17 χρονών… ενοποίηση αρχαιολογικών ψυχικών χώρων

Πριν το Πάσχα φύγαμε για πενταήμερη στην Κρήτη. Το μακρινό 1995. Επιστρέψαμε κι αφοσιώθηκα πλήρως στον “Ναπολέοντα” του Εμίλ Λούντβιχ, μια έκδοση του Πάπυρου που έδινε το Τηλέραμα τότε. Με τα θαμπά τυπωμένα του γράμματα μέσα σε λίγες μέρες είχα ανεβάσει τη μυωπία μου 3 βαθμούς και βρέθηκα με κρίση πονοκεφάλου στους γιατρούς. Προκειμένου να μην διαβάσω για τις Πανελλήνιες νόμιζα τότε, σαμποτάροντας και υποσκάπτοντας τον εαυτό μου, νόμιζα. Γ’ Λυκείου, 17 χρονών. Η αλήθεια είναι ότι μόλις άνοιγα έναν άλλο μεγάλο δρόμο.

Μου πήρε 25 χρόνια για να δω όλη την εικόνα. Στον 17χρονο εαυτό μου μόλις είχε αποκαλύφθεί μια μεγάλη αλήθεια, μια δύναμη, μια χαρά, μια απόλαυση, μια διέξοδος, ένας παράδρομος, με σκιές και τζακαράντες ανθισμένες που ο παππούς ο Όμηρος και ο θείος ο Ηράκλειτος και ο φλεγόμενος Σωκράτης και ο σύντροφος Οδυσσέας μου γνέφανε να ακολουθήσω. Θα συναντιόμουνα με την Τζέιν Ώστιν και τον Χαλίλ Γκιμπράν. Θα με προσπερνούσε ο Χέρμαν Έσσε λαχανιασμένος και θα άφηνα πίσω μου τον Καζαντζάκη. Ο Ντοστογιέφσκι κι ο Φλωμπέρ θα κουνούσαν από μακριά συγκαταβατικά το κεφάλι. Ο Στρατής Τσίρκας και ο Λόρενς Ντάρελ θα με περίμεναν με το ρολόι στο χέρι, αργοπορημένη να με περάσουν στην αίθουσα του δείπνου. Εκεί θα τρώγαμε με τον Ερνεστ Χέμινγουέι, τον Γκράχαμ Γκρην και τον Τζον Λε Καρρέ. Στο διπλανό τραπέζι θα μας σνόμπαρε ο Σάλιντζερ. Ο Ουμπέρτο Έκο θα γελούσε από απέναντι. Στην απομέσα τσέπη της καρδιάς μου θα ήταν ραμμένος για πάντα ο Ιούλιος Βερν και η Λουίζα Μέι Άλκοτ και ο Έκτωρ Μαλό.

Η ανάγνωση, το βιβλίο, η λογοτεχνία δεν είναι τίποτα άλλο από μια τεράστια ενοποίηση των ψυχικών …αρχαιολογικών χώρων μέσα μας. Όποτε συναντούσα, από τεσσάρων ετών που άρχισα να διαβάζω μόνη μου τους μεγάλους τίτλους των εφημερίδων, τις ψηφίδες του κατακερματισμένου κόσμου -σήμερα είναι και πιο προφανές από ποτέ- έτρεχα στα βιβλία μου, στις αφηγήσεις, στον παππού Όμηρο να μου πει το παραμύθι, τη συνέχεια, τη λύση του δράματος, για γιατρειά, για θεραπεία, για παρηγοριά, για παραμυθία, για ανακούφιση, για να λάβω τα οφέλη μιας ηδονής που παραμένει κλειδωμένη για όποιον δεν ακουμπήσει την παλάμη του πάνω της.

Πριν λίγους μήνες, με σπασμένο χέρι και ένα ράγισμα στην καρδιά, στο ημίφως, μιλούσα με το φωτεινό πνεύμα του Νότου, έναν άλλον σύγχρονο Όμηρο -ο μη οράν, αυτός που δεν βλέπει- αναζητώντας παρηγοριά. Κι εκεί είπε τη μαγική λέξη “Ναπολέων”, Εμίλ Λούντβιχ συμπλήρωσα. Μα, πού τον ξέρεις; ρώτησε. Γέλασα. Ήμουν η πρώτη γυναίκα στη μακραίωνη ζωή του που γνώριζε και τον είχε διαβάσει. Η ανάγνωση, η γραφή, η λογοτεχνία είναι μαγικές τέχνες, βαθύτατης κρυμμένης αλχημείας, οι μύστες τους αναγνωρίζονται από κάτι τέτοιες λεξούλες, ένα συγγραφέα, δυο λόγια του, την ψυχή δηλαδή του κόσμου. Για να τις διαβάσεις όμως, να τις ψαχουλέψεις και να τις γευτείς, πρέπει να τις ανακαλύψεις μόνος σου. Το χάρτη τον κρατάς στα χέρια σου. Φτιάχνεις τη διαδρομή όπως θέλεις. Είσαι ελεύθερος.

Η αλληλεγγύη των γυναικών

Την ώρα που τα μέσα βρίθουν από «σίριαλ» ειδησεογραφίας εγκληματικότητας και βίας με τόσες σεξιστικές προεκτάσεις, εγώ σκέφτηκα να φωτίσω με ένα κεράκι την πλευρά εκείνη της ζωής των γυναικών που ίσως να μένει και πιο αθέατη, κρυμμένη όπως πολλά μυστικά επιβίωσης μέσα στους αιώνες. Τον τρόπο να συνδέονται μεταξύ τους με άγραφους νόμους μικρής -και τόσο μεγάλης και αναντικατάστατης- καλοσύνης στην καθημερινότητά τους και να διασώζουν έτσι την ψυχική τους ισορροπία. Να καλλιεργούν μιαν αίσθηση συνέχειας και συνοχής που όλο κλονίζεται στον κατακερματισμένο μας κόσμο. Μια αφήγηση λοιπόν.

Αγάπης, απαλότητας, χαδιού, τελικά της πιο ισχυρής δύναμης.

Της ζωής, της αναγέννησης, της μεταμόρφωσης, της συνεχούς απώλειας και αποχαιρετισμού που μυούνται οι γυναίκες ήδη από την εφηβεία τους, διαγράφοντας κι ακολουθώντας τους κύκλους του φεγγαριού και βιολογικά. Προστρέχουν η μία στην άλλη, σαν ένα αόρατο δίκτυο συνεκτικότητας, με καθημερινές τοσοδούλικες ευγένειες, ένα λουλούδι, ένα φαγάκι, ένα γλυκό, ένα μαντήλι, μια καλή κουβέντα, μια ικανή ακρόαση του κατά μόνας αναστεναγμού τους για όσα δεν εκπληρώθηκαν, μια σκέψη την κατάλληλη στιγμή, μια φροντίδα, ένα νοιάξιμο, μιαν αγκαλιά, ένα κοινό δάκρυ. Εν ολίγοις μια ανοιχτή καρδιά. Ένα παράθυρο στην αγάπη και την αποδοχή του άλλου. Πια ακόμη και διαδικτυακά, η φίλη με μια αγγελία, ένα τραγούδι, ένα κάλεσμα, μια απρόσμενη βοήθεια.

Το 2015, βρέθηκα σε ένα φεστιβάλ εναλλακτικών τρόπων άσκησης και θεραπείας. Η πιο έντονα βιωμένη εμπειρία μου απ’ αυτό ήταν μια κοπέλα που ήρθε και μου έδωσε να κρατώ έναν οραματισμό -σαν σκυτάλη και σύμβολο της θηλυκότητας και της θεραπείας- και μια άλλη σε κάτι αντίστοιχο που μου άφησε με εμπιστοσύνη τα πράγματά της να της τα φυλάξω για λίγο. Ιέρειες ενός κόσμου που μεταλαμπαδεύεται συνεχώς- και όπως διαπίστωσα στην πορεία, δασκάλες. Τις σκέφτομαι πάντα με αγάπη. Σαν σύμβολο μια διαδοχής που δεν με τρομάζει -κατά το τραγούδι- αλλά με ανακουφίζει.

Σ’ αυτόν το σκληρό κόσμο, οι γυναίκες κρύβουν πάντα τις απαντήσεις βαθιά μέσα τους, είναι η απάντηση οι ίδιες. Μια κοινωνία που μένει μόνο στα μαλλιά, στα ρούχα, στα σώματα των γυναικών τόσο υπερφίαλα και δεν «διαβάζει» την ιστορία τους πάνω τους, είναι ανάπηρη. Μια κοινωνία που χλευάζει τη γλύκα. Δεν θα ξεχάσω την προτροπή συγχωρεμένου συναδέλφου «πρόσεξε μην εκληφθείς μόνο ως χαριτωμένη». Κι όμως αυτό που μας λείπει, είναι η χάρη, η ευαισθησία, η αδιόρατη ευγένεια, η βαθιά ριζωμένη -χωρίς να περιμένει ανταπόδοση- αλληλεγγύη. Αυτές είναι πραγματικές δυνάμεις επιβίωσης, από μεγάλες μαχήτριες της ζωής. Μ’ αυτές συντάσσομαι και τους τείνω το χέρι. Τις θαυμάζω και τις αγαπώ.

Η ακατάτακτη διαφεύγουσα μαγεία σου

Μαζί με τις κρέμες και τις τύψεις που σου πουλάνε εποχιακά και τα καθρεφτάκια για ιθαγενείς που μοιράζονται αφειδώς, θέλω να σου δώσω μαζί σου για το καλοκαίρι να το έχεις στην τσάντα σου σαν στικάκι για τα τσιμπήματα και σαν βάλσαμο για τα εγκαύματα, δίπλα στο στήθος σου, στην παλάμη σου, κάτω από το πέλμα σου, στο λαιμό σου περασμένο, κορδονάκι στον αστράγαλό σου και δαχτυλίδι παντρεμένο στο χέρι σου, τούτο το μικρό, καμωμένο από λέξεις, φίλτρο. Να το αφήνεις κάτω από τη γλώσσα σου σταγόνα σταγόνα, κάθε φορά που πικραίνεσαι, για αντίδοτο. Εσένα που σ’ αρέσουν τα «κλειστά» σαν αγκαλιές σπίτια κι οι ανοιχτές θάλασσες, την ίδια στιγμή. Οι ορίζοντες που δεν βγάζουν όλο στα αδιέξοδα των άλλων. Αλλά που μπορεί ο πιο μεγάλος σου ορίζοντας να ‘ναι ο απέναντι περίκλειστος τοίχος. Την ίδια στιγμή.

Σκεφτόμουν ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται στρατηγική μάρκετινγκ, γιατί περιέχει την ανώτερη, το καλύτερο περιεχόμενο, γι’ αυτό και δεν την υπερασπίζεται κανείς, βγαίνει τελευταία στις αναζητήσεις στο γκουγκλ, αλλά πρώτη στη στιγμή. Που περνά και χάνεται. Σκεφτόμουν ότι τα φλερτ δεν περιείχαν ποτέ τοποθέτηση προϊόντος, ήμουν ξεχτένιστη, φριζαρισμένη, ιδρωμένη, άβαφη, ήμουν κουρασμένη, ηττημένη κι ίσως κάπου αλλού, όταν ο απέναντι άλλος ανακινήθηκε. Είχα ποτίσει όμως από το πιο φτηνό πανάκριβο άρωμα που πήρα ποτέ αλλά μου πήγαινε όσο κανένα. Ήταν της …ώρας. Τόσο ωραίο. Σκεφτόμουν ότι όλοι σου πουλάνε κάτι για να γίνεις καλύτερη, κουλτούρα, ομορφιά, μια ανάγκη που δεν σκέφτηκες, αλλά δεν σου λέει κανείς ότι είσαι αρκετή όπως είσαι, με ό,τι είσαι μέσα σου, έξω σου, πλαγίως. Δεν σου αναγνωρίζει κανείς ότι μπορείς να είσαι όλα και τίποτα. Χωρίς να λάβεις την ταμπέλα τους. Έχεις ράψει ποτέ ρούχο σε μοδίστρα; Δεν έχει ετικέτα. Έχει μόνο τα μέτρα σου, τα χρώματά σου, τις επιθυμίες, τις ελευθερίες σου, συχνά κι ένα ελάττωμα που το ξέρεις μόνο εσύ.

Τι αγαπάμε στους ανθρώπους; Ίσως μια κηλίδα στη μύτη τους, μια τριχούλα στο πρόσωπό τους, το σχήμα του πέλματός τους, το αποτύπωμα στην άμμο, την αίσθηση σαν αεράκι όταν μπαίνουν στο δωμάτιο, το αίμα που ξεράθηκε σε μια πληγή και μπορεί να ξανανοίξει, την ανάσα τους στο τηλέφωνο, μια άνω τελεία που βάλανε, ένα φευγαλέο βλέμμα που το πιάσαμε αιχμάλωτο στην εκπνοή του, μια κουβέντα που είπανε, μια λάμψη που μοιραστήκαμε και δεν την είδε κανείς άλλος. Μια μυστική συνεννόηση. Μια ανάσα που στραβοκατάπιαμε.

Πάρε φυλαχτό, λοιπόν, την ακατάτακτη διαφεύγουσα μαγεία σου, εάν πουλάω κάτι, είναι αυτό, σε συσκευασία ταξιδίου, οικογενειακή, να μην σου λείψει ποτέ. Πάρτη και φύγε, με έναν όρο: μην πάψεις να την πιστεύεις, να την μοιράζεις, να την αγαπάς και να την πολλαπλασιάζεις, να την δίνεις σε όποιον δεν έχει φιλί στο μέτωπο, να μην στερεύει η ζωή, να μην γίνεται λίγη. Είναι για όλους, αλλά αυτοί είναι λίγοι και κουβαλάνε μαζί το αόρατο μπουκαλάκι. Κάποιος μου το έδωσε κι εμένα. Πάρε.

Ο καταλύτης covid-19

Όπως μου είχε πει η Αγγελική πριν χρόνια, αυτή η δουλειά διαμορφώνει αναπόφευκτα και την προσωπικότητά μας, με αποτέλεσμα όταν χρειαστεί να αποκοπείς από την πρακτική της καθημερινότητα, σου μένει ο τρόπος θέασης του κόσμου. Εγώ είχα και μερικούς ακόμα καβάτζα, συγγραφέας γαρ, μα, κυρίως μανιώδης αναγνώστρια, αυτό σου ανοίγει τις πόρτες. Απέκτησα κι άλλους όμως γιατί «ξεκλείδωσα» κι άλλους κόσμους αυτά τα χρόνια. Και θα συνεχίσω, καλά να είμαστε.

Το σοκαριστικό ήταν ότι το κριτήριο που είχα αναπτύξει, ένα αισθητήριο δυνατοτήτων που υποκινείται από μια έμφυτη ισχυρή θέληση, χτύπαγε σε τοίχους, ντουβάρια από άπειρα Εγώ κυρίως, πέρα από την εξωτερική συγκυρία.

Στην αρχή, προσπάθησα να πω, να εξηγήσω, να ανοίξω τα χαρτιά μου. «Εν αρχή ην ο λόγος».

Ύστερα πήρα τα κουβαδάκια μου και πήγα σ’ άλλη παραλία, εκεί που δεν χρειαζόταν να αποδείξω τίποτα. Στο παράλληλο σύμπαν αυτής της πραγματικότητας.

Έκανα το δικό μου χωρίς να περιμένω τίποτα. Χωρίς να προσπαθώ να πείσω, να ισχυριστώ, κρατώντας το Λόγο για μένα, με την ελπίδα να μη με πνίξει. Ιδίως άμα ήταν και για πέταμα όπως με ειδοποιούσαν όλοι… Είτε γιατί τους φαινόμουν πολύ ειλικρινής, πολύ σοβαρή, πολύ «κάτι» κάθε φορά που δεν ήταν το επιθυμητό. Πολύ ενοχλητική. Εύσημα στην πλάτη της παλιάς μου δουλειάς.

Έβλεπα τη χειρότερη εκδοχή να αναδύεται και να υλοποιείται, κοίταζα απορημένη από τον χλοερό τόπο της απόσυρσής μου. Πριν δυο χρόνια, είχα αρχίσει να λέω «τίποτα απ’ αυτά δεν θα υπάρχει σε δυο χρόνια από τώρα», όχι γιατί είχα μαντικές δυνατότητες, αλλά γιατί είχα βιώσει την αλαζονεία και την ύβρη κι έκανα στην άκρη μη με λερώσει, σε όλες της τις εκδοχές. Και κυρίως μη με σαρώσει.

Εάν μας έλεγε κάποιος πριν λίγο καιρό ότι τα μελλοντικά πετρελαϊκά συμβόλαια παράδοσης θα έπεφταν υπό του μηδενός• ότι η φύση θα αναγεννηθεί γιατί δεν θα κινείται σχεδόν κανείς εις βάρος της• ότι όλοι θα κάτσουμε σπίτι υπό την απειλή του θανάτου• ότι ένας τιτανοτεράστιος αόρατος ιός μπορεί να βάλει μπουρλότο στους πνεύμονές μας και να μας στείλει να κάνουμε παρέα στα μοσχοβολιστά θυμαράκια, θα τον πιστεύαμε; Ότι θα κάναμε είδωλο έναν γιατρό;

Όχι, όπως δεν πιστεύαμε κανέναν που έβλεπε την υπερβολή και την επισήμαινε, γιατί για πόσο θα μπορούσε να υπάρχει;

(Θυμάμαι την ειρωνεία που εισπράξαμε ως άνεργοι δημοσιογράφοι με κάτι αντίστοιχου τύπου voucher, τώρα που σοκάρονται όλοι για τα «επιστημονικά» δια βίου μάθησης.)

Σας έπεφτε σοβαρή και βαριά η Ύγεία, η Παιδεία, η γνώση, η ηρεμία, η ψυχραιμία, ο Λόγος, θέλατε μόνο κέρδος προσωπικό, βόλεμα, μόνο κοινού αλλά φτηνιάρικου γούστου που διαμορφώνατε, μουσική, ρούχα, αντιλήψεις, εργασίες, φαγητό, πολιτισμό, καθημερινότητα, προσλαμβάνουσες γενικότερα, προς ανάλωση και κατανάλωση. Και ανθρώπους και εργαζόμενους με αντίστοιχη κατάληξη, προορισμό.

Θα συνεχίσω λοιπόν με τις …ενοχλητικές μου ερωτήσεις. Θέλετε τα ίδια ακόμα;

Το μέσο …Πέρασμα

Ξύπνησα από ένα όνειρο από κείνα που έχουν κάτι να μας πουν. Ένα πληγωμένο παιδί που έγινε ένα όμορφο ναρκισσάκι-μανουσάκι μεγαλώνοντας· με έκανε συγγραφέα η συνάντηση μαζί του, μου θύμισε αυτό που θα γινόμουν, φέρθηκε με γλύκα και καλοσύνη. Στον ύπνο μου είδα απόψε να του δείχνω ένα χαρτί και να του λέω, “γιατί ρε παιδί μου, λες ψέματα πάλι, ενώ μπορείς να πεις την αλήθεια;”

Σηκώθηκα, πήγα στο λόφο, σεριάνισα τη θάλασσα. Και μέτρησα τις ευγνωμοσύνες μου. Μια γυναίκα μου έστειλε το έργο της ζωή της, παρακαταθήκη για τη δική μου ζωή και αρμονία, μαζί με την πίστη της ότι εγώ θα βρω την ισορροπία. Ύστερα, πέθανε. Ένα μεγάλο πνεύμα που θάλλει μέσα στη δική μου ψυχή, κάπως έτσι κέρδισε μια αθανασία. Το μεγάλο πνεύμα του Νότου.

Το τηλέφωνό μου χτυπάει από μια άλλη μεγάλη ψυχή για να μου πει “πήρα να μου πεις πως μ’ αγαπάς, εγώ που αντέχω να μου το λες” και με κάνει να γελάω γάργαρα το πιο πειραχτικό και πονηρούτσικο μεγάλο πνεύμα. Μαφία που εκμαιεύει το γέλιο μου. Με δίδαξε το πιο βαθύ και δύσκολο ότι και το ψέμα κι η αλήθεια είναι όψεις του ίδιου νομίσματος και είναι ένα όλο.

Στο δρόμο ξαφνικά σταματάει ένα μηχανάκι και λαμβάνω την πιο δυνατή αγκαλιά του κόσμου που σου σπάει το στέρνο από ένα τυπάκι που του χω πει ότι η θέλησή του δεν χρειάζεται να ναι αλύγιστη και μια μέρα θα γίνει δάσκαλος. Στο λόφο συναντάω το δικό μου σαμάνο, το πνεύμα του λόφου που μ’ αφήνει να κάτσω δίπλα του να αφήσω τα δάκρυά μου εκεί, ύστερα έρχεται τα σκουπίζει με το αθώο του παιδικό χαμόγελο και μου δίνει να πιω νερό που διψούσα.

Οι άνθρωποι είμαστε πολύπλοκοι, εύθραυστοι, γενναίοι και μαζί δειλοί, όπως σπάμε έτσι και λυγίζουμε, όπως λέμε αλήθεια, μπορεί να κοροϊδεύουμε, όπως λέμε ψέματα, μπορεί να τρέφουμε μεγάλες αλήθειες. Και μπορούμε να τα κάνουμε όλα ταυτόχρονα, αυτό είναι το ενδιαφέρον στη ζωή μας. Μπορεί οι φιλάνθρωπες κυρίες να είναι οι πιο μεγάλοι εξουσιαστές, μπορεί οι ρέμπελοι αντιεξουσιαστές να είναι οι πιο βαθιά υποταγμένοι. Πέρα από τα δίπολα, υπάρχει ένα σημείο κάπου εκεί στη μέση που όλο το βρίσκουμε κι όλο το χάνουμε. Κάποιοι το επιλέγουμε για οδηγό μας. Είναι ένα σημείο ιερότητας και βαθύτατης ανθρωπιάς, πέρα από τις διελκυστίνδες του άσπρου-μαύρου. Βλέπεις, εγώ βλέπω πρώτα το χρυσό και πολύτιμο μέσα στον καθένα, είναι πάντα στο χέρι του να το κάνει κάρβουνο που του καίει την παλάμη ή γλυκό αδαμάντινο πετράδι που του χαϊδεύει την καρδιά κι αστράφτει στο βλέμμα του.

Πέρασα έξω από την αγιά Σωτήρα, προσκύνησα τον άγιο Νεκτάριο νοερά, κοιτώντας τον Πλάτωνα στον τοίχο και διακρίνοντας το μνημείο του Φιλοπάππου στην ίδια ευθεία του ματιού μου. Αυτά έχουμε να συνταιριάσουμε σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου που βρισκόμαστε: το LSD των νεραντζιών με το ανταριασμένο μέσα μας, τη θάλασσα στον ορίζοντα με τις κορυφογραμμές που περπατάμε εντός μας, την επιστήμη με τη διαίσθηση, την πίστη και την εμπιστοσύνη με τα ασυνείδητα βάθη μας, το αττικό τούτο φως με τις σκιές μας. Όλα μέσα, όλα στο παιχνίδι, κι εκεί που κάθε φορά ανοίγεις τα χαμένα χαρτιά στο τραπέζι, κρύβεις κι άλλους τόσους άσσους στο μανίκι σου, με αγάπες και λουλούδια και αρώματα.

Με άφθονο γεράνιο, αρμπαρόριζα ντε, αποχαιρέτησα μια ολόκληρη παλιά ζωή, έκλεισα το σεντούκι, το έριξα στη θάλασσα να πάει να βρει άλλους να δώσει τους θησαυρούς του, πήρα το πειρατικό μου χάρτινο καραβάκι κι άνοιξα πανιά σε μια νέα εποχή που περιμένω με ανυπομονησία τι θα μου φέρει, διαβάζοντας τους χάρτες και τις άγνωρες γραφές μέσα μου. Μου χαμογελάει μια άλλη ζωή, αυτή που έρχεται. Τσουπ, κάνω και το Πάσχα-πέρασμα σ’ αυτήν!

Καλή Ανάσταση σε όλους σας!

Η γαλλική έκδοση του «Γραφείον ο φόβος- Μια πολλαπλή ήττα»

«Officine de la peur», Au Pont 9

Η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία. Η ιστορία μου, με πρωταγωνιστή τον Άρη Στεριανό, έμελλε να ταξιδέψει στη χώρα που το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα βρίσκει την τέλεια έκφρασή του και να μεταφραστεί στη γλώσσα της. Ηθική αυτουργός η Laurence Maire Maison, μια γυναίκα που έχει μελετήσει σοβαρά και βαθιά την ελληνική γλώσσα και με εκπλήσσει με τις γνώσεις της, μα, κυρίως με το λογοτεχνικό και γλωσσικό της αισθητήριο.

Εκείνη ταξίδεψε στην Ελλάδα, και το καλοκαίρι του 2017, για την καθιερωμένη της διδασκαλία Ελληνικών σε Γάλλους εκπαιδευτικούς και φοιτητές στην Πάρο. Περνώντας από τον Ιανό, αγόρασε μια στοίβα βιβλία για να φύγει με απόθεμα για την Ελβετία όπου και κατοικεί. Το τελευταίο που διάλεξε, ήταν το «Γραφείον ο φόβος– Μια πολλαπλή ήττα» που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2015 από τις εκδόσεις Πόλις. Και το πρώτο που διάβασε όταν επέστρεψε στο σπίτι της.

Γραφείον ο φόβος

Η ενθουσιώδης προσέγγιση της Laurence, λίγο καιρό αργότερα, με συγκίνησε και μου θύμισε γιατί πιστεύω στη λογοτεχνία και τα θαύματά της. Ένας παλιός φίλος έλεγε χαριτολογώντας ότι γράφει βιβλία για να γνωρίζει ανθρώπους, τους αναγνώστες του προσωπικά… Νομίζω ότι γράφω για να μοιραστώ με τον άγνωστο Άλλον έναν κοινό χώρο -αναγνωστικό- μέσα μας.

Η Laurence έγινε αγαπημένη μου φίλη όσο μετέφραζε το βιβλίο. Έπιανε και την παραμικρή απόχρωση της δύσκολης γλώσσας μου και νομίζω την απέδωσε και στη δική της, όπως και το ύφος μου. Από την πρώτη στιγμή που τη συνάντησα από κοντά, ένιωσα ότι με είχε «ξεκλειδώσει», με είχε «δει» και βαθύτερα και μόνο διαβάζοντας τις λέξεις μου. Ευχαριστήθηκα την επικοινωνία και τη συνεργασία μας σε μια εποχή που οι επαγγελματικοί ορίζοντες στην Ελλάδα είχαν στενέψει και σκοτεινιάσει. Η Laurence μου θύμιζε ποια είμαι, γιατί γράφω, γιατί διαβάζω, με το πάθος της για τη λογοτεχνία.

Στο εγχείρημά της, ήρθαν να προστεθούν και οι εκδόσεις «Au Pont9«. Ο εκδότης κ. Jean-Michel Ollé αποφάσισε να το εκδώσει υπό τον τίτλο «Officine de la peur» και με ένα εξώφυλλο που εγώ αγάπησα. Πολλές ευχαριστίες και στους δύο, αλλά και στις εκδόσεις Πόλις και τον κ. Νίκο Γκιώνη για την ευγενική του συνεργασία και διευκόλυνση.

Jean-Michel Ollé

Παρά την πανδημία και τις εύλογες δυσκολίες, το βιβλίο κυκλοφορεί στα διαδικτυακά βιβλιοπωλεία του εξωτερικού και αναμένεται, μετά το τέλος αυτής της δοκιμασίας για όλον τον πλανήτη, και η κυκλοφορία και διάθεσή του στα φυσικά, παραδοσιακά βιβλιοπωλεία της Γαλλίας.

Μια ακτίδα φωτός και αισιοδοξίας ακόμη για μένα.

Officine de la peur

Pont9

Το δικαίωμα στο πλην- Μπλουζ είναι και γυρίζει

Τον τελευταίο καιρό εμφανίζονται φίλοι κι αρχίζουν αυτοδιαγνώσεις του τύπου «Μήπως πάσχω από καμιά υψηλής λειτουργικότητας κατάθλιψη». «Γιατί, παιδί μου;», ρωτάω έντρομη. Από τις απαντήσεις τους αντιλαμβάνομαι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα, απλώς καταπιέζονται απ’ αυτό που αρχίζει να θεωρείται τάχα μου «υγιές». Λες κι έχουμε χάσει το δικαίωμα να μην έχουμε κέφια. Λες και πρέπει να είμαστε στα κάγκελα του κεφιού. Λες και είναι κατακριτέα τα εσωτερικά μας μπλουζ. Δεν είναι μόνο ζούμπα η ζωή, συχνά είναι μπλουζ, μαγευτικά που κυλάνε, εσωτερικά και ενίοτε δεν χρειάζεται να σηκωθείς από τη θέση σου, μπορείς ρυθμικά να χτυπάς απλώς το πόδι σου στο ρυθμό και να λικνίζεσαι από μέσα σου, να μην κουνάς ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι. Σ’ αυτή την εποχή της εξωτερίκευσης κάθε ναρκισσισμού, οι πραγματικά ευαίσθητοι εξοβελίζονται στο πυρ το εξώτερον. Κυριολεκτικά. Δεν τους επιτρέπεται να σιωπούν, να ησυχάζουν, να αποστασιοποιούνται, να μην μετέχουν, εκτός κι αν δώσεις όνομα στην απόσυρση πιο πιασάρικο πχ «mindfulness».

Κι αυτή η αίσθηση τους χτυπάει όλους. Τους νεότερους με απαιτήσεις δράσης, τους μεγαλύτερους με κατάκριση της απόσυρσής τους. Τα λεγόμενα γεράματα. Ναι, ρε φίλε, γερνάω, άμα έφαγα τη ζωή με το κουτάλι, τώρα ήρθε η ώρα να γεράσω. Από πρόσθεση, να μάθω να κάνω κι αφαίρεση και διαίρεση, όχι μόνο πολλαπλασιασμό.

Οι παππούδες μου ζώντας κοντά στη γη, μέσα στα λουλούδια και τα δέντρα, μέσα στις τελετουργίες των εποχών τους, από Ψυχοσάββατα μέχρι Μεγάλες Παρασκευές και Δεκαπενταύγουστους, γερνούσαν χωρίς να νιώθουν τύψεις γι’ αυτό, χωρίς ενοχές, σχεδόν χωρίς να γερνούν. Ιδίως ο παππούς, αποφάσισε και τον τελειωτικό του χαμό συνειδητά, μόλις θεώρησε ότι έπρεπε να κλείνει τον κύκλο του άρον άρον, αρρώστησε ραγδαία κι αποχώρησε. Κάπως έτσι κι η γιαγιά, χάνοντας το μισό της κομμάτι. Δεν είπαν, μη φανώ γέρος, γέρασαν πραγματικά χωρίς να το λένε. Έζησαν τη ζωή που τους αναλογούσε. Φυσικά.

Ζήστε τη λύπη σας, την μπλε σας διάθεση, το πένθος σας, ακόμη και το γήρας μέσα σας άμα το νιώθετε, επιτρέψτε το στον εαυτόν σας, δεν τρέχει τίποτα. Ζωή είναι με όλα μαζί. Με κύκλους που κλείνουν, με πάνω και κάτω. Κυρίως με πολλά μεσαία και χλιαρά. Κι όλα αυτά έχουν τη δική τους ομορφιά και χάρη. Γιατί να μην είμαστε συμφιλιωμένοι με όλα;

Με κουράζουν απίστευτα οι κρίσεις και οι προκαταλήψεις που ακούω γύρω μου. Θεωρίες, θεωρίες, θεωρίες, χωρίς πράξεις. Κι αυτό το κλίμα που καλλιεργείται της μη αποδοχής αυτού που κλονίζει την …ευημερία του τάχα μου «θετικού». Ποιος είπε ότι θετικό μόνο είναι το προφανές; Ποιος το ορίζει το θετικό; Από πού προκύπτει; Έχω ζήσει ελεύθερη κι ευχαριστημένη, μέσα σε συνθήκες αντικειμενικά στρεσογόνες και εξωτερικά «αρνητικές» και τη μεγαλύτερη τοξικότητα και καταπίεση την έχω βιώσει σ’ αυτό που μπορεί να δείχνει «θετικό», ανώδυνο, ακίνδυνο, αλλά να μην είναι. Η ζωή μας είναι πολύπλοκη και πολυδιάστατη, όποιος πάει να την διαβάσει μονομερώς, πέφτει ανάμεσα στις σελίδες και χάνει πολλά από τα ωφέλιμα νοήματα, τις γλύκες και τα αποστάγματα. Και κυρίως τα μαγικά φίλτρα.

Δικαίωμα στο πλην. Στο ξεκαθάρισμα. Στο κλάδεμα του κήπου, να πέσουν τα ξερά να γίνουν ωραίο λίπασμα. Χωρίς μελαγχολικά φθινόπωρα και χειμώνες αφράτους, καμιά άνοιξη δεν έχει αξία και ουσία και σημασία και δεν κάνει αίσθηση και κανένα καλοκαιράκι δεν σε θερμαίνει πιο πολύ, άμα δεν κρυώσει η φύση το χειμώνα. Δεν πάμε με ένα παλτό χειμώνα-καλοκαίρι. Γιατί να πηγαίνουμε με μια διάθεση; Και γιατί να μην είναι αποδεκτές όλες μας οι διακυμάνσεις;

Άρον τη διάθεσή σου και περιπάτει. Και μη φοβού, συνήθως ένα ωραίο μπλουζάκι ήταν η αρχή ενός έρωτα. Ζήστο το μπλε σου με τα όλα του, είναι άλλωστε το χρώμα της χρονιάς…

Ο δικός σου ο δρόμος

Τα πρώτα πέντε χρόνια, δεν μπορείς να μιλήσεις για την εμπειρία. Όσο γραφιάς κι αν είσαι. Ίσως να μην μπορείς κι αργότερα, να μην χρειάζεται. Ή όπου μιλάς να πέφτει σε άγονο έδαφος. Δεν έχει νόημα. Όσο εξωτερικά και τυχαία να ξεκινάει αυτός ο δρόμος, τελικά επειδή είναι βαθύς, εσωτερικός και δεν τελειώνει, αρχίζει να διανοίγεται όσο τον περπατάς. Πιο πριν δεν ξέρεις, εάν υπήρχε. Κάθε βήμα όμως τον φωτίζει.

Κι επειδή το πραγματικά εσωτερικό όταν έρχεται η ώρα, σε ελευθερώνει, αφήνεις πίσω όλα τα παλιά μπαγκάζια, όσα δεν ήταν δικά σου, όσα σου έδιναν να κρατήσεις στο δρόμο αυτοί που συναντούσες, προχωράς με ένα πανάλαφρο σακίδιο γεμάτο φως και νερό. Εξερευνητής για πάντα. Εγώ και συμβολικά έδωσα τα άπειρα βιβλία μου, χάρισα ρούχα μιας άλλης ζωής, άλλαξα πολλές φορές παπούτσια, αλλά κυρίως μπόρεσα να περπατάω ξυπόλητη και να κάθομαι πια οκλαδόν. Κάτι που ως παιδιά όλοι κάνουμε φυσικά. Αυτό ήταν μια πραγματική κατάκτηση.

Θυμήθηκα ότι ως παιδάκι, είχα μια ατέλειωτη ενεργητικότητα που όταν δεν εκφραζόταν, γινόταν λέξεις. Ξαναβρήκα λοιπόν κάτι από κείνο το αεικίνητο της παιδικής μου ηλικίας, παρόλο που νόμιζα για χρόνια ότι είμαι ένας ακίνητος άνθρωπος. Κυρίως, λοιπόν, αυτό το ταξίδι που ξεκίνησε και συνεχίζεται με εσωτερικό κουνγκ φου, εξωτερικό και γιόγκα, αποκατέστησε τη σχέση με τον εαυτό μου. Αποκατέστησε την εμπιστοσύνη μου σε μένα και κατ’ επέκταση στους άλλους. Άμα μπορώ να στέκομαι στα χέρια και στα πόδια μου, να βαστάω τη ζωή μου, τότε μπορώ να το κάνω για τους άλλους, χωρίς να φορτώνομαι τον κόσμο τους, αλλά δείχνοντάς τους κατά πού να πάνε για να φωτίσουν το δικό τους δρόμο. Μπορώ να τους πω ότι είναι εκεί και τους περιμένει και είναι διαφορετικός από το δικό μου, ολόδικός τους.

Αυτός ο δρόμος δεν έχει πολλά λόγια, έχει αληθινά. Δεν έχει ψεύτικα ρούχα, έχει αληθινά. Δεν έχει μαγικές υποσχέσεις, έχει αληθινές επιτεύξεις τόσο προσωπικές και αόρατες που σπάνια μπορείς να μοιραστείς. Δεν έχει «πλαστικά» σώματα και πρόσωπα, έχει πλαστικότητα και υγεία και μια φλόγα του καθενός στα μάτια που μεταμορφώνει. Δεν είναι σαφέστατα διαφημίσεις στα κοινωνικά δίκτυα ούτε ιδανικά και ειδυλλιακά τοπία. Μπορεί να ‘ναι νύχτες με φοβερό κρύο κι αγιάζι που εσύ βρίσκεις απαντοχή μέσα σου, στα υπόγεια της ψυχής σου, δίνοντας κίνηση στο σώμα σου. Μπορεί να ‘ναι μέρες με καύσωνα που εσύ έχεις έναν δικό σου τόπο χλοερό και αναψύξεως να δροσιστείς.

Η ζωή μας δεν είναι παραγωγή περιεχομένου για να γεμίσουμε τον κενό χώρο. Είναι δημιουργία και μάθηση και εξέλιξη και βίωμα. Είναι νόημα που δίνουμε εμείς. Κι είναι ένας δρόμος που εάν δεν τον περπατήσεις, δεν μπορείς να μιλήσεις ούτε να τείνεις το χέρι στο διπλανό να πάτε παρέα.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς- 20 χρόνια μετά το millenium/ Απολογισμός από το μέλλον

Η αρχαία κινεζική σοφία λέει ότι όσο αντιστέκεσαι στα σφάλματά σου, αυτά σε νικούν.

Την 31η Δεκεμβρίου 1999, ήμουν στο χωριό, λυπημένη, ηττημένη, απογοητευμένη, κάτω από τα σκεπάσματά μου, άκουγα στο ραδιόφωνο την αλλαγή του χρόνου που συνέβαινε ερήμην μου. Ο Σαββόπουλος που είχε γράψει το τραγούδι για τη νέα χιλιετία, για το χρόνο, πρωταγωνιστούσε στη φιέστα. Εγώ έκλαιγα τον εαυτό μου που όπως έδειχναν οι αντικειμενικές συνθήκες, δεν θα μπορούσα να γίνω δημοσιογράφος. Η μαθητεία μου είχε λήξει στον ANT1 άδοξα, δηλαδή χωρίς να με κρατήσουν, δεν γνώριζα κανέναν, δεν με γνώριζε κανένας, παρά μόνο ήξερα να διαβάζω και να γράφω και κυρίως ήξερα ότι ήθελα να γίνω δημοσιογράφος για να επιβιώσω οικονομικά στη μεγάλη πόλη, ώστε να καταφέρω να γίνω μια μέρα συγγραφέας. (Η προσωπική μου φιλοδοξία εξαντλείτο στο να μπει το βιογραφικό μου και τα γραπτά μου έργα στα εκάστοτε ανθολόγια λογοτεχνίας των μαθητικών βιβλίων. Βλέπω δεν το έχω καταφέρει ακόμα, οπότε έχω δουλειά να ρίξω. Δουλειά από το μέλλον. Θέλω να ‘μαι μέσα στις καρδιές των παιδιών, των πρώτων αναγνωστών, των πιο αυστηρών κριτών, με το ξυράφι ματιά, την καρδιά τριαντάφυλλο και το μυαλό κεραυνό.)

Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά. Ιδίως άμα είναι η 1η Ιανουαρίου 2000. Το τηλέφωνό μου χτύπησε και ο μέλλων διευθυντής μου από την εφημερίδα με κάλεσε να ξεκινήσω στις 3/1/2000. Έτσι κι έγινε. Το κύριο εφόδιό μου ήταν η γλώσσα, ο χειρισμός της, η λύσσα μου για ανάγνωση, η περιέργειά μου να ψάχνω το πίσω από, το βαθύτερο, το αόρατο, το αφανές. Στα χρόνια αυτά έδειξα άκρατη επιμονή, ακόμα μεγαλύτερη υπομονή, αποφασιστικότητα και σθένος. Για να υπάρξω σε έναν κόσμο που άγονταν και φέρονταν από το χρήμα, την κοινωνική καταξίωση, τον προσεταιρισμό των λίγων και συμφερόντων.

{Εγώ ήμουν απλώς από το χωριό μου. Το ίδιο που εξακολουθώ να είμαι και σήμερα. Και τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ένα πευκοδασάκι ψηλά που βλέπει τον αργολικό κάμπο απέναντι από ένα μυκηναϊκό κάστρο, δίπλα στους αγίους μου, ένα εκκλησάκι ενός ερωτευμένου ζευγαριού αγίων, Αδριανού και Ναταλίας, με μέλισσες να βουίζουν στα αγριολούλουδα, ελιές να ασημώνουν τον τόπο, ήλιος ζωογόνος να με πλένει, ω, κι αρώματα από θυμάρια και ρίγανες και λεμόνια και πορτοκάλια και μανταρίνια, και πεταλούδες κι όνειρα ενός μαγικού τόπου. Εκεί στη σκιά μπορεί να σε πάρει ο ύπνος ένα μεσημέρι και να ζήσεις το άπιαστο. Αυτό σημαίνει ότι είμαι από το χωριό μου, ατενίζοντας τη θάλασσα της Αρβανιτιάς, τη δύναμή μου, και του Τολού τη γλύκα.}

Αγωνίστηκα να συνεχίσω να διακρίνω να βλέπω την ακεραιότητα που έθαλλε σε όποιον άνθρωπο ή επαγγελματία. Κι έπαιρνα τη μυρωδιά της, απολάμβανα την ευωδία της. Να ξεχωρίσω τον πραγματικό δημοσιογράφο, τον πραγματικό συγγραφέα, τον πραγματικό εκδότη, τον πραγματικό σκιτσογράφο, τον πραγματικό αναλυτή, τον πραγματικό πολιτικό, τον πραγματικό σε όλα. Κι αυτό σημαίνει πολύ σκούπισμα, πολύ ξεσκαρτάρισμα, πολύ ξεσκόνισμα και πέταμα των σκουπιδιών. Πολύ χαμαλοδουλειά.

Για να συνεχίσω το δρόμο μου όμως, εκτός από την εξωτερική πορεία που διέγραφα, τι σόι πνεύμα ήμουν, ντε, έπρεπε να αρχίσω μια προς τα μέσα ανάπτυξη σε άλλους δρόμους που δεν είχα περπατήσει. Για καλή μου τύχη, ένα γεροντάκι συγχωρεμένο που με απέλυσε ευτυχώς, με ρώτησε με ειρωνεία «ποια νόμιζα ότι ήμουν». Χωρίς να το ξέρω ανακίνησε όλη αυτή τη δίνη που θα ξεδιπλωνόταν για την ερχόμενη επταετία. Μετά λοιπόν από 20 χρόνια δημοσιογραφία, τέσσερις εκδόσεις βιβλίων και μια μετάφραση στη Γαλλία, ανακάλυψα ότι υπήρχε τρόπος να μπω στα Αναγνωστικά των παιδιών αλλιώς. Ω, πανηγύρι μεγάλο! Μπορούσα να τα διαβάζω, να τα μαθαίνω καινούρια πράγματα, να φτιάχνω ομάδες με κηπουρικές και λογοτεχνίες, να ανθίζω Μυστικούς Κήπους και να απλώνω Κόκκινες Κλωστές συνδέσεων των ανθρώπων. Μα, ποια νόμιζα ότι ήμουν;

Είμαι αυτή που πιάνω μια πέτρα από το χώμα και νομίζεις ότι είναι διαμάντι, αλλά όταν στην παραχωρήσω γιατί τη θες δική σου, θα δεις ότι είναι απλώς μια πέτρα, στα χέρια μου είναι διαμάντι. Και τα λουλούδια που μεγαλώνω, είναι απλώς χορτάρια και φυτά που χωρίς τη δική μου αγάπη, δεν είναι τίποτα. Άμα τα πιάσεις στα χέρια σου, χωρίς να στα δωρίσω, θα ξεραθούν. Κι οι λέξεις μου που νομίζεις ότι υπάρχουν από μόνες τους και θα τις βρεις αλλού, είναι κενό γράμμα, άγραφος πίνακας μόλις πέσουν στα χέρια σου χωρίς αγάπη, τη δική σου αγάπη και τη δική μου. Είμαι αυτή που μεταμορφώνω το τίποτα σε κάτι. Κι αυτά τα είκοσι χρόνια που ήταν κόπος, δάκρυα, ζωτική ενέργεια, σπαταλημένη ζωή, φιλίες, συνδέσεις, σχέσεις, συναντήσεις, Ιστορία και Δημοσιογραφία και Λογοτεχνία και Οικονομική Κρίση, δεν θα ήταν τίποτα χωρίς το νόημά μου. Εσύ κι εγώ και τα νοήματά μας κάνουμε τη ζωή και την κοινωνία αυτό που είναι. Διάλεξε με σοφία το νόημά σου. Οι απολογισμοί μας έρχονται από το μέλλον, από κει που πάμε, γιατί από κει ερχόμαστε. Κι οι άνθρωποί μας είναι στην τσεπούλα της καρδιάς μας ακριβά μέταλλα κι εύθραυστα ροδοπέταλα που τα κουβαλάμε εντός μας, φυλάγοντάς τα να μην χαθούν και να μη σπάσουν, να μην τσαλακωθούν, να μην μας πέσουν και κάποιος τα ποδοπατήσει.

Κι έτσι μοσχοβολάει η ψυχή μας.

Δεν είναι η Πρωτοχρονιά πυροτεχνήματα και φιέστες στη βροχή, είναι άγραφοι, άδηλοι, αχαρτογράφητοι δρόμοι και πόρτες που ανοίγουν, ενώ δεν χτύπησες να μπεις. Ακάλεστος με το πρόσωπό σου να σε διαφεντεύει στη ζωή, περνάς και πας και φεύγεις.

Για τη βία. Να κάνουμε τον «εχθρό», φίλο.

Δύο καλοκαίρια πίσω, σε ένα χώρο που διδάσκεται κανείς τη μη βία και εκπαιδεύεται να ζει τη ζωή του έτσι, χωρίς βία δηλαδή, ένιωσα απειλή και φόβο. Τα σχόλια τύπου «Εμ, εκεί που πας τι περιμένεις, να σε χαϊδεύουν με τριαντάφυλλα;» δεν ήταν και πολύ καθησυχαστικά. Θεώρησα σωστό να μιλήσω στον επικεφαλής που σέρνει πίσω του την εμπειρία γενεών και γενεών και μια πνευματική σοφία που ο ίδιος απεκδύεται με γέλιο. Με άκουσε και μου απάντησε ότι έχω δίκιο, μου επιβεβαίωσε ως άντρας και δάσκαλος ότι αυτά που έβλεπα και ένιωθα, ευσταθούσαν. Έκτοτε η παρουσία του ήταν καταλυτική για να μην ξαναζήσω τέτοια κρούσματα. Χωρίς φύλακα, δηλαδή, τον ίδιο δεν ξαναέκανα μάθημα, τόσο απλά και τόσο παράλογα όμως.

Τότε, είχα ταραχτεί τόσο που όπου βρισκόμουν συζητούσα γι’ αυτό το θέμα. Τη βία. Που υποβόσκει ή εκφράζεται, που είναι έτοιμη να παρουσιαστεί στις ζωές μας εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Η δική μου στάση που δεν είναι ποτέ διπλωματική, ήταν του τύπου «Είμαι από κρύσταλλο, δεν μπορεί να με χτυπήσει κανένας». Απαιτώ σεβασμό. Των δικαιωμάτων μου. Εκείνο που με σόκαρε, ήταν ότι ενώ υπερασπιζόμουν το αυτονόητο, το δίκαιο, το ανθρώπινο, ήμουν για πολλοστή φορά δακτυλοδεικτούμενη και σαν τη μύγα μες στο γάλα. Αυτή που έβγαινε από το κοπάδι.

Σιγά σιγά η μεμονωμένη προσωπική μου αίσθηση άρχισε να παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Αναρωτιόμουν εάν ήταν μια εγωιστική ερμηνεία του κόσμου. Έξω όμως στις συναναστροφές οι όροι είχαν αλλάξει, οι άνθρωποι ήταν πολύ ευέξαπτοι σε σχέση με μια δεκαετία πίσω, για πλάκα άνοιγαν καυγά και ήταν έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια για ασήμαντη αφορμή. Μια ολοένα αυξανόμενη ένταση. Νομίζω ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο όπλο από την ήρεμη βαθιά αναπνοή για να ξεφύγεις από τέτοιες καταστάσεις και τη διαύγεια να μην είσαι καν παρών.

Τη χρονιά που μας πέρασε, εκείνο το τόσο προσωπικό αίσθημα ανασφάλειας που σιγά σιγά έδινε τη θέση του σε μια ατομική ψυχραιμία, αφοβία, τέλος πάντων αίσθηση ότι δεν μπορεί όντως να με βλάψει κάτι, βρήκε έρεισμα στα στατιστικά στοιχεία πια για τη βία κατά των γυναικών. Ποιοι άντρες είναι αυτοί που χτυπάνε; Γιατί χτυπάνε; Τι νιώθουν; Πώς νιώθουν; Γιατί σκοτώνουν; Από πού ξεκινάνε όλα; Και πώς τελειώνουν; Ποιος ευθύνεται για όλα αυτά κάθε φορά; Από πού πρέπει να αρχίσουμε να δουλεύουμε σαν κοινωνία για να σέβονται τα παιδιά από μικρά τη ζωή και στη σωματική ακεραιότητα του άλλου; Για να μάθουν να αγαπούν; Τι είναι αγάπη, αποδοχή, φροντίδα, νοιάξιμο; Πώς προστατευόμαστε;

Αυτά βεβαίως, μέχρι να αλλάξει το δόγμα άσκησης πολιτικής στο επίπεδο της κοινωνίας ως προς την αστυνομική βία. Τώρα δεν έχουμε πολλές ελπίδες για τη βία, εάν συνεχίσει η πολιτική ηγεσία να συμπεριφέρεται έτσι, με επιλογές φόβου, ανασφάλειας, καταστολής. Ό,τι καταστέλλεται, βγάζει πλοκάμια και κεφάλια Λερναίας Ύδρας. Ξεσηκώνει τις αρχέγονες ενστικτώδεις ψυχικά περιοχές του ανθρώπου να λάβουν τα ηνία της ζωής του, παραμερίζοντας το μυαλό, την ήρεμη σκέψη, το πνεύμα, την καλλιέργεια. Εκείνο όμως που με σοκάρει πιο πολύ είναι η δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων, η μη δεοντολογική, η μη συντασσόμενη με το κοινό καλό, με τη δικαιοσύνη και την ελευθερία, γεμάτη στερεότυπα, προκαταλήψεις, κατασκευασμένες «αλήθειες». Ως φύση που προτιμώ να εκφράζομαι με τη γραφή, παρά με οτιδήποτε άλλο, με βρίσκει σύμφωνη η performance των γυναικών ανά τον πλανήτη που ξεκίνησε από τη Χιλή, συντάσσομαι στο πλευρό τους. Η συμβολική γλώσσα και τα λόγια τα ίδια δεν μοιάζουν πια υπερβολικά, δυστυχώς ίσως να είναι και λίγα μπροστά σ’ αυτά που συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

Δεν βρίσκω άλλη λύση πλην της δήλωσης της αλήθειας και της αλληλεγγύης. Δεν νομίζω ότι έχουμε άλλο δρόμο. Σύμμαχοί μας σ’ αυτό είναι οι «άλλοι», αυτοί που φοβούνται, είναι ανασφαλείς, επιρρεπείς στο να ασκήσουν βία. Δεν ξέρω πώς θα βρούμε την υπομονή, τους μηχανισμούς, τη δύναμη, να κάνουμε τον «εχθρό», φίλο. Να εξημερώσουμε όλη αυτή την αγριότητα που περιμένει ασήμαντες αφορμές για να εκφραστεί.

Κατοικημένη γλώσσα

Εάν κάτι αποτυπώνει την κατάσταση, κοινωνική, πολιτική, ιστορική, οικονομική, πολιτισμική, αυτό είναι η γλώσσα. Ρουφάει σαν σφουγγάρι αυτό που την εξυπηρετεί και φτύνει το περιττό. Εάν μας εντυπωσιάζει κάτι στο νεαρό συνάδελφο, Απόστολο Φουρνατζόπουλο, που μεταδίδει τηλεοπτικά τα πράγματα όπως είναι, είναι η γλώσσα του. Ζωντανή. Όχι πεθαμένη από τα συμφέροντα και τις διαφθορές. Είναι μια γλώσσα που σπάει κόκαλα, αντί να είναι η ίδια στο γύψο από τις αγκυλώσεις. Είναι επιτέλους δημοσιογραφική, μετά από χρόνια. Μια γλώσσα ικανή να περιγράψει αυτά που συμβαίνουν γύρω. Ελεύθερη, με αρετή και τόλμη. Γι’ αυτό εντυπωσιάζει. Ξεχωρίζει σχεδόν επαναστατικά από τις γκρίζες γεμάτες στάχτη λέξεις των άλλων. Μακάρι, το πνεύμα του να παρασύρει κι άλλους να τολμήσουν.


Σκέφτομαι, πιο προσωπικά, ερωτεύομαι από την εκφορά του λόγου και δη αγαπάω για πάντα ή λησμονώ δια παντός, από τις λέξεις που διαλέγει κάποιος να μου πει την ιστορία του, απ’ αυτές που αποτελούν τα υλικά της ζωής του, της προσωπικότητάς του. Με τον ίδιο τρόπο, μπορεί να με απωθήσει κάποιος που μου πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες με φτιαχτή γλώσσα, δανεική, όχι δική του, όχι βγαλμένη από τα κόκαλά του. Όπως λέει μια φίλη, «δεν τα ‘πε καλά, Σταυρούλα». Η γλώσσα είναι μια γη που καλλιεργείται, αλλάζει, ανθίζει, ξεραίνεται, υγραίνεται από την αρχή, καίγεται, καθαρίζει, γεμίζει αγριόχορτα και περικοκλάδες, κατά περίπτωση. Είναι μια ζωντανή γη που σε καλεί να την κατοικήσεις. Με «ηδονικά μυρωδικά», μπαχάρια, αρώματα θεσπέσια, καρπούς ζουμερούς και νόστιμους.

Ζητείται ορθολογισμός, αντί για «μαθητευόμενους μάγους»

Η κοινωνία είναι κουρασμένη. Από την αναδουλειά, την αγένεια, τον μη υπολογισμό της στις αποφάσεις. Από την κρίση. Από την κατάχρηση, κάθε είδους, εξουσίας, επιβολής, μαγκιάς, αβεβαιότητας, χρόνου. Κυρίως όμως από την ανακολουθία ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα. Αυτή τη χαοτική κατάσταση που όλο αναζητάς τον ένοχο, την ευθύνη, την πηγή του προβλήματος, αλλά δεν υπάρχει επίλυση του ζητήματος, δεν υπάρχει κάθαρση ούτε καν με την έννοια της αρχαίας τραγωδίας. Αυτός ο ανορθολογισμός που όλο εξαπλώνεται, μας φέρνει όλο και πιο πολύ σε απόσταση από το μέλλον, ως προς την οικονομία, τον πολιτισμό, την εξέλιξη, και μας βυθίζει σε μια μοιρολατρία για το κατά πόσο μπορούμε να έχουμε στα χέρια μας τη ζωή μας, την ελευθερία μας, τα στοιχειώδη μας δικαιώματα προστατευμένα. Άλλωστε γι’ αυτό γίναμε κοινωνίες, για να επιβιώσουμε και υπογράψαμε ένα «συμβόλαιο» να τηρούμε αμφότεροι τις δεσμεύσεις μας για να μην είμαστε ζούγκλα.

Δεν είναι δυνατόν να παρακολουθεί λοιπόν μια χώρα ολόκληρη τη σιωπηρή «διευθέτηση» ενός φασιστικού μορφώματος εντός της, όταν έχει θύματα, με μια απόσυρση από την κοινή θέα απλώς. Δεν είναι δυνατόν να βλέπει την αστυνομία σε αυτή την κατάσταση έξαρσης. Αυτά και βέβαια δεν είναι «κανονικότητα». Κανονικά πράματα είναι η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός. Το να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, να φωτίζουν τα φώτα το βράδυ το δρόμο σου, γιατί το πληρώνεις άλλωστε πολλαπλώς, το να μην μπορεί να μπει κάποιος στο σπίτι σου χωρίς ένταλμα, γιατί είναι το οικογενειακό σου άσυλο. Το να μπορείς να βρεις εργασία. Το να μπορείς να λες ελεύθερα τη γνώμη σου. Το να μπορείς να προβλέψεις ότι μια πράξη έχει αποτέλεσμα και επίδραση και οδηγεί κάπου. Αναρωτιέμαι για τους κυβερνώντες, εμφανίζονται τόσο «άριστοι» με πτυχία από τα πλέον φωτισμένα πανεπιστήμια του ορθού λόγου και της λογικής σκέψης, άραγε έχουν περιθώρια για να κάνουν τους «μαθητευόμενους μάγους» σε μια τέτοια εποχή καμπής που οφείλουμε να ορθοποδήσουμε από την κρίση, μπαίνοντας στον καινούριο κόσμο του μέλλοντος; Του μέλλοντός μας; Ο ορθολογισμός όμως απαιτεί ακεραιότητα, κάποιος να αντιλαμβάνεται πραγματικά τι συμβαίνει, να φροντίζει να μάθει και να δρα κατάλληλα. Χωρίς «τακτοποιήσεις» των δικών μας -ποιοι είναι άλλωστε σε μια κοινωνία οι «δικοί» μας; Χωρίς «εκπτώσεις», χωρίς όλα λιγότερο και χειρότερα και χωρίς να μην προνοούμε. Κυρίως χωρίς προκαταλήψεις, απωθήμενα του παρελθόντος και κακέκτυπες μικροεκδικήσεις.

Έχουμε φύγει από τις εποχές που ο νέος ηγεμόνας έφερνε τα ήθη του, τα βασίλειά του, τα καπρίτσια, τους παραλογισμούς του και γίνονταν δεκτά με σκυμμένο το κεφάλι. Υπάρχουν δομές, πλαίσιο, δημοκρατικές λειτουργίες, δίχτυα ασφαλείας. ‘Οποιος τα καταπατά ή τα καταργεί ή τα μειώνει, αργά ή γρήγορα βρίσκεται πνιγμένος μέσα στον κυκεώνα του κακού που συμπαρασύρει κάθε κουτί Πανδώρας που κλείνει μέσα του το χάος και η αταξία. Και λέγοντας αταξία, ας ξεκινήσουμε από το τι σημαίνει, ας πούμε η μη τήρηση των κανόνων της κοινωνίας και καταπάτησης των δικαιωμάτων.

Δίπλα μας ο Ερντογάν βρυχάται. Αλλά κι ο ίδιος είναι θεατής σε ένα μέλλον που τον ξεπερνά, βλέπει να περνούν από την επικράτεια της χώρας του, εκατομμύρια που μεταβαίνουν από την Ανατολή στη Δύση, γυρεύοντας διέξοδο. Κουβαλώντας μαζί τους αρχέγονους πολιτισμούς. Φέρνουν ένα ρευστό πολιτισμικό αδιανόητο φορτίο σε έναν κόσμο δυτικό τακτοποιημένο διανοητικά, πιθανόν ανατρέποντας τις δομές, τις μορφές, τις μέχρι τώρα διαρθρώσεις, εκτός κι αν τους συμπεριλάβουμε εντός μας. Εκτός κι αν δεν τρωγόμαστε μεταξύ μας, μέσα στο σπίτι μας, τη στιγμή που η πυρκαγιά καίει το διπλανό μας σπίτι.

Μάλλον τώρα δεν είναι ώρα για μικροσίριαλ «Νόμος και Τάξη» αλλά για υπερπαραγωγές ιστορικών ντοκιμαντέρ επιπέδου από BBC και πάνω, όχι τίποτα άλλο, για να επιβιώσουμε. Λέω μια ιδέα. Κι αυτή τη φορά, δεν είμαστε θεατές μόνο, αλλά παίζουμε κιόλας στο έργο της ζωής μας. Με την ιστορία μας μέσα στην Ιστορία.

Ο χορός της εμπιστοσύνης

Η εμπιστοσύνη κάνει χρόνια ολόκληρα να οικοδομηθεί και μόλις μια στιγμή είναι αρκετή για να καταρρεύσει. Τη σκέφτομαι ως υλικό συγκολλητικό των ομάδων αλλά και ως χαρακτηριστικό των ηγετών. Ξέρουν να την εμπνέουν και να μην την προδίδουν. Έχω γνωρίσει στη ζωή μου τρεις σπουδαίους ηγέτες στις μικρο-ομάδες τις κοινωνικές που κινούμαι και δύο αρχηγούς-υδράργυρους.

Οι τρεις πρώτοι είναι φτιαγμένοι από πολύ δικά τους υλικά, με ένα κοινό χαρακτηριστικό και οι τρεις τους, «ακούνε» μέχρι τελικής πτώσεως, κάθε καρυδιάς καρύδι, χωρίς προκαταλήψεις, ταμπού και χωρίς να δείχνουν καμία προτίμηση. Εάν ήταν σκιτσάκι, θα ήταν μια άνετη καρέκλα που ακούει, με τεράστια αυτιά. Έχουν φανεί πολύτιμοι στη ζωή μου με έναν τρόπο καθοριστικό, άλλος μου έσωσε την καρδιά, άλλος τη δουλειά, άλλος μου άνοιξε τα μάτια σε άλλους κόσμους. Με παρότρυναν μόνο και τους άκουσα. Έρχονταν και μου ψιθύριζαν τη λύση την ύστατη στιγμή του αδιεξόδου. Βαθύτατο κοινό τους χαρακτηριστικό, καταλάβαιναν πότε είχα πραγματικά ανάγκη κι εμφανίζονταν. Με έναν και μοναδικό σκοπό: να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη. Σε μένα πρώτα, στους άλλους ύστερα κι εν γένει μεταξύ μας. Έστηναν μια αδιατάρακτη γέφυρα. Με γυναίκες, παιδιά, οικογένειες, προβλήματα, σκέφτομαι ότι αυτοί οι τύποι έβρισκαν χώρο να με ακούσουν και να μου απαντήσουν σοβαρά. Κάνοντας στην άκρη το θόρυβο, δείχνοντάς μου το στόχο, ξεκαθαρίζοντάς μου το τοπίο. Ο ένας με έκανε να κλάψω κατ’ ιδίαν τόσο πολύ, όταν χόρεψε για χάρη μου σ’ αυτή την ηλικία το χορό που θα με κρατούσε εντός, το χορό της εμπιστοσύνης. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Εκεί έδειξε ποιος ήταν ο ηγέτης και γιατί ήταν.

Οι δύο άλλοι αρχηγοί-υδράργυροι διά της άπειρης κίνησής τους μου δίδαξαν να μην κολλάω και να φεύγω τη στιγμή που έπρεπε, αν και δεν ήταν δική μου δουλειά αυτή τότε. Αυτοί πιο καιροσκόποι, άκουγαν μεν, δεν απαντούσαν, αλλά μόνο έδειχναν δια της αποφυγής των πάντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως να λειτουργείς άψογα μια ομάδα: παραμένοντας εκτός της. Τέτοιους τύπους τους εκτιμάς πολύ αργότερα από την ώρα της συνάντησης.

Ελλείψει εμπιστοσύνης, μια οποιαδήποτε κοινότητα μετατρέπεται σε ολίγον ζωολογικό κήπο. Το σκέφτομαι κατά καιρούς, όταν αντιμετωπίζω τη μικροπολιτική που με φθείρει, τις ασήμαντες μικροεξουσίες, τις αγένειες της καθημερινότητας. Στον αντίποδα, όταν δεν λειτουργούν οι θεσμοί, έρχονται οι ηγέτες να παρέμβουν. Προσπαθώ να κάνω και την αναγωγή με τη χώρα, αλλά εδώ χρειαζόμαστε πολλούς δείκτες να τα μετρήσουν όλα αυτά, οικονομικής εμπιστοσύνης, κοινωνικής ευημερίας κλπ, πού καιρός για οικοδόμηση πραγματικής εμπιστοσύνης…

Όσα έμαθα από την ανεργία για τον επαγγελματισμό…

Είχα την τύχη στη δημοσιογραφία να μπω απευθείας, στο επάγγελμα που επιθυμούσα να βρίσκομαι. Όχι χωρίς δυσκολίες κι όχι χωρίς σκληρή δουλειά. Θυμάμαι ότι μετά τα πρώτα δύο χρόνια στην εφημερίδα, η τηλεφωνήτρια με ρώτησε τι δουλειά έκανα εκεί, εάν ήμουν κλητήρας, γιατί ήμουν εκεί από το πρωί κι έφευγα το βράδυ. Η αλήθεια είναι ότι έκανα ακόμη και αρχισυνταξία ανεπισήμως από την πρώτη στιγμή που βρέθηκα εκεί, αλλά είχα πάντα στο νου μου τα λόγια των δασκάλων ότι στη δημοσιογραφία δεν λες εσύ ότι κάνεις τη δουλειά αλλά στο αναγνωρίζουν οι συνάδελφοί σου, κάποτε. Μάλλον μέχρι την πενταετία που έκανα να μπω στην ΕΣΗΕΑ, έλεγα μόνο ότι δουλεύω σε εφημερίδα, χωρίς να διευκρινίζω τι έκανα. Με τον ίδιο τρόπο, όταν πριν από χρόνια άνοιξα λογαριασμό στο τουίτερ και μου έφτασε ένα εσωτερικό μήνυμα από συνάδελφο γιατί γράφω μόνο «δημοσιογράφος» στο προφίλ μου και όχι και «συγγραφέας», τότε άρχισα να ξεθαρρεύω, αφού είχα γράψει και δυο τρία βιβλία.

Χρειάστηκε κάποτε να δηλώσω στον εργοδότη που με ρώτησε μια μέρα στο διάδρομο τι έκανα εγώ εκεί, ποια ήμουν, «για να με πληρώνετε τόσα χρόνια, κάτι θα κάνω εδώ πέρα». Δεν φανταζόμουν στην πορεία ότι θα χρειαζόταν να το δηλώσω πολλές φορές ως γεγονός, την ιδιότητα και επακριβώς την ενασχόληση, τις δυνατότητες και τα ταλέντα μου. Αλλά με πολύ άλλο σκεπτικό πια. Φωνή βοώντος εν τη εργασιακή ερήμω.

Η φίλη και συνάδελφος που ακούει τις περιπέτειές μου της τελευταίας διετίας μου λέει να τις γράψω βιβλίο. Δεν θα χαράμιζα όμως ούτε μια αράδα χαρτιού και μελανιού γι’ αυτά. Ωστόσο, εδώ μπορεί να βρουν κι άλλοι τον εαυτόν τους και να πάρουν θάρρος, να μην αισθάνονται ότι τρελάθηκαν. Η κακή αρχή έγινε με κορυφαίο εκδοτικό που πήγα για συνέντευξη κι απομυθοποίησα πλήρως το χώρο του βιβλίου από τη ματιά εκ των έσω. Ξεδίπλωσα τις γνώσεις και τα ταλέντα μου, αλλά δεν ήταν αρκετά. Δεν είχα τη μενταλιτέ του βωβού προσώπου που χρειάζονταν κι έτσι δεν πήρα τη δουλειά, παρά τις συστάσεις κλπ. Εδώ να επισημάνουμε πόσο αλλάζει η αντιμετώπιση των δημοσιογράφων, όταν δεν βρίσκονται πια στα μέσα τους να εργάζονται. Εκεί έγινα μάρτυρας μιας αδιόρατης αγένειας που με βασάνισε για αρκετό καιρό. Έψαχνα να βρω πού έφταιξα. Έλεγα μόνο τα γεγονότα και νέες ιδέες.

Θυμάμαι όταν επανασυντόνισα το βιογραφικό μου, πριν δύο χρόνια, -μέχρι τότε ήταν αρκετή η δουλειά μου ως βιογραφικό- με έναν εξαιρετικό άνθρωπο των επιχειρήσεων, με σεβασμό και επαγγελματισμό, είχε πλάκα που στην αρχή με «δοκίμασε» να με τρέχει όπως ένα στέλεχος επιχειρήσεων και βρεθήκαμε φυσικά στο σημείο αντιστροφής των όρων. Με ικανοποίηση από μέρους του. Η μόνη του συμβουλή που αποδεικνύεται περίτρανα το επόμενο διάστημα, ήταν να μην πάω σε άσχετους χώρους και δουλειές να ψάχνω να βρω άκρη γιατί εκεί έχω αδυσώπητο ανταγωνισμό, και θα χάσω το χρόνο μου. Θα πάρουν νέους και χωρίς εμπειρία για ελάχιστα χρήματα. Είχε τόσο δίκιο.

Τι διαπίστωσα πρακτικά όλο αυτό το διάστημα που παρακολουθώ -μια επταετία- τις αγγελίες, τον τρόπο που λειτουργούν και τέλος πάντων την πρόσβαση που έχουν οι νέοι άνθρωποι στο τοπίο της ανεύρεσης εργασίας. Τότε ήμουν 35 χρονών, εντός όλων των ορίων και των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, τώρα θα κλείσω σε λίγους μήνες τα 42 κι αρχίζω να μην είμαι σε θέση να ανεχτώ τον παραλογισμό των αγγελιών.

-Καταρχάς, οι εργοδότες που παραπονιούνται ότι δεν βρίσκουν εργαζόμενους, πραγματικά δεν έχουν ξεκαθαρίσει τι προσόντα χρειάζονται για τις εργασίες τους. Δεν θα καταλάβω ποτέ τη χρησιμότητα του μεταπτυχιακού για μια δουλειά γραφείου. Και δεν αναφέρομαι σε όλες αυτές που ζητάνε φωτογραφία, συγκεκριμένη εμφάνιση και περιορισμό ηλικίας, καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι σοβαρές καν.

-Στις περιβόητες πλατφόρμες εργασίας στο διαδίκτυο, δημοσιεύουν αγγελίες οι ίδιοι και οι ίδιοι εργοδότες. Τι λέει αυτό για τους ίδιους; Ότι διώχνουν συνεχώς εργαζόμενους και παίρνουν άλλους; Ότι δεν ισχύουν οι αγγελίες; Ότι δεν βρίσκουν ποτέ τους κατάλληλους εργαζόμενους και όλο ψάχνουν; Ή μήπως απλώς οι πλατφόρμες αυτές ανατροφοδοτούνται με «ύλη» για λόγους διαφημιστικούς; Αναρωτιέμαι εύλογα.

Και πάμε σε «συνεντεύξεις» πια. Μη δημοσιογραφικής εργασίας. Να θυμίσω ότι μέχρι τώρα έχω κάνει άπειρες δημοσιογραφικές συνεντεύξεις, άραγε δεν …ξέρω να …επικοινωνήσω;

-Όπου πήγα, μου ζητήθηκε να κάνω «δείγμα» όπου αφορούσε γραπτό λόγο. Με την άνεση αυτού που γράφει επαγγελματικά και δημοσιεύει από το 2000 -και την αφέλεια μαζί- δεχόμουν κι έκανα δείγμα και ασκήσεις γραπτές. Αστεία πράματα. Από παντού έλαβα την απάντηση ότι το επίπεδο της εταιρείας τους ή της προσπάθειάς τους ήταν τόσο υψηλό που εγώ δεν είχα θέση στην ομάδα τους. Ωστόσο, νωρίτερα είχα θέση ανάμεσα στους συντάκτες της Καθημερινής και της Βραδυνής και τους συγγραφείς των εκδόσεων Πόλις. Μάλιστα. Δεν τους ήταν αρκετά τα λινκ από την προηγούμενη εργασία μου. Συμβουλή: είναι χαμένος χρόνος το «δείγμα», απλώς μια δικαιολογία καθυστέρησης της διαδικασίας της άγονης συνέντευξης.

-Και πάμε στην άλλη «παγίδα». Μου ζητήθηκε από παντού να καθορίσω το ύψος του υποτιθέμενου μισθού που θα έπαιρνα. Στην αρχή τους έλεγα τον τελευταίο μου μισθό προ κρίσης, έτσι για να βάζω τα πράγματα στη θέση τους στα περί εργατικότητας, αλλά στην πορεία έπαψα. Τους έδινα πίσω το μπαλάκι που μου πετούσαν «εφόσον εσείς είστε ο εργοδότης και γνωρίζετε επακριβώς το αντικείμενο της εργασίας σας, εσείς θα ορίσετε και το αντίτιμο, εσείς ξέρετε τι χρήματα δίνετε γι’ αυτή τη δουλειά». Κι εννοείται δεν έλαβα ποτέ απάντηση. Κανένα μισθό ούτε υποτιθέμενο.

Το χειρότερο από όλες αυτές τις εμπειρίες, ήταν ότι υπέβαλλα τον εαυτόν μου σε ένα μαρτύριο επίκρισης και αυτοκατηγορίας: μήπως δεν χαμογελούσα αρκετά; μήπως έκανα την έξυπνη; μήπως δεν ήμουν αρκετή; μήπως δεν ήμουν ντυμένη άψογα; μήπως δεν ήμουν τέλεια; μήπως έκανα λάθος εκεί, παραδίπλα και παραπέρα; μήπως, μήπως, μήπως;

Μέχρι τώρα, δεν είχε χρειαστεί να αποδείξω πουθενά τίποτα. Και πολύ περισσότερο στον εαυτόν μου. Δούλευα, μάθαινα, αποκτούσα όσες γνώσεις και προσόντα μπορούσα. Εμπιστευόμουν την αντίληψη, τη διαίσθηση, το μυαλό μου, την καρδιά μου. Και πορευόμουν. Ξαφνικά, βρέθηκα σε εχθρικά κι ανασφαλή περιβάλλοντα που μαστίζονται τα ίδια από αυτοαμφισβήτηση, μη εμπιστοσύνη, ασυνέπεια λόγων και έργων. Κι άρχισαν με αυτολύπηση να σκορπάνε το δηλητήριό τους παντού.

Το μεγάλο στοίχημα είναι να μην μασήσουμε, να τα καταφέρουμε χωρίς απώλεια της ψυχής μας, της ισορροπίας μας, της πεποίθησης ότι διαθέτουμε αδιαπραγμάτευτη προσωπική αξία, ανθρωπιά, επαγγελματική ηθική, αρχές, αντίληψη. Και κυρίως να θυμούνται όλοι αυτοί που δεν έχουν βρεθεί σε αντίστοιχη θέση -άρα μπορούν να κρίνουν από εντελώς άλλη σκοπιά, μια σκοπιά προσωπικής αδιαφορίας- ότι όταν το πράγμα γυρίσει πάνω τους, τότε όλα είναι αλλιώς…

Όπως λέει και ο αγαπημένος κινηματογραφικός θυμόσοφος, εάν κερδίσεις και έχεις χάσει τις αρχές σου, έχεις χάσει πάλι. Εάν χάσεις και τουλάχιστον έχεις αυτές και την πίστη σου ότι θα τα καταφέρεις απλώς δεν ξέρεις τον τρόπο ακόμα, θα έχεις κερδίσει.

«Αναγνωστάσι-ο»

Νέα …έλευση

«Χρωστούμενα» αδιάβαστα που θα αξιοποιηθούν αναγνωστικά αυτές τις μέρες.

Αγαπημένο που θα ξαναδιαβαστεί, γιατί η Άπω Ανατολή με μαγεύει με τα κρυμμένα της μυστικά. Η Ιαπωνία, όπως και η Κίνα άλλωστε, μας επιφυλλάσσουν φιλοσοφικούς θησαυρούς που δεν είναι ούτε προς εκμετάλλευση -να ξεπουλάμε τους πολιτισμούς τους- ούτε προς κατανάλωση.
Άραγε πόσοι μπορούν να «καταναλώσουν» τον Ηράκλειτο, ας πούμε;

Η βαθιά σκέψη της ανατολής είναι ένας πλούτος που μας επιτρέπει να καλλιεργήσουμε, τον δικό μας κήπο, με άλλα μέτρα και σταθμά σ’ αυτό το μεσογειακό ηλιόλουστο θαλασσινό μας …χωραφάκι.

Η «ντροπή» της … «μεταναστευτικής» δημοσιογραφίας

Ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης είχε πει, απευθυνόμενος προς τους καθαρευουσιάνους στη γνωστή διαμάχη του γλωσσικού ζητήματος, ότι δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα αλλά χυδαίοι άνθρωποι. Παραφράζοντάς τον, θα αναρωτηθώ για τα δημοσιεύματα που επιλέγουν τη λέξη «μεταναστευτικό» έναντι της λέξης «προσφυγικό» και τη λέξη «μετανάστης» έναντι της λέξης «πρόσφυγας». Ήδη παίρνουν θέση εξυπηρετώντας πολιτικές που δεν είναι δικές τους θεσμικά και τις κάνουν δικές τους. Με την απλή και διόλου αθώα χρήση μιας λέξης.

Θα μιλήσω για πολύ «γραφικά» ενδεχομένως στις μέρες μας πράγματα, όπως είναι η επαγγελματική ηθική και δεοντολογία των δημοσιογράφων -η δημοσιογραφία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, την ασκούν άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις και κυρίως για τις λέξεις που δημοσιεύουν. Ο δημοσιογράφος από τη στιγμή που σηκώνει το μολύβι του ή καλύτερα από το πρώτο πλήκτρο που πατάει και σχηματίζει λέξεις στην οθόνη, δεσμεύεται να υπηρετεί τον άνθρωπο, το κοινό καλό, το δημόσιο συμφέρον, τον ανθρωπισμό. Με ποιον τρόπο ακριβώς τα εξυπηρετεί όλα αυτά παίρνοντας ήδη θέση με τη λέξη «μεταναστευτικό»; Πώς βοηθάει τους ανθρώπους που έρχονται κατατρεγμένοι να πνιγούν στα ύδατα του Αιγαίου και της Μεσογείου; Πώς διαμορφώνει κλίμα εναντίον ανθρώπων που παλεύουν να κρατηθούν στη ζωή; Με ποιο δικαίωμα αποφασίζει για την τύχη τους; Πού είναι η υποχρέωσή του να «ελέγχει» όλες τις εξουσίες για τον τρόπο με τον οποίο ασκούνται; Εκτός κι αν γίνεται ωραιότατο υποχείριο και μαριονέτα των λέξεων. Ας πούμε, δεν συντάσσεσαι με τη Διεθνή Αμνηστία και την οδηγία της για το τι εστί πρόσφυγας και μετανάστης;

Η αλήθεια είναι ότι όλα βρίσκονται υπό αίρεση, αμφισβήτηση, εξέταση, συνεχώς.

Αισθάνομαι «πρόσφυγας» του κλάδου μου και με κανέναν τρόπο «μετανάστης»… Το ό,τι γράφεις πια σε ένα πληκτρολόγιο και δημοσιεύονται τα κείμενά σου ηλεκτρονικά, διαδικτυακά και δεν τυπώνονται, δεν σημαίνει ότι έχει αλλάξει κάτι στη δεοντολογία με την οποία ασκείς αυτό το επάγγελμα. Και παρά το «press room» που γράφει στη θέση του συντάκτη αντί για το όνομά σου, μην νομίζεις ότι δεν βάζεις την υπογραφή καταδίκης των συνανθρώπων σου, υπονομεύοντας τη δική σου συνείδηση πρώτα και στη συνέχεια με «απλές λέξεις» εξαφανίζεις το νόημα, την ουσία, την ανθρωπιά.

Εάν ήμουν σκιτσογράφος, θα έφτιαχνα ένα σκίτσο δημοσιογράφου που με την πένα του σβήνει τελικά την ταυτότητα των ανθρώπων που φεύγουν να γλιτώσουν από τον πόλεμο, την καταστροφή, τα δεινά, και το ταμπελάκι στο πέτο του θα έλεγε «ανώνυμος- press room»…

Οι νέες ιδέες έρχονται από την Ανατολική Ασία και τη Βόρεια Ευρώπη

Η Νότια Κορέα ανακηρύχθηκε η χώρα με το μεγαλύτερο όγκο δημιουργίας νέων ιδεών παγκοσμίως. Μεταξύ των 20 κορυφαίων χωρών κυριαρχούν οι χώρες της Ανατολικής Ασίας και της Βόρειας Ευρώπης, σύμφωνα με τη μελέτη Global Economy Watch της PwC.

Λαμβάνοντας υπόψη τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγούνται ανά εκατομμύριο κατοίκων, στις υψηλότερες θέσεις κατατάσσονται οι σκανδιναβικές χώρες. Η Σουηδία, η Φινλανδία και η Δανία βρίσκονται στην κορυφαία δεκάδα ενώ η Νορβηγία κατατάσσεται 16η. Τα ευρωπαϊκά κράτη καταλαμβάνουν 13 θέσεις μεταξύ των κορυφαίων 20, με τη Γερμανία και τη Γαλλία να κατατάσσονται 8η και 13η αντίστοιχα.

Η Ανατολική Ασία καταγράφει υψηλές επιδόσεις, με την Ιαπωνία στην 4η και τη Σιγκαπούρη στην 14η θέση. Η Κίνα εμφανίζεται στην πρώτη εικοσάδα για πρώτη φορά, με τον μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό χορηγούμενων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης της PwC βασίζονται στην μελέτη δεδομένων του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (World Intellectual Property Organisation-WIPO) που αφορούν στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκαν το 2017, με τις αντίστοιχες προσαρμογές στο μέγεθος του πληθυσμού. Η ανάλυση αποκαλύπτει και τον ισχυρό συσχετισμό μεταξύ της έντασης ιδεών με τις δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη, καθώς στις 20 πρώτες θέσεις κυριαρχούν τα κράτη που δαπανούν το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ στην έρευνα.

Πού είναι η είδηση, οέο;

Τους πρώτους μήνες στην εφημερίδα που πληκτρολογούσα και τα κείμενα αυτών των συναδέλφων που έστελναν τα θέματά τους με φαξ (τόσο αρχαία) έφτασε στα χέρια μου μια είδηση γραμμένη από τρεις διαφορετικούς ανθρώπους με άλλον τρόπο και με αντικρουόμενα λεγόμενα. Το έδωσα στον διευθυντή να βγάλει άκρη. Έναν έναν τους κάλεσε, τους μίλαγε ώρα, προσπαθούσε να δει τι συμβαίνει. Πήρε τηλέφωνα εκτός, να μάθει τι γίνεται. Ήταν μια επιχειρηματική είδηση. Αποδείχθηκε ότι η μία εκδοχή ήταν ψευδής ολότελα, οι άλλες δύο ακροβατούσαν ανάμεσα στην αλήθεια και σε συμφέροντα. Νομίζω ότι δεν τη δημοσίευσε και περίμενε να δει τι θα γίνει στην πραγματικότητα. Θυσίασε το «αποκλειστικό» για την αξιοπιστία και προστάτευσε πρώτα τον εαυτόν του κι ύστερα τους άλλους. Αυτό που ξεδιάλυνε την κατάσταση ήταν η μαγική ερωτησούλα, «Το υπογράφεις το θέμα σου;».

Για χρόνια στα γραφεία, ερχόταν ένας νέος άνθρωπος με ψυχικά προβλήματα. Ζητούσε τη δημοσίευση των κειμένων του. Εφευρίσκαμε τρόπους να μην τον στενοχωρήσουμε με, να μην εκτεθούμε δε. Να τον αντιμετωπίσουμε ανθρώπινα, αλλά να μην δημοσιεύσουμε ποτέ και τα κείμενά του που ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η γραμματοσειρά προδίδει και το περιεχόμενο του κειμένου. Έγραφε για ιστορίες συνωμοσίας, προφανώς ένας άνθρωπος που είχε σπουδάσει οικονομικά και χρησιμοποιούσε όρους σχετικούς, είχε εμμονή με το πετρέλαιο και έκανε συρραφή λέξεων και κειμένων από διάφορα έντυπα, χειροποίητα, κι ερχόταν να βγάλει το απωθημένο του.

Επίσης, είναι παροιμιώδεις οι ιστορίες ανάμεσα στο διαφημιστικό τμήμα ενός δημοσιογραφικού φορέα και της σύνταξης. Του πώς πίεζαν να πετύχουν δημοσιοσχετίστικες δημοσιεύσεις που θα έφερναν διαφήμιση, ξεχνώντας ότι το πραγματικά καλό δημοσιογραφικό περιεχόμενο θα ήταν η καλύτερή τους «διαφήμιση».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η διαφήμιση έγινε το περιεχόμενο. Τα κατασπάραξε όλα. Οι δημοσιογράφοι χάνοντας τη δουλειά και τη δύναμή τους -εδώ θα έλεγα ότι την αμφισβήτησαν και οφείλουν να την ανασύρουν από μέσα τους, γιατί είναι απλώς ο τρόπος σκέψης που είχαν διδαχτεί για το τι είναι είδηση- υπέκυψαν στο νέο σκηνικό. Μπορεί να δημοσιευτεί οποιοδήποτε κείμενο πια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ψυχικά ασθενής παλιός «επισκέπτης» μας βρήκε χώρο να δημοσιεύει στο διαδίκτυο. Φυσικά, χωρίς φίλτρα, τον πήραν σοβαρά κι άρχισαν να τον λοιδωρούν από παντού. Έπεσα σε μια τέτοια ανάρτηση πριν χρόνια, παρακάλεσα τον συνάδελφο να την αποσύρει, το «θύμα» ήταν ένας ασθενής που είχε συμπαρασύρει έναν κυκεώνα σκουπιδιού και τοξικότητας.

Πολύ συχνά αναζητώντας την αλήθεια για ένα θέμα, πέφτω σε αντίστοιχες «ανακαλύψεις». Η πολυδιαφημισμένη νεαρή επιχειρηματίας που τόσο επαινούνταν η σταρτ απ της, δεν ήρθε καν στο πρώτο ραντεβού μας για συνέντευξη και στο δεύτερο που επέμεινα, αποκαλύφθηκε ότι δεν υπήρχε πραγματικό μέγεθος και «έδαφος» για να βραβευτεί για κάτι, τερτίπια του θεάματος της νέας διαφημιστικής πραγματικότητας.

Όλα αυτά όμως, απαιτούν χρόνο, ερωτήσεις, κενό στο διαδίκτυο που δεν επιδέχεται το κενό.

Ως παρατηρητής, από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βλέπω ο καθένας να έχει γίνει «διαφημιστής» του εαυτού του και όχι «δημοσιογράφος» που του υποσχέθηκε τόσο ωραία η ελευθερία της δημοσίευσης. Παρακολουθώ τους ανθρώπους που γνωρίζω και εάν δεν τους ήξερα από κοντά θα μπορούσα ακόμη και να πιστέψω αυτό που προβάλλουν ως αληθινό… Οι εταιρείες υποτίθεται ψάχνουν απεγνωσμένα δημιουργούς περιεχομένου, αλλά τι να τους κάνουν; Τους φτάνουν οι ντεβέλοπερ ολοένα και πιο έξυπνων εφαρμογών διαχείρισης.

Στο μεταξύ, χαμένοι στη μετάφραση οι αδηφάγοι καταναλωτές του περιεχομένου θα λένε την άποψή τους για όλα, ακόμη κι αν αυτά δεν είναι αληθή, ιδίως τότε. Χαρακτηριστικό το τελευταίο παράδειγμα που μας ταξίδεψε μέχρι το διάστημα και τη ΝΑΣΑ. Μα, πού είναι η είδηση, οέο; Η είδηση είναι εκεί και περιμένει να την ανακαλύψεις, ακριβή, απρόσιτη, καλυμμένη από τον επικοινωνιακό θόρυβο κι από τις έξυπνες εφαρμογές. Θέλει σκέψη, ερωτήσεις, λίγο χρόνο για να αποκαλύπτεται, ορθό λόγο και ψυχραιμία και φυσικά πρακτική που την μαθαίνεις με τα χρόνια μέσα σε ένα γραφείο και έξω στο δρόμο. Ο νέος μυστικισμός, τι ειρωνεία, είναι η είδηση που παραμένει θαμμένη, αφανής, αόρατη και προσβάσιμη μόνο σε όποιον θέλει να γίνει σύγχρονος «μάντης».

Μικρά και …συμφέροντα

-Διαπιστώθηκαν 19.500 περιπτώσεις «ακατάλληλων» πωλήσεων επενδυτικών προϊόντων προς ηλικιωμένους πελάτες στην Ιαπωνία από την Japan Post Bank, σύμφωνα με το Reuters.

-Πόση τύχη θα είχε στην Ελλάδα μια κατηγορία ειδήσεων με τον τίτλο «Worklife»; Στο BBC είναι γεγονός. Άντε και στα δικά μας…

-Ενόψει χειμώνα στο Βόρειο Ημισφαίριο, οι εξελίξεις με το πετρέλαιο στη Σαουδική Αραβία είναι κρίσιμες. Αναμένεται να αποτυπωθεί στο αυριανό άνοιγμα των αγορών η αγωνία για τις επιθέσεις στην περιοχή.

-Ένα εξαιρετικό άρθρο εδώ θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: «Ποιες είναι οι επιπτώσεις της εχθρικής συμπεριφοράς απέναντι στους πληθυσμούς που μεταναστεύουν;»