεις με τους έξω από σένα; Δεν χρειάζεται να πας σε καταυλισμούς στη Σομαλία και στο Σουδάν για να βοηθήσεις. Είναι πιο απλό. Μπορείς να ξεκινήσεις μέσα από το σπίτι σου, με τον άντρα και τα παιδιά σου, με τους φίλους σου, με τους συναδέλφους σου, με τη γειτονιά σου, για να κάνεις το σωστό… Ολοι είμαστε πολίτες αυτού του κόσμου… Οι διαφορές μας είναι ο πλούτος μας…», σημειώνει η ίδια.

«Φτου ξελευτερία» από την οθόνη

MICHELE SERRA
ΟΙ ΑΡΑΧΤΟΙ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδ. Ικαρος

Σου μιλάει σε όλη την αφήγηση. Με χιούμορ, με σπαραγμό, με ένταση. Μήπως και σε ξυπνήσει. Μήπως και σε κάνει να πετάξεις το έξυπνό σου τηλέφωνο από το χέρι και ζήσεις τη ζωή σου. Μήπως και αφήσεις την οθόνη του υπολογιστή σου να τρεμοσβήσει μόνη της και να βυθιστεί, επιτέλους, στο σκοτάδι που της αναλογεί.

Ο Michele Serra, γνωστός δημοσιογράφος στην Ιταλία, με τη σατιρική του διάθεση να καυτηριάζει βαθιά την καθημερινότητά μας, βρίσκει τον τρόπο να σε γρονθοκοπήσει στο στομάχι, μήπως και παραδεχτείς τη διαρκή απουσία της ζωής που βιώνεις σε αυτήν την κοινωνία της κόπωσης, της διαρκούς διαφάνειας, που τίποτα δεν μένει κρυμμένο και τίποτα ουσιαστικό, τελικά, δεν αποκαλύπτεται.

Σε αυτή την κοινωνία που η οικειότητα γίνεται χάιδεμα πλήκτρων, που οι ρυθμοί όλων επιταχύνονται προς ένα χαοτικό άγνωστο μετά, που η πληροφορία τα καταλαμβάνει όλα και σπεύδει με ραγδαία ετοιμότητα να καλύψει κάθε κενό. Αυτό το κενό που απεχθάνεται η φύση.

Ο Μικέλε Σέρα, λοιπόν, παίρνει το σαρκαστικό του ύφος και επευλαύνει. Γράφει μια νουβέλα «Οι αραχτοί» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ικαρος) απευθυνόμενος σε έναν απόντα, έναν διαρκώς απόντα. Στον γιο του, στον εαυτόν του, στην ίδια τη ζωή που κυλάει μέσα από τα δάχτυλά μας. Νομίζεις ότι μιλάει σε έναν πεθαμένο. Κατά μία έννοια, ναι. Απευθύνεται στην τρωτότητα και στη θνητότητά μας, στο αέναο εφήμερο που δεν κατορθώνουμε κιόλας να αδράξουμε.

Το χλιαρό εξώφυλλο αδικεί το βιβλίο, αν και ο Ικαρος έχει καταφέρει μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα να φτιάξει με ωραίες επιλογές μια ταυτότητα αναφοράς με τίτλους ξένης λογοτεχνίας. Ο Μικέλε Σέρα όμως είναι καταιγιστικός, ευρηματικός, καταφέρνει να φέρει στο κέντρο τον άνθρωπο, όσο κι αν η τεχνολογία τον εξοβελίζει σε μια κεντρόφυγο άγνωστη δύναμη. Μιλώντας στη γενιά που ακολουθεί τη δική του, ξεμπροστιάζει τους πάντες.

Κυρίως τον φόβο των γηρατειών σε αυτήν την κοινωνία που αποθεώνει την αιώνια νεότητα, αλλά δεν ξέρει να βιώσει την απώλεια, νιώθει αμηχανία μπροστά στο κάθε τέλος, ενώ παροτρύνεται να μη σταματάει να προχωράει μπροστά, καταναλώνοντας εντέλει τον ίδιο της τον εαυτό.

«Σκέφτομαι πόσο εύκολο ήταν να σε αγαπήσω όταν ήσουν μικρός. Πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσω, αν το κάνω τώρα που είμαστε ίσοι και όμοιοι στο ύψος, η φωνή σου μοιάζει με τη δική μου κι επομένως διεκδικεί τους ίδιους τόνους, την ίδια ένταση, ο όγκος του κορμιού μας είναι ο ίδιος».

Ο συγγραφέας δεν φοβάται την ειλικρίνεια. Αυτό είναι η δύναμή του. Ακροβατεί με τον κυνισμό σαν κοντάρι στο χέρι, αλλά δεν πέφτει από το σχοινί.

Μένει όρθιος διασώζοντας την τρυφερότητα, τη βαθιά αγάπη, την ομορφιά, όλα εκείνα που μας συνδέουν από μέσα, όλα εκείνα που μας κρατούν σε εγρήγορση, ακόμη κι όταν φαινόμαστε αραχτοί πίσω από φωτεινές οθόνες που σκοτεινιάζουν την ψυχή μας σε μια μετα-εποχή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, να ορίσουμε να οσμιστούμε. «Δεν μπορώ να πιστέψω πια στην εξουσία, έτσι όπως διαμορφώθηκε πριν από εσένα κι εμένα. Επομένως δεν μπορώ, εξαπατώντας τον ίδιο μου τον εαυτό, να εξαπατήσω κι εσένα».

Ποσειδώνιος μονόλογος

Ζούσα πάντα στο βυθό. Το δικό μου. Των άλλων. Της θαλάσσης. Ανέβαινα καμιά φορά και κουλουριαζόμουν φίδι στην κοιλιά κι άλλοτε δράκος κι έκαιγα το λαιμό σου. Έβραζα στο μυαλό σου, χύτρα βιδωμένη. Κι αναρριχόμουν στην πλάτη -και στα πλάτη- σου κατεβαίνοντας, όταν έβγαινε ο ατμός απονευρωμένος. Κι άφηνα σημάδια. Πεταλίδες που ξεράθηκαν. Στο βυθό μου κοράλλια και φύκια. Μεταξωτές κορδέλες που δένανε το κορμί σου. Το δικό μου. Των άλλων.

Άλλοι το λεν ανάγκη, άλλοι αγάπη, άλλοι σκοτάδι, άλλοι φως, άλλοι θεό, άλλοι θάνατο, άλλοι επιθυμία κι άλλοι ζωή. Λέξεις δεν υπάρχουν εκεί που κατοικώ εγώ. Κι ας ταράζω με τις τρίαινες τα λιμνάζοντα νερά σου. Δεν εκπορεύονται λέξεις εδώ και δεν τις εμπορευόμαστε, στο θυμίζω, μην τυχόν και χαζεύεις στη ζωή σου, τη δική μου και των άλλων. Και ξέχασες τη θάλασσα.

Η μια μου πλευρά σημαδεμένη αιώνια από το τόξο που κρατάω. Αμαζόνια πληγή να σημαδεύω στον ουρανό τα ίδια τα φίδια που σηκώνει μέσα από τα χέρια μου η θεά. Ξέρουν εκεί κι από μινώταυρους κι από λιωμένα φτερά ικάρων κι από δαιδάλους που σε αιχμαλωτίζουν. Είμαι η πηγή σου και σε αναβλύζω. Είμαι η αναπνοή σου και σε διακατέχω. Είμαι το σκότος και σου φέγγω. Είμαι το φως και κρατάω σκιά στα φέγγη σου. Και στα φευγιά σου. Εκείνα τα στοιχειά που εμφανίζονται όταν είσαι ωσεί παρών. Στο πουθενά και στο παντού. Το δικό μου και των άλλων, το δικό σου.

Είμαι το κόκκινο του φόβου σου, εκείνης της ρίζας που απλώνεται στη γη και βάζει υπόγειες φωτιές που δεν θα τις δει κανείς, μόνο την καμένη γη θα αντικρίσουν οι πολλοί και κάποιοι, κάποιοι σαλοί και το ίδιο καιόμενοι, τη φλεγόμενή μου βάτο, εδώ στο βυθό, μέσα στα ύδατα. Είμαι το πορτοκαλί που γεννάω στην κοιλιά σου και θρέφω όλα τα σερνόμενα φίδια σου, εκείνα που χρειάζονται την αφή για να μεγαλώσουν. Είμαι το κίτρινο που λάμπω στον ουρανό της δράσης σου, εκείνος ο ήλιος που δύει κάθε βράδυ στα μάτια σου. Είμαι το πράσινο που ξέρει να αγαπάει η καρδιά σου και κάποτε γίνεται ροζ οπάλ κι άλλοτε χρυσό που σε τυλίγει. Κι είμαι κυρίως το μπλε που γράφεται στις λέξεις σου, εκείνες που καρφώνεις στα πλευρά μου και τρέχουν τα αίματα της θλίψης σου, ανάβουν τα αίματα της χαράς μου. Είμαι το μωβ που απλώνεται με ωμέγα τεράστιο και ποσειδώνιο ανάμεσα στα μάτια σου όταν αυτά χαμογελάνε. Καθρεφτίζομαι εκεί κι ανεβαίνω στο λευκό του κενού. Του αφρού της θάλασσας που φυσάει μπουρμπουλήθρες στα πεδία μου. Τα δικά μου, τα δικά σου, των άλλων. Φου.

Σ.Σ., Ιούλιος 2016