Η φλεγόμενη βάτος της λογοτεχνίας

«Η φλεγόμενη βάτος της λογοτεχνίας»

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΝΤΙΡΑΣ
Ο εραστής
μτφρ.: Εφη Κορομηλά
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 132

Γράφοντας
μτφρ.: Χρύσα Τσαμαδού
εκδ. Εξάντας, σελ. 142

ΛΟΡ ΑΝΤΛΕΡ
Ζωή σαν μυθιστόρημα
μτφρ.: Μαρία Κράλλη
εκδ. Ηλέκτρα, σελ. 736

Το πρώτο της βιβλίο αρνήθηκε να το εκδώσει ο Gallimard. Το έργο που την έκανε διάσημη διεθνώς, την καθιέρωσε και την απογείωσε, που της έφερε στα χείλη την αναγνώριση και που πια θα ένιωθε ενοχλημένη κι απ’ αυτό, δεν ήρθε πριν από τα 70 της χρόνια, παρά την ενεργή της παρουσία, την πολυτάραχη ζωή της, την αφοσίωσή της στη γραφή. Παρακινημένη από μια μακρινή επίγευση του «Εραστή» της που έχει ξεπεράσει το ενάμιση εκατομμύριο αντίτυπα κι έγινε ταινία το 1992 από τον Ζαν-Ζακ Ανό, ξεκίνησα να γράψω ένα κείμενο για τον εξωτισμό και τον αισθησιασμό ελέω θέρους, όμως η πολυσύνθετη συγγραφική φιγούρα της το κατάπιε και με περιγέλασε.

Δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση. Η Μαργκερίτ Ντιράς. Δεν μπήκε σε κανένα καλούπι. Το περιβόητο «Ζω για να τη διηγούμαι» του Μάρκες αυτή το διέστρεψε σε ένα δικό της «ζω και επειδή γράφω». Οπως καταθέτει η ίδια στο «Γράφοντας» (εκδ. Εξάντας, μτφρ. Χρύσα Τσαμαδού, 1996), «Η γραφή ήταν το μοναδικό πράγμα που γέμιζε τη ζωή μου και τη γοήτευε. Το έκανα. Η γραφή δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ». Είχε δίκιο. Επειτα από 21 χρόνια από τον θάνατό της, οι λέξεις της είναι ζωντανές, παρούσες, φλεγόμενες.

Ερωτας και γοητεία

Κι έτσι, το 1984, το κορίτσι που είχε γεννηθεί σε ένα χωριό της Ινδοκίνας λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το πραγματικό όνομα Marguerite Germaine Marie Donnadieu, θα γυρίσει καμιά εξηνταριά χρόνια πίσω, στην εφηβεία της, για να πει μια ιστορία που θα εξάψει το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Οχι εύκολη ιστορία. «Ο εραστής» που κυκλοφορεί πάλι από το Μεταίχμιο –μετά την πρώτη έκδοση το 2011 από τον Εξάντα– σε μετάφραση Εφης Κορομηλά και με πρόλογο της Χριστίνας Ντουνιά.

Η πραγματική ερωτική σχέση της δεκαπεντάχρονης τότε Μαργκερίτ με έναν πολύ πλούσιο Κινέζο έγινε το υλικό του θρυλικού της βιβλίου. Ενα κορίτσι, με ένα μεταξένιο λιωμένο φουστάνι, στο χρώμα της αιθάλης, μια δερμάτινη αντρική ζώνη στη μέση, ένα ζευγάρι φορεμένα λαμέ ψηλοτάκουνα, βραδινά σανδάλια κι ένα επίσης αντρικό καπέλο, τριανταφυλλί, μαλακό, με μεγάλο μπορ, με μαύρη φαρδιά κορδέλα. Η φιγούρα της στη γέφυρα ενός ποταμόπλοιου να ανεμίζει. Κι ο κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της άντρας με τη μαύρη λιμουζίνα που θα την ποθήσει.

Κι όμως, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα διυλίσει όλη της τη ζωή, την οικογενειακή της ιστορία που είναι γραμμένη μέσα στο σκοτάδι και στο δράμα, τη θέση στη ζωή τής μητρικής αγάπης και του πόνου, της αδερφικής παρουσίας και εγκατάλειψης, της προδοσίας, του πατρικού θανάτου που συνέβη πολύ νωρίς. Ολα εκείνα που σημάδεψαν την πορεία της, μα, κυρίως που διαμόρφωσαν την τέχνη και τη γραφή της. Σε κείνη την αποικιακή Ινδοκίνα του Μεσοπολέμου, η Ντιράς βρίσκει το πρόσφορο έδαφος για να ανθίσει την υψηλή της λογοτεχνία, για να ασκήσει την πιο μεγάλη της γοητεία και τελικά δεν εκμαυλίζει απλώς έναν νεαρό εκατομμυριούχο, αλλά το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό, όταν το σώμα της δεν είναι εκείνο της ισχνής παιδούλας, αλλά το γερασμένο κορμί μιας γυναίκας που ταλαιπωρήθηκε από το ποτό και τις καταχρήσεις. Σε μια κινούμενη άμμο. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα του «Εραστή». Αυτή είναι η μαγεία της λογοτεχνίας, να βάζει υποστρώματα που δεν τα υποψιάζεσαι και να αφαιρεί τα προφανή.

Η Λορ Αντλέρ, ιστορικός, κοινωνιολόγος, συγγραφέας και δημοσιογράφος και κυρίως με φιλικούς δεσμούς με την Ντιράς για τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια, το 1998 κέρδισε το βραβείο «Femina Essai» για τη βιογραφία της Μαργκερίτ, με τίτλο «Ζωή σαν μυθιστόρημα» (εκδόσεις Ηλέκτρα, μτφρ. Μαρία Κράλλη, επιμέλεια Γιώργος Μπλάνας, β΄ έκδοση Οκτώβριος 2004). Η Αντλέρ, λοιπόν, περιγράφει εκείνη την περίοδο που η Ντιράς έγινε σταρ (δεν ήταν άλλωστε από όταν γεννήθηκε;), μετά και το κερδισμένο βραβείο Γκονκούρ. Μιλά για το εκδοτικό φαινόμενο, για τους βιβλιοπώλες να θυμούνται την εμμονή των πελατών τους να αγοράζουν πολλά αντίτυπα του «Εραστή», λες και υπήρχε έλλειψη… Ηταν η πρώτη φορά που το Newsweek αφιέρωσε μια ολόκληρη σελίδα του σε Γάλλο συγγραφέα.

Η συναλλαγή

Η Αντλέρ βάζει πιο βαθιά το νυστέρι στην ιστορία για να δώσει την εκδοχή που θεωρεί ότι η Ντιράς «διόρθωσε» μυθοπλαστικά προς το τέλος της ζωή της και να μας πει για τη βία από τον μεγάλο αδερφό και τη μάνα που στην ουσία έκαναν την οικονομική συναλλαγή με τον πλούσιο Κινέζο. Και με τα χρήματα γύρισαν πίσω στη Γαλλία. Επώδυνα πράγματα τόσο για ένα δεκαπεντάχρονο παιδί όσο και για τη λογοτεχνία μιας σταρ.
Εδώ, λοιπόν, στα μάτια όλων αποκαλύφθηκε η πληγή του καλλιτέχνη, η αδυναμία του, ίσως η ρωγμή εκείνη στα σκοτάδια της ψυχής που άφησε να μπει το φως και να τη μεταπλάσει σε κάτι άλλο, ας πούμε ένα λογοτεχνικό διαμάντι. Η αλχημεία της τέχνης που έφερε την Ντιράς να γίνει μια επαγγελματίας της εξομολόγησης, ικανή να αυτοβιογραφείται θολώνοντας τα νερά, σαν εκείνες τις υγρές εκτάσεις της Ανατολής που εξέθρεψαν το ταλέντο της. Η Ντιράς θα παίζει με τις αναμνήσεις της, με τη διαρκή μεταγραφή τους, θα αναμοχλεύει τα βαθιά στρώματα μέσα της.

«Είναι αλήθεια, υπάρχει η αθωότητα της ζωής. Μια αθωότητα που σε κάνει να κλαις… Αν δεν υπήρχαν πράγματα σαν αυτά, δεν θα υπήρχε γραφή… Αυτό σημαίνει γραφή. Είναι η αμαξοστοιχία που περνά πάνω απ’ το σώμα σας. Το διασχίζει» («γράφοντας», 1993).

Σταθμοί στο «ταξίδι» της

1914: Γέννηση κοντά στη Σαϊγκόν.
1918: Θάνατος του πατέρα της.
1918-1932: Εγκατάσταση της οικογένειάς της στο Σαντέκ. Η μητέρα της αγοράζει ένα κτήμα στην Καμπότζη. Η Ντιράς ζει ως οικότροφη στο λύκειο της Σαϊγκόν.
1932: Επιστροφή στη Γαλλία όπου θα σπουδάσει νομικά, μαθηματικά και πολιτικές επιστήμες.
1939: Παντρεύεται ον Ρομπέρ Αντέλμ.
1942: Πεθαίνει στη γέννα το παιδί της και ο μικρότερος αδελφός της.
1943: Γνωρίζει τον Φρανσουά Μιτεράν και γίνονται φίλοι.
1944: Ο άντρας της συλλαμβάνεται και ζει για ένα χρόνο σε στρατόπεδο εργασίας. Θα χωρίσουν το 1946. Γίνεται η ίδια μέλος το 1944 του Κομμουνιστικού Κόμματος το οποίο θα εγκαταλείψει αργότερα.
1947: Αποκτά τον γιο της Ζαν από τον Ντιονίς Μασκολό.
1968: Υπογράφει μανιφέστα και ζει από κοντά ενεργά το Μάη του ’68.
1980: Ο Γιαν Αντρέα εγκαθίσταται στο διαμέρισμά της, δεν θα την εγκαταλείψει μέχρι το τέλος της ζωής της το 1996. Εκείνος είναι μεγάλος της θαυμαστής, 28 ετών, ομοφυλόφιλος, κι εκείνη 66 ετών, όταν θα αρχίσουν να ζουν μαζί. Θα είναι ο τελευταίος της σύντροφος, επίσης συγγραφέας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2014.
1982: Κάνει θεραπεία αποτοξίνωσης λόγω του αλκοολισμού της.
1984: Ο «Εραστής» απογειώνει τη συγγραφική της καριέρα.

 

Ειρηνική επανάσταση με το σώμα

«Ειρηνική επανάσταση με το σώμα»

Τι μπορεί να είναι επαναστατικό στις μέρες μας; Πώς το σώμα γεφυρώνει τις διαφορές μας; Η σχέση της παράδοσης με τη σύγχρονη χορευτική γραφή μπορεί να διευκολύνει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού ταυτοτήτων και εννοιών σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται ραγδαία; Ερωτήματα τέτοιας φύσεως επιχειρεί να εγείρει η διοργάνωση του 23ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας στο κοινό και στους θεατές που θα βρεθούν στην πόλη από τις 14 έως και τις 23 Ιουλίου.

Επιβεβαιώνοντας τον διεθνή χαρακτήρα του θεσμού, το πρόγραμμα φέτος περιλαμβάνει οκτώ ξένες και τέσσερις ελληνικές ομάδες σύγχρονου χορού, ένα σεμινάριο, τρία εργαστήρια, δύο masterclass και έξι ανοικτές παράλληλες διοργανώσεις, σε 24 συνολικά εκδηλώσεις, απλωμένες στις γωνιές της πόλης του ελληνικού νότου. Τα έργα των ξένων συμμετοχών παρουσιάζονται για πρώτη φορά.

Το στοίχημα φέτος για την κ. Κατερίνα Κασιούμη, καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ, είναι να αναδειχθεί η επένδυση στον άνθρωπο, στην ομορφιά, στο θετικό. Νιώθοντας δικαιωμένη η ίδια από τις επιλογές και την έκβαση της περυσινής της θητείας και κρίνοντας απόλυτα επιτυχημένο το εγχείρημα –με τον κόσμο να συμμετέχει και να στηρίζει με την παρουσία του τον θεσμό– φέτος τονίζει την επιτακτική ανάγκη να δοθεί ένα αισιόδοξο μήνυμα. Αν και δεν είναι προφανής η «χρησιμότητα» της τέχνης, πρέπει να έχει όμως χώρο για όλους, να αγκαλιάζει τον καλλιτέχνη γιατί είναι αυτός που με τα διαχρονικά ερωτήματα που θέτει, μπορεί να εμπνέει τον θεατή, να τον συνδέει με τον εαυτό του και τους άλλους γύρω του.

Μου μιλά με μεγάλη αγάπη για τους χορευτές και τους χορογράφους, για τις ευαισθησίες τους, πόσο «φτερό στον άνεμο είναι», έχει βγει από το δικό τους κόσμο άλλωστε, αλλά διαθέτει η ίδια και μια άλλη πιο αρραγή και οργανωτική πλευρά που κρίνει απαραίτητη και σημαντική τη συνεργασία των φεστιβάλ μεταξύ τους, στήνοντας μια «ομπρέλα» προστασίας και φροντίδας για τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Γι’ αυτή την απόλυτα επαγγελματική στάση που οφείλει να έχει ένας χορευτής, εξαίρει τη συμβολή της Ζουζούς Νικολούδη που το Φεστιβάλ φέτος τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννησή της. Εξηγεί πώς αυτή η σπουδαία προσωπικότητα έθεσε ψηλά τον πήχυ για όλους, πόσο επαναστατική ήταν με τον τρόπο της στην εποχή της, δείχνοντας πάθος και αγάπη, καθαρή ματιά για τον χορό και τους νέους.

Η Κατερίνα Κασιούμη θυμάται με συγκίνηση πως ένα μήνα πριν από τον θάνατό της, η Ζουζού Νικολούδη –της οποίας απολάμβανε την αγάπη και την εμπιστοσύνη– πήγε να δει παράστασή της για να της πει τη γνώμη της, ενώ μου μιλά για τη σημασία των δασκάλων και της μαθητείας στον χορό· δακρύζει όταν φτάνει η κουβέντα στους σπάνιους δασκάλους της στο μπαλέτο, αλλά και στη Μαρία Χορς, υποστηρίζοντας ότι της δίδαξαν τον κώδικα της ζωής. Πώς οι σπουδαίοι δάσκαλοι διακρίνουν τον μαθητή που διαθέτει όχι τα εξωτερικά προσόντα, αλλά την ψυχή και το πνεύμα και τη δύναμη για να ασχοληθεί σοβαρά με την τέχνη του. Ενας χορευτής πρέπει να είναι και διανοούμενος, αλλά σε μια πολύ λεπτή ισορροπία, χωρίς να καταργεί το σώμα, λέει η ίδια.

Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του θεσμού. Ενα από τα σεμινάρια είναι και «Οι επαναστατικοί χοροί της Ισιδώρας Ντάνκαν» που διεξάγουν οι Barbara Kane με τη Françoise Rageau και τη Σάντρα Βούλγαρη. Με θέρμη για το πνεύμα της Ντάνκαν μιλά η Barbara Kane, για την επίδραση της εμβληματικής αυτής φιγούρας στην κοινωνία, στον χορό, στη θέση της γυναίκας, στο ντύσιμο. Στο πώς άλλαξε το πρόσωπο του χορού η Ισιδώρα Ντάνκαν και το επέβαλε ως αποδεκτή μορφή τέχνης. Μια γυναίκα που άλλαξε τη ροή της χορευτικής τέχνης.
Οταν τη ρωτάω πώς μπορεί να εμπνεύσει πια τον σύγχρονο άνθρωπο, εστιάζει στην εντιμότητα και στην απλότητα του χορού της Ντάνκαν και τονίζει ότι δεν είναι μια εύκολη άποψη, η οπτική αυτή, ούτε για τον χορό αλλά ούτε και για τη ζωή την ίδια. Μου εξομολογείται ότι πέρυσι στην Καλαμάτα στο πλαίσιο εκδήλωσης των μαθητών, την πλησίασε μια γυναίκα και της είπε ότι εκείνο το απόγευμα ήταν ένα δώρο για εκείνη.
Η Barbara Kane πορεύεται με το ήθος που δίδαξε η Ισιδώρα Ντάνκαν και γι’ αυτό επιδιώκει να κρατά τον χορό ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους στην κοινωνία, χορευτές, παιδιά, ενήλικες, ανθρώπους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα χορού, ηλικιωμένους, ανθρώπους με αναπηρίες.

Γέφυρα με τον «Αλλον»

Μια ξεχωριστή, ιδιαίτερη περίπτωση είναι κι αυτή του Adi Boutrous. Ενας πολύ νέος άνθρωπος χορεύει, χορογραφεί και με το έργο του αφηγείται τη ζωή του ως Αραβα που ζει στην ισραηλινή κοινότητα του Τελ Αβίβ. Δεν τρέφει αυταπάτες ότι ο χορός μπορεί σε ευρύτερο πολιτικό επίπεδο να γεφυρώσει χάσματα, παραδέχεται ότι δυστυχώς ο χορός δεν έχει τη δύναμη να φέρει μια τέτοια μεγάλη αλλαγή, αλλά πιστεύοντας στο σώμα και στη δυναμική του, την ενέργειά του, βλέπει τη δυνατότητα να ξεπεραστεί ο φόβος για τον «Αλλον». Ο ίδιος εργάζεται ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης, δεν λαμβάνει κρατικές ενισχύσεις ή επιχορήγηση και ο τρόπος του να δημιουργεί τις δουλειές του, να της χρηματοδοτεί, προκύπτει από τα καλέσματα των διεθνών φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας συμμετέχει με το έργο του «It’s always here», σε μια ενιαία παράσταση με τον Andrea Costanzo Martini και το έργο του «Scarabeo, Angles and The Void», με τον σκαραβαίο του που συμβολίζει την αναγέννηση και τον κύκλο της ζωής, αλλά και που λεκτικά ονομάζεται έτσι το παιχνίδι scrabble στα ιταλικά.

«Στάση» σε έργα:

• «Rose-variation», 14 και15 Ιουλίου
• «Ανύποπτος χρόνος», 16 Ιουλίου
• «Αλάσκα», 17 Ιουλίου
• «Yama», 18 Ιουλίου
• «Απόγειος», 19 Ιουλίου
• «Romeo & Juliet / REBELLION & JOHANNESBURG», 21 Ιουλίου
• «Three Times Rebel», 22 και 23 Ιουλίου
• «One One One», 23 Ιουλίου

Πληροφορίες: http://www.kalamatadancefestival.gr/

Νέα ρότα για τον «Εξάντα»

Νέα ρότα για τον «Εξάντα»

Με πυρετώδεις ρυθμούς προχωρούν οι διαδικασίες αναγέννησης και ανανέωσης των εκδόσεων «Εξάντας». Δύο χρόνια σχεδόν μετά τον θάνατο, το 2015, της ιδρύτριάς τους, Μάγδας Κοτζιά, της ιστορικής αυτής προσωπικότητας των Γραμμάτων που μαζί με τη Νανά Καλλιανέση του Κέδρου και την Ιωάννα Χατζηνικολή των ομώνυμων εκδόσεων άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στη σύγχρονη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική εκδοτική δημιουργία.

Η εξαγορά ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το Πάσχα του 2017. Οι εκδόσεις Μίλητος του Νίκου Χαϊδεμένου απέκτησαν το brandname και το απόθεμα των βιβλίων του «Εξάντα». Το στοίχημα και η πρόκληση τώρα είναι όχι μόνο να διατηρηθεί αξιοπρεπώς η αχλύς της αίγλης του «Εξάντα», το όνομά του, ως προς την ποιότητα και τα σημεία αναφοράς του, από το 1974 κι ύστερα που διαδραμάτισε τον δικό του ξεχωριστό ρόλο στα εκδοτικά πεπραγμένα της χώρας, αλλά και να δοθεί το στίγμα της νέας του πορείας, ο επαναπροσανατολισμός του, σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη και για τον χώρο του βιβλίου.

Επικεφαλής σε αυτό το εγχείρημα είναι η Μαρία Γυπαράκη, με σπουδές στη Γαλλία στην ιστορία, την αρχαιολογία και το θέατρο και παρουσία στη σκηνοθεσία σε έργα του λυρικού θεάτρου. Ισχυρό χαρτί στα χέρια του εκδοτικού είναι η αλησμόνητη για τους βιβλιόφιλους «Λευκή Σειρά» με τα κλασικά κείμενα του «Εξάντα».

Σύμβουλος για τη «Λευκή Σειρά» έχει αναλάβει ο Αγης Αθανασιάδης, συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου Booktalks στο Παλαιό Φάληρο. Προσεχώς αναμένονται, σύμφωνα με τους υπεύθυνους του εκδοτικού οίκου, οι πρώτες επανεκδόσεις της «Λευκής Σειράς» στα έργα των: Ντε Σαντ («120 μέρες των Σοδόμων»), Μπαλζάκ («Χαμένες ψευδαισθήσεις», «Η γεροντοκόρη», «Ο οίκος Νυσενζέν»), Ντίκενς («Ιστορία δύο πόλεων»), Σταντάλ («Το μοναστήρι της Πάρμας»), Φλομπέρ («Μαντάμ Μποβαρί»), Ουίλιαμ Θάκερεϊ (Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας»), αλλά και η «Πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη, τα «Ποιήματα και πεζά» του Διονυσίου Σολωμού και «Τα ρόδινα ακρογιάλια» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Tο πρώτο νέο βιβλίο που σηματοδοτεί και το καινούργιο ξεκίνημα της «Λευκής Σειράς» είναι η έκδοση ενός μεταφραστικού άθλου διάρκειας είκοσι ετών και έργου ζωής από τον Ιωάννη Κοιλή: πρόκειται για το «Simplicius Simplicissimus», ένα μπαρόκ γερμανικό μυθιστόρημα του Hans Jacob Christoffel von Grimmelshausen. Σύμφωνα με τη Μαρία Γυπαράκη, θα κυκλοφορήσει και σε εκατό συλλεκτικά δερματόδετα αντίτυπα.

Εκτός «Λευκής Σειράς» ξανακυκλοφορούν από τα κλασικά έργα ο δίτομος «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, καθώς και «Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς» και «Η επιστροφή του Σέρλοκ Χολμς» του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ. Για την ερχόμενη χρονιά, αναμένεται ο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» του Ντίκενς σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ, αλλά και η τετραλογία του Φορντ Μάντοξ Φορντ, «Parade’s end», σε μετάφραση της Αντωνίας Μπελίκα-Κουμπαρέλη.

Και νέα σειρά «Black Velvet»…

Μια νέα σειρά που προστίθεται στον νέο, «αναγεννημένο» Εξάντα είναι αυτή της νουάρ αστυνομικής λογοτεχνίας που θα φέρει το όνομα «Black Velvet» (Μαύρο Βελούδο) και θα εγκαινιαστεί με το βιβλίο του Γάλλου Emile Gaboriau «Η υπόθεση Λερούζ» σε μετάφραση του Γιώργου Ξεναρίου.

Η ίδια η Μαρία Γυπαράκη μεταφράζει και το αστυνομικό «Τεκίλα φραπέ» (Nadine Monfils) για τη σειρά της αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ μιλάει με πολλή φροντίδα για τα απομνημονεύματα της Μάρθα Γκράχαμ, που ετοιμάζονται για τη σειρά των βιβλίων Τέχνης σε μετάφραση της Παρασκευής Ματσούκα. Στον τομέα του δοκιμίου, θα κυκλοφορήσει επίσης «Ο Πούτιν από το Α ως το Ω» του Vladimir Fédorovski πάλι σε μετάφραση της Μαρίας Γυπαράκη.

Στόχος της διεύθυνσης του εκδοτικού οίκου, που προς το παρόν λειτουργεί στον Αγιο Δημήτριο, στην έδρα των εκδόσεων Μίλητος, είναι να δοθεί και η απαιτούμενη σημασία στα πανεπιστημιακά βιβλία, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση για την ελληνική λογοτεχνία

Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα

«Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα»

Χάριν ευθυμίας, τον ρώτησα εάν ζούσε από τα βιβλία του, εάν θα άφηνε τη Σουηδία και την επιτυχημένη του καριέρα ως δικηγόρου, για να έρθει –ας πούμε– σε ένα ελληνικό νησί και να γράφει τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Γέλασε και απάντησε ότι ήδη εδώ και τέσσερις μήνες, παραιτήθηκε από τη δουλειά του, κατέθεσε τη νομική του ταυτότητα, και θα φύγει με τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά για τη Μαγιόρκα. Εκεί θα αφιερωθεί στη γραφή, στα σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, στα μυθιστορήματά του που ακροβατούν ανάμεσα στο θρίλερ και το μυστήριο.

Ο Γενς Λαπίντους, ένας από τους εκπροσώπους της έκρηξης της αστυνομικής λογοτεχνίας από τη σκανδιναβική χερσόνησο, ήρθε στην Ελλάδα, με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά από το Μεταίχμιο του έργου του «Στοκχόλμη», σε μετάφραση από τα σουηδικά του Γρηγόρη Κονδύλη.

Ευγενής, εύστροφος, επικοινωνιακός, άνθρωπος του σήμερα –από τους προνομιούχους στη χώρα του, όπως δεν θα σταματήσει να τονίζει ο ίδιος με ειλικρίνεια–, προσγειωμένος στην τωρινή πραγματικότητα, ζει το όνειρο της απογείωσης της συγγραφικής του καριέρας, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική επιτυχία. Αποδίδει την άνθηση αυτή –στην οποία ο ίδιος συμμετέχει ενεργά– στη διάσταση, την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στις πολύ «ασφαλείς» κοινωνίες του ευρωπαϊκού Bορρά και της ύπαρξης τους εγκλήματος εντός τους, κάτι που δεν θα το δούμε στο Μεξικό ή στη Νότια Αφρική.

Εκεί, μέσα σ’ αυτή τη σύγκρουση της ασφάλειας και της νομιμότητας με την παραβατικότητα και το έγκλημα, βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί και η λογοτεχνία. Μας το εξηγεί εκ των έσω, ως δικηγόρος εγκληματιών στη χώρα του. Επισημαίνει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης είναι υποχρεωμένος να είναι απόλυτα ειλικρινής μόνο απέναντι στον πελάτη του και όχι αναγκαστικά προς τον νόμο, την πολιτεία ή τη δικαιοσύνη. Αυτό το φέρνει και στα μέτρα της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας οφείλει να είναι έντιμος απέναντι στον εαυτό του και άρα τον αναγνώστη του. Δίνει βέβαια και την «εύκολη», όπως την ονοματίζει μόνος του, απάντηση για την τεράστια αυτή άνοδο της αστυνομικής λογοτεχνίας από τα μέρη του, αποδίδοντάς την στο φαινόμενο Στιγκ Λάρσον και τη θρυλική του πια τριλογία που πυροδότησε την περαιτέρω εξέλιξη.

Ο «μύθος» της παιδείας

Τα σκανδιναβικά αστυνομικά βιβλία στέκονται πολύ κριτικά απέναντι στην κοινωνία, με άλλους συγγραφείς όπως ο Aρνε Νταλ να έχουν αυτό το στοιχείο πολύ έντονο και άλλους λιγότερο, όπως η Καμίλα Λάκμπεργκ, θεωρεί ο Γενς Λαπίντους. Μιλάει διεξοδικά για τις αντιφάσεις της σουηδικής κοινωνίας, καταρρίπτοντας και τον μύθο του σούπερ εκπαιδευτικού συστήματος, όταν λέγοντας τόσο πολλά για το έγκλημα και τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που αναπτύσσονται στη χώρα, τολμώ να του πω «Και το σχολείο; Πού είναι σε όλα αυτά; Το σούπερ σύστημα που νομίζουμε εμείς εδώ ότι έχετε;».

Για να πάρω την απάντηση «Μα, αυτό είναι μόνο για τους προνομιούχους». Του αναπτύσσω μια μικρή θεωρία που έχω, ότι το νουάρ και το σύγχρονο ευρωπαϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα, είτε γαλλικό είτε ιταλικό είτε σκανδιναβικό, είναι σήμερα ό,τι ήταν για τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα το μυθιστόρημα. Το σκέφτεται λίγο και συμφωνεί. Το δικαιολογεί στην πορεία, γιατί βλέπει ότι τα αστυνομικά ιχνηλατούν τις τοιχογραφίες των σύγχρονων κοινωνιών, αναρωτιούνται, ψάχνουν το γιατί, αλλά παρακάτω ξαναστέκεται στο «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, όταν θα μιλήσει για τους αγαπημένους του συγγραφείς και τα έργα που τον σημάδεψαν. Αυτό είναι ένα απ’ αυτά.

Ο ίδιος έχει λάβει την τακτοποιημένη, συγκροτημένη κλασική παιδεία του δυτικού πολιτισμού και φαίνεται αυτό στον δομημένο τρόπο σκέψης του, αν και όταν γράφει, είναι πιο χαοτικός, αποκαλύπτει. Είναι εντυπωσιακό να τον ακούς να περιγράφει πώς η σουηδική κοινωνία βασίστηκε, δομήθηκε πάνω στο ξύλο και τον χάλυβά της. Σαν στοιχείο που φέρνει στο φως και πλευρές της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων του Βορρά.

Ο συγγραφέας, ωστόσο, αποδεικνύεται πιο μεσογειακός στην αίσθηση που αφήνει με την πιο ζεστή του στάση και την προσήνειά του. Αλλωστε στα βιβλία του αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες, το αίμα βράζει και χύνεται, οι καταστάσεις ξεφεύγουν από τον έλεγχο, οι εξελίξεις εκρήγνυνται κυριολεκτικά. Ποιος ξέρει, ίσως η σουηδική κοινωνία ως αντίβαρο –βαλβίδα στη χύτρα ταχύτητας της κοινωνίας τους– στην όλη παροιμιώδη συγκρότησή της να χρειάζεται τη λογοτεχνία ως αντισταθμιστικό παράγοντα που φέρνει στο φως τις απορρυθμίσεις και αφήνει τους ανθρώπους να ανασάνουν λίγο πιο ελεύθεροι, όσο άναρχα και χαοτικά θέλουν μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

Χορός και θέατρο στην υπηρεσία του ομαδικού… «Έρωντα»

Χορός και θέατρο στην υπηρεσία του ομαδικού… «Έρωντα»

Ανοιξιάτικο βράδυ Παρασκευής, κάτω από την Ακρόπολη, Ερεχθείου 22, ο «Κινητήρας», ένα καλλιτεχνικό δίκτυο παραστατικών τεχνών, μια κολεκτίβα πολιτισμού, έχει ανοίξει τις πύλες του για τη γενική πρόβα. Βακχικά φωτιστικά με πλαστικά φρούτα να κρέμονται, ένας γιγαντιαίος γάτος που στάθηκε δίπλα μου επιζητώντας χάδια, ο «Αντρας» του χώρου, όπως έμαθα ότι τον λένε. Οι συντελεστές υπ’ ατμόν για τις τελευταίες διεργασίες, οι χορευτές κι οι ηθοποιοί κάνουν το ζέσταμά τους γύρω μου, τοποθετούν τα σημάδια που θα σταθούν για τους ρόλους τους.

Σιγά σιγά με πλησιάζει μια σύγχρονη «μάγισσα» με χόρτινη σκούπα κι αρχίζει να μου μιλάει για τον έρωτα. Με κοιτάει βαθιά στα μάτια και υπνωτιστικά μού λέει ότι παίρνει από τον κόσμο, από τους ανθρώπους αυτό που έχουν να της δώσουν. Δίπλα μου, μια φίλη της ομάδας, ηθοποιός –θα είμαστε κι οι δύο κοινό στην πορεία της βραδιάς–, μου εξηγεί τις δυσκολίες του επαγγέλματος και μαζί την ευλογία να βρει κάποιος μια ομάδα που του ταιριάζει, να γίνει μέλος της και να κατορθώσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά καλλιτεχνικά.

Το χοροθέαμα του «Ερωντα» αρχίζει. Τα σώματα ανοίγουν, ανθίζουν, απελευθερώνονται. Κορμιά ανθρωπίνων διαστάσεων, «κανονικά», συνηθισμένα, με τις διαφορές και τη μοναδικότητά τους, δυνατά να εκφράσουν τις αδυναμίες τους, ζωντανά, εν δράσει. Κάτω από τη σκέπη του μεγάλου θέματος: του έρωτα. Το εντυπωσιακό είναι ότι όσο απεκδύονται τον εαυτόν τους τα σώματα, αναδίδουν μια έντονη φυσικότητα που γίνεται αμηχανία μόνο όταν θα αρχίσουν να ξαναντύνονται. Με φρεσκάδα, δροσιά, καλαισθησία, απλότητα, αλήθεια, ανάλαφρα το έργο σε τραβά εντός του και νομίζεις ότι θα μπορούσες ακόμη κι εσύ να παίξεις. Αλλωστε το ερωτικό παιχνίδι είναι για όλους, ανεξαρτήτως προϋποθέσεων.

Ανάγκη για έκφραση

Η ζωτική ανάγκη των ανθρώπων να εκφραστούν μέσα από τη δυναμική μιας ομάδας, όπως αυτή του «Κινητήρα», βρίσκει δικαίωση. Η σκηνή ασπρόμαυρη και γκρίζα στην αρχή, καταλήγει παλλόμενη με όλους τους δυνατούς χρωματισμούς. Η βαρύτητα των τραυμάτων του έρωτα σιγά σιγά απομακρύνεται, όσο η κίνηση και η δράση προχωρούν, και με χιούμορ γίνεται ελαφράδα, κόκκινο κομφετί και σκορπάει στον χώρο.

Εκείνο το «ν» που τρυπώνει ανάμεσα στα υπόλοιπα γράμματα του έρωτα, εκείνο που τον κάνει «έρωντα», καταλαμβάνει τη διάστασή του. Ο έρωντας στην Κρήτη είναι το γνωστό βότανο δίκταμο, που κατά τον Διοσκουρίδη, όταν στο νησί, στην αρχαιότητα, λάβωναν με τα τόξα τους άγρια κατσίκια χωρίς να τα σκοτώνουν, εκείνα πήγαιναν και μασούσαν το άγριο χόρτο για να γλείψουν ύστερα και να επουλώσουν τις πληγές τους.

Στην Κρήτη, επίσης, ο έρωντας έχει και τη νοηματική υφή της αγαπητικής διάθεσης, όχι απαραίτητα της ερωτικής πράξης. Αυτή την αγαπητική διάθεση οι συντελεστές του «Κινητήρα» κατορθώνουν να την εμπνεύσουν. Η Αντιγόνη Γύρα, που έχει την καλλιτεχνική διεύθυνση του έργου και τον συντονισμό της ομάδας, είναι η ψυχή του εγχειρήματος κι εμπνέει αυτήν την αίσθηση οικειότητας αλλά και φροντίδας των άλλων γύρω της. Είναι εκείνη, μητέρα τριών παιδιών, που εκμαίευσε τη λέξη «έρωντας» από την ντοπιολαλιά της πεθεράς της στη Μάνη.

Μιλώντας με την Πέρσα Σταματοπούλου, μία εκ των χορογράφων, μου τονίζει την πρόκληση για τους δημιουργούς που συνεργάζονται, μέσα σε σύντομο χρόνο να ξεδιπλώσουν μια λιτή και περιεκτική φόρμα, ενώ τον έρωτα τον βλέπει η ίδια σαν μια βουτιά στα πολύ βαθιά, σκοτεινά μα και πολύ φωτεινά, της ανθρώπινης ύπαρξης· γίνεσαι ικανός, εξαιτίας του ή για χάρη του, είτε να δημιουργήσεις είτε να καταστραφείς.
Στα μάτια μου κλέβει την παράσταση, πριν από την παράσταση, η Σόνια Αγκάτσι, που ερμηνεύει πρωτότυπα και καταλυτικά ένα απόσπασμα του έργου των Φράνκα Ράμε και Ντάριο Φο, «Ολο σπίτι, κρεβάτι κι εκκλησία: Η μαμά-φρικιό» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Αγορά.

«Ερωτας είναι…»

Αν και οι συντελεστές της παράστασης μου τόνιζαν ότι ο έρωντας ακούγεται σαν τον γέροντα, ανακάλυψα ότι ο Μένης Κουμανταρέας, στις 27 Ιουλίου του 1997, για λογαριασμό του «Βήματος» (www.tovima.gr/relatedarticles/article/? aid=90036), είχε δημοσιεύσει ένα μεταφραστικό δικό του εγχείρημα, όχι από ξένη γλώσσα, αλλά από τη γλώσσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη του διηγήματός του «Ο Ερωτας στα χιόνια». Εκεί κάνει την εμφάνισή της η έκφραση «Ερωτας είναι, δεν είναι γέροντας».

Σε ένα από τα μέρη της χοροθεατρικής παράστασης, άλλωστε, κυριαρχεί ευρηματικά η νέα ζωή που κυοφορείται, η αναγέννηση πρωταγωνιστεί, μέσα από τον καρδιακό παλμό που εξαπλώνεται με την κίνηση και ξεκινά από την κοιλιά της πραγματικά εγκυμονούσας ερμηνεύτριας.

​​www.kinitiras.com. Η είσοδος είναι με ελεύθερη συνεισφορά. Το έργο παρουσιάζεται όλα τα Σαββατοκύριακα του Μαΐου στις 21.30 μ.μ. Ερμηνεύουν οι: Πάολα Απαρίσιο, Ιάσονας Βενετσανόπουλος, Αλέξης Βιδαλάκης, Χαρά Γιαννακοπούλου, Κωστής Δασκαλάκης, Μαριλένα Δασκαρόλη, Κατερίνα ελ Ράχεμπ, Δέσποινα Κωστελίδου, Πάρης Λεόντιος, Κατερίνα Λιόντη, Σμαράγδη Μιχαλακάκου, Γιάννης Μιχαλακούκος, Μάγδα Μάστορα, Φανή Μπακιρτζή, Αγγελική Παπαδία, Φάνια Χρηστίδη.

«Στις αντιφάσεις του αραβικού κόσμου»

«Στις αντιφάσεις του αραβικού κόσμου»

MAHI BINEBINE
Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν
μτφρ.: Ελγκα Καββαδία
εκδ. Αγρα, σελ. 160

ΙΜΠΡΑΧΙΜ ΑΛ ΚΟΥΝΙ
Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου
μτφρ.: Ελένη Καπετανάκη
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 176

Μια ομάδα αγοριών μεγαλώνει στην επίγεια κόλαση του Σιντί Μουμέν, στα περίχωρα της θρυλικής πόλης του Μαρόκου. Η υπόσχεση του παραδείσου, σε ένα γκαράζ ανάμεσα σε ουρανό και γη, θα πιάσει τόπο και ένας ένας θα ανατινάζονται στο όνομα του Θεού. Πώς γεννιέται ο καμικάζι; Τι θρέφει και τρώει την ψυχή του; Το κύλισμα στο αίμα είναι ένα τόσο δα λοξοδρόμισμα, σαν να αλλάζεις βρώμικο σοκάκι… Στον αντίποδα όλης τούτης της φτώχειας, στις λιβυκές ερήμους ανθεί ο πνευματικός πλούτος των αρχαίων μύθων, του μυστικισμού του Ισλάμ, της φιλοσοφίας των σούφι, ακόμη κι ο ρώσικος υπαρξισμός. Δύο συγγραφείς, ιδιαίτεροι εκπρόσωποι της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας και του πολιτισμού, σκιαγραφούν, μέσα από τα δικά τους μοναδικά φίλτρα, τις όψεις του κόσμου που η Δύση αντιμετωπίζει με αμηχανία και φόβο και κυρίως με άγνοια και απορία.

Με γλύκα, τρυφερότητα και ανθρωπιά ο Mahi Binebine στο βιβλίο του «Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα σε μετάφραση Ελγκας Καββαδία, βάζει το νυστέρι στο κόκκαλο και αποκαλύπτει όλη εκείνη τη βία της ανέχειας που αναπτύσσεται σε μια άκρη της Καζαμπλάνκας. Πώς τα ανυποψίαστα αγόρια που κλωτσούν υποτυπώδεις αυτοσχέδιες μπάλες στις βρωμερές παραγκουπόλεις των χωματερών, μιά ημέρα ζώνονται εκρηκτικά και σκορπούν τον θάνατο. Μιά χούφτα χαμίνια, αλητάκια των δρόμων, αγόρια με εύθραυστες καρδιές που κατέληξαν να αφήσουν πίσω τους την αγάπη, τη ζωή, τους ανθρώπους, την ομορφιά και να βυθιστούν στο σκοτάδι και το κακό, στο βίαιο τέλος το δικό τους και των άλλων, ακολουθώντας μια δελεαστική υπόσχεση για ένα υποτιθέμενα σίγουρο επέκεινα. «Ετσι, βρεθήκαμε αφημένοι μέσα στη φύση, σαν τους πεινασμένους λύκους, έτοιμοι να κατασπαράξουμε ολόκληρο τον πλανήτη». Το βιβλίο έχει τιμηθεί με το Βραβείο Καλύτερου Αραβικού Μυθιστορήματος για το 2010. Ο συγγραφέας, ζωγράφος και γλύπτης, γεννημένος το 1959 στο Μαρακές, όπου και ζει, έχει σπουδάσει μαθηματικά στο Παρίσι, αλλά στράφηκε στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Οι πίνακές του ανήκουν στη μόνιμη συλλογή του Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη. Διαβάζοντας «Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν», ξεπηδάνε σαν φαντάσματα και στοιχειώνουν την ατμόσφαιρα του βιβλίου οι φιγούρες από τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα· σιγουρεύοντας την αίσθηση ότι η καρδιά της λογοτεχνίας ανασαίνει και χτυπά όπου ασφυκτιά και δεν βολεύεται η ψυχή του ανθρώπου.

Το «μπλε» τραγούδι

Κι όταν πάει να σπάσει το στήθος από κείνο το βάρος του μοναχικού λύκου, κάποιος πρέπει να πει τα ξόρκια να λύσει τα μάγια, να πει την ιστορία και η αφήγηση να ανοίξει ένα παράθυρο στη λύτρωση. Ποιος θα το αναλάβει; Ενας «μπλε» άνδρας. Ο Ιμπραχίμ αλ Κούνι, που γεννήθηκε το 1948, στη νοτιοδυτική Λιβύη, Τουαρέγκ ο ίδιος, έμαθε αραβικά στα δώδεκά του, στη συνέχεια σπούδασε φιλοσοφία και συγκριτική λογοτεχνία στη Μόσχα, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Ενας άνθρωπος με εντυπωσιακή ζωή και παιδεία που έχει λάβει τα περισσότερα βραβεία από κάθε άλλον εν ζωή Αραβα συγγραφέα και το 2015 ήταν υποψήφιος για το Booker. Στο μυθιστόρημά του «Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση και εξαιρετικό επίμετρο από την Ελένη Καπετανάκη, μας ψιθυρίζει ένα τραγούδι για τη ζωή, τον θάνατο, τη μοναξιά, την αξία, την αγάπη, το ψέμα, την αλήθεια, την ερημιά, την προδοσία, την πίστη. Ενα βιβλίο, ακριβό φυλακτό στην καρδιά του αναγνώστη. «Ποιος δεν τον έστειλε εξόριστο μακριά απ’ τη γη του; Αυτή ήταν η αναπόδραστη μοίρα των ανθρώπων της ερήμου. Τα τραγούδια τους αυτά ακριβώς εξέφραζαν: τη θλίψη, την ξηρασία, τον διωγμό απ’ τις πατρίδες τους. Θέματά τους είχαν την ατέλειωτη μετανάστευση, την αδιάκοπη επιθυμία για επιστροφή στην πλήρωση που έρχεται απ’ τον Θεό και την αρχή των πάντων». Ο Ιμπραχίμ αλ Κούνι, λέγοντας την ιστορία ενός αγοριού και την αγάπη του για την ξεχωριστή του καμήλα, Μάχρι, μιλάει για τον κάθε άνθρωπο από μας, για ό,τι κουβαλάμε στην ψυχή μας, για ό,τι κατατρώει το μυαλό μας, για τον πλούτο και τη φτώχεια που φέρουμε εντός μας. Είναι η άλλη όψη του αραβικού κόσμου, η εσωτερική φωνή απέναντι στη βίαιη πραγματικότητα που βιώνεται. Πιο επίκαιρος από ποτέ, δίνει φωνή με το δικό του υπόγειο τρόπο σε όλα τα καραβάνια των ξενιτεμένων απανταχού στον πλανήτη. «Να φέρεσαι στους ξένους σαν ίσος προς ίσον. Οι άντρες δεν ξενιτεύονται χωρίς λόγο. Κάθε ξένος έχει κρυμμένο στο στήθος του ένα μυστικό». Μόνο που τούτη η αφήγηση τρίζει σαν άμμος στα μάτια, λάμπει σαν χρυσάφι, ξεδιψάει σαν νερό στην έρημο, συγκινεί σαν αλμυρό δάκρυ.

«Ενωμένοι μπροστά στο αβέβαιο μέλλον»

«Ενωμένοι μπροστά στο αβέβαιο μέλλον»

Ένα μικρό κορίτσι, η Αννα, η ηρωίδα του Νικολό Αμανίτι στο ομώνυμο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, επωμίζεται το βάρος να μας πει την ιστορία του συγκαιρινού ανθρώπου αλλά και του κάθε ανθρώπου, απέναντι στην άγνωστη και χαοτική περιπέτεια της ζωής, με τον ισχυρότερο αντίπαλο «παίκτη»: τον θάνατο.

Η μικρούλα σηκώνει τον κόσμο στα χέρια της, περπατώντας προς το μέλλον. Δεν είναι ο ενήλικος ήρωας του «Δρόμου» του Κόρμακ Μακάρθι, που θέλει να διασώσει τον γιο του. Η Αννα είναι ένα παιδί που κάνει το παν να προστατεύσει τον αδερφό του. Η αλληλεγγύη, η αδερφοσύνη, η ένωση με τον κόσμο αναβλύζουν μέσα από τις αλληγορίες ενός σκληρού και άγριου μυθιστορήματος που έγραψε ο Ιταλός συγγραφέας. Το αρνητικό της κινηματογραφικής και ασθμαίνουσας ιστορίας του Αμανίτι φέρνει στο φως το καλό, την ομορφιά, την αθωότητα, την ελπίδα, τη ζωή. Ενα κοριτσάκι με σπίρτα στο χέρι για να βάλει φωτιά και να κάψει την ασχήμια. Ο Αμανίτι δίνει φωνή σ’ αυτή τη μικρούλα να μιλήσει για λογαριασμό όλων μας, σ’ αυτόν τον κόσμο που η δυστοπία και η καταστροφή δεν είναι πια μόνο λογοτεχνική πραγματικότητα, αλλά συχνά κοντινό μας παρόν. Ο συγγραφέας βάζει το φως στα χέρια ενός παιδιού για να το μεταλαμπαδεύσει στις καρδιές μας.

– Τι είναι για εσάς η Αννα; Για τον κάθε αναγνώστη αντιπροσωπεύει κάτι άλλο. Για μένα είναι η αναγεννητική δύναμη του ανθρώπου, εκείνο το κομμάτι του που τον κρατάει στη ζωή.

– Το ίδιο ισχύει και για μένα. Είναι αυτή η πίστη, αυτή η ελπίδα στο μέλλον που κρατάει ενωμένο το ανθρώπινο είδος και το βοηθάει να πιστεύει ότι υπάρχει μέλλον.

– Ενα κορίτσι μπορεί να σώσει τον κόσμο, σώζοντας τον εαυτό του; Γιατί διαλέξατε να είναι κορίτσι η ηρωίδα σας;

– Μπορεί να ξεκινήσει σώζοντας κατ’ αρχάς τον εαυτό του. Αυτό που με ενδιέφερε στον χαρακτήρα της ήταν να αποτυπώσω το σθένος της, την αποφασιστικότητα με την οποία αγωνίζεται για να επιβιώσει και να βοηθήσει τον αδερφό της να ζήσει και να τα καταφέρει μόνος του. Στη διάρκεια αυτού του αγώνα, της τυχαίνει ακόμα και να οργιστεί, είναι όμως ικανή να βιώσει και μια μεγάλη τρυφερότητα.

– Πέρα από τη δύναμη της ιστορίας του βιβλίου, αναδύεται και μια σοβαρή αλληγορία για τον «πεθαμένο» κόσμο των μεγάλων, με τις τεράστιες αυταπάτες τους. Ποια είναι τα όπλα μας για να επιβιώσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο; Τι είδους βοήθεια μας παρέχει σ’ αυτή τη «μάχη» η λογοτεχνία;

– Η λογοτεχνία μάς δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε έναν διαφορετικό κόσμο, να επαναπροσδιορίσουμε αυτόν στον οποίο ζούμε και να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη μας σε ό,τι μπορούμε να κάνουμε στον πραγματικό κόσμο.

– Πώς φαντάζεστε ότι συνεχίζει το ταξίδι της στον κόσμο η Αννα;

– Προτιμώ να φαντάζονται οι αναγνώστες μου πώς συνεχίζει το ταξίδι της. Εμένα με ενδιέφερε να αφηγηθώ την πορεία της προς την ωριμότητα, τις διάφορες φάσεις της ζωής που διανύει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, μέχρι την τελική συνειδητοποίηση, ότι δηλαδή το να μένουμε ενωμένοι απέναντι σε ένα αβέβαιο μέλλον είναι πιο σημαντικό από οτιδήποτε, ακόμα και από τη εβεβαιότητα ότι θα σωθούμε.

«Η συγγραφή είναι ένα καταφύγιο»

– Ποιες είναι οι λογοτεχνικές επιδράσεις στο έργο σας;

– Είμαι «παμφάγος» αναγνώστης και τα βιβλία που με έχουν επηρεάσει είναι πάρα πολλά. Στην περίπτωση της «Aννας» συγκεκριμένα, τα βιβλία της δυστοπικής και μετα-αποκαλυπτικής λογοτεχνίας αναμφίβολα επηρέασαν τη φαντασία μου: από τον «Aρχοντα των μυγών» του Γκόλντινγκ μέχρι τον «Δρόμο» του Μακάρθι. Oμως το μυθιστόρημα αυτού του είδους που αγάπησα περισσότερο απ’ όλα ήταν το «Ζωντανός θρύλος» του Ρίτσαρντ Μάθεσον.

– Τι είδους καταφύγιο –ή καμιά φορά και φυλακή– είναι η συγγραφή για εσάς;

– Η συγγραφή είναι το δίχως άλλο ένα καταφύγιο και όχι φυλακή. Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι μη τυχόν χάσω την επαφή μου με την πραγματικότητα και άρα να μην μπορώ να την αφηγηθώ.

Κοινωνική συνοχή με …κρουστά

Από την Εθνική Λυρική Σκηνή μέχρι το Γκάζι, τα Εξάρχεια και το Σχιστό.

_DSC6735
Στον Πευκώνα του ΚΙΠΣΝ

_DSC6641

Εκεί που οι μεγαλεπήβολες πολιτικές, οι θεωρίες και οι φιλοσοφίες ενδεχομένως αποτυγχάνουν ή φτάνουν σε αδιέξοδο και χρειάζονται αναπροσαρμογή, μπορεί ένα τύμπανο με δυο ξυλάκια, πολύ διάθεση και πρόθεση ενσυναίσθησης να κάνει τη δουλειά; Άμεσα κιόλας; Το παράδειγμα είναι απτό. Οι Drum Works. Από το Λονδίνο. Μια ομάδα νέων μουσικών που ξεκίνησε πριν από μια δεκαετία και κάνει θαύματα με τα βραζιλιάνικα τύμπανα που παίζει. Και σε ποιο πεδίο, ε; Την ενθάρρυνση της κοινωνικής συνοχής…

Μυεί τους ανθρώπους στη συνεργασία, τη συμπόρευση, τη συνύπαρξη μέσα από τις δονήσεις των κρουστών της, το κέφι της, την ιδιαίτερη μουσικοχορευτική ταυτότητα που έχει δομήσει. Τους συνάντησα, μίλησα με τους επικεφαλής τους, Jo Wills, Ross McDouall και Jenny Beer, αλλά συμμετείχα κιόλας στο ανοιχτό προς το κοινό εργαστήριό τους που έλαβε χώρα στον Πευκώνα του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος στην Καλλιθέα. Ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκε το συγκρότημα στην Αθήνα. Ενδεχομένως να έθεσε και τις βάσεις για συνέχεια, άλλωστε μου τόνισαν ότι με όποιες ομάδες ανθρώπων παίζουν από την αρχή τη μουσική τους, δεν έχουν σταματήσει να βρίσκονται κοντά τους στην πάροδο του χρόνου.

Ξεκίνησαν από το Ανατολικό Λονδίνο. Πριν δέκα χρόνια. Οι δύο απ’ αυτούς είχαν μόλις ολοκληρώσει τις μουσικές τους σπουδές και δέχθηκαν απλώς μια πρόταση για να πάνε να παίξουν κάπου βραζιλιάνικα τύμπανα και να κερδίσουν λίγα χρήματα. Δοκίμασαν. Κι έτσι ξεκίνησε αυτός ο κύκλος που δεν φαντάζονταν πόσο θα απλωθεί και θα αγκαλιάσει τους ανθρώπους, δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν στην αρχή ότι ο κυματισμός αυτής της ομάδας θα γινόταν τόσο μεγάλος κι επιδραστικός στους άλλους. Το εγχείρημα χρηματοδοτείται από το Barbican Centre. Στην Ελλάδα τους έφερε η Εθνική Λυρική Σκηνή στο πλαίσιο των Εναλλακτικών Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών της δράσεων. Έτσι βρέθηκαν άνθρωποι από πολύ διαφορετικές κοινωνικές ομάδες της Αθήνας να παίζουν μαζί μουσική. Μια μουσική που γεννιέται την ίδια εκείνη στιγμή και είναι μοναδική. Αποτυπώνει και αντανακλά την ένωση των ανθρώπων εκείνη τη στιγμή, κάτω από την εμψύχωση, την ενθάρρυνση, την προτροπή και την καθοδήγηση των μελών των Drum Works. Οι οποίοι τα δίνουν όλα. Με πολύ πάθος. Με ευγένεια. Με παλμό.

Το μεγάλο επίτευγμα είναι ότι οι συμμετέχοντες οποιασδήποτε ηλικίας και φύλου και προέλευσης αντλούν αυτοπεποίθηση από την ίδια τη μουσική πράξη. Ωθούνται παιχνιδιάρικα, απλά, με έντονο ρυθμό να ανακαλύψουν τη δημιουργικότητα μέσα τους και στην πορεία να στηρίξουν αυτή τη δική τους δύναμη που απορρέει από κείνους και να την διοχετεύσουν στη ζωή τους με τρόπο ωφέλιμο. Έτσι βρέθηκε μια αναλφάβητη γυναίκα μέσης ηλικίας από το Γκάζι να παίζει κρουστά δίπλα σε μια έμπειρη μουσικό της Λυρικής Σκηνής, δίπλα σε μένα, έναν παρατηρητή που αποφάσισε να συμμετέχει πέρα από τη δημοσιογραφική ιδιότητα, δίπλα σε παιδιά από την εθελοντική οργάνωση των Δρόμων Ζωής, δίπλα σε παιδιά από τον ΟΚΑΝΑ, δίπλα σε παιδιά από τη διαπολιτισμική χορωδία της Polyphonica.

Οι επικεφαλής των Drum Works μου τονίζουν ότι για να γίνει κάποιος μέλος τους, να δουλεύει μαζί τους, να γίνει ένας απ’ αυτούς, εκείνο που εξετάζουν πρώτα, είναι το βλέμμα του. Το αν μπορούν να τον εμπιστευτούν, το αν έχει τη συναισθηματική νοημοσύνη που χρειάζεται για να συμπορευτεί με το πνεύμα της ομάδας. Ο τρόπος που ενθαρρύνουν τους ανθρώπους στα εργαστήριά τους, είναι υποδειγματικός. Απλός, ειλικρινής και διόλου επιτηδευμένος. Έτσι ενώνουν τα παιδιά από τα σχολεία από διαφορετικές περιοχές του Λονδίνου, έτσι ενώνουν τους ανθρώπους όπου βρεθούν. Επισκέφτηκαν και τις προσφυγικές δομές στο Σχιστό, στο πλαίσιο του ταξιδιού τους.

Ποιοι είναι:

http://drumworks.co.uk/

 

 

 

Ο μυστικός κήπος

IMG_20170519_142857

Τη γνώρισα σε ένα κοινό σεμινάριο. Καθόταν δίπλα μου. Ήταν η μόνη που κατάλαβε τι ένιωθα και πώς το εξέφραζα. Μάλιστα, το υποστήριξε μπροστά σε όλη την ομάδα. Υπερασπίστηκε την αλήθεια μου. Είχε καταλάβει. Ότι αποσύρομαι, όταν νιώθω ότι πρέπει να ανασυνταχθώ, να μαζευτώ στον εαυτό μου για να τα καταφέρω παρακάτω.  Είχε πιάσει με τις κεραίες της όλες μου τις ευαισθησίες. Είχα νιώσει μεγάλη ανακούφιση τότε, τόσο που το θυμόμουν και όταν χρειάστηκα ξανά συνεργάτη για νέα ομάδα, την είχα ψιλοαναφέρει αρχικά γιατί μου είχε κάνει εντύπωση, αλλά ο ιθύνων νους την είχε σκεφτεί νωρίτερα από μένα και συμφώνησε. Γι’ αυτό το παράξενο εγχείρημα του Μυστικού Κήπου. Ήταν μια χρονιά πολύ δύσκολη για μένα σε προσωπικό επίπεδο κι από την άλλη μια χρονιά που μου άνοιξε τα μάτια. Είδα το πέρασμα από το εγώ που είχα δομήσει σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου στον εαυτό που σιγά σιγά έγινα, που αποκάλυψα από μέσα μου, που άφησα να βγει. Πολύ φοβισμένα και πολύ αδύναμα, πολύ στα σκοτεινά και στα ψηλαφητά. Ενίοτε άγαρμπα. Παίρνει πολύ λείανση το πράγμα.

Όσο έσπαγα τ’ αβγό, το τσόφλι -γιατί μέχρι τότε σκουντουφλούσα στα τοιχώματα κι έβρισκα στις γωνίες-, εκείνη ήταν παρούσα. Με το χαμογελαστό έξυπνο μουτράκι της, με τη ζεστή αγκαλιά που σαν κι αυτήν δεν έχει, το ξέρουν όλα τα μικρά άλλωστε, με τα συναισθήματά της που την περιβάλλουν, με τη μουσική της που προπορεύεται, ήταν εκεί να με κοιτάει με έκπληξη, να με ενθαρρύνει, να με καταλαγιάζει -γιατί αντέχει το άτομο το πολύ μου που δεν μαζεύεται-,  να μαθαίνει όλα μου τα μυστικά, να με κάνει φίλη της. Άμα μου πεις τι μυρίζει, θα πω πορτοκάλι και γαρύφαλλο, άλλωστε φτιάξαμε μαζί αρκετά. Ο μυστικός κήπος φέτος άνθισε στις καρδιές μας, γιατί βρήκε πρόσφορο έδαφος. Ενίοτε πνίγηκε στα νερά του, ξεράθηκε από ανομβρία, παραγέμισε σπόρους, έμεινε και χέρσος, τέλος πάντων ακολούθησε τον κύκλο της ζωής.

Μα, το πιο μαγικό ήταν τις Πέμπτες που πηγαίναμε και όλο βρίσκαμε κι από ένα κακτάκι πεσμένο κάτω, ακουμπισμένο και το σώζαμε. Δεν ξεράθηκε κανένα. Πιάσανε όλα. Έτσι ξεκίνησε και η πρώτη μέρα στην ομάδα με τη διάσωση ενός κάκτου. Προσέχαμε τα αγκάθια του -όπως κι αν εκφράζονταν αυτά, τα παραμερίζαμε, τα πιάναμε με πολύ χαρτί για να μην μας πληγώνουν- και του δίναμε χώμα, τροφή και νερό για να πιάσουν ξανά οι ρίζες του. Του παίζαμε και μουσική, του τραγουδάγαμε, το μαγεύαμε όπως όπως για να ξαναβρεί την όρεξη να ζήσει. Κάποιος μας τα άφηνε τα κακτάκια για μας και δεν ξέρουμε ποιος…

Τι είμαστε; Διασώστες κάκτων. Μα, χρειάζονται σωτηρία οι κάκτοι; Καμιά φορά χρειαζόμαστε εμείς να τους σώσουμε για να σωθούμε. Και να ανθίσουμε όλοι μαζί. Ήταν ωραία και γόνιμη χρονιά μαζί λοιπόν, όπως βγήκα από το δικό μου παλιό περίβλημα, ήταν από τα πρώτα άτομα που είδα εκεί έξω, που ήθελα να βλέπω και μου χαμογέλαγε καλωσορίζοντάς με στο δικό μου μυστικό κήπο. Εάν ήμασταν κινούμενα σχέδια θα ήμουνα εκείνο το μικρό γεράκι με τα γυαλιά που αντικρίζει τον κόκορα, νομίζει ότι είναι ο πατέρας του και τον ακολουθεί… Ευχαριστούμε, κυρία Στεφανία, φέτος για τον κοινό περίπατο. ❤

 

 

 

Οι «Drum Works» …αντηχούν στους Δρόμους Ζωής

Ελάτε να νιώσετε τον παλμό!

Σε συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, στο πλαίσιο των Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών της δράσεων, οι «Δρόμοι Ζωής» συμμετέχουν στο εργαστήριο εμψύχωσης, συναισθηματικής ενδυνάμωσης και μουσικής εκπαίδευσης που φέρνουν οι «Drum Works» (http://drumworks.co.uk/) για πρώτη φορά στην Αθήνα. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που έχει ξεκινήσει πριν από μια δεκαετία, αρχικά σε σχολεία του ανατολικού Λονδίνου, και έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση.

Μια ορχήστρα κρουστών συγκροτείται από τους εμψυχωτές και τις εκάστοτε ομάδες που συμμετέχουν. Με την καταλυτική βοήθεια της μουσικής και τους ρυθμού, στόχος είναι να συνειδητοποιήσει ο καθένας την προσωπική του εσωτερική δύναμη, να κατορθώσει να την αντλήσει και εντέλει να την εκφράσει. Για τους «Drum Works», τα κρουστά είναι ένα μέσο να φέρουν στο φως τη δημιουργικότητα, να εμπνεύσουν την κοινωνική συνοχή και να ενδυναμώσουν του νέους, ώστε να πάρουν το μέλλον τους στα χέρια τους…

Τα παιδιά των «Δρόμων Ζωής» θα λάβουν μέρος στις δραστηριότητες που θα πραγματοποιηθούν 9-13 Μαΐου 2017. Το πρόγραμμα αποτελεί αποκλειστική δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Η δράση κορυφώνεται με τη μουσική γιορτή που περιλαμβάνει συναυλία και εργαστήρια ανοιχτά προς το κοινό, το Σάββατο 13 Μαΐου, από τις 5 έως τις 8 το απόγευμα στον Πευκώνα του Πάρκου στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Σας καλούμε να έρθετε μαζί μας!

Χρήσιμος σύνδεσμος:
http://www.nationalopera.gr/gr/ekpaideusi/efivoi/oi-drum-works-stin-els/

Ποιοι είμαστε:

Οι «Δρόμοι Ζωής» είναι μια αποκλειστικά εθελοντική οργάνωση που στηρίζει -ηθικά και υλικά- παιδιά, εφήβους και οικογένειες που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό, στις περιοχές γύρω από το Γκάζι, τον Κεραμεικό και το Βοτανικό.

Για περισσότερες πληροφορίες:

www.dromoi-zois.gr
www.facebook.com/dromoizois
twitter.com/dromoizois

«Και από κει βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα»

«Και από κει βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα»

Σάββατο του Λαζάρου. Σε ένα βιομηχανικό χώρο στο Μοσχάτο. Αδειος, γκρίζος, ουδέτερος. Μόνο το φως εισβάλλει και αρχίζει να στήνει το σκηνικό: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Αυτά τα διατρέχουμε μαζί με τους ηθοποιούς. Σε άσπρο και μαύρο, πάνω στον άχρωμο καμβά. Εκείνοι σε πατίνια στο υποτυπώδες σκηνικό της πρόβας, εμείς στο αδιαχώριστο παρασκήνιο: ένα τραπέζι με τα υπάρχοντα των συντελεστών να υπενθυμίζει την πραγματική ζωή κι ένα βάζο με κλωνάρια από ανθισμένες κουτσουπιές από την άνοιξη που βράζει και μας φέρνει στο πέρασμα, το Πάσχα, που κυοφορείται και διανοίγεται μέσα στον καθένα.

Ο Δάντης ξεπροβάλλει από τη μεσαιωνική του αχλύ, ανοίγοντας τον φεγγίτη προς την Αναγέννηση, διαπερνά τους αιώνες κι έρχεται μπροστά σου να σου θέσει τα ερωτήματα. Τι ’ναι ζωή, τι μη ζωή και τι τ’ ανάμεσό τους. Αυτή τη φορά, με την κουστωδία των υποκριτών να στροβιλίζεται με ροδάκια εμπρός σου. Η τεχνολογία στην υπηρεσία της ενέργειας και κυρίως της ποίησης. Ενα απροσπέλαστο κείμενο για το ευρύ κοινό, η «Θεία Κωμωδία» λίγο πριν ανέβει στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.

Η σκηνοθέτης Αργυρώ Χιώτη δίνει οδηγίες αθόρυβα σχεδόν ψιθυριστά, γνέφοντας και υποδεικνύοντας. Υπό το άγρυπνο βλέμμα φροντίδας του δραματουργού της παράστασης, του ποιητή και μεταφραστή Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου, δημιουργού του έργου «Σύσσημον ή Τα κεφάλαια». Η ορχήστρα κουρδίζεται –και κυριολεκτικά, αφού επί σκηνής παίζει ζωντανά ένα κουαρτέτο εγχόρδων– και η ομάδα των Vasistas από 22 Απριλίου έως 7 Μαΐου «ρολάρει» πάνω και μέσα από τις λέξεις του Δάντη, του Εντγκαρ Λι Μάστερς, του Εζρα Πάουντ, τις μουσικές του Φίλιπ Γκλας και του Στιβ Ράιχ.

Ο διάλογος

Ο ήρωας καταβυθίζεται μόνος ζωντανός στο μελαγχολικό ταξίδι του. Συναντά τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο, ας πούμε τη δική του σκιά, και αρχίζουν ένα διάλογο με τα πεθαμένα όνειρά τους, τις προσδοκίες, τις χαρές, τις χαμένες ή κερδισμένες μάχες τους, τις λύπες, εντέλει όλα εκείνα που συνιστούν την κόλαση και τον παράδεισο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Ενα διάλογο διακειμενικό και διαχρονικό, μια μεφιστοφελική διαπραγμάτευση υπαρξιακής ενηλικίωσης: ποιο είναι το κόστος για ό,τι αποκτάς, γίνεσαι, αφήνεις πίσω σου. Θυμίζει παράλληλο προσωπικό μονόλογο, ένα tango μισό, παράλυτο που ψάχνει ταίρι για να στηριχτεί. Το άλλο μισό πρέπει να το βρει και να το συμπληρώσει ο θεατής.

Η παράσταση χειμαρρώδης, μελετημένη υπερπλούσια, είναι ένας στροβιλισμός ποιητικών ροών. Πρέπει να σταθείς ακίνητος, αλλά όχι αμετακίνητος μέσα σου, να καταφέρεις να καταλαγιάσουν τα κύματα που σου ξυπνάει, προκειμένου να κατασταλάξουν τα λόγια, να φιλτράρεις τα δικά σου ωφέλιμα, να αφεθείς στην κίνηση και τη δίνη που συνεπαίρνει και να βγεις απ’ αυτό το παιχνίδι φρέσκος, καινούργιος και λίγο πιο έτοιμος να βλέπεις τη ζωή σου και κυρίως να τη ζεις.

Η Βεατρίκη, η αγαπημένη του ποιητή, θα αναδυθεί· το νόημα της αγάπης, της ζωής, της αλήθειας ζητάει δικαίωση. «Σιωπηλοί και μόνοι κι ασυντρόφευτοι πηγαίναμε, ο ένας μπροστά κι ο άλλος ξοπίσω, όπως πηγαίνουν οι καλόγεροι σε δρόμο». Η σκηνική δημιουργία και δράση –ακόμη και οι ήχοι από τα πατίνια πατούν πάνω σε αρμονικές γραμμές– σε βάζει στο κείμενο, σε μυεί στο σκηνοθετικό, δραματουργικό όραμα και στην πορεία σε ξαναβγάζει έξω στο δικό σου απόσταγμα, καταστάλαγμα. Δίνει μια ελευθερία που προσιδιάζει σε αυτή της λογοτεχνίας, μόνο που το επιτυγχάνει με έναν άλλον ιδιότυπο τρόπο, που μοιάζει με χοροθέατρο, αλλά τελικά είναι κάτι άλλο, δικό του. Μια performance που επιτρέπει στην ποίηση και στις λέξεις να κινηθούν, να πλανηθούν στον χώρο και στον άχρονο χρόνο, χάρη στην ταχύτητα και στο πάγωμά της.

Η ομάδα Vasistas –που στα γαλλικά σημαίνει φεγγίτης– πραγματικά στηρίζοντας ο ένας τον άλλον υποδειγματικά πάνω στη σκηνή, χωρίς να χάνουν τη μοναδικότητα και την προσωπικότητά τους, σκαρφαλώνουν, φτάνουν στον φεγγίτη και τον ανοίγουν για να δούμε το φως, όποιο φέρει ο καθένας και είναι σε θέση να αναγνωρίσει εντέλει. Μια ξεχωριστή αισθητική εμπειρία, που ο καθένας μπορεί να νοηματοδοτήσει για τον εαυτό του.

​​«Θεία Κωμωδία» από την Αργυρώ Χιώτη και την ομάδα Vasistas. Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, Κεντρική Σκηνή, 22 Απριλίου – 7 Μαΐου 2017, 8.30 μ.μ.

Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Ευθύμης Θέου, Ελένη Βεργέτη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Αντώνης Αντωνόπουλος, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ματίνα Περγιουδάκη και Γιάννης Κλίνης.

Κουαρτέτο εγχόρδων: Αλέξης Καραϊσκάκης Νάστος (τσέλο), Φαίδων Μηλιάδης / Μιγκέν Σελμάνι (πρώτο βιολί), Αγγελική Κασδά (δεύτερο βιολί), Γιάννης Ρωμανός / Ηλίας Λιβιεράτος (βιόλα).

Χορεύοντας με τις… νοσοκόμες

«Χορεύοντας με τις… νοσοκόμες»

Ενόσω στην Ελλάδα η μάστιγα του ράντζου στη δημόσια υγεία δεν έχει εκλείψει, στην Αγγλία –με ελληνική συμμετοχή– βρίσκεται σε εξέλιξη το «Careful» project. Ενα έργο που επιχειρεί να βοηθήσει το νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό να ενδυναμώσει την ενσυναίσθησή του απέναντι στον ασθενή, αλλά και να στρέψει το ενδιαφέρον του φροντιστή στον τομέα της υγείας προς τον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να είναι ακέραιος και υγιής, σε θέση να παρέχει καλύτερες υπηρεσίες προς τους νοσηλευομένους.

Η παράσταση «Careful» λαμβάνει χώρα με διττό τρόπο: είτε στη θεατρική σκηνή, ήδη έχει παιχτεί στο θέατρο «Rose», είτε στην εκπαιδευτική νοσοκομειακή πτέρυγα του Πανεπιστημίου Kingston, με το κοινό να ξαπλώνει στα κρεβάτια και να παρακολουθεί την παράσταση συμμετέχοντας διαδραστικά. Πρόκειται για χοροθέατρο που έχει στηθεί από τη σκηνοθέτιδα Alex Mermikides και μια πενταμελή ομάδα χορευτριών. Χρηματοδοτείται από το Arts Council της Αγγλίας. Η πιο πρόσφατη παράσταση πραγματοποιήθηκε στις 4 Μαρτίου στο Ivy Arts Centre.

Η σκηνοθέτις έζησε προσωπικά μια έντονη εμπειρία, με τον αδερφό της, Milton, να νοσεί από λευχαιμία και την ίδια να γίνεται δότρια μυελού των οστών. Ο αδερφός της σώθηκε και έχει γράψει πια τη μουσική της παράστασης, με ήχους από το νοσοκομείο και την καθημερινότητα μέσα σ’ αυτό, καθώς ο ίδιος είναι μουσικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Surrey. Η σκηνοθέτις εστιάζει και στην ακόμη πιο δική της κατάσταση, όταν έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί και τι αντιμετώπιση είχε η ίδια από το νοσηλευτικό προσωπικό του μαιευτηρίου. Ηταν ακόμα ένα κίνητρο ώστε να «μιλήσει» με την τέχνη της για αυτές τις συνθήκες, η ίδια διδάσκει άλλωστε δραματουργία στο Πανεπιστήμιο του Kingston. Το κοινό βίωμα με τον αδερφό της υπήρξε καθοριστικό και για τους δυο τους, αλλά ο παράγων εκείνος που έδωσε το έναυσμα για εκτεταμένη έρευνα πάνω στο θέμα και την εν λόγω παράσταση ήταν ένα ιατρικό σκάνδαλο, γνωστό ως «Francis Report», που ξέσπασε στην Αγγλία και αφορούσε τα τρωτά του νοσηλευτικού συστήματος. Μου αφηγείται την παράσταση «Careful» και όλη τη διαδικασία δημιουργίας της η κ. Θάλεια-Μαρί Παπαδοπούλου που παίζει στo έργο – με την πράσινη στολή νοσοκόμας. Η ίδια, με σπουδές Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, χορογράφος, χορεύτρια, πιανίστα και μουσικοπαιδαγωγός, εργάζεται ως καλλιτεχνική συνεργάτις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο τμήμα Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Δράσεων. Με επίσης βιωμένη προσωπική εμπειρία, μου λέει πως κάποια στιγμή όλοι βρισκόμαστε στην ίδια θέση, είτε να νοσηλευτούμε είτε να συνοδεύσουμε ασθενή και να τον στηρίξουμε.

Κι εγώ που ενδιαφέρθηκα για τη θεματολογία αυτής της παράστασης, είχα την εμπειρία πολυήμερης νοσηλείας συγγενικού μου προσώπου στην καρδιολογική κλινική του Νοσοκομείου του Αργους, με ταυτόχρονη φροντίδα από το Τεχνητό Νεφρό του ίδιου θεραπευτηρίου.

Εκεί ήρθα σε πλήρη γνώση τού τι εστί ενσυναίσθηση, ευγένεια, σεβασμός, ανθρωπιά από τους γιατρούς, τον επικεφαλής και τις διαβαθμίσεις τους, το νοσηλευτικό προσωπικό, μέχρι τις καθαρίστριες. Πείστηκα ότι δεν αρκούν μόνο οι ιατρικές γνώσεις που οφείλουν να είναι πλήρεις, αλλά υπάρχει ένα άλλο κομμάτι, εκείνο της ψυχολογίας του ασθενούς, που χτίζεται από την αγάπη και τη δοτικότητα του περιβάλλοντος. Μικρές κινήσεις που μπορεί να σημαίνουν τα πάντα. Ενα χάδι στο προσκέφαλο, το να θυμάσαι το όνομα του ασθενούς και να του απευθύνεσαι με γλυκύτητα, ένα «αφήστε τον να κοιμηθεί, θα περάσω αργότερα», που μέσα σε τέτοιες ειδικές συνθήκες έχουν τη βαρύτητα της μητρικής αγάπης για τον ευπαθή άνθρωπο στο κρεβάτι της ασθένειας.

Η χορογράφος μού θυμίζει ότι ο νοσοκόμος, όπως και ο χορευτής, έχουν το ίδιο εργαλείο: το σώμα. Μου τονίζει πως οι γιατροί κι οι νοσοκόμοι βιώνουν την κατάρρευση των σωματικών και ψυχικών τους δυνάμεων (burn out), και ουσιαστικά το «Careful» θέλει να κινητοποιήσει προς την κατεύθυνση της αυτοφροντίδας, ώστε οι θεραπευτές να λάβουν ικανές βοήθειες στην εκπαίδευσή τους –ασκήσεις αναπνοής, συμβουλές για να ξεκουράζονται σωματικά και ψυχικά την ίδια την ώρα της εργασίας τους– για να αντέχουν. «Αυτό που πραγματευόμαστε», μου λέει η κ. Παπαδοπούλου, «είναι όλες τις φάσεις, μέσα σε μία μέρα, της εργασιακής ζωής ενός νοσηλευτή με τους ασθενείς. Από τη μια πλευρά είναι η ενσυναίσθηση, θες να δώσεις όλη τη φροντίδα και τη συμπόνια, αλλά από την άλλη υπάρχουν και οι συνθήκες που συνειδητοποιείς ότι είσαι άνθρωπος και δεν μπορείς να συνεχίσεις. Κι αυτή είναι η στιγμή που φαίνεται ο νοσοκόμος ως χαρακτήρας, ως άνθρωπος. Στο έργο, οι χαρακτήρες είναι κάθε μία νοσοκόμα σε άλλη φάση της καριέρας της. Πέντε πολύ χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι πιο συνήθεις ασθένειες. Ο ηλικιωμένος με εγκεφαλικό, ο καρδιοπαθής, ένας έφηβος διαβητικός, η μαία που ξεγεννάει συνέχεια – εμφανίζεται μάλιστα σαν μαζορέτα, σε συνεχή γιορτή και χαρά… Το ενδιαφέρον είναι ότι το κοινό αποτελεί το σενάριό μας. Είτε είναι στη σκηνή είτε στα κρεβάτια. Το κοινό ήταν φοιτητές νοσηλευτές, προσωπικό του πανεπιστημίου, ύστερα γιατροί και νοσοκόμοι, αλλά και απλός κόσμος. Πρόκειται για μια συνεργασία καλλιτεχνών και ερευνητών, ακαδημαϊκών, δεν είναι μόνο η προσωπική οπτική κάποιου –που σαφώς υπάρχει κι αυτό το στοιχείο– αλλά είναι ταυτόχρονα μια έρευνα. Θέλουμε η τέχνη να δώσει εργαλεία και στους νοσοκόμους και τους γιατρούς για την αυτοφροντίδα τους, να είναι οι ίδιοι κατ’ αρχήν καλά, να μην εξοντώνονται και κουράζονται τόσο ώστε να γίνονται μετά αυτοί οι τοίχοι που δεν διαπερνάς με τίποτα…».

Μιλώντας με πάθος για τον χορό, μου εξιστορεί πώς ξεκίνησε ως θεραπευτικό μέσον αρχικά (με παράδειγμα την ταραντέλα) και δεν είναι μόνο η πολυτέλεια που νομίζουμε σήμερα. Η ίδια πιστεύει στον ακτιβισμό της τέχνης, στο ανοικτό σύστημα που είναι η τέχνη και που μπορεί να λειτουργεί ευεργετικά σε τόσους πολλούς τομείς της ζωής μας. Δίπλα στα θέατρα της αρχαιότητας άλλωστε, υπήρχε συνήθως κι ένα Ασκληπιείο… Για τη δε ενσυναίσθηση, την περιγράφει αδρά ως τη μετακίνηση μέσα μας ενός τεράστιου ογκόλιθου που συνήθως είναι το εγώ μας, ώστε να γίνει χώρος και για τον άλλον.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σύνδεσμος: https://chimeranetwork.org
Σκηνοθεσία: Alex Mermikides
Ηχος: Milton Mermikides
Χορογραφία: Adam Kirkham
Φωτισμοί: Andrew Nasrat
Performance: Archana Ballal (μοβ στολή), Philippa Hambly (γαλάζια στολή), Thalia-Maria Papadopoulou (πράσινη στολή), Helena Rice (σκούρα μπλε στολή), Dominique Vannod (μαύρη-άσπρη στολή)

Έντυπη

Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι

«Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι»

ΖΑΚ ΕΜΠΡΑΧΙΜ & ΤΖΕΦ ΤΖΑΪΛΣ
Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗ
μτφρ.: Πηνελόπη Τριαδά
εκδ. Key Books
σελ. 112

«Ενσυναίσθηση, ειρήνη, μη βία – μπορεί να μοιάζουν ακατάλληλα εργαλεία στον κόσμο της τρομοκρατίας που ο πατέρας μου βοήθησε να δημιουργηθεί», πόσο θάρρος θέλει για να αρθρώσεις αυτές τις λέξεις δημοσίως. Ιδίως σε μια ομιλία TED. Και να πεις ποιος είσαι, ενώ κρυβόσουν μια ζωή, άλλαζες τόπους και ταυτότητες για να μη μάθουν οι άλλοι τη δυσβάσταχτή σου αλήθεια.

«Ο γιος του τρομοκράτη» ονομάζεται το βιβλίο του Ζακ Εμπραχίμ που έχει γράψει μαζί με τον δημοσιογράφο Τζεφ Τζάιλς και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Key Books», σε μετάφραση της Πηνελόπης Τριαδά. Ο επεξηγηματικός υπότιτλός του «Η αληθινή ιστορία μιας επιλογής», είναι εκεί για να τονίζει όχι μόνο τις φονικές επιλογές του πατέρα του Εμπραχίμ, αλλά κυρίως την επιλογή τη δική του να απεμπλακεί από τον κύκλο του μίσους, του αίματος, του φόβου, της φρίκης. Και για να θυμίζει σε όλους ότι υπάρχει η πιθανότητα της επιλογής.

Είσαι μικρούλης, λοιπόν, εφτά χρονών, έχεις γεννηθεί το 1983, ζεις στον κόσμο εκείνο που είναι όλα πλασμένα από το υλικό της παιδικότητάς σου και ξαφνικά το οικοδόμημα γκρεμίζεται. Ο αγαπημένος σου πατέρας, εκείνος που θα γίνει στη συνέχεια το τεράστιο τραύμα εντός σου κι εκτός σου, εκείνος που δεν θα του μιλήσεις πάλι μετά τα 18 σου χρόνια, πυροβολεί και σκοτώνει στις 5 Νοεμβρίου του 1990 τον αρχηγό του Συνδέσμου Εβραϊκής Αμυνας. Το δράμα για την οικογένεια του θύματος έχει ξεκινήσει, αλλά υπάρχουν και τα άλλα αφανή θύματα, τα μέλη της οικογένειας του τρομοκράτη. Η βία μόλις εκδηλωθεί, σκάει στα χέρια όλων κι έχει μόνο ηττημένους και πληγωμένους. Εκτός κι αν κάποιος, όπως αυτός ο μικρούλης γιος του τρομοκράτη, αναλάβει να πάρει μια θεμελιώδη απόφαση: να μετουσιώσει, όσο γίνεται, αυτό το κακό που βιώνει σε μια μεγάλη φωτεινή λεωφόρο αγάπης και ανθρωπιάς. Πρώτα για να αντέξει ο ίδιος τα δεινά της ζωής του, από τη μεγάλη εσωτερική πληγή, μέχρι τον σχολικό εκφοβισμό και τον μεγάλο κυρίαρχο φόβο της βίας και του κυνηγητού και στη συνέχεια για να δώσει ένα νόημα στον δικό του δρόμο, κάνοντας μια ισχυρά πάμφωτη επιλογή έναντι του σκοταδιού και του θανάτου που σκόρπισε η πατρική φιγούρα.

Είχε να διαλέξει το όνομα του πατέρα του από τη μία που αναφερόταν θριαμβευτικά σε διάγγελμα του Μπιν Λάντεν και από την άλλη τα λόγια του Γκάντι: «Ο άνθρωπος είναι προϊόν των σκέψεών του. Γίνεται αυτό που σκέφτεται», που είχε μιλήσει και για τον κόσμο που θα ερχόταν. Ο Ελ-Σέιντ Νοσέρ, ο πατέρας του μικρούλη Ζι, όσο ήταν στη φυλακή εκτίοντας την ποινή για τη δολοφονία που είχε διαπράξει, συνέχισε την καταστροφική τρομοκρατική του δράση. Βοήθησε, ακόμη και έγκλειστος, στον σχεδιασμό του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993. Οπως γράφει χαρακτηριστικά ο Εμπραχίμ, με το να μην έχει καμία επαφή πια με τον πατέρα του, απέφυγε να γίνει αποδέκτης των βέβαιων πανηγυρισμών του Νοσέρ, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Τότε που η Αμερική βυθιζόταν στο πένθος, η καρδιά του συγγραφέα πια ράγιζε και όλο δυνάμωνε μέσα του η απόφαση, η επιλογή να κάνει ό,τι μπορεί για τη διάδοση της ειρήνης και της ανεκτικότητας. Ως παιδί, μετακόμισε πάνω από είκοσι φορές με τη μητέρα του και ό,τι απέμεινε από την οικογένειά του για να μπορέσει να επιβιώσει.

Η μητέρα του, μια Αμερικανίδα που είχε ασπαστεί το Ισλάμ και η αγάπη της αυτή για τη θρησκεία στάθηκε το συνδετικό στοιχείο με τον Νοσέρ. Τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε όταν εκείνος ήταν ένας γλυκός και μειλίχιος άντρας. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Η κραυγή της, η κούραση μιας γυναίκας με μαντίλα που τα έχασε όλα, πλην της αγάπης που διακηρύττει πια ο γιος της. Εζησε στο πετσί της τη μισαλλοδοξία και τον φόβο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Εμπραχίμ πώς η ίδια της η μητέρα δεν την αποδεχόταν για τη θρησκευτική της επιλογή και που πια, όταν έπαθε γεροντική άνοια, το είχε πια ξεχάσει, μαζί με τη συνήθεια του καπνίσματος.

Για να επανέλθουμε στα λόγια του Γκάντι, «ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων», ταιριάζει πια μ’ αυτό που διάλεξε να γίνει, όχι εύκολα και σίγουρα, όχι χωρίς τίμημα και κόστος, ο Ζακ Εμπραχίμ. Μια αφήγηση κόστους, αυτό που συνήθως είναι η γενναιότητα.

Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις

«Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις»

Είναι μια μάγισσα της γραφής. Ο μύθος της ενισχύεται όσο περνάει ο καιρός. Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920 – 1977) ακούγεται πια δίπλα δίπλα με τον Τζόις, τον Μπόρχες και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το έργο της «Η ώρα του αστεριού» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το πρώτο μέρος του βιβλίου σε πιάνει από το λαιμό, δεν σ’ αφήνει να ανασάνεις και σου κλέβει για πάντα την καρδιά. Ποια είναι αυτή που τολμά να γράφει έτσι; Ιδίως στην εποχή της; Στη βιτρίνα, η καλογυαλισμένη σύζυγος διπλωμάτη, στα ενδότερα μια σκαπανέας της γραφής.

«Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά». Εκείνη που ξέρει πώς είναι «το βλέμμα ανθρώπου με πληγωμένο φτερό», εκείνη που αναρωτιέται «πόσο ζυγίζει το φως», εκείνη που αποφαίνεται ότι «κανείς δεν μπορεί να μπει στην καρδιά κανενός», χρησιμοποιώντας τον άντρα αφηγητή της ιστορίας της.

Μεταφυσική, αλλά και υπεργειωμένη, με γραφίδα πότε γυαλιστερό νυστέρι και πότε φτερό κύκνου, έχει γράψει «μαγικό» μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, πριν ακόμα και από το μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Υπήρξε πριν την εποχή της, γι’ αυτό διαβάζεται και ως πιο σημερινή από τους σημερινούς. «Το να σκέφτεσαι είναι πράξη. Το να αισθάνεσαι είναι γεγονός… Θεός είναι ο κόσμος. Η αλήθεια είναι πάντα μια εσωτερική και ανεξήγητη επαφή. Η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να τη σημαίνει… Η κίνηση είναι πνεύμα… Ενας τρόπος να αποκτάς είναι μη γυρεύεις, ένας τρόπος να έχεις είναι να μη ζητάς και μόνο να πιστεύεις πως η σιωπή που, το πιστεύω, υπάρχει μέσα μου είναι απάντηση στο δικό μου – το δικό μου μυστήριο».

Μιλώντας με τον μεταφραστή και βιογράφο της Benjamin Moser, επιβεβαιώθηκε απλώς η λατρεία στο αμφιλεγόμενο πρόσωπό της και η γητεία που πετυχαίνει με όποιον τη νιώσει συγγενή του.

– Πώς αποφασίσατε να μεταφράσετε την Κλαρίσε Λισπέκτορ και φυσικά να γίνετε ο βιογράφος της;

– «Συνάντησα» την Κλαρίσε στο Πανεπιστήμιο στην Αμερική, όταν σπούδαζα πορτογαλικά. Κατά λάθος έγινε αυτό: ήθελα να μάθω κινέζικα, αλλά μετά από μια αλληλουχία γεγονότων κατέληξα να κάνω πορτογαλικά. Μετά από ένα χρόνο περίπου, αρχίσαμε να μελετούμε μικρά έργα από τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και συγκλονίστηκα από την «Ωρα του αστεριού». Χαίρομαι που μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ηταν το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα για κείνη. Αλλά η εξαίσια συμφωνική εισαγωγή της –η αφιέρωση στους μουσικούς που πλούτισαν τη ζωή της– ήταν τόσο όμορφη που αμέσως την ερωτεύτηκα. Κι όταν ερωτεύεσαι κάποιον, θέλεις να μάθεις γι’ αυτόν. Πού μεγάλωσε; Ποια ήταν η οικογένειά του; Τι βιβλία διάβασε; Και αυτή η περιέργεια μεγάλωνε και μεγάλωνε, μέχρι που έγινε η βιογραφία της κι ύστερα όλη η έκδοση στα αγγλικά του συνολικού της έργου. Ηταν μεγάλη τιμή για μένα να βλέπω ότι η δουλειά μου την οδήγησε σε μια θέση τόσο ξεχωριστή στην αγγλική γλώσσα –ήταν η πρώτη συγγραφέας από τη Βραζιλία που βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο του New York Times Book Review – και να την παρακολουθώ να διαβάζεται σε όλο τον κόσμο και τώρα στην Ελλάδα.

– Ποια στοιχεία του βίου και του έργου της θεωρείτε εσείς τα πιο αξιοπρόσεκτα;

– Το απίστευτο με τη ζωή της είναι ότι ήταν ένα μωρό Εβραίων προσφύγων από το χειρότερο μέρος στον κόσμο εκείνη την εποχή, την Ουκρανία μετά τον Α΄ Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέρος μαζικής πείνας και τρομακτικών θρησκευτικών διώξεων. Από ένα θαύμα, οι γονείς της κατάφεραν να την πάρουν στη Βραζιλία. Εκεί, μεγάλωσε, έγινε μια όμορφη νέα γυναίκα κι ύστερα εξελίχθηκε σ’ αυτή την εξαιρετική μορφή που λατρεύτηκε στη Βραζιλία σαν αγία. (Εάν νομίζετε ότι υπερβάλλω, δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το μνημείο της στο Ρίο ντε Τζανέιρο που είναι ένας τόπος προσκυνήματος για τους αναγνώστες της από ολόκληρο τον πλανήτη.) Πώς αυτό το κορίτσι έγινε αυτή που έγινε; Είναι ένα μυστήριο που τυλίγει κάθε εξαιρετικό καλλιτέχνη. Δεν είμαι όμως ο μόνος που αισθάνεται αυτή τη σχεδόν θρησκευτική γοητεία. Είναι δύσκολο να εξηγήσω γιατί η γραφή της είναι τόσο υπέροχη, αλλά γι’ αυτούς που το αισθάνονται, είναι από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής τους. Κι εμένα μου συνέβη στη ζωή μου.

– Τι αγαπάτε περισσότερο στην προσωπικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ αλλά και στο έργο της;

– Μου αρέσει η αίσθηση ότι μιλάει σε μένα απευθείας, ότι με ξέρει πολύ καλύτερα από μένα τον ίδιο. Εχω κλείσει τα σαράντα, οπότε τη διαβάζω εδώ και είκοσι χρόνια, περισσότερο από το μισό της ζωής μου. Και ενθουσιάζομαι από το πόσο τα όσα πιστεύω για τον κόσμο, για την αγάπη, για τη ζωή, για τον θάνατο και τον Θεό, προέρχονται από την Κλαρίς. Νιώθω στοιχειωμένος απ’ αυτήν, αλλά με έναν τρόπο που σε στοιχειώνουν οι άνθρωποι που πραγματικά έχεις αγαπήσει, όπως η γιαγιά μου· άνθρωποι που με βοήθησαν να κατανοήσω το πώς να ζω. Στη Βραζιλία –αλλά και παγκοσμίως– είναι γνωστή με το μικρό της όνομα κι αυτό γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι νιώθουν για κείνη το ίδιο.

– Τι αισθάνεστε να σας συνδέει με τη λογοτεχνία της;

– Πέρα από τη συναισθηματική εγγύτητα, υπάρχει μια διανοητική σύνδεση με τη γραφή της που ποτέ δεν παύει να με συναρπάζει. Για να τη μεταφράσω είχα να καταλάβω πόσο περίεργα είναι τα πορτογαλικά της, πόσο ούτε μια απλή πρότασή της δεν είναι διατυπωμένη με «κανονικό» τρόπο. Σε κάνει να σκέφτεσαι για κάθε λέξη που αρθρώνεις. Και το να τη μεταφράσεις είναι πολύ δύσκολο γιατί συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι να μην λες το οτιδήποτε «φυσιολογικά», «κανονικά». Προσπαθείς να το απαλύνεις, προσπαθείς να το κάνεις να ακουστεί πιο φυσικό και καταλήγεις να θαυμάζεις ένα πρόσωπο που κατάφερε να αντισταθεί σε κάθε συμβατικότητα τόσο άγρια, όπως εκείνη. Είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο αυτό γιατί, επί πολλά χρόνια, ήταν μια καθωσπρέπει σύζυγος διπλωμάτη, μια πανέμορφη ξανθιά γυναίκα που καθόταν απλώς και χαμογελούσε. Και κάτω από όλη αυτή την επιφάνεια υπήρχε μια ατσάλινη αντίσταση σε κάθε σύμβαση, μια μαχητής, μια επαναστάτρια.

​​Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μάριου Χατζηπροκοπίου, το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ «Η ώρα του αστεριού».

Ταξίδι προς τη γνώση με παιχνίδι και κέφι…

«Ταξίδι προς τη γνώση με παιχνίδι και κέφι»

Με ινδική μουσική ως υπόκρουση, μαθητές της Γ΄ ή της Δ΄ Δημοτικού, αντίστοιχα, σε διάταξη μικρού τρένου μπαίνουν στο εργαστήριο της Σχολής Χιλλ στο κέντρο της Αθήνας. Εφοδιασμένοι με τα υλικά τους για να γνωρίσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει –και άρα τον εαυτόν τους– μέσα από τα κάτοπτρα της επιστήμης. Εν προκειμένω, της Φυσικής. Ενα κουτάκι γάλα, ένα πλαστικό άδειο μπουκάλι, ένα χαρτί, μαρκαδόροι, μία μπαταρία, ένα κινητηράκι που μπορεί να έχει αφαιρεθεί από ένα αποσυναρμολογημένο παλιό παιχνίδι, ένας φακός, καλώδια, λαμπάκια.

Τα πιτσιρίκια ανασκουμπώνονται και εκπαιδευμένα από τη δασκάλα τους Φυσικό, κ. Τίνα Νάντσου, να αναζητούν λύσεις, να επιχειρούν μόνα τους και να θέτουν ερωτήσεις, ξεκινούν την περιπέτεια του ταξιδιού προς τη γνώση. Αφοσιωμένα εργάζονται και μαθαίνουν να δουλεύουν βοηθώντας τον διπλανό τους, ενώ γύρω τους ένας ηλιακός φούρνος αναπαύεται και περιμένει να τον τελειοποιήσουν, πλανήτες αυτοσχέδιοι κρέμονται στο σύμπαν που ξεκουράζεται σε ένα ράφι, ένα μοντέλο πειράματος του CERN τα παρατηρεί από ψηλά. Η παιδική μαγεία είναι εδώ, όσο η επιστήμη δουλεύει υπόγεια εντός τους. «Πειράματα Φυσικής με απλά υλικά» διδάσκονται παίζοντας και διασκεδάζοντας. Πιο πέρα μια συσκευή, αποτέλεσμα πειράματος παλιότερου μαθητή, εξηγεί την ύλη και την αντι-ύλη, με ένα κύκλωμα που αναβοσβήνει, τη φωτογραφία του ίδιου του μικρού ως εαυτού και αντι-εαυτού που όταν αυτοί οι δύο συναντιούνται, τότε παράγεται φως. Ο Γιουνγκ θα χαμογελούσε με μια τέτοια διατύπωση, ιδίως άμα άκουγε τον ορισμό του βραχυκυκλώματος. Αλλωστε, παραδίπλα βλέπεις ένα φορητό «Bing Bang», που όποιος θέλει μπορεί να κατασκευάσει και να πάρει στο σπίτι του…

Επιφωνήματα του τύπου «αριστούργημα», «είναι τέλειο», ακολουθούν τη δραστηριότητα του «Κύκλου περιβάλλοντος», όπου με ένα φακό, λίγο νερό και ένα διάφανο ποτήρι, τα παιδιά μελετούν το φως, το φάσμα του, την ατμόσφαιρα, το γιατί ο ουρανός είναι μπλε και το ηλιοβασίλεμα κόκκινο.

Η πρόσκληση να παρακολουθήσουμε το εργαστήριο των πειραμάτων αφορούσε τις πολλαπλές δραστηριότητες της δασκάλας τους που διατηρεί και ομώνυμο ιστολόγιο (http://tinanantsou.blogspot.gr) και η οποία έχει την παιδαγωγική επιμέλεια στην εκπαιδευτική πρωτοβουλία, «Playing with Protons» (http://playingwithprotons.web.cern.ch), στο πλαίσιο των δράσεων του πειράματος CMS του CERN. Η τεχνολογία, η καινοτομία και η επιστήμη είναι διαθέσιμες στα δάχτυλα πια των δραστήριων εκπαιδευτικών αλλά και των παιδιών που έχουν την τύχη να λαμβάνουν κίνητρα και ερεθίσματα να έρθουν κοντά τους και να αγαπήσουν την έρευνα, την αναζήτηση, τη δημιουργία. Ηδη, στο πλαίσιο του παραπάνω προγράμματος, δέκα υποτροφίες δόθηκαν σε εκπαιδευτικούς και δημόσιων σχολείων από την Ελευσίνα, τη Χίο, τη Ραφήνα, τα Σπάτα, την Ελευσίνα, την Κρήτη, τη Θεσσαλονίκη, τη Σαντορίνη προκειμένου να διαχυθεί αυτή η προσπάθεια γνώσης και πειραματισμού για τα παιδιά, ενώ μια βόλτα στο Διαδίκτυο σε κάνει να εκπλήσσεσαι για το πόσο κάτι που πριν από χρόνια θα φάνταζε τόσο μακρινό και άπιαστο στα μάτια μας, όπως το CERN, έχει έρθει τόσο κοντά στα παιδιά της Ελλάδας και της Ευρώπης, με προγράμματα, επισκέψεις και πολλές πρωτοβουλίες διάδοσης των οραμάτων της επιστήμης.

Έντυπη

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

Με ομιχλώδες πιο πολύ από ποτέ το διεθνές περιβάλλον, ύστερα από την εκλογή Τραμπ, επαναλαμβάνεται ένα ψυχολογικό μοτίβο που στη σύγχρονη τέχνη και λογοτεχνία κατέχει εξέχουσα θέση. Η δυστοπία, με την έννοια όμως μιας οδυσσεϊκής περιπλάνησης, διόλου ονειρικής. Ενας άνθρωπος μόνος του προσπαθεί να επιβιώσει, τέτοιο είναι το ταξίδι του, μια μάχη με το εσωτερικό του σκοτάδι, μα κυρίως με τη ρημαγμένη γύρω του γη. Την αντικειμενικά καμένη χώρα. Την αποσύνθεση του γνωστού μας μέχρι πρότινος κόσμου, που μπορεί και να πεθαίνει σαν πλανήτης. Μα, κυρίως, ο εφιαλτικός φόβος μας γι’ αυτό. Αν και την ανθρωπινότητά μας, την ανθρωπιά μας, τη διασφαλίζει το γεγονός ότι μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα παρατηρητές των γεγονότων, της Ιστορίας, έτσι ο παρατηρητής, εκτός από παρατηρούμενος, μπορεί να αλλάξει θέση και να παρέμβει στα τεκταινόμενα.

Χωρίς να ξέρουμε ακόμη πώς θα εκπληρωθούν οι προθέσεις της διακυβέρνησης Τραμπ τόσο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής όσο και σε ενεργειακά και οικονομικά ζητήματα που αναμένεται να καθορίσουν και τις εξελίξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη –ύστερα κι από οκτώ χρόνια χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και τις έπληξαν δραματικά, με εκατομμύρια άνεργους και άστεγους πολίτες και με τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών, προσφυγικού κύματος, που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία προς την ευρωπαϊκή ήπειρο–, ήδη έχουν απλώσει τη βαριά σκιά τους οι φόβοι για την οπισθοδρόμηση σε θέματα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκοσμίως. Το κλίμα δυσαρέσκειας στο φιλελεύθερο κομμάτι του κόσμου αποκτά διαστάσεις ζόφου, όταν προστίθενται σε αυτό οι πανηγυρισμοί από τη μερίδα εκείνων που επιχαίρουν και τυγχάνει να είναι υπέρ της οπλοχρησίας, των ρατσιστικών διακρίσεων, φιλοφασιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Το ντόμινο ελλοχεύει.

Την ατμόσφαιρα αυτή, οι συγγραφείς και οι ποιητές και οι σκηνοθέτες, την ξέρουν καλά, τη μελετούν πιο διαισθητικά από όλους –ιδίως όταν ο ορθολογισμός μας φτάσει σε αδιέξοδο και μας προδίδει– και μπορούν να την αποδώσουν σε πολλαπλές διαστάσεις. Αδιάφορο εάν αποτυπώνει τον εσωτερικό τους κόσμο ή, εντέλει, εάν αρχίζει να αποτελεί προάγγελο ενός συλλογικού ασυνείδητου που εκπληρώνεται μπροστά στα έκπληκτα(;) μάτια μας. Μόνο που πια δεν είναι κινηματογραφική ταινία, υποκριτική ερμηνεία και μυθιστορηματική πραγματικότητα. Είναι όλο και πιο κοντά στη ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής μας. Με μία σταθερά: ότι όλα συνεχώς αλλάζουν και το παρόν εμπεριέχει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον σε μια διαδοχή που είναι ίσως το μόνο ανακουφιστικά ίδιο μοτίβο επανάληψης, το πώς δηλαδή προσλαμβάνουμε τον κόσμο μας στον καιρό μας, ακόμη κι αν φοβόμαστε τόσο πολύ.

Το αγωνιώδες παραλήρημα του συνταγματάρχη Κουρτς στο «Αποκάλυψη τώρα» (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα –ανασκευασμένο το «Στην καρδιά του σκότους» (1899) του Τζόζεφ Κόνραντ–, στην ουσία «Οι κούφιοι άνθρωποι» (1925) του Τ.Σ. Ελιοτ. Ο Ελιοτ βεβαίως, ο οποίος έκρυψε μέσα στα υποστρώματα της ποίησής του από τα πρώτα γνωστά μας έπη, χαμένα χιλιάδες χρόνια πίσω από εμάς, τα θρησκευτικά κείμενα και τις φιλοσοφικές παραδόσεις όλης της ανθρωπότητας, μέχρι τον πιο κοντινό Δάντη, τον Σαίξπηρ, αλλά και δύο παγκοσμίους πολέμους του 20ού αιώνα.

Δύο πεζογράφοι, δύο συμβολισμοί

Δύο πολύ σπουδαίοι, όμως, συγκαιρινοί μας πεζογράφοι έχουν αναπαραστήσει αυτή την απονενοημένη διαδρομή μέσα από το κακό, με τον πιο αποφασιστικά απτό τρόπο. Η ιστορία του καθενός είναι αυτόνομα δυνατή, αλλά οι αναπόφευκτοι συμβολισμοί δεν μπορούν να μην καίνε με την επικαιρότητά τους.

Ο J. M. Coetzee, βραβευμένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003, το 1983 είχε λάβει το Booker για το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2004, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου). Ενα βιβλίο με κεντρικό ήρωα έναν άνθρωπο, με ορατή τη διαφορετικότητά του, που περνάει ανάμεσα από όλα τα στρατόπεδα και επιχειρεί να δραπετεύσει, να γλιτώσει από παντός είδους συρματοπλέγματα και διακρίσεις. Το μόνο που ζητάει είναι η ελευθερία του να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. «Τι κρίμα που το να ζεις σε καιρούς σαν κι αυτόν προϋποθέτει να είσαι προετοιμασμένος να ζήσεις σαν το ζώο. Ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει δεν μπορεί να ζήσει σε σπίτι με φωτισμένα παράθυρα. Πρέπει να ζήσει μέσα σε μια τρύπα και τη μέρα να κρύβεται. Πρέπει να ζει έτσι ώστε να μην αφήνει το παραμικρό ίχνος της ζωής του. Εδώ έχουμε φτάσει».

Και ύστερα ο περιβόητος «Δρόμος», που βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ) του Κόρμακ Μακ Κάρθι. Εδώ ο ήρωας δεν κουβαλά στην πλάτη του την ανήμπορη μητέρα του, όπως ο Μάικλ Κ, τη ρίζα του παρελθόντος, αλλά τον μικρό του γιο. Θέλει να προστατέψει το μέλλον, το παιδί.

Διασχίζει τον καμένο τόπο, την ερειπωμένη χώρα του με σκοπό να φτάσει στη θάλασσα, στο νερό, στη ζωή, γιατί όχι στην πεμπτουσία της. «Χάρτες και λαβύρινθοι. Για έναν τόπο που δεν επιστρέφει και δεν επανορθώνεται. Που ποτέ δεν θα γίνει όπως πριν».

Και η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν πενθήσουμε για ό,τι χάνεται, όσο κι αν φοβηθούμε την αλλαγή, δεν θα την αποφύγουμε και η μόνη μας διέξοδος είναι το πέρασμα παρακάτω, που δεν κρύβει ούτε δυστοπίες ούτε παραδείσους. Μόνο ένα άνοιγμα κι ένα βήμα όπου εκεί δεν υπάρχει ούτε φως ούτε σκοτάδι, μόνο κίνηση.

Στο δρόμο της καρδιάς που χωράνε όλοι

Κανονικά σήμερα, Δευτέρα, θα με έπαιρνε τηλέφωνο τούτη την ώρα να μου πει καλή εβδομάδα και μια σκέψη για τα παιδιά. Πρέπει να είχα να τον δω από το Μπαζάρ στο μάζεμα, τότε που μου χάρισε ένα βιβλίο με απαντήσεις από το δάσος… Ήθελε να μου χαρίσει και το θησαυρό από «το μυστικό του χρυσού λουλουδιού» που διάλεξα μόνη μου, αλλά αυτό ήταν δική μου ευθύνη, έπρεπε να το κατακτήσω όλο από την αρχή εγώ, δεν δέχτηκα, αλλά τελικά μου χάρισε το περιεχόμενό του, χωρίς να το ξέρει.

Εάν μου πεις με ποιον άνθρωπο είχα συναντηθεί περισσότερο το τελευταίο τρίμηνο, θα έλεγα με τον κύριο Κώστα κι ας έλειπα στο νοσοκομείο στο Άργος. Ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που ήθελα να μιλάω και μου έκανε καλό να μιλάω εκεί. «Σταυρούλα, αυτές οι διεργασίες πρέπει να γίνουν», «Σταυρούλα, μην ξεχνάς να αναπνέεις», «Σταυρούλα, ο χρόνος μετράει αλλιώς στα νοσοκομεία». Με γέμιζε ενέργεια, αισιοδοξία, ανακούφιση η κάθε τηλεφωνική συνομιλία μαζί του. Με γέμιζε όρεξη για τα παιδιά. Του έλεγες μια σκέψη κι αμέσως είχε γεννήσει μια νέα ιδέα, ταιριαστή και γόνιμη. Σε πήγαινε απαλά και αβίαστα λίγο πιο κάτω.

Τον γνώρισα το Σεπτέμβριο του 2015, έκτοτε με έπαιρνε τηλέφωνο όποια στιγμή βυθιζόμουν σε καμιά προσωπική μοναξιά, μου έδινε νοερά το χέρι και με έβγαζε έξω στο δρόμο. Στο δρόμο μου. Της ζωής μου. Μου έστελνε πινακάκια από το πίντερεστ με ό,τι μου άρεσε σε ανύποπτες στιγμές και σε ακόμη πιο κατάλληλες ώρες με ενέτασσε στις ομάδες που έστελνε τις μουσικές του. Με έβαζε στο παιχνίδι, στην ομάδα. Μου έδειχνε με κάθε τρόπο ότι σε «παίζουμε» που λέγαμε και στο σχολείο.

Μέχρι τότε, όπου είχα βρεθεί σε ομάδες, συνάξεις, παρέες, πλήθη, ερχόταν κάποιος να μου πει τι γυρεύω εγώ εκεί, δεν χωράω, δεν είμαι γι’ αυτούς ή στην καλύτερη, είμαι αουτσάιντερ. Στο καλωσόρισμα των καινούριων που ήμουν κι εγώ, για πρώτη φορά πέρυσι, «κόλλαγα», χώραγα, ταίριαζα, δεν ήμουν ξένο σώμα. Για πρώτη φορά ήμουν αποδεκτή και δεν έλειπα και δεν περίσσευα από πουθενά. Χώραγα στη μουσική και στη σιωπή τους. Ο κύριος Κώστας με καλούσε παντού, με γνώριζε στους άλλους, με αναμείγνυε, εμένα που στέκομαι πάντα λίγο πιο πέρα σε στάση αναμονής και παρατηρητή. Με έβαζε να είμαι παρών. ΠΑΡΩΝ.

Στη φετινή συνάντηση των καινούριων, που πια δεν ήμουν καινούρια, αλλά δική τους κι αυτό δεν πρέπει να το έχω πει ποτέ για τίποτα -στους δημοσιογράφους είμαι συγγραφέας, στους συγγραφείς δημοσιογράφος, σε όλους κάτι άλλο τέλος πάντων, κάτι που δεν είναι δικό τους- ήμασταν λίγοι. Έβρεχε, δεν ήρθαν, ήμασταν όσοι έπρεπε για να ακούσω τις υπέροχες εμπνευστικές κουβέντες της κυρίας Μάτας που στα μάτια όλων μας είναι αδιαχώριστη από τον κύριο Κώστα, είναι και οι δυο τους η καρδιά των Δρόμων Ζωής, και για πρώτη φορά να νιώσω πώς είναι να είσαι ελεύθερος από οτιδήποτε δεσμευτικό. Όλα ήταν μπροστά μου και μπορούσα να βρεθώ εντός τους. Εγώ, με τη διαρκή αίσθηση του ξένου, του μόνου, του άλλου. Είχα ριζώσει σε μια ελευθερία που δεν ανήκει κανενός και είναι όλων, θα τη λέω ελευθερία της καρδιάς. Είχα την αίσθηση από την αρχή ότι ο κύριος Κώστας καταλάβαινε πώς ένιωθα κι είχε προσπαθήσει -γιατί είμαι και σκληρό καρύδι- να με κάνει να νιώσω μέλος της ομάδας, όπως ένα από τα μικρά των Δρόμων Ζωής. Και πάνω που έγινα, έφυγε.

Έτσι αισθάνομαι, ένα από τα παιδιά που τα πήρε από το χέρι στο δρόμο, τους άνοιξε την καρδιά τους, τα έβαλε μέσα στη μουσική και μοιράστηκε μαζί μας αγάπη. Στο τελευταίο τηλεφώνημα μαζί του την Πέμπτη, του είπα «σας ευχαριστώ», δεν ήξερα γιατί του το είπα. Στην τελευταία του ανάρτηση στην ομάδα του μυστικού κήπου, μας έγραψε ότι όλοι κάτι φοβούνται, όλοι κάτι αγαπούν, όλοι έχουν μέσα τους κάτι που δεν ξέρουμε, ας μην τους κρίνουμε.

Έχουμε όλοι την ίδια καρδιά που έγραψε ο Χαλίλ. Ο στόχος έχει επιτευχθεί, κύριε Κώστα. Έχετε για πάντα τις παιδικές μας καρδιές.

Ο κύριος Κώστας. Που πέρυσι, μέσα στην Αθήνα, ένα παιδί με μηχανάκι με σταμάτησε να με ρωτήσει άμα αυτός που έφυγε μόλις με το ταξί ήταν ο κύριος Κώστας από το Γκάζι για να τρέξει να τον χαιρετήσει στο επόμενο φανάρι.

Θα τρέχουμε να σας προλάβουμε για να σας γνέψουμε στον επόμενο φωτεινό σηματοδότη που είστε ο ίδιος, κύριε Κώστα, και ακούμε πια τη μουσική…

 

 

 

Δρόμοι Ζωής -Bazaar 2016

Αποδελτίωση:

http://www.ert.gr/dromi-zois-giortazoume-15-chronia-christougenniatiko-vazaar/

http://www.kathimerini.gr/887130/article/politismos/atzenta/h-atzenta-ths-evdomadas

http://www.amna.gr/articlep/135545/

http://www.in.gr/entertainment/LifeGuide/suggestions/article/?aid=1500116256

http://www.iefimerida.gr/news/307622/dromoi-zois-15-hronia-hristoygenniatiko-bazaar

http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/ta_xristougenniatika_pazaria_gia_koinonikous_skopous-64762720/

http://www.in2life.gr/indulgence/buy/article/560564/10-athhnaika-bazaar-gia-hristoygenniatika-dorakia.html

http://www.matrix24.gr/2016/12/ola-ta-christougenniatika-bazaar/

http://www.inewsgr.com/184/dromoi-zois-15-chronia-christougenniatiko-Bazaar.htm

http://www.gossiplife.gr/2016/12/xristougenniatika-bazaar-athina/

 

 

 

bazaar1

Γιορτάζουμε 15 χρόνια Χριστουγεννιάτικο Bazaar

Στις 17 και 18 Δεκεμβρίου 2016, στο Γκάζι, πραγματοποιείται για δέκατη πέμπτη χρονιά το Χριστουγεννιάτικο Bazaar της εθελοντικής οργάνωσης «Δρόμοι Ζωής». Το 87ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Ορφέως 58,  118  54, Σταθμός Μετρό «Κεραμεικός», έξοδος Κων/πόλεως) φιλοξενεί για ακόμη μια χρονιά την εκδήλωση.

Το Βazaar έχει καθιερωθεί στη συνείδηση των φίλων που το επισκέπτονται, πρωτίστως για την πρακτική του πρόθεση και τελικά επίτευξη, να χρηματοδοτεί την ετήσια λειτουργία του Κέντρου των Δρόμων Ζωής (Γαργηττίων 12, Γκάζι) που αφορά τη στήριξη κοινωνικά αποκλεισμένων παιδιών και οικογενειών στον Κεραμεικό, το Γκάζι, το Βοτανικό, το Μεταξουργείο, αλλά και για την υψηλού επιπέδου αισθητική και ποιότητα των προϊόντων του, καθώς και την ιδιαίτερη γευστική του «ταυτότητα». Οι εθελοντές εργάζονται όλο το χρόνο για τα κοσμήματα, τα πλεκτά, τα αξεσουάρ, τα γλυκίσματα, τα λικέρ και όλες τις ξεχωριστές σπιτικές παρασκευές που προσφέρονται σε συσκευασία δώρου για τα Χριστούγεννα. Σε περίοπτη θέση στην καρδιά των επισκεπτών, βρίσκεται ο μπουφές με αλμυρές και γλυκές γεύσεις, με εδέσματα ελληνικής και ανατολίτικης κουζίνας, καφέ, τσάι, ζεστό κρασί, με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος και κυρίως γιορτινή ατμόσφαιρα.

Το κέφι κορυφώνεται με ρυθμούς «lindy hop» από τους «Rhythm Hoppers», ενώ οι «Δον Κιχώτες» θα ανεβάσουν την παιδική παράσταση «Φιόγκος και κορδέλα».

Προσεγμένα αντικείμενα από «δεύτερο χέρι» διατίθενται επίσης σε πολύ προσιτές τιμές, αλλά και οι βιβλιόφιλοι θα ανακαλύψουν πολύτιμους θησαυρούς στο «Μικρό βιβλιοπωλείο» από μεταχειρισμένα βιβλία κάθε γούστου. Η διήμερη αυτή γιορτή του εθελοντισμού και της αλληλεγγύης πλαισιώνεται από δημιουργικές δραστηριότητες και εργαστήρια για τα παιδιά, με θεατρικό παιχνίδι, χορό, τραγούδι, κατασκευή φιγούρας Καραγκιόζη και χριστουγεννιάτικη χειροτεχνία.

Bazaar info:
Ωράριο: Σάββατο 17 Δεκεμβρίου: 10:00-22:00,
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου: 10:00-20:00

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής:

www.dromoi-zois.gr
www.facebook.com/dromoizois
twitter.com/dromoizois

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες»του 21ου αιώνα

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες» του 21ου αιώνα

ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ
Η υπέροχη φίλη μου
μτφρ.: Δήμητρα Δότση
εκδ. Πατάκη

Στην παραλία εντόπισα να το διαβάζουν είτε στ’ αγγλικά είτε στα ελληνικά, με το χαρακτηριστικό του εξώφυλλο. Είχε προηγηθεί η διθυραμβική του υποδοχή από βιβλιόφιλους και κριτική. Η προσωπική μου συμπεριφορά απέναντι στα μπεστ σέλερ –αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με ένα διεθνούς εμβέλειας ευπώλητο βιβλίο– είναι να αφήνω να καταλαγιάζουν ο μαζικός ενθουσιασμός ή η αποδοκιμασία και να δοκιμάζω την τύχη μου μαζί τους έπειτα από μια πενταετία τουλάχιστον. Τότε ρίχνομαι στο παιχνίδι και αποκτά ενδιαφέρον η ανάγνωση. Αυτή τη φορά δεν ακολούθησα την πεπατημένη.

Μετά το διάβασμα του μυθιστορήματος της Ελενα Φερράντε, «Η υπέροχη φίλη μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, η δημοσιογραφική πρακτική έλεγε να ξεκοκαλίσω όσα έχουν γραφτεί. Εγκατέλειψα γρήγορα την προσπάθεια, κείμενα επί κειμένων για την κρυμμένη ταυτότητα της συγγραφέως, για το καλύτερο εξώφυλλό της, για τη μετάφρασή της, για τη διακειμενικότητα στο έργο της, και δεν έχει τέλος η φιλολογία, ενδεικτικά μόνο στην Guardian γέμιζε η οθόνη από τίτλους δημοσιευμάτων για όλα αυτά. Δεν γίνεται να μην παρασύρει σκέψεις και παραλληλισμούς με το φαινόμενο Σάλιντζερ.

Ωστόσο, ένα βιβλίο, και δη ένα μυθιστόρημα, διαθέτει μια αυτονομία δική του, που κυρίως έχει να κάνει με τον τρόπο που βιώνεται από τον αναγνώστη. Εσύ που το έγραψες κι εγώ που σε διαβάζω, αναδημιουργούμε μαζί έναν καινούργιο κόσμο που εκεί δεν υπάρχει χώρος για κανέναν άλλον.

Κι η Φερράντε –όποιος κι αν κρύβεται πίσω απ’ αυτό το ψευδώνυμο τέλος πάντων– είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για μια τέτοια σχέση. Γι’ αυτό και τη δικαιώνει η εμπορικότητα που έχει αποκτήσει. Δεν είναι ένα «εύκολο» βιβλίο, αν και διαθέτει μια ροή και μια αφήγηση που σε αρπάζουν σαν ανεμοστρόβιλος και σε ρίχνουν στη δίνη τους. Ναι, μεν, απαιτεί από τον αναγνώστη καταβύθιση στο δικό του εαυτό, αλλά είσαι όντως έτοιμος για κάτι τέτοιο; Η συγγραφέας βουτά στα σκοτάδια της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στα έγκατα, εκεί που πλάθεται και σφυρηλατείται αυτή η περσόνα ή η προσωπικότητα που θα φέρουν ύστερα οι άνθρωποι ως ασπίδα, προσωπείο ή και τελικό προϊόν της ύπαρξής τους. Μπαίνει στο εργαστήριο του εαυτού και του εγώ. Ξεθάβει σκελετούς, ανοίγει ντουλάπες και βγάζει πτώματα, σηκώνει πέτρες και βλέπεις σκορπιούς με δηλητήριο να τρέχουν, ενίοτε τους βάζει και φωτιά. Απευθύνεται στο βαθύ, σκοτεινό, άγνωρο κομμάτι μας. Εκεί που η συνείδησή μας αποσύρεται διακριτικά και αφήνει να κάνει παιχνίδι το υποσυνείδητο και –ακόμη πιο μεγάλη είναι η έκπληξη– το ασυνείδητο.

Η Νάπολη κυριαρχεί. Το τοπίο της, τα σοκάκια της, ο ιστός της σύγχρονης κοινωνίας όταν ακόμη πλεκόταν. «Εάν δεν υπάρχει αγάπη, όχι μόνο στερεύει η ζωή των ανθρώπων αλλά και των πόλεων». Οι άνθρωποί της. Στα δρομάκια της. Ζώντας την καθημερινότητα, τις απογοητεύσεις, τις χαρές, τις μεγαλοσύνες και τις μικρότητές τους. «…Από την άλλη έλπιζα ότι έτσι θα αποτραβιόμουν από αυτό το συνονθύλευμα αδικημάτων, συνενοχών και μικροψυχιών των ανθρώπων που γνωρίζαμε, που αγαπούσαμε, που κουβαλούσαμε…». Μια παρέα, ιδωμένη μέσα από το μελάνι της συγγραφέως. Σκιασμένη από το μαύρο. Και η φιλία δύο κοριτσιών. Εάν γράφονταν οι «Μικρές κυρίες» τον 21ο αιώνα στην Ευρώπη, σε μια μητρόπολη του Νότου, δεν αποκλείεται να είχαν τις διακλαδώσεις τους στα στενάκια της Νάπολης. Με τα ψυχολογικά τους αδιέξοδα και την ομορφιά της σκαιότητάς τους.

Ελπίδα ανάποδη

Είναι και μια ελπίδα ανάποδη, ίσως και δυσοίωνη, με την έννοια της κασσανδρικής προφητείας: ότι το παιχνίδι του κόσμου, η σκακιέρα με τους «δυνατούς» της ιστορικής ή μυθιστορηματικής αφήγησης, ίσως έχει μεταφερθεί από τη Δύση και τον ευρωπαϊκό Βορρά, της ψυχρής λογικής, στον Νότο που βράζει και οι ατμοί του αναδύονται. Εκεί που ενώνεται κάτω από τον καυτό ήλιο το υποσυνείδητο κομμάτι του κόσμου με το ολωσδιόλου ασυνείδητο. Κοχλάζουν οι θερμοκρασίες και όποιος δεν ξέρει να παίζει με τη φωτιά, αργά ή γρήγορα, χάνεται. Οτι ίσως έχει έρθει η εποχή που η δύναμη, δεν έχει να κάνει πια με το χρήμα –άλλωστε το φωνάζει διαρκώς το βιβλίο της Φερράντε, όσο ηθογραφικά κι αν προσεγγίζει μια ναπολιτάνικη συνοικία του ονείρου– αλλά με την άγνωστη εκείνη «ουσία», της ζωής που κρύβουμε εντός μας. Μ’ αυτό παίζει όλη την ώρα η συγγραφέας. Μ’ αυτό το ανομολόγητο, το ανεξερεύνητο, το αόρατο, το δυσνόητο, το άπιαστο, κάποτε για όλους αυτούς τους λόγους και αφόρητο. Μ’ αυτό μαγνητίζει τον αναγνώστη. Με αυτό παίζει με την ίδια του την ψυχή, διαπραγματεύεται μαζί του με τον φαουστικό τρόπο: Δώσε μου την ψυχή σου για να σε κρατήσω πάντα νέο. Εάν δεχθείς αναγνώστη, θα σου προσφέρω τη μεταμόρφωση που ποθείς, μέσα σ’ αυτή την τόσο σύντομη αλλά αέναη ζωή που υπόσχεται η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος.