Ποσειδώνιος μονόλογος

Ζούσα πάντα στο βυθό. Το δικό μου. Των άλλων. Της θαλάσσης. Ανέβαινα καμιά φορά και κουλουριαζόμουν φίδι στην κοιλιά κι άλλοτε δράκος κι έκαιγα το λαιμό σου. Έβραζα στο μυαλό σου, χύτρα βιδωμένη. Κι αναρριχόμουν στην πλάτη -και στα πλάτη- σου κατεβαίνοντας, όταν έβγαινε ο ατμός απονευρωμένος. Κι άφηνα σημάδια. Πεταλίδες που ξεράθηκαν. Στο βυθό μου κοράλλια και φύκια. Μεταξωτές κορδέλες που δένανε το κορμί σου. Το δικό μου. Των άλλων.

Άλλοι το λεν ανάγκη, άλλοι αγάπη, άλλοι σκοτάδι, άλλοι φως, άλλοι θεό, άλλοι θάνατο, άλλοι επιθυμία κι άλλοι ζωή. Λέξεις δεν υπάρχουν εκεί που κατοικώ εγώ. Κι ας ταράζω με τις τρίαινες τα λιμνάζοντα νερά σου. Δεν εκπορεύονται λέξεις εδώ και δεν τις εμπορευόμαστε, στο θυμίζω, μην τυχόν και χαζεύεις στη ζωή σου, τη δική μου και των άλλων. Και ξέχασες τη θάλασσα.

Η μια μου πλευρά σημαδεμένη αιώνια από το τόξο που κρατάω. Αμαζόνια πληγή να σημαδεύω στον ουρανό τα ίδια τα φίδια που σηκώνει μέσα από τα χέρια μου η θεά. Ξέρουν εκεί κι από μινώταυρους κι από λιωμένα φτερά ικάρων κι από δαιδάλους που σε αιχμαλωτίζουν. Είμαι η πηγή σου και σε αναβλύζω. Είμαι η αναπνοή σου και σε διακατέχω. Είμαι το σκότος και σου φέγγω. Είμαι το φως και κρατάω σκιά στα φέγγη σου. Και στα φευγιά σου. Εκείνα τα στοιχειά που εμφανίζονται όταν είσαι ωσεί παρών. Στο πουθενά και στο παντού. Το δικό μου και των άλλων, το δικό σου.

Είμαι το κόκκινο του φόβου σου, εκείνης της ρίζας που απλώνεται στη γη και βάζει υπόγειες φωτιές που δεν θα τις δει κανείς, μόνο την καμένη γη θα αντικρίσουν οι πολλοί και κάποιοι, κάποιοι σαλοί και το ίδιο καιόμενοι, τη φλεγόμενή μου βάτο, εδώ στο βυθό, μέσα στα ύδατα. Είμαι το πορτοκαλί που γεννάω στην κοιλιά σου και θρέφω όλα τα σερνόμενα φίδια σου, εκείνα που χρειάζονται την αφή για να μεγαλώσουν. Είμαι το κίτρινο που λάμπω στον ουρανό της δράσης σου, εκείνος ο ήλιος που δύει κάθε βράδυ στα μάτια σου. Είμαι το πράσινο που ξέρει να αγαπάει η καρδιά σου και κάποτε γίνεται ροζ οπάλ κι άλλοτε χρυσό που σε τυλίγει. Κι είμαι κυρίως το μπλε που γράφεται στις λέξεις σου, εκείνες που καρφώνεις στα πλευρά μου και τρέχουν τα αίματα της θλίψης σου, ανάβουν τα αίματα της χαράς μου. Είμαι το μωβ που απλώνεται με ωμέγα τεράστιο και ποσειδώνιο ανάμεσα στα μάτια σου όταν αυτά χαμογελάνε. Καθρεφτίζομαι εκεί κι ανεβαίνω στο λευκό του κενού. Του αφρού της θάλασσας που φυσάει μπουρμπουλήθρες στα πεδία μου. Τα δικά μου, τα δικά σου, των άλλων. Φου.

Σ.Σ., Ιούλιος 2016

Ιερές στιγμές, μνησιθυμίες του σύμπαντος

Ιερές στιγμές, μνησιθυμίες του σύμπαντος

Βιβλιοστάτης στην Εφσυν…

 

Αγαπημένε μου, Φρεντερίκ, καψερέ,

Στο πρώτο μου βιβλίο, εκείνο το αδημοσίευτο χειρόγραφο «Τέρμα ορίζοντας», που τό ‘γραψα για να διασώσω τη μνήμη του παππού από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για να μ’ ερωτευτεί ο φανταστικός γραφιάς, αυτός που θα γινόμουν, είχες ρίξει τη σκιά σου. Το ‘χες ποτίσει μέσα μέσα. Τόσο, που ο φίλος που το διάβασε και είχε κλείσει τα ογδόντα χρόνια ζωής είπε πανεύκολα: «Θηλυκός Φλωμπέρ». Χωρίς να ξέρει ότι όλον εκείνο τον χειμώνα τραβιόμουν μαζί σου τα βράδια. Οι ερωτευμένοι δεν γράφουν βιβλία, Γκυστάβ, τα ζουν. Αλλά εκείνοι που θέλουν να γεννήσουν έναν καταραμένο να τρέφεται με λέξεις, έναν καλαμαρά που ρουφά και φτύνει μελάνια, εκείνοι οφείλουν να ερωτευτούν, Φρεντερίκ. Χωρίς καμιάν ελπίδα.
Αλλά τόσο καταλάβαινες κι εσύ στον 19ο αιώνα, τόσο κι εγώ στον 21ο. Το βιβλίο δεν εκδόθηκε. Ευτυχώς. «Η αισθηματική αγωγή» σου είχε καλύψει πλήρως το πεδίο. Οι απανταχού ορμώμενοι από τις αισθήσεις, τα αισθήματα, τους άλλους, αυτοί οι αθεράπευτα συν-αισθηματικοί, είχαν βρει τον μάστορά τους. Δικαιωμένοι μες στη ματαίωσή τους.
Στα χρόνια που κύλησαν, Φρεντερίκ, από το 1869 που ενδεχομένως εγώ και να ζω ακόμα, του 19ου αιώνα κι εγώ, ξεψάχνισα τον 19ο αιώνα, ξεκοκκάλισα τον 20ό, έπεσα με τα μούτρα στην ανάγνωση του 21ου, α, και τη γραφή. Αλλά ξέρεις κάτι;
Εκείνο τον μαλακό, απαλό και μελαγχολικό χειμώνα που πέρασα μαζί σου, με τον πόνο σου, Φρεντερίκ, και με την κάθε ανεκπλήρωτη -καταδικασμένη να πεθάνει- ελπίδα της ανθρωπότητας, θα τον κρατήσω στην καρδιά ρόδο ζωντανό και φλεγόμενο. Ετσι μόνο νιώθεις τους άλλους.
Κι αν επρόκειτο να κάνω σκηνή τον έρωτά σου, Φρεντερίκ, τον ιερό έρωτά σου, που χτυπάει στα τείχη της πραγματικότητας και δεν ευοδώνεται, παρά μένει ατελές θέμα λογοτεχνίας, θα ‘βαζα εκείνο τον υπέρκομψο παπά που συνάντησα μέσα στον Αγιο Πέτρο του Βατικανού και μοσχοβολούσε τη μεγαλύτερη ευωδία (κάτι σαν λιβάνι της Ανατολής και λεμόνι αγνό καθαρό της Αργολίδας, το ένα να μπαίνει αδιάκριτα μέσα στο άλλο), θα τον έβαζα κάτω από μια ριπή φωτός να μπαίνει από την οροφή και κεριά δίπλα να καίνε, νερό να αναβλύζει από τους μαρμαρωτούς αγγέλους της Αναγέννησης, κι εγώ;
Εγώ να περνάω δίπλα του, να στέκομαι, να μη θέλω να φύγω. Ετσι είναι οι νεανικοί έρωτες, οι ανεκπλήρωτοι και οι λογοτεχνικές αναγνωστικές εμμονές. Ιερές στιγμές, μνησιθυμίες του σύμπαντος.
O Φρεντερίκ Μορό είναι κεντρικός ήρωας στην «Αισθηματική αγωγή» του Γκυστάβ Φλωμπέρ.

 

Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής

«Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής»

SUSANA NOEMI ABIGADOR
Οταν το σώμα μιλάει
εκδ. Γιαλός

Η ιερότητα του σώματος έχει αποτελέσει για όλους τους πολιτισμούς μια ισχυρή βάση για να δομήσουν την ύπαρξή τους, να φτιάξουν τελετουργικά, εντέλει να το υμνήσουν το ίδιο με κάθε μορφή τέχνης, προκειμένου να του αποδώσουν τη σημασία που του αξίζει. Πώς αλλιώς;

Ο ιδιότυπος αυτός «ναός» που κατοικεί ο καθένας τη ζωή του, στην καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων αρχίζει να ασθμαίνει, να εξασθενεί, συχνά να νοσεί. Η αποκοπή από τη φύση, από το χώμα, από το νερό, από το φυσικό φως και τον καθαρό αέρα, η στασιμότητα σε γραφεία και καρέκλες, η επιβάρυνση με τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τηλεφώνων, η λιγότερη χρήση του σώματος το μαραζώνουν. Τον καιρό της κρίσης, δεν είναι τυχαία η άνθηση τόσο πολλών κέντρων και ομάδων που ασχολούνται με το σώμα, με την ευεξία του, με την εύρυθμη λειτουργία του. Οχι μόνο τα γυμναστήρια και οι εναλλακτικοί τρόποι άσκησης, μα και ο χορός και το θέατρο και οτιδήποτε θα μπορούσε να κινητοποιήσει το κορμί. Προκειμένου να αποφορτιστεί ο άνθρωπος από το άγχος του, το στρες, την καταθλιπτική διάθεση που ελλοχεύει. Το σώμα είναι ο πιο ισχυρός μηχανισμός που διαθέτουμε οι ίδιοι. Εχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς ο τρόπος που του φερόμαστε, καθορίζει σημαντικά το ποιοι είμαστε, τι πετυχαίνουμε, το πώς βιώνουμε τελικά την ίδια μας τη ζωή.

Η Susana Noemi Abigador, γεννημένη στο Μπουένος Αϊρες το 1956, μελέτησε χορό και θέατρο, στη Βραζιλία και τη Μαδρίτη, και βρέθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στην Ελλάδα όπου έχει αναπτύξει ένα δικό της σύστημα, το Danza Vital, το οποίο και διδάσκει μαζί με τη μεθοδολογία της σωματικής έκφρασης. Το απόσταγμα της προσωπικής της πείρας και ενασχόλησης συνέλεξε στο βιβλίο της με τίτλο «Οταν το σώμα μιλάει – Μεθοδολογία και ασκήσεις για τη σωματική έκφραση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γιαλός. Πρόκειται για ένα πρακτικό εγχειρίδιο που έχει στόχο να ενθαρρύνει εκείνον που θέλει να ενεργοποιήσει μέσω της κίνησης, την καρδιά του, τον νου του και να διευρύνει τα ατομικά όρια της καθημερινότητάς του. Το βιβλίο απευθύνεται στους επαγγελματίες της εκπαίδευσης, δασκάλους, νηπιαγωγούς, εμψυχωτές, σε χοροθεραπευτές, ηθοποιούς, δασκάλους υποκριτικής, παρέχοντάς τους εργαλεία εργασίας με τις ομάδες τους. Η συγγραφέας δίνει την απολύτως δική της βιωματική διάσταση με μια εικόνα: «Το σώμα είναι το κουκούλι της ψυχής. Πλάθοντας με την κίνηση το περίβλημα, αφήνεις την ψυχή να πετάξει. Κι εκείνη, επιστρέφοντας, σου προσφέρει βαθιά αρμονία».

Ενα αίτημα, η αρμονία, που έχει διατυπωθεί και αποτυπωθεί πάνω στην ίδια την κίνηση από όλα τα πανάρχαια συστήματα και σωματικής εξέλιξης του ανθρώπου, από τη γιόγκα και το κουνγκ φου μέχρι τα πιο πρόσφατα, το μπαλέτο, το πιλάτες, τη μέθοδο Φέλντεκραϊς. Οταν το σώμα μιλάει, οφείλουμε να το ακούσουμε, να διδαχθούμε απ’ αυτό, να οδηγηθούμε σε νέα μονοπάτια θεώρησης του εαυτού μας.

Η Susana Noemi Abigador με άξονες τη διερεύνηση, την έκφραση, τη δημιουργικότητα και την επικοινωνία, μας ενθαρρύνει με την υφή των ασκήσεων που προτείνει, αφού προηγουμένως έχει δοκιμάσει και δουλέψει για χρόνια στις ομάδες της, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας από την αρχή, με ευαισθησία και πλήρη υπευθυνότητα, ενεργοποιώντας όλες εκείνες τις πτυχές μας που παρέμεναν υποφωτισμένες ή ανενεργές.

Το σώμα, ο ρυθμός, η ακοή, η όραση, η αφή, ο σωματικός διάλογος, όλα αυτά ως λειτουργίες μέσα σε μια ομάδα, με στόχο να γλυκάνουν, να ζεσταθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, να είναι σε θέση –πιο ανοιχτοί– να δίνουν και να λαμβάνουν αγάπη, αναθαρρημένοι. Ας το φανταστούμε στην πράξη, από μια ομάδα παιδιών νηπιαγωγείου μέχρι εφήβους και ενηλίκους.

Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες

«Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες«

 

Ασχολούμενη για δεκαπέντε και πλέον χρόνια με τα θέματα διεθνούς οικονομίας ως προς τη δημοσιογραφική τους κάλυψη, το θαύμα της κινεζικής οικονομίας, αλλά και το παράδοξο του ιαπωνικού αποπληθωρισμού, μου κίνησαν την περιέργεια να ψάξω τους αντίστοιχους πολιτισμούς, τη φιλοσοφία τους, τις κοινωνικές συνθήκες. Η πληροφόρηση από την αγγλική γλώσσα ήταν πάντοτε η κύρια πηγή. Αρχικά από το Διαδίκτυο, αλλά και από τόσο καλαίσθητες εκδόσεις που θέλεις να τις έχεις ανεξαρτήτως περιεχομένου, όπως η σειρά Watkins με τα εκπληκτικά εξώφυλλα λουλουδιών που τα θαυμάζεις και μόνο για τέρψη αισθητική.

Οταν όμως θέλησα να αναζητήσω βιβλία για τη θρησκεία και τη φιλοσοφία τους στα ελληνικά, ήρθα αντιμέτωπη με άλλο ένα κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας. Σε επιστημονικό επίπεδο η καταγραφή είναι ελλιπής, παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες. Ας πούμε, βρήκα βιβλία που έχει εκδώσει κατά καιρούς ο Κέδρος, αλλά και άγνωστες περιφερειακές εκδόσεις που δεν σε ενέπνεε το χαρτί και η προχειρότητά τους, και σίγουρα δεν είχες τη δυνατότητα να ελέγξεις την εγκυρότητά τους. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση, ανακάλυψα μεταφρασμένους σουφικούς ποιητικούς θησαυρούς και άλλα που ποτέ δεν φανταζόμουν.

Τότε, χαριτολογώντας, έλεγα ότι εντόπισα το χρυσοφόρο κενό της ελληνικής εκδοτικής παραγωγής που κάποιος καλείται να το καλύψει και θα ανταμειφθεί ανάλογα από τους βιβλιόφιλους. Στο μεταξύ, παρακολουθώντας μια ημερίδα για τον ιαπωνικό πολιτισμό στο ΕΚΠΑ, μου έκανε εντύπωση η άνεση με την οποία οικονομολόγοι αμερικανοσπουδαγμένοι, κυρίως καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, μιλούσαν για την κοινωνία και τις φιλοσοφικές καταβολές των χωρών της Ανατολής, όταν αντιστοίχως δεν διαπίστωνα το ίδιο σε φιλολογικούς κύκλους, όπου κυριαρχούσε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα η προκατάληψη ότι οτιδήποτε έρχεται από εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος είναι δαιμονοποιημένα μαγικό ή θρησκευτικό ή, τέλος πάντων, μη άξιο επιστημονικής παρακολούθησης και εξέτασης, ενώ ό,τι έρχεται από τη Δύση είναι καλώς καμωμένο εξαρχής. Οι άνθρωποι της οικονομίας και της παραγωγής ήταν πάλι πιο μπροστά. Εβλεπαν πιο μακριά και βαθύτερα.

Οι ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν έκτοτε, με την Ανατολή να προσπαθεί βίαια κατατρεγμένη και ταλαιπωρημένη να μετοικήσει στη Δύση για να σωθεί, κάνουν πιο φλέγον το ζήτημα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Αλλον, αυτόν τον άνθρωπο που φτάνει από τη Συρία, από το Πακιστάν, από το Αφγανιστάν. Εχει ενδιαφέρον να μπούμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τον κόσμο από τον οποίο ήρθαμε, με τα τόσο πολλά υποστρώματά του, με τη φιλοσοφία και τη θρησκεία που ξεπηδούν σε κάθε τόπο γεννημένες από τις συνθήκες και συχνά η μία πάνω στα συντρίμμια ή τα σπάργανα της άλλης. Η ανοχή καλλιεργείται μόνο με τη γνώση. Το καταλαβαίνουμε όλο και πιο αδρά αυτό, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ., η Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ μελετά και συστήνει το τάι τσι και τον διαλογισμό (http://www.health.harvard.edu/staying-healthy/the-health-benefits-of-tai-chi) και διαπιστώνει τα οφέλη τους στον οργανισμό μας, ενώ εμείς ακόμη βρισκόμαστε στην καταδίκη από την Εκκλησία πολεμικών τεχνών (ζίου ζίτσου), που βασίζονται στην ανατολική κοσμοθεωρία, ως φορέων του κακού. Η διεθνής τάση άλλωστε εδώ και χρόνια είναι να ενσωματώσει ακόμη και στη βιομηχανία του fitness και της ευζωίας στοιχεία τόσο από τη γιόγκα όσο και από τις πολεμικές τέχνες, που αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν κυρίως στην Κίνα και την Ιαπωνία.

Εξαιρετικά διαφωτιστική είναι και δίνει με την αμεσότητά της το κίνητρο σε όποιον την παρακολουθήσει, να θελήσει να μελετήσει περισσότερο και να ψάξει –αν μη τι άλλο– το παρελθόν του κόσμου που ζούμε, η κυρία Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που εθελοντικά προσφέρει διαλέξεις για την παγκόσμια ιστορία. Είχα την τύχη να την παρακολουθήσω στα μαθήματά της στην ΕΣΗΕΑ πριν από μερικά χρόνια. Η ίδια συμμετέχει και στα διαδικτυακά μαθήματα που προσφέρουν online οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Μέχρι το τέλος της άνοιξης, θα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg το βιβλίο του καθηγητή Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου, με τίτλο «Ανατολικές θρησκείες». Ο ίδιος είναι θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέσα στο 2005, ο καθηγητής εγκαινίασε αυτή την επιστημονική σειρά των εκδόσεων με τα βιβλία του «Βουδισμός – Η ινδική περίοδος» και «Ινδουισμός – Ιστορική εισαγωγή», τα οποία κυκλοφορούν σε επανέκδοση. Ο κ. Παπαλεξανδρόπουλος έχει σπουδάσει Θεολογία στην Αθήνα και την Ελβετία, αλλά και Ιαπωνικό Βουδισμό στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, έχει ασχοληθεί δε και με την ιαπωνική λογοτεχνία κάνοντας μεταφράσεις από το έργο του Κόμπο Αμπέ.

Τα δύο βιβλία για τον ινδουισμό και τον βουδισμό, εξαιρετικά φροντισμένα από τις εκδόσεις Gutenberg, αποτελούν και επισκόπηση της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης πάνω στα ζητήματα αυτά. Γίνεται εισαγωγή στη θρησκεία, που έχει διαμορφώσει τεράστιο μέρος του ινδικού αλλά και άλλων πολιτισμών και που επηρεάζει τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Ο ινδουισμός διαμορφώθηκε σαν μια διαδοχική σειρά μορφών που πήρε στη διάρκεια της ιστορίας και που συνυπάρχουν σήμερα ονομαζόμενες με αυτό το συλλογικό όνομα. Ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση του αρχαίου η ινδικού βουδισμού και των προβλημάτων που υπάρχουν γύρω απ’ αυτόν, το πώς η σύγχρονη σκέψη επιχειρεί να προσεγγίσει το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια σαφής και βέβαιη γνώση, αλλά μια διαρκής προσπάθεια να αντιληφθούμε όρους όπως «νιρβάνα», «μη ουσιαστικότητα» κ.λπ.

Οι ειρηνικοί «πολεμιστές» του ανθρωπισμού

Έσσε, Γκιμπράν, Καζαντζάκης Οι μεγάλοι Ρομαντικοί της ελευθερίας και της αγάπης

 

Ένα ντοκιμαντέρ επινοημένο θα μπορούσε να τους φέρει κοντά, σε μια συνάντηση. Φανταστική. Ο Έρμαν Έσσε, ο Χαλίλ Γκιμπράν και ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι τρεις τους. Ας πούμε κάπου στη Μεσόγειο για να συγκεράσουν όλους τους δρόμους, της Ανατολής και της Δύσης που περπάτησαν. Έζησαν την ίδια εποχή. Ο Έσσε (1877) λίγο μεγαλύτερος, οι άλλοι δύο γεννημένοι την ίδια χρονιά, το 1883, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά, τον Ιανουάριο ο Γκιμπράν, το Φεβρουάριο ο Καζαντζάκης. Ο πρώτος πήρε και το Νόμπελ. Κάτι σαν δικαίωση για τον αγώνα και των τριών. Ένας εκφραστής των ιδεών τους στην πράξη ήταν ο Αλβέρτος Σβάιτσερ ο οποίος είχε συναντηθεί στους δρόμους του με τον Καζαντζάκη.

Κοινό τους στοιχείο, εκτός από τον καιρό που έδρασαν, η αναζήτηση της ελευθερίας, η εγκαθίδρυση –μάλλον θα διαφωνούσαν με τη λέξη και οι τρεις- μιας νέας «πνευματικότητας» (στα αγγλικά ο όρος «spirituality» αποδίδει καλύτερα το νόημα, χωρίς τη φόρτιση της ελληνικής λέξης) που δεν χωρούσε στον ορθολογισμό της δύσης, γινόταν το εφαλτήριό της μεν, αλλά μετά ταξίδευε από το Χριστιανισμό μέχρι την Ανατολή του Βουδισμού, του Κομφουκιανισμού, του Σουφισμού, του Ισλάμ, του Ινδουισμού, έχοντας προηγουμένως χωνέψει εντός της το Νίτσε και την Ευρώπη του 19ου αιώνα, αλλά και την αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία ακόμα ακόμα. Ο καθένας τους πολύ ξεχωριστός, ανένταχτος, με τρομερές ιδιαιτερότητες, τώρα που έναν αιώνα μετά μπορούμε να δούμε από απόσταση το έργο τους, όπως διασώθηκε στο μέλλον εντέλει, μοιάζουν σαν να αποτελούσαν τις κουκκίδες που ενώθηκαν, ενός ρεύματος, ενός κύκλου ή καλύτερα στροβίλου που ήταν να φτάσει στις μέρες μας και από τους τρεις τους, ενιαίος και συμπυκνωμένος. Τόσο που εκπλήσσει, εάν συλλάβει κανείς την αόρατη μεταξύ τους σύνδεση.

Η νιότη τους επώασε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον ένιωσαν στο πετσί τους. Ο Καζαντζάκης με τον  Έσσε πρόλαβαν να δουν να σβήνουν και οι φλόγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γκιμπράν είχε φύγει το 1931, στο αποκορύφωμα της μεσοπολεμικής αχλής, με σακατεμένο συκώτι, ένας φωτεινός σπληνικός της σοφίας από το Λίβανο που ταξίδεψε στη δύση, αντίθετη πορεία με τους άλλους δύο. Είχε προλάβει να σχετιστεί με μορφές του καιρού του όπως ο Γέιτς, ο Γιουνγκ, ο Ροντέν, η Σάρα Μπερνάρ. Ζωγράφος όπως και ο Έσσε, μα κυρίως ποιητής. Η κριτική έχει σταθεί για το έργο τους ο αντίποδας της μεγάλης αγάπης που δείχνει ακόμη ο κόσμος για τις λέξεις τους. Κινήθηκαν έξω από τις γραμμές του τετραδίου και τελικά πέρασαν στις σελίδες της επόμενης εποχής. Φιλόσοφοι στη βάση τους και οι τρεις· κατακλύζουν τα «γνωμικά» τους, τα αποσπάσματα του έργου τους, το διαδίκτυο. Στον καιρό τους είτε είχαν διωχθεί –ακόμη και με αφορισμό- όπως ο Καζαντζάκης είτε είχαν γίνει αποδέκτες μίσους όπως ο Έσσε όταν τόλμησε να αποδοκιμάσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσίως και να μιλήσει για αγάπη. Τότε τον είχε υποστηρίξει ο Ρομαίν Ρολάν. Όπως είχε γράψει χαρακτηριστικά σε μια επιστολή του στο γάλλο συγγραφέα, «Η προσπάθεια να εφαρμόσω την αγάπη σε πολιτικά ζητήματα απέτυχε».

Η ειρωνεία είναι ότι η φανταστική συνάντηση των τριών συμβαίνει ήδη. Στις σελίδες του διαδικτύου, στα λήμματα παγκόσμιας σοφίας. Ακόμη ακόμη και στα απολύτως εμπορικά κείμενα αυτοβελτίωσης που ουδεμία σχέση έχουν με τη λογοτεχνία. Εκείνη η αγάπη που τόσο διαφέντεψαν, τους γυρίζει πίσω πολλαπλάσια, ακόμη και δεκάδες χρόνια μετά το θάνατό τους. Το «Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα» από την Ασκητική του Καζαντζάκη, τελικά τους χαρακτήρισε απολύτως. «Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος  ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει» (Ασκητική). Κινήθηκαν πέρα από τις θρησκείες, αφού πέρασαν ανάμεσά τους και κατόρθωσαν να μιλάνε στους ανθρώπους έξω από τα τείχη που χτίζουν οι περιοριστικοί «-ισμοί», ακόμη και ο πολιτισμός. Ας πούμε ο επίσημος δυτικός λογοτεχνικός κανόνας δεν συμπεριέλαβε στους κόλπους του μια τόσο σοβαρή φυσιογνωμία όπως του Γκιμπράν και σταδιακά αναγκάζεται να το πράξει. Ο άνθρωπος που επηρέασε από τους Μπιτλς μέχρι τον Κένεντι με τις λέξεις του. Η αποκατάσταση έρχεται από το χρόνο. Κινήθηκαν ο Έσσε, ο Καζαντζάκης και ο Γκιμπράν μπροστά από τον καιρό τους, βουτώντας στη φιλοσοφία, στην ανάγκη της εποχής να ειπωθεί ο κόσμος τους, ζοφερός και δύσκολος όπως ο κάθε κόσμος, να ερμηνευτεί η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους, να διασωθεί τελικά ο άνθρωπος και η ανθρωπιά του. Το αίτημα είναι διαχρονικό. «Ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο με σκοπό να ζήσω για όλους και με όλους. Κι αυτό που εγώ σήμερα δημιουργώ μέσα στη σιωπή, Αύριο θα γίνει η ηχώ του πλήθους. Αυτό που σήμερα ειπώθηκε από μια μόνο καρδιά, Αύριο θα ειπωθεί από χιλιάδες καρδιές» (Χαλίλ Γκιμπράν).

Βρέθηκαν πέρα από τα συρματοπλέγματα των διαχωρισμών αυτοί οι λογοτέχνες. Ας πούμε, η σημερινή Ευρώπη στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες θα έπρεπε να το εκτιμήσει περισσότερο, της χρειάζεται ως εφόδιο για να πολεμήσει το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Απευθύνθηκαν στο πιο βαθύ και γερό δόγμα του ανθρώπου, στο απολύτως ζωτικής σημασίας: στην καρδιά του. Ο καθηγητής της έδρας Χαλίλ Γκιμπράν για τις Αξίες και την Ειρήνη στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, ο Suheil Bushrui, έχει δηλώσει χαρακτηριστικά στο BBC το 2012 στους δημοσιογράφους Amirani και Hegarty ότι ο Γκιμπράν μπορεί να συγκριθεί με τους Σέλεϊ και Μπλέικ.

Ήρθαν σαν συνέχεια, γέννημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα ως προς τη λογοτεχνία, ακόμη κι αν δεν διαφαίνεται δια γυμνού οφθαλμού η σύνδεση. Πήραν την μελαγχολία, τον κυνισμό, το αδιέξοδο, τον εκάστοτε Φρανκεστάιν μέσα μας, το σκοτάδι της Ευρώπης που μετέβαινε στη νέα εποχή και τη φώτισαν με τον ανατέλλοντα ήλιο, ακολουθώντας τους δρόμους του μεταξιού. Κάτι σαν Μάρκο Πόλο της γραφής. Και δικαιώνονται μέρα με τη μέρα απ’ αυτό το ταξίδι τους. Σπάζοντας σύνορα και διευρύνοντας ορίζοντες.

Ένα πακετάκι Φροντίδας

Μια ιδέα είναι, τουλάχιστον αυτό που σκέφτηκα εγώ, το κόστος ενός καφέ να το διαθέταμε για ένα μικρό πακετάκι αγάπης, με λίγα τρόφιμα ή είδη υγιεινής, έχοντας στο νου μας ένα παιδί ή μια γυναίκα, έναν άνθρωπο τέλος πάντων που θα διευκολύνουμε στη ζωή του. Εκείνος ο καφές που δεν θα πιούμε, θα είναι ο πιο απολαυστικός. Και με την πιο καλή παρέα.
Όποιος έχει τη διάθεση, επειδή πολλοί από λίγο είμαστε ικανοί να κάνουμε πολλά, μπορεί να ενημερωθεί εδώ για τις ελλείψεις (http://www.dromoi-zois.gr/frontida/), με τη δική του φροντίδα να φτιάξει το δικό του πακετάκι και να περάσει να το αφήσει στο Κέντρο Επικοινωνίας, Γαργηττίων 12, Γκάζι (πολύ κοντά στο μετρό) κατά τις ώρες λειτουργίας του, δηλαδή καθημερινές απογεύματα 5-8 μ.μ. και Σάββατο 12-2 μ.μ.

Τα ματωμένα μπλουζ της νουάρ λογοτεχνίας

Το αστυνομικό μυθιστόρημα αναμετριέται με την αλήθεια και τη φέρνει στο φως

Μια σφαγή στο κέντρο του Παρισιού, αποσιωπημένη. Ένα διατροφικό σκάνδαλο, αγνοημένο. Το trafficking που πληγώνει εν κρυπτώ την Ευρώπη. Οι κοχλάζουσες κοινωνικές ανισότητες της γαλλικής κοινωνίας, προτού γίνουν πράξη με την ιντιφάντα των προαστίων το 2005. Μια καμικάζι, «μαύρη χήρα», στο σύγχρονο Ισραήλ αποκαλύπτει τα απέραντα σύνορα του φόβου, του πόνου, του μίσους. Ο πόλεμος στην Αλγερία, τα θύματά του, οι εκτεταμένες πληγές που άφησε στο χρόνο.

Πρόκειται για τη θεματογραφία που το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα υιοθέτησε, μέσα από τους κυρίαρχους εκφραστές του, στην Ευρώπη των τελευταίων τριάντα χρόνων. Χωρίς φόβο και με πάθος, οι συγγραφείς της τόσο παρεξηγημένης στο παρελθόν αστυνομικής λογοτεχνίας, αποφάσισαν να βουτήξουν στα βαθιά. Μέσα στην κοινωνική αδικία. Μέσα στις φλόγες του πολέμου. Μέσα στις μυστικές διόδους του οργανωμένου εγκλήματος. Και δικαιώνονται για την επιλογή τους από το αναγνωστικό κοινό. Το νουάρ απέκτησε νέες διαστάσεις. Δεν αρκεί ένα σκοτεινό μπαρ, μια μελαγχολική μουσική, μια όμορφη μοιραία γυναίκα κι ένας φόνος. Τα πλοκάμια των σύγχρονων αφηγήσεων διψούν για μεγαλύτερη αλήθεια και σύνθετη πραγματικότητα που ίσως δεν αντέχει ούτε η ειδησεογραφία να αποκαλύψει.

Όσο εθιζόμαστε στη βία από απόσταση, μέσα από τις «πλασματικές» οθόνες μας, έρχεται η λογοτεχνία να βάλει το νυστέρι πολύ μέσα στις κοινωνικές πληγές και να φέρει στο φως ό,τι δεν αντέχουμε να αντιμετωπίσουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Ως άτομα και ως κοινωνίες. Ιδίως κάτω από το γλυκό μεσογειακό φως, οι εγκληματικές συμπεριφορές γίνονται η αφορμή να ξεσκεπαστούν τα σκοτεινά μας ανομολόγητα μυστικά, οι σκελετοί να βγουν από τα ντουλάπια και να ξεραθούν στον ήλιο. Η ανάγκη να μην πεθάνει η μνήμη, η Ιστορία να αποτυπωθεί όχι μόνο από τους νικητές, έφερε τους μεγάλους ηττημένους, τους σιωπηλούς, τους αγνοημένους, να απευθυνθούν στη λογοτεχνία για να βρουν δικαίωση.

Ο Ντιντιέ Ντενένξ με το νουάρ μυθιστόρημά του «Έγκλημα και μνήμη» (μετ. Ριχάρδος Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου,  εκδόσεις Πόλις) είχε αποκαλύψει τη δεκαετία του ’80, τη σφαγή Αλγερινών διαδηλωτών στο Παρίσι του 1961.Τότε που εκείνος ήταν μόλις 12 ετών και είχε χάσει ένα φίλο του, η πρώτη του απώλεια. Το 1999 αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει επίσημα η Εισαγγελία του Παρισιού και το βιβλίο να περιληφθεί στο σχολικό πρόγραμμα. Η αλήθεια είχε λάμψει και οι νεκροί είχαν περάσει στη σφαίρα της συλλογικής μνήμης.

Πιο νότια, ο Μάσιμο Καρλότο, αυτή η τόσο περιπετειώδης φιγούρα της ιταλικής λογοτεχνίας, στις ιστορίες του με το θρυλικό ήρωά του Αλιγάτορα, αλλά και στα υπόλοιπα έργα του, ξεσκεπάζει υποθέσεις όπως τη νοθεία τον τροφίμων («Σου έχω εμπιστοσύνη», Φρ. Αμπάτε, Μάσιμο Καρλότο, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη), αλλά και τις καινούριες διαδρομές του εγκλήματος, όταν παλιοί και νέοι γκάνγκστερ αναγκάζονται να μπουν στον ίδιο χορό της βίας («Ο έρωτας του ληστή», μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη).

Αυτός ο εξαίσιος συγγραφέας της μελαγχολίας, της υπαρξιακής θλίψης, της ήττας, ο δημοσιογράφος Ζαν-Κλωντ Ιζζό, που αποθέωσε τη γενέτειρά του, τη Μασσαλία, είχε οσμιστεί, προτού ακόμη εκδηλωθεί, όλο εκείνο το κύμα που σιγόβραζε στη γαλλική κοινωνία. Χρόνια αργότερα, τα φλεγόμενα προάστια θα τον επιβεβαίωναν. Στην «Τριλογία της Μασσαλίας» (μετ. Ριχ. Σωμερίτης, Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Πόλις) άρθρωσε το πιο ζεστό τραγούδι για τον άνθρωπο που περιπλανιέται μέσα κι έξω του, στη ζωή της χαμένης αθωότητας.

Μετά από κείνον, τη σκυτάλη πήρε ο Μωρρίς Αττιά. Με την ψυχαναλυτική του ιδιότητα και την συνολική του ματιά, κύκλωσε έναν κόσμο της Ιστορίας και της πολιτικής που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στις αρχές του 21ου αιώνα. «Το μαύρο Αλγέρι» (μετ. Μαρία Μηλολιδάκη, εκδόσεις Πόλις), «Η κόκκινη Μασσαλία» (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις) και το «Παρίσι μπλουζ»  (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις), με το συγκλονιστικό ήρωα του Αττιά, τον Πάκο Μαρτίνεθ, ανασκάλεψαν σημαντικές πτυχές της γαλλικής ιστορίας. Ένας άλλος «μπαρουτοκαπνισμένος» συγγραφέας, ο Γιασμίνα Χάντρα, πρώην στρατιωτικός, αλγερινής καταγωγής, που άρχισε να γράφει με το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο τα έργα του για λόγους προσωπικής του ασφάλειας, επέλεξε την αστυνομική φόρμα, «Το μερίδιο του νεκρού», «Τρομοκρατικό χτύπημα» (μετ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Καστανιώτη), για να φέρει στο προσκήνιο εθνικά και μαζικά εγκλήματα.

Το σώμα και η τραγωδία του

Η λογοτεχνία ως εξαγνιστικό φίλτρο από την οδυνηρή πραγματικότητα της βίας

Αποκεφαλίζονται ή διαμελίζονται άνθρωποι και η τέλεση του εγκλήματος ταξιδεύει με τρομακτική ευκολία και ταχύτητα μπροστά στα μάτια όλων στον πλανήτη, τουλάχιστον όσων διαθέτουν πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Η οδυνηρή απαξίωση του σώματος και της ανθρώπινης ζωής συντελείται και πάλι. Το κορμί ενός ατόμου δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία από την αποστολή ενός μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή ενός προπαγανδιστικού μηνύματος εξάπλωσης της βίας.

Το τρωτό σώμα γίνεται το πρώτο χαρτί και το αίμα του μελάνι για να γραφτεί το κακό στο ασυνείδητό μας ή και για να ξεπηδήσει απ’ αυτό. Αμφίδρομη πορεία. Η κάθε λογής εξουσία απευθύνεται πρώτα στο κορμί, φυλακίζει, βασανίζει, σκοτώνει και μαζί φοβίζει, τρομοκρατεί. Η εξασφάλιση θεατών είναι το κύριο μέλημα. Το αντίστροφο από την αρχαία τραγωδία που είχε καταλάβει εγκαίρως ότι η θηριωδία είναι παρούσα, σιγοτρώει την ύπαρξή μας εκ των έσω και δεν χρειάζεται να συμβεί μπροστά μας για να την πιστέψουμε. Η υπόνοιά της είναι πανίσχυρη. Απαιτεί εκτόνωση και κάθαρση. Όταν έρχεται εμπρός στα μάτια μας όμως το αίμα; Τότε δεν ξέρει κανείς. Αναλαμβάνουν οι θεοί στην αρχαιότητα και σήμερα όλοι εκείνοι που διεκδικούν την ερμηνεία τους…

Η λογοτεχνία από την αρχή, για να σκεφτούμε τα Ομηρικά Έπη, σκαλίζει την πληγή της βίας, του χαμού, του θανάτου, του σκοτωμού, του γδικιωμού, των τύψεων. Η αστραπιαία μετάδοση της εικόνας σήμερα δεν είναι βέβαιο ότι μας αφήνει πολλά περιθώρια να στοχαστούμε. Ο θάνατος είναι μπροστά μας, αλλά δεν συμβαίνει σε μας. Πώς μπορεί να επιδρά πάνω μας; Οι φρικώδεις εικόνες άλλοτε αποκεφαλισμών άλλοτε διαμελισμένων φέρνουν στο νου εκείνη τη φωτογραφία του Life του Ιανουαρίου του 1952 –με τη λεζάντα της εποχής για τα αποτελέσματα της κομμουνιστικής προπαγάνδας-, από το κέντρο της Σαϊγκόν όπου η βίαιη έκρηξη κόβει τα πόδια ενός άντρα, ενώ εκείνος στέκεται ακόμα όρθιος στο πεζοδρόμιο. Λίγο καιρό μετά ο Γκράχαμ Γκρην θα αρχίσει να γράφει τον  Ήσυχο Αμερικανό (εκδόσεις  Πόλις). Η Ιστορία παρακάτω θα δικαίωνε τη λογοτεχνική ματιά του συγγραφέα που είχε όλα τα φόντα –του ανθρώπου που ήξερε εκ των έσω τις μυστικές υπηρεσίες και τα κρυφά μονοπάτια της εξουσίας και της διεθνούς πολιτικής- να αφηγηθεί μια ιστορία για την προσωπική ευθύνη μέσα στα πυρά του πολέμου. Ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα, το 1958, στο μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (εκδόσεις Πόλις), θα τοποθετήσει στην Κούβα μια αρχετυπική φιγούρα της εξουσίας, έναν τοπικό αρχιφύλακα, το Σεγούρα, που μέχρι και σήμερα μπορούμε να αναγνωρίσουμε πάνω του τα εύλογα σημάδια της διαφθοράς της εξουσίας.

Εκείνος όμως που πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο, ήταν ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Συνέλαβε την ιδέα να ενσωματώσει σε ένα και μοναδικό χαρακτήρα, αυτόν του Πατριάρχη στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη» (εκδόσεις Λιβάνη), τη φθορά του αντρικού σώματος και την πλήρως σαπισμένη από μέσα εξουσία ενός δυνάστη, δικτάτορα. Ο Μάρκες ταυτίζει το σώμα, τη ρώμη του κορμιού με την κτηνώδη δύναμη ενός στυγνού κι αδίστακτου στρατηγού που προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του, κάνει κυριολεκτικά τα πάντα. Την ίδια στιγμή, ο Πατριάρχης δεν παύει να είναι ένας άντρας που γερνάει και ο Μάρκες κατάφερε με τις πολλαπλές επιστρώσεις της αφήγησής του, τις τόσες διαστάσεις της, να βουτήξει βαθιά στα ανθρώπινα ένστικτα –από τη σεξουαλικότητα μέχρι την ανάγκη επιβολής-, όχι για να τα ερμηνεύσει, αλλά για να τα ανασύρει στην επιφάνεια και μέσα από τη λογοτεχνία να τα εξαγνίσει. Η κάθαρση (από τα «οικεία κακά») που δεν έρχεται σήμερα μέσα από τις πλασματικές οθόνες μας, παρά ζούμε μόνο το φόβο χωρίς έλεος, ίσως να φωλιάζει στη Τέχνη. Τουλάχιστον εκείνοι οι άνθρωποι από τον 5ο αιώνα π.Χ. ήδη είχαν νιώσει την ανάγκη.

Δαμάζοντας τα κύματα του φόβου

Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για τη βία και τη μοναξιά στη Δύση των PIGS

Το alter ego του κεντρικού ήρωα είναι ένα γουρούνι. Η γραμματέας του ντετέκτιβ, μια ηλικιωμένη Γαλλίδα που τρέμει διαρκώς στην σκέψη του απειλητικού Αλτσχάιμερ, αλλά δεν ξεχνάει ποτέ τίποτα. Η ιστορία διαδραματίζεται στη σημερινή Γερμανία. Δεν θα μπορούσε να εμποδίσει εύκολα κανείς τους συνειρμούς για τα PIGS, για την οικονομία, για την κρίση στην Ευρώπη, όταν ο πρωταγωνιστής είναι ένας Ελληνογερμανός που μεγάλωσε στην ανατολική αυτή άκρη της Μεσογείου, αλλά δουλεύει στο Αμβούργο.

«Το δεύτερο μέρος της νύχτας», ένα σύγχρονο νουάρ, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα το καλοκαίρι του 2014 και μεταφράστηκε ήδη στα γερμανικά από τον οίκο «ACABUS Verlag». Συγγραφέας του ο Μίνως Ευσταθιάδης, με νομικές σπουδές στην Αθήνα και το Ανόβερο, και δεινός αθλητής στην ιστιοπλοΐα (windsurfing) με διεθνείς διακρίσεις. Η τριβή του με τη θάλασσα και τον άνεμο φαίνεται του επιτρέπουν να παρακολουθεί τη ροή της σύγχρονης πραγματικότητας, μπαίνοντας μέσα στις δίνες της. Ο παρατηρητής-μυθιστοριογράφος επιλέγει να αφηγηθεί τη βία, να την «πει», προκειμένου να αναδείξει το ενδότερο αλλά και το εξωτερικό μας χάος. Η Γηραιά Ήπειρος που πεθαίνει, όπως την ξέραμε, έχει ήδη δώσει τη θέση της στον καινούριο άγνωστο κόσμο που ξεπροβάλλει, με μήτρα του ένα μέλλον που ολοένα έρχεται. Με ωδίνες που τις αναγνωρίζουμε ως τους κραδασμούς στη ζωή του καθενός από την τελευταία κρίση. «Η γραμμή συνεχίζει μόνο μπροστά. Ίσως για τούτο το λόγο, το παρελθόν καταφέρνει να μας κυνηγάει πολύ πιο επίμονα απ’ ό,τι το μέλλον. Αυτό που θα γίνεις έχει ήδη σκοτώσει αυτό που ήσουν».

Ο συγγραφέας ενδύεται το πρόσχημα του νουάρ -δύο φόνοι, μια γυναίκα μυστηριώδης, ένας ντετέκτιβ, ουίσκι και σύγχρονη εγκληματικότητα στην παγωμένη δυτική Ευρώπη- για να μιλήσει για την ήττα του σύγχρονου ανθρώπου που χτυπάει στον τοίχο της μοναξιάς, ενώ γυρεύει μόνο την ηρεμία· του ατόμου που ζητάει την κατανόηση, αλλά καταλήγει να δείχνει μόνο υπακοή, του καθενός από μας που ίσως μας είναι ευκολότερο να ζούμε με ερωτήσεις παρά με τις απαντήσεις που συνήθως πληγώνουν, δεσμεύουν, ενοχλούν, εντέλει δεν είναι οι επιθυμητές.

Η Ευρώπη έχει θρέψει το φαντασιακό της με τη μεγαλύτερη αίγλη. Έχει δημιουργήσει το μηχανισμό (επιβίωσης) που της χρειαζόταν για να αφηγείται τον εαυτόν της –κυρίως μέσα από την Τέχνη και την ελευθερία ή την ελευθεριότητα που αυτή της παρέχει- προκειμένου να κάνει την εκάστοτε φρίκη της υποφερτή. Η λογική αποδεικνύεται λίγη για να εξηγήσει τον άνθρωπο. Οι ακραίες, οριακές συμπεριφορές αποκαλύπτουν για κείνον όσα δεν τολμά να παραδεχτεί στον εαυτόν του ο ορθολογισμός. Το έγκλημα και εν προκειμένω η αφήγησή του γίνονται ο τρόπος για να βρούμε την πολυπόθητη κάθαρση ή έστω την ψευδαίσθησή της. Η αρχαία τραγωδία ζει στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης και τη σημαδεύει για πάντα. Εισβάλει ακόμη και στο νουάρ, περνώντας απέναντι στη Νέα Γη και γυρίζοντας πάλι πίσω με καπαρντίνα, καπέλο και γυαλιά. «Όλοι ξέρουν ότι οι ντετέκτιβ γεννήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Πεθαίνουν βέβαια παντού».

Ο μαύρος ήλιος από τη Βιρτζίνια

Στην πρόωρη δύση ενός μεγάλου διηγηματογράφου, του Breece DJ Pancake

 

BREECE DJ PANCAKE

ΤΡΙΛΟΒΙΤΕΣ

Μετάφραση- Προλεγόμενα: Γιάννης Παλαβός

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σελ. 238

 

Έχει αυτή τη φοβερή πρόζα των αμερικανών συγγραφέων. Τη στόφα των μεγάλων όπως ο Χέμινγουέι. Τη διηγηματογραφική εμβρίθεια της Alice Munro. Αλλά όλα αυτά με έναν εντελώς δικό του τρόπο. Και κυρίως σημαδεμένα από το λεκέ του πρόωρα χυμένου αίματός του. Ο Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ που αυτοκτόνησε το 1979, μόλις στα 27 του χρόνια, είχε προλάβει να αφήσει το στίγμα του στη λογοτεχνία. Η συλλογή με τα διηγήματά του κυκλοφορεί στη χώρα μας, με τον τίτλο «Τριλοβίτες» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση και προλεγόμενα από το Γιάννη Παλαβό.

Οι ιστορίες του είναι μικρές δυστοπίες της ανθρώπινης ψυχής. Χαρτογραφημένα τραύματα. Εύθραυστα τριαντάφυλλα που σε τρυπάνε με την άγρια τρυφερότητά τους. Τα αγκάθια σε αγκυλώνουν. Μια χαίνουσα συναισθηματική πληγή εισπράττει ο αναγνώστης από όλη την ατμόσφαιρα της γραφής του δημιουργού. Προεξοφλούσε την αυτοχειρία του με κάθε τρόπο. Κάτι από τη στραπατσαρισμένη φιγούρα του Μίκι Ρουρκ στον «Παλαιστή» του Αρονόφσκι αναδίδει το τέμπο των αφηγήσεών του. Είναι εκείνη η δύσκολη πλευρά της Αμερικής, η αθέατη, η όχι τόσο συνηθισμένη για τα μάτια μας. Και γι’ αυτό ίσως η πιο ανθρώπινη, η πιο ευάλωτη, η πιο αληθινή. Κάτω από το δέρμα –βρώμικο, δυσώδες, αλλά όχι αδιαπέραστο- των ηρώων του Πάνκεϊκ αναπνέει η ειρωνεία του Φύλακα στη Σίκαλη του Σάλιντζερ,  κι ακούγεται να παίζει ανεπαίσθητα «Η Μπαλάντα του λυπημένου Καφενείου» (1951) της Κάρσον ΜακΚάλλερς. Ένα χρόνο μετά άλλωστε, το 1952, γεννήθηκε ο συγγραφέας στο Σάουθ Τσάρλστον της Δυτικής Βιρτζίνια. Το σκοτεινό του αστέρι έδυσε γρήγορα, αλλά βρήκε τη θέση του στη γραμμή της διαδοχής των μεγάλων δημιουργών. Βαθιά στις φλέβες του κυλάει η συμπόνια των θεατρικών χαρακτήρων του Τενεσί Ουίλιαμς και αγγίζει μέχρι και το έργο των νεότερων, όπως ο Dean Bakopoulos («σε παρακαλώ, μη γυρίσεις από το φεγγάρι»).

Οι «Τριλοβίτες» θέλουν γερό στομάχι από τον αναγνώστη. Για να αντέξει τη λύπη του συγγραφέα. Το σκοτάδι του μαύρου του ήλιου που αντανακλάται από παντού. «Κοιτάζω τον τάφο του μπαμπά. Ποιος ξέρει αν, όταν τσιμεντωθεί ο τόπος, θα τον σκεπάσει η καινούργια παλίρροια». Οι ιστορίες του τραγικές. Οι άνθρωποί του έχουν ήδη γλιστρήσει στο κακό ή αυτό καραδοκεί να τους ρουφήξει εντός του. «Στέκομαι στον σταθμό των λεωφορείων, κοιτάζω τους επιβάτες και αναρωτιέμαι πού πηγαίνουν. Εγώ όμως ξέρω ότι δεν πρόκειται να γλιτώσουν απ’ τη μοίρα τους ούτε φεύγοντας ούτε μεθοκοπώντας και ούτε μπορούν να πεθάνουν για να ξεμπερδεύουν μια ώρα αρχύτερα». Η πιο έντονη αντίθεση που επιτείνει το ζοφερό ψυχικό τοπίο, είναι η ποιητικότητα και ο λυρισμός του διηγηματογράφου, σε στιγμές που δεν μπορείς να το προβλέψεις. Τα ντελικάτα δάχτυλά της που στολίζουν τις φλέβες του σαν κορδελάκια, το βράδυ που δροσίζει τα βλέφαρά του, ο φόβος που βουλιάζει στα δαχτυλίδια του χρόνου, ο αρχαίος ήλιο που αναρωτιέται άμα ήταν γαλάζιος…

Η εμμονή στη λεπτομέρεια. Αυτές οι παραμικρές κινήσεις, τα πιο ασήμαντα νοήματα, τα πιο αδύναμα νεύματα είναι αυτά που γίνονται τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια του αφηγητή. Εκεί ελλοχεύει και η συγκίνηση για τον αναγνώστη, το σημείο που βρίσκει αντένες για να συνδεθεί με το συγγραφέα. «Στο ημίφως ξεχώριζε η σαπισμένη πλατφόρμα που καταπλάκωσε τον πατέρα του μόλις δέκα μέρες πριν απ’ το κλείσιμο του ορυχείου, στέλνοντας τους ανθρακωρύχους στην ανεργία και στους διαδρόμους της Πρόνοιας. Ο ήλιος είχε δύσει». Η βία βρίσκει έδαφος κι ανθίζει παντού. Κάτω από τα πέπλα της μελαγχολίας, μέσα στην πιο δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα, σ’ αυτή τη φοβερή αμερικανική επαρχία που εγκλωβίζει τους για πάντα ηττημένους του Αμερικανικού Ονείρου, τους αποκλεισμένους από την αέναη ανάπτυξη που όριό της είναι ο ουρανός. Αυτοί οι ξεπεσμένοι παίρνουν το αίμα τους πίσω. Για την ακρίβεια, ποτίζουν μ’ αυτό όλα τα άλλα γυαλιστερά και γυάλινα οράματα, προκειμένου να φυτρώσουν, να ριζώσουν και να ανθίσουν κάπου πιο φιλικά γι’ αυτούς, κάπου που είναι φιλικά για όλους: στη λογοτεχνία. Ο Πάνκεϊκ τους δικαιώνει μ’ αυτό τον ανάποδο τρόπο, μ’ αυτή την αντίστροφη κίνηση. Και ο ίδιος έχασε μεν τη ζωή του, την αφαίρεσε με κυνηγετικό όπλο, κέρδισε όμως λίγες χάρτινες φιλόξενες σελίδες που τον αγκάλιασαν μετά το θάνατό του και του επεφύλαξαν μια κάποια μικρή αιωνιότητα. Το ταλέντο του λάμπει παρά τα προσωπικά σκότη και αδιέξοδα, παρά το όσο προσπάθησε ακόμη και ο ίδιος να το σβήσει.

Όταν διακυβεύεται η ιδιωτικότητα

Χωρίς μυστικά και ψέματα, μετα-διαδικτυακοί εφιάλτες από τον Dave Eggers

Μια κοπέλα. Σύγχρονη, νεαρή. Μπαίνει στην πολυπόθητη εταιρεία. Για να εργαστεί. Η νέα τεχνολογία είναι ενσωματωμένη στη ζωή της ήδη. Μόνο που αρκεί ένα τόσο δα βήμα για να πάψει η ζωή της να είναι δική της. Η Μέι κατρακυλά σε έναν κόσμο που δεν είχε διανοηθεί. Η προσωπική της ουτοπία για απόλυτη επιτυχία και ευτυχία θα καταλήξει ένας εφιάλτης. Θα βρεθεί να περιπλανιέται στη δυστοπία της μη ιδιωτικότητας. Εκεί που «τα μυστικά είναι ψέματα, μοιράζομαι σημαίνει νοιάζομαι, η ιδιωτικότητα είναι κλοπή».
Ο Ντέιβ Έγκερς, αυτός ο τόσο κοινωνικά ευαισθητοποιημένος και δραστήριος, ταλαντούχος συγγραφέας, που στο παρελθόν έχει συγκλονίσει με το έργο του «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου), παραδίδει ένα μυθιστόρημα για τον καιρό που ζούμε. Για την περιπλάνηση στο δάσος του διαδικτύου. Για τους κακούς λύκους, τις νεράιδες, τις μάγισσες, τους σαλτιμπάγκους, τους αφελείς, μα κυρίως εκείνον τον αδιερεύνητο –και συχνά ανυποψίαστο- εαυτό που περιφέρουμε ανάμεσα στους ιστούς. Πρόκειται για το βιβλίο του «Ο κύκλος» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση από την Ιλάειρα Διονυσοπούλου. Η έκθεση της ζωής μας σε κοινή θέα πού μπορεί να οδηγήσει; Οι προσωπικές μας πληροφορίες ποιον αφορούν; Πώς μπορούμε εμείς οι ίδιοι να στραφούμε εναντίον μας; Η τεχνολογία μας πηγαίνει σε μονοπάτια που δεν έχουμε περπατήσει πάλι, αλλά εκείνος ο αρχέγονος εαυτός πού θα βρει τόπο να χωρέσει ανάμεσα στις αλματώδεις εξελίξεις; Η προμετωπίδα του βιβλίου, λίγες φράσεις από το «Ανατολικά της Εδέμ» του Τζον Στάινμπεκ, είναι σπουδαίος οδηγός γι’ αυτά που έρχονται: «Κανένα όριο, απολύτως κανέναν φραγμό δεν είχε το μέλλον. Κι έτσι ο άνθρωπος δεν θα έβρισκε χώρο για να στριμώξει την ευτυχία του».
Η δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται στα χέρια του Έγκερς που την αξιοποιεί στο έπακρο για να μιλήσει για το νέο κόσμο που ζούμε και ιδίως γι’ αυτόν που περιμένουμε παρακάτω να εμφανιστεί. Στήνει μια ιστορία που σε υπνωτίζει. Τόσο κοντά στην πραγματικότητά σου που σε τρομάζει. Ακούς την ανάσα σου. Αυτό που δεν μπορεί ίσως να πετύχει το σινεμά, αλλά το μυθιστόρημα έχει στα κρυφά του χαρτιά. Τη δική σου ανάσα. Εάν είσαι χρήστης ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης, νιώθεις να σε σφίγγει θηλιά στο λαιμό ο φόβος που χαρτογραφεί ο δημιουργός. Ένας εύλογος φόβος. Για το τι θα συνέβαινε εάν μια μέρα οι λέξεις «το αληθινό εγώ», «άλλη οπτική», «διαφάνεια», «μυστικότητα» αποκτούσαν μια νέα διάσταση που δεν έχεις φανταστεί. Ο Έγκερς ασκεί κριτική στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος κάθε καινούρια κατάκτησή του, για το πόσο εύκολο είναι να κατρακυλήσει στην ψευδαίσθηση ότι γίνεται ένας μικρός θεός.
Γυρίζει το νόμισμα κι από την άλλη του όψη. Για να δούμε πώς μπορεί να χαθεί η ουσία, πώς ένας από μας είναι πολύ εύκολο να απωλέσει τον εαυτόν του, να απομακρυνθεί από την ανθρωπιά του. Και το πετυχαίνει αυτό ο συγγραφέας απλώς λέγοντας μια ιστορία, με συνεχή πλοκή, όπως η διαρκής παρουσία στο διαδίκτυο. Δεν δαιμονοποιεί εγκληματικές συνθήκες, ίσα ίσα. Φτιάχνει έναν ασφυκτικό κλοιό με υλικό που αντλεί από τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού· πώς η ανάγκη για ασταμάτητη δημοσιοποίηση, χωρίς περιορισμούς, ξεφεύγει και φτάνει στα όρια της τρέλας, της καταδίωξης και τελικά του θανάτου. Το αίτημα της απόλυτης διαφάνειας που δείχνει τόσο αθώο κι αγγελικό, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πηχτό σκοτάδι που βυθίζεσαι και δεν ξέρεις εάν θα κατορθώσεις να αναδυθείς.
Αντιστρέφει τον κόσμο. Ξεδιπλώνει ένα παράλληλο ψηφιακό σύμπαν. Αποκαλύπτει τις πτυχές της αποβλάκωσης που ελλοχεύει, όσο εσύ νομίζεις ότι είσαι ενεργός χρήστης, ίσως και πολίτης, ίσως και σκεπτόμενος άνθρωπος. Βγάζει στην επιφάνεια όλες εκείνες τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργείς, όσο νιώθεις ότι συμμετέχεις, ότι έχεις παρουσία, ότι «υπάρχεις» στο διαδίκτυο. Ο Έγκερς σε κυκλώνει από παντού για να σκεφτείς για τον εαυτόν σου, τι αξίζει στη ζωή σου, και σου μιλάει γι’ αυτές τις ατέλειωτες ψηφιακές περιττές θερμίδες στις οποίες εθίζεσαι, αλλά σιγά σιγά σε δηλητηριάζουν με την τοξικότητά τους. Τα όρια τα βάζεις εσύ.

Ο άνθρωπος είναι το «μάτι του κόσμου»

Ένας λόγιος, υπερασπιστής της ελευθερίας διέσχισε την Αναγέννηση κι έφτασε στον 21ο αιώνα.

 

Μπορεί να χρειαστεί να μεσολαβήσει ακόμη και μισή χιλιετία, προτού να δικαιωθεί η αίσθηση ενός ανθρώπου, η αντίληψή του για τον κόσμο. Ας πούμε, ένας νεαρός 24 χρονών, το 1485, αποφασίζει με ένα κείμενό του να κυκλώσει το ανθρώπινο φαινόμενο. Το ευρύ φάσμα των γνώσεών του και η ανάγκη του για εμβρίθεια τον σπρώχνουν στη σύλληψη ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου, καταδικασμένου εξαρχής. Αυτές οι μεγάλες πρόσκαιρες ήττες κρύβουν κάτι τεράστιες νίκες εντός τους, καμιά φορά και ως προς την αιωνιότητα. Ο πυρήνας του έργου αυτού, ο βαθύτερος σκοπός του, σύμφωνα με τον Yves Hersant, «ήταν να εκτεθεί ενώπιον όλων η ομόνοια ανάμεσα σε όλες τις μορφές της σοφίας, η σύγκλιση των μεθόδων, η συνάφεια των δογμάτων».

Σήμερα, μια απλή περιήγηση στο διαδίκτυο πείθει εύκολα και τον πιο αντιδραστικό ότι οι πολλοί μας κόσμοι, οι κατακερματισμένες μας πραγματικότητες, τα πολλαπλά μας σύμπαντα, προσωπικά και συλλογικά, έρχεται η ώρα που ψάχνουν την ίδια θάλασσα για να εκβάλλουν. Αναζητούν μιαν ανάγνωση των άπειρων αφηγήσεών τους και τι ειρωνεία, εκείνος ο τολμηρός νεαρός φιλόσοφος την είχε ήδη αρθρώσει αυτή την ιδέα από τον 15ο αιώνα μ.Χ. κιόλας. Τον 20ο αιώνα –ποιος να το έλεγε- θα βρίσκαμε τα ίχνη του, τα θραύσματά του στον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόυς, στο έργο του Λάβκραφτ, σε πραγματείες ψυχαναλυτών, στο «Εκκρεμές του Φουκώ» του Ουμπέρτο Έκο, ακόμη και στον Ρομπέρτο Μπολάνιο.  Εκείνος ο νέος είχε γράψει ένα αιρετικό κείμενο για τα ήθη της εποχής του, αυτά δεν άρεσαν καθόλου στην Εκκλησία, κι έτσι αρχικά αυτοεξορίστηκε, εντέλει συνελήφθη και φυλακίστηκε το1487.

Η Ιστορία είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Θα έπαιρνε εκδίκηση για χάρη του. Μα, ποιος ήταν; Τι είχε τολμήσει να εκστομίσει; Γιατί ενόχλησε τόσο; Ήταν ο Τζοβάννι Πίκο ντέλλα Μιράντολα (1493-1494), εκείνος ο τύπος που στον 21ο αιώνα ο προσδιορισμός του «Εμείς οι κάτοικοι της απελπιστικής μοναξιάς του σώματος», είναι πιο τωρινός κι από το σήμερα, στον ψηφιακό άϋλό μας κόσμο. Το έργο του, «Λόγος περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου», σε μετάφραση της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, με εισαγωγή και σημειώσεις από τον Yves Hersant, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα. Και δεν μπορεί, το πνεύμα του  Pico della Mirandola, κατά μία έννοια, είχε καλλιεργήσει το έδαφος και για το Διαφωτισμό που δύο αιώνες αργότερα οι εκφραστές του θα οροθετούσαν και θα υποστήριζαν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, αυτός ο αναγεννησιακός λόγιος φιλόσοφος δεν μπορεί να χωρέσει σε ταμπέλες παρά μόνο στο χαοτικό μέλλον που θα ακολουθούσε για την ανθρωπότητα ολόκληρη. Μάλλον οι Διαφωτιστές θα τον περιφρονούσαν, καθώς η μαγεία, η αστρολογία, η μεταφυσική, η θρησκεία, όλα ήταν ενσωματωμένα στη σκέψη του. Σε όλα έβρισκε αλήθεια, σοφία και εφαρμογή στη ζωή του ανθρώπου. «Όμως εσένα, κανένας περιορισμός δεν σε δεσμεύει, και μπορείς μόνος σου να προσδιορίσεις τη φύση σου ανάλογα με την ελεύθερη βούλησή σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύτηκα. Εάν σε έβαλα στο κέντρο του κόσμου, είναι για να μπορείς από τη θέση αυτή να περιεργάζεσαι με όλη σου την άνεση ό,τι βρίσκεται μέσα του… είναι για να μπορείς, ελεύθερος και προικισμένος καθώς είσαι, να διαπλάσεις και να διαμορφώσεις μονάχος σου τον εαυτό σου, και να του δώσεις όποια μορφή προτιμάς».

Ο Πίκο ντέλλα Μιράντολα επιχείρησε ένα δικό του ιδιότυπο φιλοσοφικό συγκρητισμό, στηριζόμενος  στα γνωστικά του πεδία –λάτρευε τις αρχαίες γλώσσες, ελληνικά, αραβικά, εβραϊκά, χαλδαϊκά, κάτι που του επέτρεψε να μελετήσει όλα τα μεγάλα κείμενα- μα, κυρίως βασιζόμενος στη συνείδησή του, την οποία και επικαλούνταν. Εκείνο που εκπλήσσει, είναι ότι είχε συναίσθηση της τότε χαμένης του υπόθεσης που στη συνέχεια θα γινόταν το διαβατήριό του για το πέρασμα στο μέλλον. «Αν λοιπόν ανέλαβα ένα έργο τόσο βαρύ για τους ώμους μου, δεν είναι επειδή αγνοώ την αδυναμία μου. Είναι μάλλον επειδή αναγνωρίζω ότι σε αυτό το είδος του αγώνα, δηλαδή του λόγιου αγώνα, συμβαίνει τούτο το αξιοπερίεργο, ότι μπορεί να υπάρξει όφελος ακόμη και από την ήττα. Συνεπώς, ακόμη και οι πιο αδύναμοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα και το δικαίωμα όχι μόνο να μην αρνούνται να αγωνιστούν, αλλά και να το εύχονται. Διότι αυτός που ηττάται δέχεται από τον νικητή όχι ένα πλήγμα αλλά μια ευεργεσία, και του χρωστά ότι βγαίνει πιο πλούσιος, δηλαδή  πιο σοφός και καλύτερα προετοιμασμένος για μελλοντικούς αγώνες». Αυτή η τελευταία μεγαλοθυμία του ιταλού «ιππότη» της φιλοσοφίας είναι ένα μεγάλο όπλο και εργαλείο για το σύγχρονο άνθρωπο που εξοστρακίζεται μέρα με τη μέρα από το κέντρο του κόσμου η αξία του, η αξιοπρέπειά του· η ελευθερία του διακυβεύεται με νέους ευφάνταστους τρόπους και κείνος βιώνει απελπιστικά τη μοναξιά του γήινου σώματός του. Άλλωστε ο Πίκο ντέλλα Μιράντολα θεωρούσε ότι η φιλοσοφία θα επικυρώσει ένα απαραβίαστο σύμφωνο της πιο άγιας ειρήνης ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα. Ίσως και να δικαιωθεί κι άλλο. Ποιος ξέρει.

Εγχειρίδιο για αντιμετώπιση των «άλλων»

«Εγχειρίδιο για αντιμετώπιση των άλλων»

ΝΤΕΜΙΑΝ ΜΠΟΥΚΑΪ
Από άλλη γωνία
μτφρ.: Κωνσταντίνα Επισκοπούλου
εκδ. Opera

Το καμπανάκι χτύπησε, όταν ως μέλος μιας αυτοσχέδιας και ερασιτεχνικής εκπαιδευτικής ομάδας άκουσα την κυρία δίπλα μου να ρωτάει με περισσή αγωνία πώς θα αντιμετωπίσει «τους άλλους». Ο Καμύ και ο Σαρτρ για μια στιγμή έβγαλαν τα ξίφη τους στο μυαλό μου και αμέσως μετά τα απόθεσαν κουρασμένοι κάτω. Είχε παραγίνει με αυτό το δίπολο.

Το φλέγον ζήτημα του Αλλου είχε αναδυθεί για ακόμη μία φορά και ανακίνησε μέσα μου το βιβλίο του Ντέμιαν Μπουκάι. Η σύμπτωση διευρύνθηκε, καθώς ο έτερος διπλανός μου παρευρισκόμενος αποδείχθηκε ψυχοθεραπευτής της μεθόδου Gestalt, όπως και ο γιος του πασίγνωστου Χόρχε Μπουκάι που τον διαδέχεται πετυχημένα στην παγκόσμια πορεία του. Ετσι, η κουβέντα για τους άλλους στράφηκε αμέσως στην προσωπική ευθύνη, άνοιξε πάλι στη διαπροσωπική κατεύθυνση και γύρισε ξανά στη σχέση μας με τον κόσμο. Με τον ίδιο τρόπο έχει γράψει το βιβλίο του και ο Ντέμιαν Μπουκάι. Πρόκειται για απλές ιστορίες και προσωπικές καταθέσεις από την επαγγελματική του εμπειρία, αλλά με ένα ύφος δημιουργικό που κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο και τον βάζει να σκεφτεί για τον εαυτό του.

Ο Ντέμιαν Μπουκάι αντλεί από τον παγκόσμιο πνευματικό πλούτο, αλλά δεν έχει αναστολές και διανοητικά εμπόδια να το πράξει αυτό εκλαϊκευμένα και ευχάριστα. Στρέφεται στη διδασκαλία του ζεν, στην κινεζική παράδοση, τον Καρλ Γιουνγκ. Δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να φτάσει μέχρι τον Τόλκιν και τις ταινίες Μάτριξ. Δεν έχει κανένα πρόβλημα, ο Φρόντο από τα Χόμπιτ και ο Γκάνταλφ από τον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών να γίνουν άξιοι συνοδοιπόροι και βοηθοί του στο έργο του να απευθυνθεί στο κοινό με εύληπτο, ενδιαφέροντα και κυρίως ωφέλιμο τρόπο για τον ίδιο τον αναγνώστη.  Ο,τι είναι χρήσιμο μπαίνει στο χωνευτήρι και από τον ιδιότυπο αυτό πολιτισμικό συγκρητισμό, προκύπτει η θέαση αυτή των πραγμάτων από τη διαφορετική γωνία, από το πρίσμα εκείνο που επιτρέπει στον άνθρωπο να νιώσει ότι είναι λίγο πιο ελεύθερος ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό.

Αποδοχή, κατανόηση, εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη είναι λέξεις-κλειδιά για όποιον θέλει να πορευτεί τον δρόμο εκείνο της προσωπικής εξέλιξης και ανάπτυξης· την οδό αυτή που οι συγκρούσεις, οι διαξιφισμοί, οι καθημερινές αποτυχίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον καθένα από μας για να γίνουν εφαλτήρια μιας πιο ευτυχισμένης ζωής, διδάσκοντας μόνοι μας τον εαυτό μας πώς να είμαστε πιο ευέλικτοι, πιο απλοί, πιο ήσυχοι, με λιγότερη αγωνία και στρες, με περισσότερες ευχαριστήσεις και στιγμές χαλάρωσης και απόλαυσης. Ο Μπουκάι δεν λέει μεγάλα λόγια, δεν μιλάει για ανέφικτους στόχους, δεν δίνει οδηγίες. Παρέχει όμως ιδέες και σκέψεις τις οποίες, εάν κάποιος θελήσει, μπορεί να ενσωματώσει στη ζωή του και να αρχίσει να την ξεκλειδώνει με διαφορετικό τρόπο.

Γειωμένα και ισορροπημένα δεν προτρέπει σε καμία συνταγή επιτυχίας. Υιοθετεί έναν όρο που είναι πιο φιλικός για τον σύγχρονο άνθρωπο που έχει να αντιμετωπίσει και τη διεθνή οικονομική κρίση, με τις αποτυχίες και τις ματαιώσεις που μπορούν να προκύψουν από μια τέτοια σύγκρουση με την εξωτερική πραγματικότητα. Εναντι της επιτυχίας, ο Μπουκάι μιλάει για «ευδοκίμηση». Για έναν άνθρωπο που κυνηγάει μεν τις επιθυμίες του και τα όνειρά του, αλλά με έναν πιο εσωτερικό και εξατομικευμένο τρόπο, πιο βαθύ και αποτελεσματικό στη σμίλευση της προσωπικότητας. Ενα ρυθμό εξέλιξης χωρίς βιασύνη. Μιλάει για τις γέφυρες που μπορούμε να στήνουμε με τους άλλους, για την αγάπη, για τις διαπραγματεύσεις, για τα εμπόδια που ορθώνει η οποιουδήποτε είδους προσκόλληση· για το μεγάλο μάθημα που μπορεί να μας βοηθήσει να ζούμε τη ζωή μας λίγο πιο απελευθερωμένα, τη συμφιλίωση με την ήττα, εκείνο το απλό που μας έλεγαν στο σχολείο, «πρέπει να μάθεις και να χάνεις».

Παραμύθι και τραγωδία

«Παραμύθι και τραγωδία»

ΡΕΤΖΙΝΑΛΝΤ ΧΙΛ
Ο ξυλοκόπος
μτφρ.: Χρύσα Τσαλικίδου
εκδ. Εξάντας

Η ατμόσφαιρα θυμίζει σκληροπυρηνικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα. Το παγωμένο φυσικό τοπίο της Κούμπρια, επαρχίας ιδιαίτερου φυσικού κάλλους στη Βορειοδυτική Αγγλία, πρωταγωνιστεί. Καμιά φορά υπαγορεύει και την εξέλιξη της υπόθεσης. Η πλοκή πιο σημερινή δεν γίνεται. Ερωτας, εξουσία, χρήμα, διαφθορά, δικαιοσύνη, ηθική, όλα διακυβεύονται. Ο Ρέτζιναλντ Χιλ, στο τελευταίο του μυθιστόρημα, εκτείνει την ιστορία του από το 1963 μέχρι και τη χρονιά που διανύουμε, το 2015. Ο ίδιος έφυγε από τη ζωή στις 12 Δεκεμβρίου του 2012. Το μυθιστόρημά του όμως, πιο φλέγον από ποτέ, βουτάει στα βαθιά νερά της ανθρώπινης κατάστασης.

Η ιστορία ξεδιπλώνεται ακαριαία. Μπορεί οι νύξεις και οι υπονοήσεις και το χιούμορ του Ρέτζιναλντ Χιλ να εισχωρούν παντού, η πλοκή του όμως, κραταιά και απροσδόκητη, επιβεβαιώνει τις δυνατότητες του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος. Ο,τι δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς στη λογοτεχνία του καιρού μας, βρίσκει τρόπο να εκφραστεί μέσα από τις φωτοσκιάσεις του νουάρ και του αστυνομικού. Το κατά μέτωπον καθρέφτισμα με τη βία αποδεικνύεται αναπόφευκτη οδός. Κι αυτό γιατί ναι μεν διαφυλάσσεται ο ρυθμός της καθημερινής ζωής, αλλά από την άλλη, μέσα από το μυστήριο και το έγκλημα, δίνεται η δυνατότητα του αναστοχασμού, της αναψηλάφησης. Ξανακοιτάζουμε τη ζωή μέσα από το σκοτεινό αρνητικό της. Στο χορταστικό βιβλίο του Χιλ, με τίτλο «Ο ξυλοκόπος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας σε μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου, η βρετανική επαρχία δεν φέρει μόνο την αχλή της ειρωνείας της Τζέην Ωστιν ή τη δραματικότητα των αδερφών Μπροντέ, παρά συσσωρεύει την αυθεντική αίσθηση ασφυξίας του Χένρυ Τζέημς –ας πούμε από «Το στρίψιμο της βίδας»– αλλά και τον αέρα του κοσμοπολίτικου αστυνομικού και κατασκοπευτικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα.

«Η εικόνα του βουνού ξανάρθε στο μυαλό της. Οι ορειβάτες ισχυρίζονται πως κατακτούν τα βουνά. Κάνουν λάθος. Είναι τα βουνά που κάποιες φορές τούς αλλάζουν, ενώ αυτοί δεν αλλάζουν ποτέ τα βουνά». Ενας έφηβος, μοναχικός, δυνατός και μεγαλωμένος μέσα στην τραχιά πλευρά της ξεμυαλιστικής αλλά και επικίνδυνης εξοχής, ο γιος του ξυλοκόπου, ερωτεύεται την «πριγκίπισσα» της περιοχής. Ο άξεστος πιτσιρικάς, προκειμένου να την κατακτήσει, θα μεταμορφωθεί –από την ανάποδη το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος– σε μεγιστάνα των επιχειρήσεων με καλούς τρόπους και μεγάλη ζωή. Η ψυχή του όμως θα μείνει εκείνο το ευαίσθητο δέντρο που μεγάλωνε στην Κούμπρια. Η αγαπημένη του θα αποδειχθεί πιο δηλητηριώδης απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Και μαζί και η ίδια θύμα και θύτης του εαυτού της και της οικογένειάς της. «Oταν η αγάπη έρχεται αντιμέτωπη με την αδήριτη ανάγκη, συνήθως βγαίνει νικήτρια η δεύτερη».

Η δολοπλοκία που θα στηθεί εις βάρος του –από αδιερεύνητους και όχι και τόσο αστάθμητους παράγοντες– θα τον καταδικάσει στην αναπηρία αλλά και στη φυλάκιση. Εκείνο το τρυφερό δέντρο θα τραυματιστεί σοβαρά. Οι ισχυρές του ρίζες όμως, η θέλησή του να ζήσει και μια βαθιά συναίσθηση καθήκοντος προς τη δικαιοσύνη –όχι πάντα την ανθρώπινη, για να μιλάμε και με όρους αρχαίας τραγωδίας– θα τον επαναφέρουν στον κόσμο με έναν σκοπό: να πάρει εκδίκηση. Η αυτοδικία θα ήταν μια πολύ προβλέψιμη λύση για τον Ρέτζιναλντ Χιλ, που αποφασίζει να περιπλέξει κι άλλο τα πράγματα. Τα νήματα του δικαίου κινούνται εκτός από τις φοβερές μυστικές υπηρεσίες και από την άλλη, την ακόμη πιο άδηλη και αμείλικτη, τη θεία δίκη. «Παρά τον κοινωνικό εξωραϊσμό της σύγχρονης δημοκρατικής εποχής, εξακολουθούσε να ισχύει όπως παλιά ότι ο αριβίστας δεν έφτανε ποτέ εκεί που ήθελε».

Μια νεαρή, άπειρη, αλλά πανέξυπνη ψυχίατρος θα αποτελέσει τον καταλύτη της υπόθεσης. Μέσα στην καταστροφή και το κακό, και τον εγκλεισμό και τον απόλυτο κυνισμό, βρίσκει χώρο να φωλιάσει και η αγάπη, χέρι χέρι με την ηθική. «Η έλξη που ασκείται είναι δύναμη. Η έλξη που ομολογείται είναι αδυναμία». Το τοπία των Ποιητών της Λίμνης, του Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ εν προκειμένω, γίνονται το σκηνικό για να εξελιχθούν τα σύγχρονα ψυχικά τοπία του ανικανοποίητου ανθρώπου που βουλιάζει στην κατάθλιψη και τη μελαγχολία, γιατί δεν κατορθώνει να ενωθεί με τη φύση και τον εαυτό του, γιατί δεν αντέχει να αντιμετωπίσει την αλήθεια της θνητότητάς του, γιατί νομίζει ότι μόνο το μυαλό του ή μόνο το σώμα του θα τον σώσουν.

Η οικονομική ισχύς δεν αρκεί, όσο δελεαστική κι αν είναι, και η εξουσία η ίδια καταρρέει μπροστά στην αλήθεια. «Η αλήθεια δεν σε απελευθερώνει, σε φυλακίζει για πάντα». Η φινέτσα της αφήγησης του Ρέτζιναλντ Χιλ έχει τις ρίζες της στο κίνημα του ρομαντισμού και του εκπληκτικού μυθιστορήματος που σφυρηλατήθηκε τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη και, παρά τον μανδύα της αστυνομικής ιστορίας, ο αναγνώστης, υπερπλήρης, έχει την αίσθηση ότι συνομίλησε από μακριά με ήρωες του Γκυ ντε Μωπασάν και του Γκυστάβ Φλωμπέρ.

Έντυπη

Θεραπευτικό tango ωρίμανσης και αυτογνωσίας

«Θεραπευτικό tango ωρίμανσης και αυτογνωσίας»

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ
Γράμματα στην Κλαούντια
μτφρ.: Μαρία Μπεζαντάκου
εκδ. Opera

Το πρώτο ενικό πρόσωπο είναι δίκοπο μαχαίρι. Στη γραφή. Εάν πετύχει, ο δημιουργός και ο αναγνώστης έχουν απολαύσει μια μοναδική σύνδεση. Μεταξύ τους. Και άμα μιλάω εγώ, σε πρώτο πρόσωπο, χρειάζομαι κάποιον να του απευθυνθώ, να με ακούσει. Εσένα. Η σχέση που αναπτύσσουμε, είναι εξομολογητική. Ακροβατούμε πάνω στην κοφτερή ακμή της αμεσότητας και της αλήθειας που κρύβουμε μέσα μας και δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Και ο χορός μας ξεκινάει. Βήμα βήμα.

Δύο άνθρωποι δίπλα δίπλα. Ας πούμε, ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος. Εν προκειμένω, ο ψυχοθεραπευτής Χόρχε Μπουκάι αποφασίζει να γράψει γράμματα προς μια αγαπημένη του ασθενή που φέρει την ηλικία της κόρης του. Επιστολές που στην ουσία θέλει να γράψει για να απελευθερώσει τον εαυτόν του. Και την ίδια ώρα, λύνει κόμπους από τους ασθενείς του, τους πελάτες του, τους αναγνώστες του. «Τα όρια μας ενώνουν και μας χωρίζουν». Οι επιστολές αυτές διακινήθηκαν μεταξύ των θεραπευόμενων και των φίλων του. Κι ύστερα έγιναν βιβλίο. «Γράμματα στην Κλαούντια». Πρόκειται για ένα από τα πρώτα γραπτά του διάσημου πια συγγραφέα, που κυκλοφορεί πια και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Opera, σε μετάφραση της Μαρίας Μπεζαντάκου. «Σε τελική ανάλυση, το παρελθόν μας είναι μια υπόθεση, μια φαντασία, μια εξήγηση για το πώς τα πράγματα έφτασαν να είναι σήμερα».

«Πάουλα» της Αλιέντε

Η ζεστασιά και το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο των ανθρώπων από τη Λατινική Αμερική αναβλύζουν και στον γραπτό λόγο. Για να θυμηθούμε μια κυρία της λογοτεχνίας, τη Χιλιανή Ιζαμπέλ Αλιέντε και τη σπαρακτική της «Πάουλα» (εκδ. Ωκεανίδα, μτφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου), το βιβλίο που έγραψε καθισμένη δίπλα στο προσκεφάλι της κόρης της προκειμένου να αντέξει την απώλεια, την πορεία προς τον χαμό της νεαρής της αγαπημένης. Εκεί η μάγισσα του μυθοπλαστικού ρεαλισμού ξεδίπλωσε την οικογενειακή της ιστορία και τα μύχια κρυμμένα μυστικά της ζωής της, πήγε βαθιά στον χρόνο πίσω για να ξορκίσει το κακό, για να εκφράσει τον πόνο της, να κλάψει, να πει τα συναισθήματά της, μα κυρίως να γιατρευτεί και να λυτρώσει εντέλει εκατομμύρια αναγνώστες της ανά τον κόσμο με τα δάκρυα που χύνουν μαζί της, ο καθένας για τον δικό του λόγο. Η πραγματικότητα αποκτά τις διαστάσεις της μυθιστορίας. Και η Πάουλα με έναν τρόπο γίνεται κόρη, φίλη, αγαπημένη όλων. Περνάει στην αθανασία των λέξεων που εκπορεύονται από την καρδιά και πύρινες λάμπουν. «Μυστηριακό φως και απύθμενο σκοτάδι. Είμαι το κενό, είμαι όλα όσα υπάρχουν, βρίσκομαι σε κάθε φύλλο του δάσους, σε κάθε σταγόνα δροσιάς, σε κάθε μόριο στάχτης που παρασέρνει το νερό, είμαι η Πάουλα και είμαι εγώ η ίδια, είμαι το τίποτα και όλα τα άλλα σε τούτη τη ζωή και σε άλλες ζωές, αθάνατη… Πνεύμα».

Ο Χόρχε Μπουκάι, χωρίς το όπλο του μύθου, βουτάει στη ζωή του ως ψυχιάτρου, στα πρώτα του βήματα, στις επιλογές της ζωής του για να μιλήσει στη νεαρή ασθενή του, να της δείξει κατανόηση, αποδοχή, στοργή, αγάπη και να δημιουργήσει μαζί της ένα δεσμό αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Να οικοδομήσει μια σχέση που θα βοηθήσει εκείνη μα και τον ίδιο να αντικρίσει την πραγματικότητα. «Η υγεία συνίσταται απλώς και μόνο στο να συνειδητοποιείς πως ό,τι είναι, είναι». Η Κλαούντια γίνεται εμείς, εγώ, εσύ. Προκειμένου ο συγγραφέας και τελικά ο αναγνώστης να συναισθανθεί μια υποφωτισμένη πτυχή του. «Για να είσαι καλή φωτογραφική μηχανή, το σημαντικό είναι να πετύχεις μια καλή εικόνα της πραγματικότητας». Ο γιατρός πορεύεται στα μονοπάτια της ψυχής των άλλων, οδηγείται στην υιοθέτηση της μεθόδου Γκεστάλτ, που την έχει «εφεύρει» αυτοσχέδια μέσα του προτού καν γνωρίσει την ύπαρξή της, αναζητά την ευτυχία, αναλύει τον εαυτό του, θεραπεύει δικά του κομμάτια μέσα απ’ αυτή τη δημόσια έκθεση που επιφυλάσσει η επιστολική γραφή και μιλάει για την ανάπτυξη μέσα μας που αποτρέπει τη γήρανση του πνεύματός μας. «Ευτυχία είναι ν’ αφήνεις όλα όσα είναι να συμβούν να συμβαίνουν». Σε ένα επωφελές tango που μαλακώνει την ψυχή, καθαρίζει το μυαλό και ηρεμεί την καρδιά, παρασύρει τον αναγνώστη του ο Αργεντίνος γιατρός. Ενα χορό ενηλικίωσης και ωρίμανσης, ανάπτυξης και διαρκούς εξέλιξης, συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας.

Όταν η ζωή μας δεν μας γίνεται ξένη κι ο θάνατος βραχνάς…

Την Ξένια Καλογεροπούλου την ξέρω μόνο μέσα από την τέχνη της. Αισθάνομαι όμως μια βαθιά συγκίνηση κι ένα συγγένεμα -αναγνωστικό ίσως;- από τότε που διάβασα το δικό της «Γράμμα στον Κωστή» (εκδόσεις Πατάκη). Μια γυναίκα που απευθύνεται στον άντρα της, στον έρωτά της, στην αγάπη της. Που του αφηγείται με τρυφεράδα και γλύκα κι ανθρωπιά την ίδια της τη ζωή, μέσα από τον έρωτα, το θάνατο και το θέατρο. Και μιλάει απευθείας στη δική μας καρδιά. Η αλήθεια της, η αυθεντικότητά της κάνουν ακόμα και τον πόνο, τον προσωπικό, να λάμπει από ομορφιά. Τον μετουσιώνει σε κάτι ανώτερο, βαθύτερο, πιο διαρκές. Αγαθό.

Το βιβλίο αυτό της Ξένιας Καλογεροπούλου μου έφερε πολλές φορές στο νου «Τα μαύρα λουστρίνια» της Μάρως Δούκα. Με εντυπωσιάζει η ευθύτητα κι η λεβεντιά που αυτές οι γυναίκες έγραψαν για τον εαυτόν τους, η Ξένια μέσα από την κουίντα του θεάτρου, η Μάρω μέσα από την κουζίνα του συγγραφέα. Χωρίς φόβο, να αποκαλύπτουν τις ρωγμές, την ευθραυστότητά τους. Με χάρη, γενναιοδωρία, ειλικρίνεια. Ωραίες, κυρίες του εαυτού τους μέσα στη γραφή. Εγώ ως αναγνώστρια αυτούς τους χυμούς τους έχω ανάγκη. Διασώζουν το συναίσθημα σε έναν κόσμο που σπαράζεται από τη διαστρέβλωσή του, τα ψεύτικα κάτοπτρα, τις μηδαμινές ταυτότητες. Μας μεταγγίζουν λίγη ουσία.

Diego Marani: «Οι γλώσσες ανήκουν σε αυτούς που τις μιλούν»

Diego Marani: «Οι γλώσσες ανήκουν σε αυτούς που τις μιλούν»

Ο Diego Marani, διευθυντής Πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης της Ε.Ε., υπεύθυνος για την πολιτιστική διπλωματία, έγραψε ένα βιβλίο για τη μνήμη και τη γλώσσα, για την αγάπη και την ανθρωπιά, για την ιερή ομορφιά της ζωής. Η δουλειά του είναι να αναπτύσσει στρατηγικές διαπολιτισμικού διαλόγου και συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τρίτες χώρες. Εχει εμπνευστεί άλλωστε και μια δική του γλώσσα, την Europanto. Πάντως, με τη λογοτεχνία του στο εξαίσιο μυθιστόρημα «Νέα φινλανδική γραμματική» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιώρα, σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, ο ίδιος κατορθώνει να ενώσει όλον τον κόσμο.

– Ποια ήταν η αρχική ιδέα και πρόθεση για να γράψετε αυτή την ιστορία;

– Hθελα να εξερευνήσω το ζήτημα της γλώσσας και της ταυτότητας. Η γλώσσα μάς καθορίζει; Σε ποιο βαθμό; Μπορούμε να είμαστε ανεξάρτητοι από τη γλώσσα μας; Μπορούμε ν’ αλλάξουμε γλώσσα στο πέρασμα της ζωής μας και να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας; Για όλες αυτές τις ερωτήσεις δεν βρήκα οριστικές απαντήσεις, αλλά μόνο ρωτώντας έχεις ήδη μια αναζήτηση.

– Πώς η μνήμη και η γλώσσα, λοιπόν, καθορίζουν τη ζωή μας;

– Η μνήμη είναι μια εφεύρεση. Ο καθένας μας έχει τη δική του. Οι αναμνήσεις μας συχνά δεν συμπίπτουν με αυτές των φίλων και των αγαπημένων μας. Επιλέγουμε από το παρελθόν ό,τι ασυνείδητα θέλουμε να είναι αλήθεια. Η γλώσσα είναι μια πρόχειρη και ντελικάτη δομή πάνω στην οποία βρίσκουμε την ταυτότητά μας. Ομως όπως η μνήμη είναι αλήθεια για μας με τον τρόπο που θυμόμαστε τα πράγματα, αντίστοιχα η γλώσσα είναι αλήθεια ως ένα εργαλείο αναγνώρισης. Χρειαζόμαστε τη γλώσσα για να είμαστε ο εαυτός μας. Το πρόσωπό μας σχηματίζεται από τη γλώσσα μας, από τις σκέψεις μας επίσης, από την αντίληψή μας για το τι είμαστε και το τι είναι ο κόσμος. Δεν συνειδητοποιούμε ότι η ταυτότητα δεν είναι ένα κλειστό μοτίβο με το οποίο γεννιόμαστε, αλλά μια διαδικασία που διαρκεί όσο ολόκληρη η ζωή μας.

Η παράμετρος έρωτας

– Λέτε στο βιβλίο ότι ο ήρωάς σας δεν θα γνωρίσει βαθιά μια γλώσσα, εάν δεν ερωτευτεί. Γιατί;

– Η αγάπη είναι μια βαθιά επίγνωση, μια ισχυρή κατάσταση συνειδητότητας. Δεν μπορείς να «εγκαταλείψεις» τον εαυτόν σου στην αγάπη, δεν μπορείς να δώσεις τον εαυτόν σου σε έναν άλλον, εάν δεν είσαι σίγουρος για το ποιος είσαι.

– Γιατί διαλέξατε τη Φινλανδία και τη γλώσσα της ως καμβά της πλοκής σας;

– Στην αρχή συμπτωματικά, αλλά στο τέλος ήταν η ίδια η Φινλανδία που με ενέπνευσε για το βιβλίο μου. Η χώρα αυτή είναι ένα νέο σχετικά θεμελιωμένο κράτος. Ολα τα έθνη-κράτη είναι τεχνητές κατασκευές, με τους μύθους και τα έπη και τις πατριωτικές αφηγήσεις τους. Σκεφτείτε οποιαδήποτε χώρα στην Ευρώπη: είναι μια επινόηση χτισμένη πάνω στη γλώσσα, τη γεωγραφική επικράτεια και τον μύθο. Ομως στη Φινλανδία ακόμη νιώθεις ότι είναι πολύ φρέσκο και καινούργιο αυτό. Και την ίδια ώρα μπορείς να αισθανθείς πόσο τεχνητό είναι. Ως ανεξάρτητο κράτος έχει να κάνει πολύ με την ταυτότητα. Στη Φινλανδία βρήκα το τέλειο περιβάλλον για το βιβλίο μου. Η Τεργέστη στην Ιταλία και η Φινλανδία είναι δύο περιφερειακά μέρη στην Ευρώπη, σε μια περιοχή με μπερδεμένη και όχι ξεκάθαρη ταυτότητα. Και οι δύο εξυπηρέτησαν τον σκοπό μου. Και στις δύο θέλει πολύ λίγο για να πέσεις μέσα στη μία ή την άλλη ταυτότητα.

– Τι σκέφτεστε για τους πρόσφυγες στην Ευρώπη σήμερα; Πόσο βίαιο ή επώδυνο είναι, προκειμένου να επιβιώσουν, να ξεριζώνονται και από τη γλώσσα τους; Ή μήπως είναι και «πλούτος» η κάθε νέα γλώσσα;

– Είναι πολύ επίκαιρο θέμα που του αξίζει περισσότερη σημασία. Το να μαθαίνεις μια γλώσσα και να υιοθετείς μια νέα κουλτούρα δεν είναι ποτέ εύκολο. Μπορεί να είναι εμπλουτισμός όταν γίνεται σε ιδανικές συνθήκες. Ομως δεν νομίζω ένας μετανάστης να βρίσκει αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες. Στο τέλος της διαδικασίας είναι αλήθεια ότι τα παιδιά των σημερινών προσφύγων θα είναι πλουσιότεροι άνθρωποι και θα έχουν περισσότερες ευκαιρίες στη ζωή τους, ακριβώς χάρη στις αναμεμειγμένες κουλτούρες και τις γλώσσες. Εάν μπορέσουν να διατηρηθούν μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία της υιοθέτησης. Υπάρχουν δύο τρόποι γι’ αυτό: να ενσωματωθούν ή να αφομοιωθούν. Η ενσωμάτωση αφορά τη σύνδεση σε μια νέα κοινωνία, διατηρώντας τον δικό σου πολιτισμό και τη δική σου γλώσσα, υιοθετώντας από την καινούργια κοινωνία αλλά χωρίς να γίνεται κανείς ποτέ απόλυτα μέρος της. Η αφομοίωση έχει να κάνει με την εξάλειψη της κουλτούρας και της γλώσσας του μετανάστη ως ένας τρόπος «εμβάπτισης» και εισδοχής στη νέα του χώρα. Η Γαλλία στο παρελθόν διέθετε μια πανίσχυρη κουλτούρα αφομοίωσης. Ομως μέσα σε αυτή τη διαδικασία προσέφερε ταυτόχρονα και απόλυτη αποδοχή. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Καμία χώρα στην Ευρώπη δεν έχει πια την απαραίτητη πολιτισμική ισχύ και γοητεία προκειμένου να αφομοιώσει τους άλλους ανθρώπους. Οπότε η κοινωνική ενσωμάτωση είναι το πιο σύνηθες σχήμα, αλλά με όλες τις αντιφάσεις και τα προβλήματά της. Η ενσωμάτωση δεν έχει να κάνει ποτέ με μια πλήρη πρόσβαση στη νέα κουλτούρα. Μπορεί να δουλέψει, όταν ο μετανάστης και η καινούργια του κοινωνία μοιράζονται έναν κοινό τόπο αποδεκτών αρχών. Αυτό πρέπει πια να είναι και η Ευρώπη.

H Europanto

– Μιλήστε μας για τη Europanto. Πόσες γλώσσες μιλάτε εσείς;

– H Europanto είναι ένα αστείο, όχι γλώσσα. Ενα είδος παιχνιδιού ή δήθεν γλώσσας που επινοήθηκε για να δείξει στους ανθρώπους πως η μελέτη μιας γλώσσας μπορεί να είναι διασκεδαστική και μια γλώσσα δεν είναι κάτι ιερό και ανέγγιχτο. Οι γλώσσες συνέχεια αλλάζουν, εξελίσσονται όπως κάθε πράγμα που αφορά τις ανθρώπινες συνθήκες. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις γλώσσες ούτε να τις λατρεύουμε ως θρησκείες και να θεωρούμε ότι ανήκουν στην κυβέρνηση ή το κράτος. Οι γλώσσες ανήκουν σε αυτούς που τις μιλούν, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους. Η Europanto δείχνει ακριβώς αυτό: πώς με την ανάμειξη μπορείς να επινοείς λέξεις και να γίνονται κατανοητές, πώς οι γλώσσες μας είναι μια διαρκής διαδικασία μόλυνσης και αλλαγής. Εγώ μιλάω πολύ καλά γαλλικά και αγγλικά, άνετα μερικά ολλανδικά, αυτοσχεδιάζοντας λίγα ισπανικά, θυμάμαι ότι κάποτε ήξερα φινλανδικά αλλά τώρα τα ξέχασα και έχω τη γεύση από μερικές άλλες ακόμα γλώσσες χωρίς ποτέ να τις έχω σπουδάσει.

– Πώς η δική σας γλώσσα, η ιταλική επηρεάζει τη δική σας ζωή και ύπαρξη;

– Η γλώσσα μου είναι σίγουρα η μητρική, αυτή η μόνη που μπορώ να εκφράσω τα πιο βαθιά μου συναισθήματα. Αλλά δεν είμαι πια ο Ιταλός που ήμουν, όταν μιλούσα μόνο μία γλώσσα. Τώρα χρειάζομαι όλες μου τις γλώσσες για να εκφράσω την ταυτότητά μου, χωρίς να ξεχνώ τη διάλεκτό μου.

– Υπάρχει ένα έξοχο απόσπασμα στο βιβλίο σας για τον Θεό, τον θάνατο και τη γαλήνη. Πιστεύετε στον Θεό;

– Οχι δεν πιστεύω στον Θεό. Ή καλύτερα, δεν πιστεύω στις εκκλησίες. Ομως νιώθω την ιερότητα της ζωής και την ανθρώπινη αγωνία για μια απάντηση.

«Το μονοπάτι στη θάλασσα»

Τα τρία τελευταία χρόνια ήταν ένα μονοπάτι που σίγουρα βγάζει στη θάλασσα για μένα. Εάν όχι στην εκτός, σίγουρα στην εντός. Ανακάλυψα ότι όπου κι αν με εγκλωβίσουν οι συνθήκες, εγώ έχω το κλειδί για να βγω έξω. Δεν το έμαθα εύκολα αυτό. Μόνο την τελευταία χρονιά βρήκα τα εργαλεία και σιγά σιγά άρχισα να προσανατολίζομαι, να ανοίγω ένα φωταγωγό να μπαίνει ήλιος από μέσα μου και ύστερα να χαίρομαι το φως απέξω μου.

Η ανεργία ήταν μια πολύ χρήσιμη -ικανή και αναγκαία- συνθήκη για να αποφασίσω να ζω με ό,τι ταιριάζει σε μένα. Σου τα παίρνω όλα για να μάθεις να ξεχωρίζεις τι πραγματικά έχει σημασία, τι δίνει νόημα στη ζωή σου, τι είναι απολύτως απαραίτητο. Άλλωστε, μια ζωή ένιωθα να μην χωράω πουθενά, να μην ταιριάζω σε καμία παρέα, ομάδα, σύστημα (ο ξεχειλίζων συναισθηματισμός μου γαρ που μαστιγωνόταν από μια καταπιεστική σκέψη), όλο διαχώριζα τη θέση μου. Κι όλο γινόμουν χαλί να με πατήσουν για μια στάλα αποδοχή. Μόλις με πατάγανε, ξύπναγα, ο εγωισμός εμφανιζόταν δριμύτατος και έχυνα την καρδάρα με το γάλα πανηγυρικά. Άνοιγα τη στρόφιγγα της δικής μου «αλήθειας» κι όποιον έπαιρνε ο χάρος. Και έπαιρνε πολλούς ο άτιμος. Ευτυχώς. Γιατί άδειασε ο τόπος για να φέρει το κύμα καινούρια πνοή. Καθάρισε το τοπίο. Έμεινα ένα άδειο φλυτζάνι που λέει και ο ποιητής.

Άφησα ελεύθερο τον εαυτόν μου όποιος κι αν ήταν, έπαψα να κάνω άδικους συμβιβασμούς -ούτε ο θεός δεν το ήθελε- για το ποια είμαι, άρχισα να χαίρομαι το παραμικρό. Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας καινούριος θαυμαστός και θαυμάσιος κόσμος. Ένας κόσμος που νιώθω επί της ουσίας χρήσιμη κι επωφελής, όχι θύμα που μια μέρα θα γίνει θύτης, που αισθάνομαι όμορφη, αισθάνομαι αρκετή για ό,τι επιθυμήσω, δεν υπάρχουν εμπόδια πια. Στη μέχρι τώρα ζωή μου, γύρευα χώμα για να το δώσω πίσω σε χρυσάφι, όχι πολύ δίκαιη ανταλλαγή- δεν μου τη ζήταγε κανείς, του κεφαλιού μου έκανα-, άλλωστε αυτός που του έδινες το χρυσάφι το ποδοπάταγε μη αναγνωρίζοντάς το, μόνο από χώμα ήξερε ο καψερός. Εγώ ήταν το θέμα τι έκανα και πού πήγαινα.

Και ξέρεις εμένα μου αρέσουν πολύ τα πετράδια τα πολύτιμα, εκείνα που φυτρώνουν με μια στάλα νερό, φως και χώμα, κάτι υπέροχα γιασεμιά, τριαντάφυλλα, ρετσίνια στα πεύκα, χλόη στρωματάκι στα χώματα, κρινάκια, ανεμώνες, νυχτολούλουδα, επικοινωνιακοί τηλέγραφοι και δεντράκια που με ριζώνουν στον τόπο μέσα μου. Κι αυτός ο τόπος έχει πάντα αφθονία, χαρά, ευδαιμονία, σ’ αυτόν τον τόπο είμαι αρκετή. Είμαι αρκετή. Κι έχει δρόμους να διαβώ, κλειδιά να ξεκλειδώσω νέες πύλες, ανθρώπους να συναντήσω και να συνδεθώ που λένε και οι χαρισματικοί μαθητές μου. Να συνδεθούμε.

Ο κόσμος μέσα μου αρχίζει να έχει συνοχή, να ενώνεται, να συνδέεται, όχι εμμονικά, αλλά απαλά και όμορφα, και με χωράει. Με χωράει ο τόπος πια.