Βροχούλα

Έξω βρέχει, η γη ενώνεται με τον ουρανό, χάρη στο νεράκι, την εξάτμιση και την υγροποίησή του ξανά. Η φύση σοφά συμφιλιώνει. Με ζεστούς ήλιους και δροσερά ποτάμια.

Σε λίγο θα πάω γυμναστήριο. Σε λίγες μέρες θα συμπληρώσω τα 37 μου χρόνια. Όπως γυρνούσα μέσα από τη βροχή, μου ήρθε η σκέψη ότι αυτό που έχω καταφέρει να συμφιλιώσω μέσα μου αυτά τα χρόνια, είναι τα χίλια μου σύμπαντα. Τους κόσμους που φτιάχνω μέσα κι έξω μου. Τα χαρίσματα και τα ελαττώματά μου. Τον αρνητικό με τον θετικό μου πόλο, εάν σκεφτώ τον εαυτό σαν μια μπαταρία που γεμίζω ζωή και τη δίνω πίσω. Η αφορμή για να γράψω αυτές τις κουβεντούλες, μου δόθηκε από ένα κειμενάκι στο ίντερνετ που διάβασα για τα γυναικεία σώματα. Έχω βαρεθεί να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους σαν σφαχτάρια. Και ιδίως τις γυναίκες για να μιλάω για κάτι που το γνωρίζω. Πολύ καλά.

Έπρεπε να γίνω 37 χρονών για να μπορώ να πω με ευθύτητα, καμία εμπάθεια, αλλά κατηγορηματικότητα ότι οι γυναίκες είμαστε όμορφες, όταν θέλουμε και μπορούμε. Όταν ερωτευόμαστε, όταν μας ερωτεύονται, όταν μας νοιάζονται, όταν νοιαζόμαστε για τους άλλους. Θα ανθίζουμε και θα μαραινόμαστε πολλές φορές μέσα στη διάρκεια της ζωής μας. Άλλοτε θα ανθίζουμε από αγάπη, από έρωτα, από ευτυχία, από ικανοποίηση που τα καταφέρνουμε με ό,τι επιλέγουμε ελεύθερες εμείς να ασχοληθούμε -τη δουλειά μας, ας πούμε-, συνήθως ανθίζουμε από ελευθερία. Από τον εαυτόν μας τον ίδιο. Κι άλλοτε θα μαραινόμαστε από τα πένθη μας, τις λύπες μας, τις απογοητεύσεις μας, τις αδυναμίες μας. Θα είμαστε λαμπερές όταν θα υπάρχει το βλέμμα σου να το επιβεβαιώσει, αλλά και όταν δεν θα υπάρχει. Θα θαμπώνουμε από θλίψη, από μελαγχολία, από τις δυσκολίες μας. Θα υπάρχουμε όμως. Πότε ακέραιες πότε λειψές. Θα χαιρόμαστε τη ζωή και το θάνατο όπως τα βιώνουμε κάθε μήνα στο ίδιο μας το κορμί.

Θα ανθίσουμε αδέξια και λοξά στην εφηβεία, λίγο περισσότερο στην πρώτη μας νεότητα, θα παχύνουμε και θα αδυνατίσουμε, θα γεμίσουμε ραγάδες και ρυτίδες. Θα γεννήσουμε ίσως, ίσως και όχι, θα πενθήσουμε σίγουρα, είμαστε οι καλύτερες σ’ αυτό, και θα χαρούμε το ίδιο διονυσιακά. Ξέρεις οι πιο δύσκολες δεν είναι αυτές που αντιμετωπίζονται με κρέμες και ιλουστρασιόν φωτογραφιούλες στα περιοδικά, είναι οι άλλες οι ρυτίδες και οι ρωγμές στην καρδιά μας. Αυτές δεν φαίνονται σχεδόν ποτέ και δεν μπορεί κανείς να τις χλευάσει όπως τα κιλά μας που γίνονται εύκολος στόχος. Πριν από χρόνια ένας άντρας που κρεμόμουν από τα χείλη του, το μόνο που είχε να μου πει όταν με είδε μετά από πολύ καιρό, ήταν «αδυνάτισες», κούνησα αδιάφορα τους ώμους μου «ε, και;», δεν είχε πια καμιά σημασία ούτε εκείνος ούτε το σχόλιό του. Τον λυπήθηκα λίγο.

Χαιρόμαστε συνειδητά το σώμα μας, όταν η ψυχούλα μας δεν πενθεί, δεν τιμωρείται, δεν ταλαιπωρείται. Και το αντίθετο. Μπορούμε να γιατρεύουμε το μέσα μας, ξεκινώντας και από έξω. Σημασία έχει να θέλουμε να είμαστε μέσα στη ζωή, λοξά και ίσια, όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται. Να απολαμβάνουμε όλες μας τις πτυχές, τις ανάγκες μας, τα κομμάτια μας όλα.

Η βροχούλα εισχωρεί παντού, ξεπλένει, συγχωρεί, κάποτε τιμωρεί, αλλά γίνεται ένα με το χώμα. Ενώνει. Δεν χωρίζει. Μια σκέψη για τον ίδιο μας τον εαυτό, ιδίως για τις γυναίκες που έχω στο νου μου τούτη την ώρα, ας ενώνουμε μέσα μας όλους μας τους εαυτούς, χωρίς ενοχές, χωρίς τύψεις, χωρίς κρυφτό από μας, με καθαρότητα, θάρρος, κατανόηση, ζεστασιά. Και με χαρά. Ας μην φοβόμαστε τη χαρά, η ουσιαστική κρύβεται ακόμη και σε μια βροχούλα εξαγνιστική.

Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος

Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος

Σ​​τα Πατήσια, ανάμεσα στα υπόγεια που μένουν δέκα δέκα άτομα. Στους δρόμους γύρω από την Ομόνοια, σε μισοπαρατημένα σπίτια που κατοικήθηκαν. Εκεί γύρω από την Κουμουνδούρου που ανθούν τα κινέζικα φαναράκια. Στου Ψυρρή σε ό,τι έπαψε πια να είναι της μόδας φαγάδικο. Κάτω στον Πειραιά, στα Καμίνια που το τραγούδι εξακολουθεί να μιλάει για τη φτώχεια και την καλή καρδιά, μόνο που δεν ξέρω εάν θα μπορέσουν να το αποκωδικοποιήσουν πια στη γλώσσα τους όλοι όσοι μένουν εκεί.

Μια κοινωνία που χτίζεται ερήμην της mainstream πραγματικότητας. Το θέμα είναι ποιος αποφασίζει ποια είναι αυτή η mainstream πραγματικότητα. Η τηλεοπτική αλήθεια απέχει έτη φωτός από τον κόσμο που χτίζεται γύρω μας. Οπως και η πολιτική σκηνή κωφεύει και κλείνει τα μάτια. Κυρίως εμείς οι ίδιοι κάνουμε ότι δεν ξέρουμε. Μόνο που δεν είναι πια δικαιολογία το δεν ξέρουμε. Δεν γίνεται να μη μάθουμε, να μη θελήσουμε να μάθουμε. Γύρω μας φτιάχνεται ένας κόσμος από τους ανθρώπους που δεν πνίγηκαν στο Αιγαίο, αλλά έφτασαν μέχρι εδώ, επιβιώνοντας από συναλλαγές με δουλεμπόρους και τρομερές περιπέτειες μετανάστευσης και προσφυγιάς. Από τα βάθη της Ασίας. Από τη Μεσοποταμία. Από την Περσία. Από τα θρυλικά εκείνα μέρη των εγκύκλιων σπουδών μας που μοιάζουν με παραμύθι. Και όσο αυτός ο κόσμος ορθώνεται γύρω μας τόσο πιο ανήμποροι φαινόμαστε να καταλάβουμε.

Αλλά πρέπει να θελήσουμε να καταλάβουμε. Είναι χρέος μας. Για να μη βυθιζόμαστε στο μίσος, την προκατάληψη και τον φασισμό. Τον τελευταίο καιρό έχω παρακολουθήσει διαλέξεις για τον ιαπωνικό πολιτισμό και την επίδρασή του στον σύγχρονο κόσμο, αλλά και για τον σουφισμό. Παλιότερα εισηγήσεις για την παγκόσμια ιστορία μου είχαν ανοίξει τα μάτια. Και προβάλλει χαίνον αυτό το τεράστιο κενό στην παιδεία μας. Οι στείρες γνώσεις και η παπαγαλία έχουν κάνει τη δουλειά τους. Δεν ξέρουμε. Δεν ξέρουμε για τους πολιτισμούς που ο ένας μέσα στον άλλον, ο ένας πάνω στα συντρίμμια του άλλου, ο ένας μέσα από τις ιδέες του άλλου άνθιζαν στην Ανατολή και τη Δύση. Εμείς αυτό το παράξενο σταυροδρόμι, κομπάζουμε για τη μοναδικότητά μας, αλλά δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι φοβερό χωνευτήρι πολιτισμών, θρησκειών, ιδεολογιών, έχουμε υπάρξει και συνεχίζουμε να είμαστε.

Οταν μάθουμε, δεν θα μπορούμε πια να μισήσουμε. Τι να μισήσεις; Αυτόν που είναι σαν κι εσένα κάτω από τα επιφανειακά υποστρώματα της διαφορετικότητας; Αυτόν που κλαίει και γελάει και παλεύει όπως εσύ; Αυτόν που πιστεύει ή δεν πιστεύει με τον ίδιο τρόπο σε ένα θεό ή μη θεό σαν και το δικό σου; Αυτόν που τον διαπερνούν οι ίδιες προαιώνιες αγωνίες; Βλέπω την Αθήνα των πρώτων ημερών του 2015 κι ακούω να χτυπάει η καρδιά των ηρώων από το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Ντάρελ, ακούω τη λαλιά των προσώπων από τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Η λογοτεχνία και η Τέχνη εν γένει είναι πιο μπροστά από την εποχή τους πάντα. Ακούνε νωρίς τον παλμό που χτυπάει, όταν όλοι οι άλλοι σωπαίνουν. Περιμένω να δω πότε θα αναδυθούν οι γενιές των παιδιών εκείνων που γεννήθηκαν εδώ, μέσα από το μεταναστευτικό κύμα, και θα αφηγηθούν τη δική τους αλήθεια για τον κόσμο που αντίκρισαν. Περιμένω να διαβάσω τα βιβλία τους. Περιμένω να δω τον καινούργιο κόσμο που θα οικοδομήσουν.

Σκέφτομαι όλα εκείνα τα σκοτεινά σημεία της ειδησεογραφίας, τη βία κατά των μεταναστών, τις αντιπαραθέσεις για τους τόπους θρησκευτικής λατρείας, όλα εκείνα που γίνονται αιτίες κι αφορμές πολιτικών τάχα μου τριβών και μετά κοιτάζω γύρω μου: οι έμποροι από την Κίνα μεγαλώνουν τις οικογένειές τους, βλέπεις πια στην εξωτερική τους εμφάνιση την επίδραση του φοβερού νικητή Δυτικού Πολιτισμού που τα σαρώνει όλα, τα λιώνει στο πέρασμά του· οι εργαζόμενοι από το Πακιστάν και την Ινδία κι από την άγνωστη στα μάτια μας Ανατολή, εγκλιματισμένοι στις συνήθειες τις δικές μας, αλλά πού και πού ένα δαχτυλίδι με τιρκουάζ στο χέρι, ένα σκουλαρίκι, ένα χρωματιστό σημάδι, να θυμίζει από πού έρχονται. Κι εμείς οι άλλοι, μια υπνωτισμένη κοινωνία που θρηνολογεί μόνο για την οικονομική κρίση, τυφλοί επί της ουσίας ακόμα μπροστά στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο που αναδύεται.

Ράνκιν: «Δεν φτιαχτήκαμε για να είμαστε τέλειοι»

Ράνκιν: «Δεν φτιαχτήκαμε για να είμαστε τέλειοι»

Ξεκινάει συνήθως τις ιστορίες του από κάτι που έχει πραγματικά συμβεί. Αναρωτιέται γιατί έγινε και τι λέει αυτό για τον κόσμο μας. Δεν ξέρει τις απαντήσεις και ίσως να μη φτάνει ποτέ σε αυτές. Οι ερωτήσεις τού αρκούν. Η οικονομική κρίση τού φαίνεται δύσκολο θέμα για τη λογοτεχνία, θεωρεί ότι χρειάζεται να περάσουν πέντε με δέκα χρόνια για να μπορέσουν αποστασιοποιημένα οι συγγραφείς να γράψουν γι’ αυτό, αλλά βρίσκει ενδιαφέρον για τον συγγραφέα να ζει σε ταραχώδεις εποχές.

Ο πολυδιαβασμένος συγγραφέας Ιαν Ράνκιν εμπιστεύεται τη φαντασία των αναγνωστών του. Δεν αποκαλύπτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των διάσημων πρωταγωνιστών του, Ρέμπους, Φοξ και Κλαρκ, αλλά τους κοιτάζει κατάματα, γνωρίζει το βλέμμα τους και το πώς σκέφτονται. Τα υπόλοιπα είναι «δουλειά» του αναγνώστη. Το ίδιο πιστεύει και για τη βία. Δεν χρειάζεται να την αφηγηθείς εξονυχιστικά· ένα στοιχείο που ενεργοποιεί τη φαντασία, είναι αρκετό.

Επειτα από 25 πολύ επιτυχημένα παγκοσμίως μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων, ένα graphic novel και ένα non-fiction βιβλίο, γράφει ακόμα γιατί τον διασκεδάζει, τον κρατάει νέο, τον θεραπεύει και θέλει να βρίσκει ένα νόημα σ’ αυτόν τον κόσμο. Οι συγγραφείς, ο ίδιος λέει, είναι σαν μικρά παιδιά που αρνούνται να μεγαλώσουν και συνεχίζουν να παίζουν με τους φανταστικούς τους φίλους.

Ο Ιαν Ράνκιν, ζεστός, με χιούμορ, με συγκροτημένη σκέψη, με φυσική περιέργεια, από κοντά είναι αυτό που γράφει: ενδιαφέρων δηλαδή, όπως ο τρόπος που αφηγείται και διερευνά την πραγματικότητα στα βιβλία του.

– Είναι το νουάρ για τον 21ο αιώνα ό,τι ήταν το μυθιστόρημα για τον 19ο αιώνα;

– Το μυθιστόρημα σήμερα έχει ανταγωνισμό. Τον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν ταινίες, δεν υπήρχε μουσική βιομηχανία, οι άνθρωποι δεν έπαιζαν βιντεοπαιχνίδια, δεν ξόδευαν ολόκληρη τη ζωή τους στο Διαδίκτυο. Ομως η βασική ανάγκη που έχουν οι άνθρωποι για ιστορίες είναι ακόμη εδώ. Αγαπάμε τις ιστορίες, είναι αλήθεια, από την εποχή των σπηλαίων. Μιλούν για τον εαυτό μας και για τον κόσμο, μαθαίνουμε για τη φύση του ανθρώπου. Από το αστυνομικό μυθιστόρημα μαθαίνουμε κάτι για την πολιτική, για τον πολιτισμό. Ωστόσο είναι αυτή την εποχή τόσο πολύ δημοφιλές, γιατί είναι διασκεδαστικό, μπορείς να δραπετεύσεις από την πραγματική σου ζωή και να βρεθείς σε έναν συναρπαστικό κόσμο όπου οι άνθρωποι διακινδυνεύουν, αλλά θέτει επίσης ερωτήματα ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά.

– Γιατί ένας αστυνομικός όπως ο Ρέμπους ή ο Φοξ είναι σε θέση να ενσαρκώσει καλύτερα τα ηθικά διλήμματα με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι;

– Οταν άρχισα να γράφω βιβλία, ήθελα να μιλήσω για τη σύγχρονη κοινωνία, για την πόλη εκείνης της εποχής, για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι τότε. Ο ντετέκτιβ ήταν το ιδανικό πρόσωπο για να εξερευνήσει όλον αυτό τον κόσμο, γιατί έχει πρόσβαση σε κάθε στρώμα της κοινωνίας, από τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες στην κορυφή μέχρι τους στερημένους, όλους όσους η κοινωνία ξεχνάει. Σε ρεαλιστική βάση, ο αστυνομικός μπορεί να τους επισκεφθεί και να τους ερευνήσει και ως χαρακτήρες, ενώ αλλιώς είναι τόσο δύσκολο να καλύψει κανείς μια τόσο ευρεία γκάμα. Γι’ αυτό άρχισα να γράφω αστυνομική λογοτεχνία. Ο ντετέκτιβ μπορεί να εξετάσει την κοινωνία από την κορυφή έως τη βάση της. Το πιο μεγάλο ηθικό ζήτημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπη ξανά και ξανά η αστυνομική λογοτεχνία είναι γιατί ο άνθρωπος συνεχίζει να διαπράττει εγκλήματα. Αυτή είναι η βασική ερώτηση. Γιατί κάνουμε τόσο φοβερά πράγματα ο ένας στον άλλον. Είναι πολύ απλή ερώτηση, αλλά είναι τόσο σύνθετη η απάντηση.

– Να ερευνάς το κακό, να γράφεις γι’ αυτό, να μελετάς την εγκληματικότητα, να την αφηγείσαι, τι μπορεί να σου πει για την ανθρώπινη ψυχή;

– Πολύ συχνά η αστυνομική λογοτεχνία γυρίζει πίσω στα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα της Βίβλου, αναζητώντας τη ρίζα των εγκλημάτων. Μοιάζει κάποιες φορές με ιστορία ηθικού περιεχομένου, με διδακτικό παραμύθι ή μύθο. Λέει τότε στον αναγνώστη: «Τι θα έκανες σε μια τέτοια περίπτωση; Θα μπορούσες να σκοτώσεις κάποιον; Και πώς θα ένιωθες άμα είχες σκοτώσει κάποιον;». Τον βάζει σε μια κατάσταση που θα ήλπιζε να μη βρεθεί ο ίδιος στην πραγματική του ζωή. Ομως, την ίδια ώρα τον ρωτάει σε τι κόσμο ζει, τι είδους αστυνομία έχει, τι αστυνομία χρειάζεται, εάν η κοινωνία έχει το έγκλημα που της αξίζει. Για τον καπιταλισμό ως σύστημα, εάν δεν υπήρχε κεφάλαιο, δεν θα υπήρχε έγκλημα… Μπορείς να έχεις έναν τέλειο κόσμο; Και το θέμα είναι ότι οι άνθρωποι δεν είμαστε τέλειοι, δεν είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε τέλειοι. Και αυτό μας κάνει ενδιαφέροντες. Γι’ αυτό οι ντετέκτιβ στην αστυνομική λογοτεχνία τείνουν να είναι κατεστραμμένοι, σύνθετοι, σκοτεινοί, μελαγχολικοί. Χρειάζονται ανθρώπινα επίπεδα. Σκεφτείτε να ζούσαν σε απόλυτα ευτυχισμένους γάμους, να γυρνούσαν σπίτι το βράδυ με τα παιδιά τους και να δειπνούσαν, θα μας ήταν εντελώς αδιάφοροι.

– Η οικονομική κρίση αποκάλυψε για τον δυτικό κόσμο και τα αδιέξοδα του ορθολογισμού, δεν νομίζετε; Η λογοτεχνία αφουγκράζεται νωρίτερα το τι συμβαίνει στον κόσμο;

– Εξαρτάται από τη φύση του συγγραφέα. Κάποιοι γίνονται συγγραφείς γιατί θέλουν να διασκεδάσουν, άλλοι γιατί θέλουν να εξηγήσουν τον κόσμο ή να εξετάσουν τις διαστρωματώσεις της κοινωνίας, ή το τι πηγαίνει στραβά.

Συνταγή επιτυχίας

«Η αστυνομική λογοτεχνία δεν επιδοτείται από την πολιτεία. Πρέπει να πουλήσεις βιβλία, αλλιώς δεν έχεις θέση στον χώρο. Πρέπει να διασκεδάσεις τους άλλους. Δεν μπορείς να είσαι όπως ένας δοκιμιογράφος. Δεν μπορείς να πεις στους ανθρώπους απλώς “αυτό είναι κακό, μην το κάνεις”. Εχεις να αφηγηθείς μια περιπετειώδη διασκεδαστική ιστορία. Εάν θέλεις, μπορείς να μιλήσεις για σοβαρά ζητήματα. Εάν το θέλεις. Αν όμως αρχίσει να βαριέται ο αναγνώστης, γιατί δεν γράφεις με έναν τρόπο διασκεδαστικό, τότε απέτυχες. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να έχεις πραγματικά πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες και μια συναρπαστική ιστορία. Τα υπόλοιπα έρχονται μετά».

Μαθητευόμενος μάγος στον πλανήτη Αλλ

Η λέξη είναι δύσκολη. Ωραία την έλεγε ο αείμνηστος Αντρέας και αλάλαζαν τα πλήθη, αλλά στην πράξη θέλει ζόρι. Αλλαγή. Ναι. Ας πούμε έχει κρίση, διεθνή οικονομική. Κι εσύ κάποια στιγμή χάνεις τη δουλειά σου. Μπορεί να κοντέψεις να χάσεις και το σπίτι σου. Μπορεί να θέσεις σε κίνδυνο και τις ανθρώπινες σχέσεις σου. Στην αρχή δεν θέλεις να ταράξεις τίποτα. Εκείνο που ζητάς, είναι να μείνουν όλα ως έχουν. Να μην κουνηθεί χιλιοστό η καθημερινότητά σου, οι συνήθειές σου. Κι αυτό γιατί σου δίνει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Αλλά, φευ, αυτό δεν μπορεί να το κράτησεις για πολύ, όσα κόλπα κι αν σκαρφιστείς.

Και σιγά σιγά αλλάζουν όλα. Χωρίς να μετακινηθείς και πολύ. Ίσα που σταματάς να κάνεις την καθιερωμένη σου ώρα το συνηθισμένο σου δρομολόγιο προς το χώρο εργασίας. Το τεράστιο κενό που δημιουργείται αυτομάτως σου επιτρέπει να τα δεις όλα αλλιώς, να τα σκεφτείς από άλλη οπτική. Και οι δυσκολίες σε πιέζουν. Και ο χρόνος είναι χρήμα, αλλά εσύ έχεις πολύ χρόνο και καθόλου χρήμα. Κι αρχίζουν οι άνθρωποι από γύρω να ξεκαθαρίζουν. Δεν τους μπορείς όλους. Θες μόνο τους ουσιαστικούς, εκείνους που ξέρουν τι να πουν την κάθε στιγμή. Ο θόρυβος παρακαλάς να μείνει απέξω. Και μένει. Κι αυτή η ησυχία μετά είναι μεγάλο πράγμα. Πότε πολύ ανησυχητική και πότε σε οδηγεί σε νέα βάθη του εαυτού σου. Τι σου αξίζει; Ποιοι άνθρωποι; Ποια ζωή; Ποια καθημερινότητα; Έχεις πολύ χρόνο να το σκεφτείς. Ατέλειωτα πολύ.

Έχουν ήδη αλλάξει όλα. Συμπεριφέρεσαι αλλιώς. Όπως δεν σε έχουν συνηθίσει οι άλλοι. Και τους ενοχλείς, δεν σε αντέχουν και πολύ, είσαι πολύ ριζοσπαστικός πια για τα νεύρα τους. Γιατί επιδιώκεις να επιβιώσεις, χωρίς να υφίστασαι τις καθημερινές μικρές τους απώλειες που σε σιγοτρώνε. Θες χαμόγελα, θες καλή διάθεση, θες καλοσύνη, θες ηρεμία, θες καινούρια πράγματα -όχι υλικά, τέτοια δεν ήθελες ποτέ, αλλά τα είχες, περίσπαση κι αυτά- θες νέες ιδέες, θες καινούριες πράξεις, θες τόλμη, θες το καλύτερο, όχι μόνο το απλώς καλό. Ξέρω, ακούγεται σαν διαφήμιση. Είναι διαφήμιση. Της ζωής.

Και η ζωή είναι όλο αναταράξεις, όμορφα ξέφωτα, σκοτάδια που συνήθως τα ξέρεις μόνον εσύ -τα ομαδικά σκοτάδια δεν τα προτίμησες ποτέ- δάση με οξυγόνο, θάλασσες με ατέλειωτους ορίζοντες, κύματα, καταιγίδες, αέρηδες που σε παίρνουν και σε σηκώνουν. Αυτό είναι ζωή. Όχι ακύμαντη κι ανέφελη καθημερινότητα βουλιαγμένη μόνο σε ένα επιφανειακό άγχος που σου κλείνει την αναπνοή και σε λιγοστεύει. Κι εκεί που έχεις τον πολύ χρόνο, αρχίζεις να τα μετακινείς όλα, αντικείμενα στο χώρο, πράγματα στο σπίτι, σκέψεις στο μυαλό, συναισθήματα, κομμάτια του σώματός σου ακόμη. Όλα τα κουνάς. Να δεις τι θα γίνει. Σε ό,τι έχεις τον έλεγχο, επιχειρείς νέα ανάγνωση. Από στυγνό ορθολογισμό και νομοτέλεια. Να δεις τα καινούρια αποτελέσματα.

Ας πούμε, δεν σε γνωρίζουν πια οι παλιοί, άλλαξες, λέει, οπτικά οι απέξω απέξω λένε, δεν σε αναγνωρίζουν και οι μέσα μέσα που τους ξεβόλεψες κι άλλαξες τα δεδομένα. Εσύ είσαι όντως; Γιατί δρας έτσι; Ποιος είσαι; Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και ώρες ώρες δεν γνωρίζεις κι εσύ ποιος είσαι. Γι’ αυτό τα κάνεις όλα. Για να μάθεις. Ε, σκοντάφτεις τον πρώτο καιρό πάνω στο έπιπλα που έβαλες σε άλλη θέση, σκουντουφλάς στις γωνίες, τρως και καμιά γερή τούμπα, όλα μέσα στο πρόγραμμα είναι. Και με τους ανθρώπους, τώρα που αποφάσισες να αλλάξεις γραμμή πλεύσης, πατάς καμιά μπανανόφλουδα, αλλά πώς αλλιώς θα ήταν ζωή; Βρίσκεσαι στον πλανήτη Αλλ, αυτόν που σου επιτάσσει η Αλλαγή. Δεν είναι εύκολα εδώ. Πρέπει να επανεφεύρεις τον εαυτόν σου. Αλλά αξίζει τον κόπο.

(Ήτανε, βλέπεις, κι εκείνος ο καιρός που είχες βουλιάξει χρόνια μέσα στην οθόνη. Κι έχανες την πραγματικότητα. Κάποια στιγμή άρχισαν σιγά σιγά να αποσύρουν τους δημοσιογράφους και κάποια στιγμή σου πήραν από μπροστά σου και την οθόνη. Προηγουμένως, είχες χάσει μόνος σου την πραγματικότητά σου. Να τα λέμε κι αυτά. Τώρα, είσαι πάλι μπροστά σε μια 3D πραγματικότητα κι απλώνεις το χέρι να την πιάσεις. Πρόσεχε την οθόνη. Ταράζεσαι μόνο με τις εναλλαγές μπροστά σου. Κι ας σε παίρνει ο ύπνος στις μάχες…)

Στα καζάνια του εαυτού σου ανακατεύεις νέα υλικά, τα παλιά τα ρίχνεις και ζωντανεύεις τη φωτιά. Μαθητευόμενος μάγος. Κοχλάζει έτσι η ζωή. Κάπως σαν την Ιστορία που σαν να σαλεύει, λέει, πάλι και δεν έχει πεθάνει. Και κάτι αρχίζει να κινείται. Και σηκώνει αντιδράσεις από κει που είχαν πέσει να πεθάνουν ζωντανοί όλοι. Να δεις που σε λίγο θα χρειαστούν πάλι και οι δημοσιογράφοι. Και τι θα κάνουμε τότε; Μπορεί και για πρώτη φορά στη ζωή σου να εναρμονίστηκε η μικροσκοπική ασήμαντή σου προσωπική ιστορία με την τεράστια αδηφάγα Ιστορία. Ποιος ξέρει;

Στον πλανήτη Αλ

Όπου Αλ, βλέπε αλαζονεία για αρχή. Ας ξεκινήσω με κάτι ζεστό. Απ’ αυτά που τσουρουφλίζουν. Γιατρός ανακοινώνει σε μελλοθάνατο -όλοι είμαστε- το βέβαιο θάνατό του. Επεξηγημένο επιστημονικά. Το δικό μου φιλολογικό μυαλό ωστόσο λέει ότι ο άνθρωπος ζει ακόμα και όχι μόνο αυτό ούτε ο γιατρός ούτε εγώ που γράφω τώρα, δεν ξέρουμε πότε θα αποδημήσουμε. Ο γιατρός ένιωσε σπουδαίος. Είχε εκπληρώσει το ρόλο του. Μόνο που φοβάμαι δεν αναρωτήθηκε ποτέ ποιος είναι ο ρόλος του. Εγώ στα μάτια των γιατρών θέλω να βλέπω θεραπευτές όχι προπομπούς. Ας πούμε, άσε με να φύγω από το ιατρείο σου, ακόμη κι αν πεθαίνω, με την αίσθηση ότι κάπου με γιάτρεψες, με θεράπευσες, μου έκανες καλό. Ακόμη κι αν με άφησες να ψυχανεμιστώ τη σκληρή αλήθεια. Αλλά να μου πεις πότε θα πεθάνω; Άσε με να σε διαψεύσω. Άσε με να προχωρήσω πέρα από τον πλανήτη της Αλαζονείας σου.

Τελευταία, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, ίσως ας πούμε ότι μεγαλώνω κι αυτό με φέρνει πιο κοντά στη φθορά, άρχισα να παρατηρώ πόσο αντιστέκονται οι άνθρωποι στην αλλαγή. Δεν βγάζω την ουρά μου απέξω, αλλά όποιος με ξέρει, καταλαβαίνει ότι ακόμη κι αν πω το πιο άκαμπτο όχι και να το φέρω σε πέρας μέχρι αηδίας, θα βρω έναν τρόπο να το κάνω ένα τεράστιο ναι σε κάτι άλλο. Δεν έχω άλλο δρόμο να επιβιώσω ψυχικά, είναι ανάγκη. Κι άρχισα παρατηρώντας λοιπόν να διαπιστώνω πόσοι άνθρωποι, ιδίως μεγάλης ηλικίας κι αυτό είναι το αξιοπρόσεκτο, δεν έχουν καταφέρει να βρουν ένα σκοπό στη ζωή τους, να καταλάβουν ποιοι είναι, τι φέρουν πάνω τους. Με λίγα λόγια δεν έχουν εκπληρώσει τον εαυτόν τους γιατί απλώς δεν τον γνώρισαν. Δεν ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτό. Κι αν το έκαναν κάποια στιγμή, πήραν τα επιτευγματά τους και μετακόμισαν στον πλανήτη Αλ.

Μα κατοικώντας την αλαζονεία, έχεις χάσει τα μισά. Έχεις χάσει αυτόν που μπορείς να του δείξεις γενναιοδωρία και άρα να λάβεις τεράστια ικανοποίηση. Έχεις χάσει αυτόν που θα φανεί μαζί σου γενναιόδωρος, άρα έχεις απωλέσει μια πολύ μεγάλη χαρά και εύνοια. Το πιο δύσκολο είναι να μάθεις να παίρνεις. Ούτε ακατάδεκτα ούτε σαν αρπακτικό ούτε με υστεροβουλία ούτε με τίποτα. Απλώς να μην αγνοήσεις, να μην σνομπάρεις τη στιγμή που θα έρθει κάτι στη ζωή σου, να μην το χάσεις, βρε παιδί μου, επειδή βούταγες μέσα στο θησαυροφυλάκιο του εγωισμού και της αλαζονείας σου. Κι αυτό έχει να κάνει με την αλλαγή. Το να επιμένεις σε κάτι σώνει και καλά που το βλέπεις ότι σε απομακρύνει από τους άλλους, σε απομονώνει, σε κάνει να νιώθεις για λίγο ανώτερος, χωρίς να σκύβεις μέσα σου να δεις άμα ανταποκρίνεται στην αλήθεια και την πραγματικότητα, ε, αυτό σε τρώει εκ των έσω. Σε αλώνει. Σε αλλοτριώνει. Και είναι η αδυναμία σου να αλλάξεις. Η αδυναμία μου να αλλάζω. Γιατί δεν αλλάζουμε μια φορά και μετά πεθαίνουμε, αυτό ήτανε. Περιέργως όσο γράφω το κείμενο, κάνω και αναγωγές, ακόμη και στην πολιτική τούτη την ώρα. Χωράει.

Και στον αντίποδα, βλέπω κάτι ωραίους ανθρώπους που δίνουν τον εαυτόν τους γενναιόδωρα χωρίς να σου υπενθυμίζουν πόσο μεγάλοι είναι, είναι και το ξέρουν, και δεν εννοώ σε ηλικία. Φτάνει να είσαι ό,τι είσαι και ας το ξέρεις εσύ, μόνον εσύ, ιδίως εσύ. Όλοι οι άλλοι είναι περιττοί. Μια μέρα θα δεις ότι μαζί με σένα το ξέρανε όλοι, απλώς δεν στο πετάγανε στα μούτρα. Αυτούς να φοβάσαι που σου αναγνωρίζουν κάθε μέρα με προσωπική υστεροβουλία ή κυρίως από ανασφάλεια, πόσο μεγάλος είσαι. Σε μικραίνουν τόσο που χωράς στην τσέπη τους και σε ξεπουλάνε. Αλλά χωράς, μωρέ;

Ας ελπίσουμε πως όχι. Γιατί με τον πλανήτη Αλ, δεν μπορείς να ξέρεις ποτέ. Είναι πλανήτης χωρίς βαρύτητα και σε αφήνει να αιωρείσαι μετέωρος. Κυρίως στη μοναξιά σου. Όχι στη μοναχικότητα. Στη μοναξιά. Της απαισιοδοξίας, του σκοταδιού, του δεν γίνεται τίποτα άλλο αλλιώς. Εκτός κι αν την αλαζονεία την κάνεις αλλαγή δική σου και τότε σου βγάζω το καπέλο. Μπορεί να συναντηθούμε εκεί πάνω στις αλλαγές του ο καθένας, αλλά στον πλανήτη αυτόν του Αλ, δεν θα πάρω διαστημόπλοιο να ρθω να σε χειροκροτήσω, κατέβα στη γη και θα τα πούμε, θα ατενίζουμε από κει τ’ αστέρια. Έτσι, γιατρέ; Δεν μπορείς να ξέρεις πότε σβήνει ένα αστέρι… Συγχώρα με που δεν είμαι επιστήμονας.

Όταν έκλαψε ο Αλλάχ στην Ευρώπη του φόβου

«Όταν έκλαψε ο Αλλάχ στην Ευρώπη του φόβου»

Μια γυναίκα με αμφίεση που προδίδει τη μουσουλμανική της ταυτότητα σέρνει ένα καροτσάκι με ένα μωρό. Στο κέντρο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας ή στα προάστιά της. Στην Ευρώπη του Καμύ και του Κάφκα, του Μπέκετ και του Ιονέσκο, αυτή η φιγούρα κρύβει ένα αίνιγμα. Ο «ξένος», ο «άλλος», μέσα στην ευρωπαϊκή κοινωνία, συχνά αόρατος, πρόσφυγας ή μετανάστης. Με χαρτιά ή χωρίς. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;

Από πού έρχονται; Τι έχουν περάσει; Τι σκέφτονται; Πώς βλέπουν τους εαυτούς τους και τους άλλους; Υπάρχει χώρος γι’ αυτούς; Σ’ αυτόν τον ερμητικά άγνωστο για μας κόσμο τους, τι απογίνονται τα παιδιά τους όταν μεγαλώνουν; Εκείνο το μωρό στο καροτσάκι πού θα καταλήξει; Ανάμεσα στον φόβο και το μίσος ή στην άλλη πλευρά;

Ο ορθολογισμός μας φτάνει για να καταλάβουμε τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και τον κόσμο; Εάν κάτι έχει κερδίσει η Ευρώπη του Διαφωτισμού είναι να μπορεί να αμφιβάλλει και κυρίως να αναρωτιέται για τον ίδιο της τον εαυτό, ακόμη κι όταν πληγώνεται ανεπανόρθωτα στις ματωμένες σελίδες της εφημερίδας Charlie Hebdo. Ιδίως τότε. Η μυθοπλασία, η αφήγηση είτε μέσω της λογοτεχνίας είτε μέσω της κινηματογραφικής εικόνας ή της θεατρικής ανάσας κατορθώνει να αφουγκράζεται αυτό που βράζει στα ενδότερα των κοινωνιών, προτού ακόμη ομολογηθεί.

Φετφάς και φανατισμός

Ο Ζαν-Κλοντ Ιζό σχεδόν μία δεκαετία νωρίτερα, 1995-1996 και 1998, από την εκδήλωση της γαλλικής ιντιφάντα το 2005, κυκλοφορώντας τα τρία έργα του που αποτελούν την εμβληματική πια Τριλογία της Μασσαλίας («Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», «Το Τσούρμο», «SOLEA» [εκδ. Πόλις]), είχε κάνει ανατομία της γαλλικής κοινωνίας. Πώς οι φανατικοί ισλαμιστές έβρισκαν χώρο να υπάρξουν μέσα στη φτώχεια, την ανεργία και την απομόνωση των μεταναστών και των παιδιών τους. Πώς ο ρατσισμός κέρδιζε έδαφος στη χώρα με τον μεγαλύτερο μουσουλμανικό πληθυσμό επί ευρωπαϊκού εδάφους.

Μία δεκαετία νωρίτερα, το 1989, όταν κυκλοφορούσαν οι «Σατανικοί στίχοι» του Σαλμάν Ρουσντί, δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ήταν η πρώτη σπίθα –και τόσο σοκαριστική με τον φετφά εντολής δολοφονίας του– στη φωτιά του φανατισμού που θα άρχιζε να σιγοκαίει. Τα βιβλία ενοχλούν πάντα, από το «Γυμνό γεύμα» (1959) του Μπάροουζ –κι εκείνη την αδιανόητη τότε «Ισλάμ Α.Ε.» που επαληθεύεται ως χρησμός από το μέλλον– μέχρι τα σκίτσα της Charlie Hebdo. Ισως γιατί οι λέξεις στις λευκές σελίδες αποκαλύπτουν όσα ταμπού κρατάνε κλειδωμένα εντός τους οι κοινωνίες. Είναι κι αυτός ο θυελλώδης Μισέλ Ουελμπέκ που χτύπησε πρώτη φορά με το «Plateforme», το 2001, γράφοντας και μιλώντας εναντίον του ισλαμισμού, με την ιστορική συγκυρία της 11ης Σεπτεμβρίου τότε να σημαδεύει για πάντα τον κόσμο. Και πάλι βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα ο ίδιος, με την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Υποταγή» την ώρα που ο κόσμος συγκλονίζεται από μια «11η Σεπτεμβρίου», αυτή τη φορά στα σπλάγχνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της γαλλικής κουλτούρας.

Φονταμενταλισμός

Ενας συγγραφέας αναδύεται μέσα από τις φλόγες της βίας και του μίσους, ο Γιασμίνα Χάντρα, ο οποίος αναγκάζεται να γράφει με το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο, ως πρώην στρατιωτικός στην Αλγερία που κατέφυγε στο Μεξικό και ύστερα στη Γαλλία. Σε βιβλία του όπως «Τα χελιδόνια της Καμπούλ» (εκδ. Καστανιώτης) και «Τρομοκρατικό χτύπημα» (εκδ. Καστανιώτης), μιλάει για τους θρησκευτικούς πολέμους της σύγχρονης ιστορίας, στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν και στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή.

Την ίδια στιγμή, ο Ταρίκ Αλι, δημοσιογράφος, συγγραφέας και κινηματογραφιστής, με μια πενταλογία ιστορικών μυθιστορημάτων με θέμα το Ισλάμ (το τελευταίο της σειράς κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2010 με τον τίτλο «Η νύχτα της χρυσής πεταλούδας», εκδόσεις Αγρα), επιχειρεί ένα ταξίδι στους δρόμους της μνήμης ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Τη σαγήνη επιστρατεύει και ο Ναντίμ Ασλάμ –από τη νεότερη γενιά– που γεννήθηκε στο Πακιστάν και ζει στην Αγγλία. Με τα βιβλία του «Σβησμένες ψυχές» και «Ο χάρτης των χαμένων εραστών» (εκδόσεις Τόπος), ξεδιπλώνει τις ιστορίες του για το Αφγανιστάν και το Πακιστάν που αποκαλύπτουν όλο το μέγεθος της φρικαλεότητας του φανατισμού και τις διαστάσεις που μπορεί να λάβει ο φονταμενταλισμός από όπου κι αν προέρχεται, αντιπαραθέτοντας στο Κακό την ομορφιά της Ανατολής, τη μαγεία της.

Το σύγχρονο νουάρ διεκδικεί επαξίως δάφνες για το πώς έχει κατορθώσει να αποτυπώσει την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση εντός των ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Και δη το γαλλικό νουάρ, είχε ανοίξει άλλωστε τον δρόμο ο Ιζό. Το «Arab Jazz» (Karim Miské, εκδ. Πόλις) και «Το Παρίσι εν καιρώ ειρήνης» (Gilles Martin-Chauffier, εκδ. Πόλις) συνθέτουν το μωσαϊκό της πολυπολιτισμικής πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί. Το σκοτάδι φωτίζει τις αθέατες πλευρές του κόσμου μας. Στα χνάρια της επίδρασης του αστυνομικού μυθιστορήματος και «Ο Γερμανός μουτζαχεντίν ή Το ημερολόγιο των αδερφών Σίλλερ» (Μπουαλέμ Σανσάλ, εκδ. Πόλις) που ανακινεί τις πληγές της ευρωπαϊκής ιστορίας, με αποκορύφωμα της φρίκης, το Ολοκαύτωμα.
Τζιχάντ, ιστορία και μνήμη

«Η γραμματική των πολιτισμών» (εκδ. ΜΙΕΤ) του Φερνάντ Μπροντέλ είναι ένα βιβλίο που αποκαλύπτει τα θεμελιώδη του παρελθόντος για να αντιληφθούμε το παρόν και ίσως να οσμιστούμε το μέλλον. Στην ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας μέσα από τα εξασκημένα μάτια του Patrick Cockburn, ανταποκριτή της Independent στη Μέση Ανατολή, με το βιβλίο του «Η επιστροφή των τζιχαντιστών – Το Ισλαμικό Κράτος και η νέα εξέγερση των Σουνιτών» (εκδ. Μεταίχμιο), υπάρχει η απάντηση στο γιατί η Δύση έχει καταστεί ένας από τους στόχους των τζιχαντιστών. Τι έχει οδηγήσει όμως στις «Φονικές θρησκείες»; Το ομότιτλο έργο του Ελί Μπαρναβί (εκδ. Πόλις) φτάνει στα ολέθρια αποτελέσματα της βίας αλλά και στους τρόπους αντίστασης σ’ αυτήν. Από την άλλη, ο φιλόσοφος του πολυπολιτισμού, Τσαρλς Τέιλορ, είναι σε θέση να μιλήσει γι’ αυτό που απασχολεί τόσο τη σημερινή Ευρώπη, για την «Πολυπολιτισμικότητα» (εκδ. Πόλις), μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του.

Η Ανατολή και η Δύση στον κινηματογράφο

Η κινηματογραφική εικόνα είναι καταλυτική, παρόλο που όποιος διαβάσει το σπαρακτικό αριστούργημα του Νταβίντ Γκρόσμαν, δραματικά επίκαιρο, «Στο τέλος της γης» (εκδ. Καστανιώτη), ξέρει ότι έχει εισχωρήσει στις άπειρες επιστρώσεις ενός έργου για την αγάπη, τη ζωή, το μίσος, τον πόλεμο. Ταινίες όπως το «Incendies» (Μέσα από τις φλόγες) του Ντενίς Βιλνέβ, το «Ενώπιον θεών και ανθρώπων» του Ξαβιέ Μποβουά, «Ο Βούδας λιποθύμησε από ντροπή» της Χάνα Μαχμαλμπάφ, «Η πέτρα της υπομονής» του Ατίκ Ραχίμι, το «Μαζί ποτέ» του Φατίχ Ακίν καταγράφουν τη βία, τον αποκλεισμό, τον φόβο, τη μισαλλοδοξία. Η Ανατολή και η Δύση μέσα από τα σπαράγματα του φακού συναντιούνται, συγκρούονται, ματώνουν και δακρύζουν μαζί.

Ψιχουλάκια

Αφού γέμισα όλα τα ιστολόγια με φωτογραφίες, άφησα μερικές κι εδώ. Κάτι σαν ψιχουλάκια (ψυχουλάκια) που βρίσκει ο Κοντορεβυθούλης για να γυρίσει πίσω…

Ο μεταδοτικός ιός της ανάγνωσης

Πηγαίνει δευτέρα δημοτικού. Με βρήκε εύκαιρη και με έπιασε με την ακατάσχετη φλυαρία της. Μια αφήγηση που δεν μπορούσα να καταλάβω. Ανούσια για μένα. Το παιδί έκανε κανονικότατο brainstorming. Στο τέλος ήθελε και επιβράβευση: «Να σου πω το ποίμα μου (όχι ποίημα) που είπα στη γιορτή του σχολείου;». Ψιλοκακούργα εγώ βαρέθηκα και αδίστακτα είπα στη μικρή, «Όχι, περίμενε λίγο». Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και δεν το πίστευε. Ήμουν η πρώτη ενήλικη που δεν την άφησε να πει το ποίμα. Σηκώθηκα, πήγα στην παιδική μου βιβλιοθήκη και έβγαλα μια έκδοση με τους μύθους του Αισώπου. Εκείνη ερχόταν από πίσω μου, λίγο φουρκισμένη που δεν την άφησα να δώσει την παράσταση με την ακατάληπτη αφήγησή της.

Καθίσαμε στον καναπέ, άνοιξα το βιβλίο και τη ρώτησα εάν μπορεί να διαβάσει. Ξεκίνησε. Με μια ανάσα. Δυνατά. Για αρκετές σελίδες. Μέχρι που κουράστηκα. Της λέω μπορείς να διαβάζεις από μέσα σου. Τρελάθηκε με τη φράση «από μέσα σου». Δηλαδή πάλι χωρίς παράσταση και χειροκρότημα; Δεν με χώνευε πια και πολύ. Ας όψονται οι μύθοι του Αισώπου που της είχαν σπείρει το δαιμόνιο. Ήθελε να μάθει τι γίνεται παρακάτω. Της εξήγησα ότι μπορεί να διαβάζει χωρίς να την ακούνε οι άλλοι, σιωπηλά. Αυτός θα είναι ο δικός της μαγικός κόσμος που θα διαβάζει καταπληκτικές ιστορίες που οι άλλοι δεν θα ξέρουν τι διαβάζει εκείνη τη στιγμή. Το στόμα της άνοιγε διάπλατα, μαζί με τα μάτια της.

Τη σόκαρα όλο και πιο πολύ. «Και ξέρεις, μπορείς να διαβάζεις τις ιστορίες και μετά να ρωτάς τους μεγάλους για τις λέξεις που δεν ξέρεις». Αμέσως ρώτησε τι σημαίνει «περηφανεύομαι». Ο μύθος βλέπεις του λαγού και της χελώνας. Όποιος περηφανεύεται, γρήγορα ταπεινώνεται. Γιατί το «ταπεινώνεται» το ήξερε; Ρώτησε όμως μόνο το «περηφανεύεται».

«Κάθε φορά που θα έρχεσαι εδώ λοιπόν, στο σπίτι της μαμάς μου», της είπα, «μπορείς να της ζητάς ένα από τα βιβλία αυτά τα δικά μου, θα τα διαβάζεις όσο είσαι επίσκεψη εδώ, δεν θα τα παίρνεις μαζί σου, αυτή είναι η μαγική μου βιβλιοθήκη και θα σε περιμένει πάντα. Όμως όποτε πηγαίνεις με τη δική σου μαμά στα Τζάμπο -θυμήθηκα εκείνη την ακατάληπτη ιστορία που μου ξεφούρνιζε και βαριόμουνα να την ακούω- θα ζητάς αντί για εκείνη την κούκλα που έκανε 50 ευρώ και δεν στην πήρε, να σου αγοράζει παραμύθια και βιβλία. Είναι πιο φτηνά. (Και άρα πιο ακριβά). Τα βιβλία ανοίγουν μπροστά σου άπειρους μαγικούς κόσμους». Η μικρή με κοίταζε με ανοιχτό το στόμα. Μόλις την είχα μολύνει με τον ιό της ανάγνωσης. Ντροπή μου. Δεν λυπήθηκα άλλο ένα παιδί… Αδίστακτη αναγνώστρια…

Κορδέλα γέλιου. Πολύχρωμη, όχι μαύρη.

Το γέλιο είναι που οι απολυταρχισμοί θέλουν να ελέγξουν. Να το καταστείλουν. Να το εξαφανίσουν. Τότε αισθάνονται δυνατοί. Νομίζουν ότι απλώνουν τη μαύρη τους κορδέλα και μας πνίγουν, μας φιμώνουν. Οι σκιτσογράφοι όμως όλου του κόσμου -ακόμη κι αυτοί που έχουν χρόνια φύγει από κοντά μας- κρατάνε στα χέρια τους εκτός από το αιχμηρό μαύρο πενάκι τους, όλα τα χρώματα της ζωής, όλες τις αποχρώσεις: είναι οι δονήσεις του γέλιου, η λάμψη στα μάτια.

Ο θάνατος δεν μπορεί παρά μόνο πρόσκαιρα να σκορπίσει πόνο. Είναι πεπερασμένος. Δεν το σκέφτονται οι υπερασπιστές του. Το γέλιο όμως δεν σβήνει. Τα πενάκια που περνάνε από γενιά σε γενιά και κυρίως αυτά τα κοφτερά μυαλά που σκέφτονται μόνο τη σάτιρα, την ειρωνεία, την ανατροπή της οδυνηρής πραγματικότητας, αστράφτουν. Ακόμη και πάνω από τα ποτάμια του αίματος.

Στο φέρετρο του πολυαγαπημένου μου σκιτσογράφου που έσβησε νέος στην ψυχή μέσα στο βαθύ του γήρας, ο δισέγγονός του έβαλε μαζί μια πολύχρωμη ζωγραφιά. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Εκείνη την πολύχρωμη κορδέλα. Του γέλιου.

Ο φίλος μου πίστευε μόνο σ’ αυτόν το θεό: το γέλιο. Και το υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή, ακόμη και στις πιο τραγικές του προσωπικές στιγμές, όπως μου διηγούνταν. Νομίζω ότι σήμερα περίμενε τους συναδέλφους του κάπου εκεί στην ουτοπία των σκιτσογράφων και τους φόρεσε τη χρωματιστή του κορδέλα. Συνεχίζουν απτόητοι τη δουλειά σκυμμένοι στα σκίτσα τους, προκειμένου να μην σβήσει το γέλιο από τον κόσμο.

Ως ελάχιστος φόρος τιμής, τέτοια μέρα.

Τι ψυχή έχει ένα λινκ; Στον καιρό της αντιγραφής ή παραχάραξης άνευ παραπομπής…

Από τον Ιανουάριο του 2000 στην έντυπη δημοσιογραφία, βλέπουν πολλά τα μάτια μου. Κι αυτά που διαπιστώνω τα μοιράζομαι ενίοτε. Η δημόσια γραφή είναι ο τρόπος που ξέρω. Ετούτος εδώ ο προσωπικός χώρος σε δημόσια θέα -ας πούμε κάτι σαν κήπος- της έκφρασής μου με λέξεις και φωτογραφίες, συνήθως είναι πολύ καλά προστατευμένος χάρη στο σεβασμό των αναγνωστών του. Δεν γράφω για τον εαυτό μου, γράφω για να διαβαστώ, αλλά γράφω με το όνομά μου σε αυτή τη συγκεκριμένη διεύθυνση την ηλεκτρονική. Όποιος αναδημοσιεύει κείμενό μου -ιδίως χωρίς να ερωτηθώ ή να ενημερωθώ-, πόσο δύσκολο είναι να κάνει αναφορά στην πηγή, με την ανάλογη παραπομπή, κοινώς λινκ;

Εάν όχι επειδή σέβεται εμένα, επειδή σέβεται τον εαυτόν του. Ας το σκεφτεί εκ του πονηρού: μια μέρα εγώ μπορεί να γράψω κάτι εξωφρενικό κι εκείνος να το αναδημοσιεύσει και να εκτεθεί. Τι ψυχή έχει ένα λινκ; Και να είναι όλα ωραία και καλά. Μια απλή αναζήτηση στο google αρκεί. Είναι κάπως άκομψο το λιγότερο, ιδίως τον καιρό της ανεργίας σου, να βλέπεις κείμενά σου αναδημοσιευμένα χωρίς να τηρείται στοιχειώδης ψηφιακή -εάν όχι δεοντολογία- τότε ευγένεια.

Επειδή όμως «Η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης», κατά Mayer, όπως ορθά χρησιμοποιεί ως προμετωπίδα της και η Ένωση της οποίας είμαι μέλος τα τελευταία δέκα χρόνια, αναγκάζομαι να κάνω εγώ μια υποτυπώδη αποδελτίωση μέχρι την ώρα που γράφεται και δημοσιεύεται αυτή η ανάρτηση και να βάλω τα πράγματα στη θέση τους. Ελπίζω να μην χρειαστεί να εμπλουτίσω τη λίστα:

1.)Με παραχαραγμένο τίτλο και χωρίς πηγή δημοσίευσης υπάρχει μια ιστοριούλα μου εδώ,  (http://enloutrakio.gr/2014/10/18/19974)  με το όνομά μου, αφήνοντας την εντύπωση ότι το έχω παραχωρήσει εγώ που φυσικά και δεν το έχω κάνει, όταν το κανονικό κείμενο-παραμύθι δημοσιεύτηκε πρωτότυπα εδώ (http://issuu.com/metropolisnews/docs/mitropolitikes_istories_5/6), με τον τίτλο «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι» και με εξαίρετη εικονογράφηση. Το κείμενο έξω από το αρχικό συλλογικό concept δείχνει αποκομμένο και δεν στέκεται.

2.)Και φυσικά εδώ (http://www.limnosfm100.gr/istories/item/11128-o-sofos-dyosmos.html#sthash.t1YAsCSH.dpbs) η δημοσίευση προκαλεί ίλιγγο. Υπάρχει το όνομα συντάκτριας αρμόδιας του εν λόγω μέσου και κειμένου που (ανα)δημοσιεύει -αλλά δεν το λέει- κείμενό μου με το όνομά μου χωρίς λινκ και χωρίς να το γνωρίζω . Πρόκειται για ένα προσωπικό κείμενό μου από το μπλογκ (https://scalidi.wordpress.com/2014/12/14/%CE%BF-%CF%83%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%82-%CE%B4%CF%85%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82/). Σκεφτείτε να ήταν και καμιά είδηση… Η ειρωνεία είναι ότι το κείμενο μιλάει για την οικοδόμηση μιας νέας εμπιστοσύνης. Ας ξεκινήσουμε από τον εαυτόν μας, λοιπόν.

Τζίντζερ και λεμόνι

Το μιξεράκι άρχισε να αλέθει τις λεμονόφλουδες με τη ζάχαρη και μέσα το τζίντζερ. Αναδύθηκε όλος ο κόσμος. Μέσα στα αιθέρια έλαια, μέσα στο άρωμα. Αυτή ήταν φέτος η χρονιά μου, στην αρχή ζαχαρωμένη, μετά τζίντζερ την έκανε πιπεράτη και στην πορεία πολύ λεμόνι να σου τσούζει τα μάτια. Το λεμόνι με τα αντιοξειδωτικά του να  απομακρύνει ό,τι δεν αντέχει. Κι έτσι έφτιαξα τα ωραιότερα μπισκοτάκια, με τζίντζερ και λεμόνι. Μια καινούρια παράδοση χριστουγεννιάτικη, εμένα που με μελαγχολούν οι γιορτές, με ανεβάζει ό,τι είναι να φτιάξω. Και χαίρομαι πια.

Πέρυσι σου ‘φερνα μια πράσινη πέτρα για να δεις. Της περιπέτειας. Φέτος έφτιαξα την πιο ωραία χρυσόσκονη να πασπαλίσω τη ζωή μου και να την φυσήξω μέσα στην καρδιά μου και στην καρδιά αυτών που με αγαπάνε. Με ζάχαρη. Κι ακούω τις μουσικές που είναι παιγμένες μόνο για μένα. Ε, μόνο για μένα. Και ρέουν όλα. Κυλάνε. Το αποτύπωμα που άφησες στην πλάτη μου, τέτοιος χρόνος που ήσουν -άχρονος, πονάει για να μου θυμίζει. Όχι για πολύ. Οι μυς δυναμώνουν όπως δεν θα το πίστευα. Ο πόνος σε κάνει να καταλαβαίνεις ότι είσαι ζωντανός. Ναι, είμαι.

Το σπίτι έχει γεμίσει λεμόνι, κανέλα, ζάχαρη, τζίντζερ. Οι βολβοί μου σκάνε από το χώμα. Κι άλλη νέα ζωή. Όλο νέα ζωή. Προς αυτή πάμε. Προς τον κόσμο που καίει και στραφταλίζει σαν ζάχαρη στο φούρνο, σαν άμμος στη θάλασσα. Με περιμένουν οι νέες μου θάλασσες, άσε με να φύγω. Φυσάει το αεράκι, ξεκόλλησε το καραβάκι μου από την άμμο. Τα βότσαλα λαμπυρίζουν. Κι η δική σου πράσινη πέτρα πέφτει στο νερό και κάνει όλο κύκλους, πέφτει και ξαναπέφτει. Και δεν τελειώνει, μέχρι το τέλος.

Χτίζω τους καινούριους μου κόσμους. Σε ρυθμό σπείρας, μια συνεχής αναγέννηση. Τα κοχύλια μου θεμελιώνουν μέσα στις γλάστρες ζεστασιά καλοκαιριού. Την άλλη μέρα του Δεκαπενταύγουστου έκαιγε η αγάπη και ο έρωτας σ’ ένα νεκροταφείο. Ο μεγάλος καλός μου φίλος φρόντισε να μην το ξεχάσω πώς θα είναι. Να μην ζητάω τίποτα λιγότερο. Έτσι είναι μια μεγάλη αγάπη, ακόμη κι όταν ο ένας πεθαίνει. Είναι ένα δροσερό αεράκι μέσα στον καύσωνα και το λίβα. Και φυσάει στις καρδιές των άλλων. Και αυτό δεν τελειώνει με τίποτα. Απλώνει και θυμίζει στους άλλους τι να γυρεύουν. Ό,τι άλλο, είναι τόσο λίγο. Και το λίγο κράτησέ το για σένα. Εγώ τα θέλω όλα.

Η ζάχαρη ιριδίζει πάνω στα μπισκοτάκια, όπως η άμμος στις πατούσες μου. Θα πάω για μπάνιο -να μην ξεχάσω να πάρω το μαγιό μου-, εσύ φοβάσαι το νερό. Εμένα είναι νερό ο κόσμος μου. Καμιά φορά γίνομαι χρυσόψαρο στη γυάλα, αλλά έχω κάτι καλούς φίλους που μου φέρνουν βοτσαλάκια πανάλαφρα ηφαιστειακής λάβας και στρώνουν το ενυδρείο μου με νέα γη. Με ηφαίστεια που παγώνουν και γίνονται ο  καινούριος τόπος για να πατήσω και να βγω στην επιφάνεια. Η Ευτυχία το έκανε το θαύμα της φέτος. Μικρή νεράιδα. Τα μαύρα αστέρια χρειάζονται για να μεγαλώσουν στο σκοτάδι οι καινούριοι μας σπόροι. Και να βγουν στο φως. Ολόλαμπροι. Με όλα τα χρώματα. Φου λίγη από τη χρυσόσκονή μου που μυρίζει λεμόνι και τζίντζερ κι είναι γλυκιά ζάχαρη.

Ο σοφός δυόσμος

Έρχεται μια ώρα που οφείλεις στον εαυτόν σου όταν όλα καταρρέουν, να βρεις από την αρχή το κουράγιο να οικοδομήσεις μια καινούρια εμπιστοσύνη. Πρώτα προς εσένα και μετά προς τους άλλους. Ιδίως όταν αυτοί οι μαγικοί άλλοι τυχόν σε απογοητεύσουν. Είναι τότε που εισπράττεις πολλαπλάσια αποτυχία μέσα σου γιατί αισθάνεσαι ότι δεν στάθηκες άξιος να επιλέξεις το πού να δείξεις την εμπιστοσύνη σου.

Αλλά καμιά φορά η ερώτηση δεν είναι πού θα δείξεις εμπιστοσύνη, αλλά εάν θα δείξεις. Αρκεί το να πιστέψεις, λοιπόν. Τα φυτά το διδάσκουν αυτό. Ας πούμε, εσύ ποντάρεις από την αρχή στον μοσχοβολιστό κατ’ όνομα ψηλόλιγνο βασιλικό σου. Κι όλο ανεβαίνει κι όλο ανεβαίνει, δεν καταδέχεται όμως να σου χαρίσει το άρωμά του, τραβάει πεισματικά την ανηφόρα αγνοώντας τη φύση του. Ταιριάζει στις σάλτσες, ταιριάζει και στα διακοσμητικά βάζα. Σου φωνάζει από μακριά πόσο άξιος και γοητευτικός είναι για όλα, αλλά εξακολουθεί να σε αγνοεί. Εσύ υποκύπτεις στη γοητεία του, να τα πέστο, να οι διακοσμητικές συνθέσεις που σκαρφίζεσαι ματαίως, αλλά από άρωμα, τζίφος. Δεν καταδέχεται. Αλλά εσύ δεν θες να το πιστέψεις. Χειμώνιασε τι να σου κάνει ο καψερός, μέσα στα κρύα δεν μυρίζει, πάρτο απόφαση.

Και ο ταπεινός δυόσμος που τον έσωσε μυθιστορηματικά η φίλη, μέσα σε ένα σακίδιο ινκόγκνιτο, πέρασε ελέγχους αεροδρομίων, πέρασε τα πάνδεινα κι έφτασε σώος, αυτός που δεν τον έχεις σε μεγάλη υπόληψη, γιατί δεν είναι φιγουρατζής, αυτός ο τύπος λοιπόν έρχεται και κάνει κατάληψη στα ποτά σου. Σε αναγκάζει να το γυρίσεις στα μοχίτο, να εμπιστευτείς το άρωμά του, να τον βάλεις στις σάλτσες σου, να μυρίζεις τα δάχτυλά σου και να αναδύουν το αιθέριο έλαιό του. Είναι ο σοφός ο δυόσμος που και μέσα στο ξεροχείμωνο βρίσκει τρόπο να επί βιώσει. Τολμάει να γίνει βασιλικότερος του βασιλέως. Τότε από τα χαμηλά ψιθυρίζει στον αλαζονικό και πληγωτικά πληγωμένο από το χειμώνα βασιλικό «μύρισε λιγάκι, άσε λίγο άρωμα, μην φοβάσαι, αγάπη θα σου δώσουνε, δεν θα σε φάνε, δες εμένα με κάνανε κομματάκια και συνεχίζω να αρωματίζω το σύμπαν, είναι ωραία να μοιράζεσαι τον εαυτόν σου, την ουσία σου».

Και πού ξέρεις, μπορεί να βασιλέψεις μέσα στο ντάλα κρύο, στο ξεροβόρι και να μοσχομυρίζεις. Αρκεί να το πιστέψεις. Δεν είναι εύκολο. Ποτέ δεν είναι, αλλά αξίζει τον κόπο. Φτάνει να δοκιμάσεις. Έχεις μια ευκαιρία ακόμα, μην την χάσεις. Να πιστέψεις. Εγώ σε πίστεψα.

Η κουλτούρα νικάει και τη μοναξιά

«Η κουλτούρα νικάει και τη μοναξιά»

Τα βιβλία του κατάφεραν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον για την εκλαϊκευμένη εκδοχή της φιλοσοφίας, χωρίς απαραιτήτως να είναι εύπεπτα. Το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στη χώρα μας έργο του, που συνέγραψε με τον καθηγητή John Armstrong, « Η τέχνη ως θεραπεία» (εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη), τον έβαλε μέσα στα μουσεία κυριολεκτικά, με γνωστά ιδρύματα ανά τον κόσμο να διοργανώνουν εκθέσεις με αφορμή και αντικείμενο τις ιδέες του.

Οχι άδικα. Πρόκειται για τον Alain de Botton. Αυτή τη φορά, μετά τον έρωτα, την αρχιτεκτονική, τα ταξίδια, το σεξ και τον Προυστ, το πεδίο του διευρύνθηκε. Στο στόχαστρο τέθηκε η τέχνη. Ως τρόπος εξέλιξης, ως μέσο συμφιλίωσης με το ανοίκειο, ως εργαλείο αφύπνισης, εντέλει ως εγχειρίδιο να ζήσουμε καλύτερα τη ζωή μας, ανακαλύπτοντας σε όλα όσα μάς περιβάλλουν την αυταπόδεικτη αξία τους από τη μία, αλλά και την άλλη εκδοχή τους: τη χρησιμότητά τους στην καθημερινότητά μας λίγο πιο απρόβλεπτα και ασυνήθιστα.

Σχολή σκέψης

Η αδιαμφισβήτητη πολύπλευρη παιδεία του, η ευρύτητα των γνώσεων και το βάθος της μελέτης του στον δυτικό πολιτισμό τον προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα: να επιχειρήσει να προτείνει τη δική του βιοθεωρία και κοσμοθεωρία, εγκαθιδρύοντας και μια σχολή σκέψης. Οι επικριτές τού προσάπτουν την εμπορική επιτυχία του, την απλοποίηση που επιχειρεί –που δεν είναι και τόσο απλή τελικά– και ίσως το ότι κινείται έξω από τα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια των παραδοσιακών ακαδημαϊκών πεδίων. O Αλέν ντε Μποτόν τολμά να συστηματοποιήσει έννοιες κι ερωτήματα που έχουν λάβει στη σύγχρονη ζωή μας μια πιο αφηρημένη υπόσταση.

Αλλά με στόχο να βελτιώσει την καθημερινότητα. Εκεί βρίσκεται και το όποιο τρωτό του σημείο, βέβαια. Οποιος προτείνει έναν κόσμο, μπορεί και να αποκλείει κάποιον άλλον. Η πιο καίρια καινοτομία μπορεί να κρύβει εντός της κι ένα δραστικό συντηρητισμό. Ωστόσο, «Η τέχνη ως θεραπεία» είναι μια ευκαιρία να ανοίξουμε το μυαλό μας στους ορίζοντές της, που είναι απεριόριστοι, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να αναμετρηθούμε μαζί του και, γιατί όχι, να αλλάζουμε διαρκώς. Η τέχνη μπορεί να μας το προσφέρει αφειδώς αυτό, αρκεί να επαγρυπνούμε.

– Πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε κάποιον να μας διδάξει πώς να ζούμε; Δεν χάνουμε έτσι ένα ζωτικής σημασίας κομμάτι της ελευθερίας μας; Ποιος είναι ο στόχος του «The School of Life»;

– Αφού μπορούμε να διδαχτούμε μοριακή βιολογία, οικονομικά και μαθηματικά, γιατί να μην μπορούμε να μάθουμε πώς να αγαπάμε, πώς να διαλέγουμε μια δουλειά, πώς να είμαστε λιγότερο αγχωμένοι και ενοχλητικοί; Είναι όλα αυτά πράγματα που μπορούν να μεταφερθούν από τη μια γενιά στην άλλη. Οι αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι το ήξεραν αυτό καλύτερα από τον καθένα. Αριστοτέλης, Πλάτωνας, Επίκουρος… Ολοι θεμελίωσαν σχολές για να διδάξουν τη σοφία. Το «The School of Life» είναι απλώς μία ακόμα σχολή απ’ αυτές τις αρχαίες ελληνικές, στον σύγχρονο κόσμο.

– Στο βιβλίο «Η τέχνη ως θεραπεία» αναλύετε τις επτά χρήσεις της τέχνης. Ποιο είναι το όραμά σας για τη συμμετοχή τη δική σας σε αυτή τη θεραπευτική διαδικασία; Ποιος κρίκος της αλυσίδας θέλετε να είστε εσείς;

– Το βιβλίο ξεκίνησε από μια αίσθηση ότι παρόλο που η κουλτούρα μας είναι πολύ καλή στην αποθήκευση, διατήρηση και την επίδειξη της τέχνης, είναι πολύ κακή στο να ρωτάει γιατί, πραγματικά, η τέχνη είναι σημαντική. Η υπόθεση είναι ότι όλοι οι καλοί και έξυπνοι άνθρωποι ξέρουν ήδη την απάντηση στην ερώτηση αυτή και, επομένως, δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για καθοδήγηση ή δομή στον τρόπο που βλέπει κανείς την τέχνη. Ομως, εμένα μου εξάπτει το ενδιαφέρον και την περιέργεια ο τρόπος που οι θρησκείες χρησιμοποιούν την τέχνη. Χωρίς να είναι διόλου προσκολλημένες –το αντίθετο μάλιστα– στο μοντέρνο ρητό «η τέχνη για την τέχνη», επιφυλάσσουν έναν ξεκάθαρο ρόλο γι’ αυτή: ότι δηλαδή είναι ένα μέσο που μπορεί να δανείσει χρώμα και σπλαχνικό ή φρικιαστικό –έντονο, τέλος πάντων– συναίσθημα στις αλήθειες των ιερών κειμένων.

Αυτό με οδήγησε να σκεφτώ «κι αν μαθαίναμε να χρησιμοποιούμε την τέχνη για να μας οδηγεί σε συγκεκριμένες αλήθειες και ιδέες, όχι θεολογικές αλλά ψυχολογικές;». Φυσικά, η τέχνη το κάνει αυτό έτσι κι αλλιώς, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ρίχνει στο σκοτάδι την πιο χρηστική και διδακτική του πλευρά. Με λίγα λόγια, ο στόχος μου ήταν να δώσω έμφαση στο γεγονός ότι η τέχνη έχει την ικανότητα να καθοδηγεί, να εμψυχώνει, να δίνει παρηγοριά, να εξισορροπεί τους χαρακτήρες μας – πράγματα τα οποία οι φίλοι της τέχνης γνωρίζουν πολύ καλά, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν αναφέρονται και τόσο πολύ στους επίσημους καλλιτεχνικούς κύκλους.

Οι δικοί του μέντορες

– Ποιοι είναι οι δικοί σας μέντορες; Τι μπορεί να διδάξει εσάς για το πώς να ζείτε; Τι είναι θεραπευτικό και παρηγορητικό για εσάς;

– Συχνά ρωτάω τον εαυτό μου «τι θα έκανε ο Χ ή ο Ψ σε αυτή την περίπτωση;». Μερικές φορές αυτό το πρόσωπο είναι ο πατέρας μου ή το παιδί μου. Αλλες φορές είναι ο Αριστοτέλης, ο Προυστ ή ο Χάιντεγκερ. Το σπουδαίο πράγμα με την κουλτούρα είναι ότι γεμίζει το μυαλό σου με παραδείγματα, σου δίνει περισσότερες διεξόδους για να περιπλανηθούν οι σκέψεις σου, σε κάνει να νιώθεις λιγότερο μόνος με τα προβλήματά σου.

Στην Ελλάδα της κρίσης

– Στην Ελλάδα, οι άνθρωποι μένουν άνεργοι. Πώς μπορεί να τους βοηθήσει η τέχνη;

– Πρέπει να εξετάσουμε τους λόγους που η Ελλάδα βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση. Ο πρώτος λόγος είναι η ανικανότητα της πολιτικής ελίτ να λάβει σκληρές αποφάσεις όταν χρειάζονταν και να είναι ειλικρινής για τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας. Για πολύ καιρό επικράτησε μια απεγνωσμένη οικονομική αισθηματολογία όπως επίσης και η αίσθηση ότι ήταν εντάξει να ευνοεί ο καθένας τη δική του συντεχνία έναντι του εθνικού συμφέροντος. Οταν λέτε «πώς μπορεί να βοηθήσει η τέχνη», ακούγεται προς στιγμήν άτοπο. Ωστόσο, αρχίζει να γίνεται όλο και πιο λογικό όταν λέμε ότι οι ποιότητες της σκέψης που χρειάζεται η κουλτούρα, είναι ακριβώς αυτές που έχει ανάγκη η διακυβέρνηση στην Ελλάδα: δηλαδή εντιμότητα, τολμηρή προοδευτική σκέψη, έλλειψη διαφθοράς και αισθηματολογίας…

Προσωπικό start-up

H αφήγησή σου -εκτός από τη δική σου σωτηρία, δηλαδή να επιβιώσεις λέγοντας τι σε απασχολεί προκειμένου να το καταλάβεις και να βρεις ένα νόημα στη ζωή σου εντέλει, ένα νόημα ανακουφιστικό και παρήγορο και αν μη τι άλλο με προοπτική- είναι από μόνη της και μια τέχνη για την ίδια σου τη ζωή. Ένα έργο. Ίσως το σημαντικότερο. Θα μου έπαιρνε τρεισήμισι δεκαετίες από τη ζωή μου για να το δω ολοζώντανο μπροστά μου.

Χρειάστηκε να χάσω όλους τους μανδύες μου, κάθε βεβαιότητα. Και πρώτη και καλύτερη αυτή που προσέφερε η δουλειά. Εκείνη η ζεστή αγκαλιά της συνήθειας που σε λιώνει, η τελετουργία να υπάρχεις με έναν γνώριμο τρόπο όσο δύσκολος ή επώδυνος κι αν ήταν εντέλει αυτός, έπαψε να υφίσταται. Ευτυχώς. Έπρεπε να ανακαλύψω τον κόσμο από την αρχή. Με καινούρια γυαλιά ή μάλλον χωρίς γυαλιά. Δια γυμνού οφθαλμού. Καμιά φορά τα σπασμένα γυαλιά τριβελίζουν την όραση, πονάνε.

Έπρεπε να αρχίσω να επανεφευρίσκω έναν καινούριο τρόπο σκέψης. Κάτι να με εξανθρωπίζει. Κάτι να πετάει τα παλιά σκουπίδια. Να καθαρίζει το πεδίο. Να βάζει σκούπα και να ρουφάει τον θόρυβο του παλιού. Έπρεπε να μάθω να βρίσκω λύσεις από την αρχή. Να βιώνω καθημερινά μια διαδικασία συνεχούς ενηλικίωσης. Νέας ενηλικίωσης. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν θα νοσταλγούσα εκείνα τα βαριά παπλώματα του παρελθόντος, αλλά πια μυρίζουν ένα χνότο ανοίκειο που αγωνίζομαι να θυμηθώ. Παλιός καιρός.

Το κοινότοπο μα τόσο ακραία αδιανόητο: δεν θα σε σώσει κανείς, όσο κι αν θες να εναποθέσεις τον εαυτόν σου ωραιότατα στα δυνατά ή αδύναμα χεράκια κάποιου άλλου. Αυτός ο Άλλος, ο γερός και δυνατός και εύθραυστος μαζί Άλλος, ο μόνος που δικαιούται δια να ομιλεί για ό,τι σου συμβαίνει, είναι μέσα σου. Είναι ένα κομμάτι σου, ίσως μαθημένο να σιωπά ή να κλείνει τα χέρια του με βία. Ο πιο σκληρός αρχισυντάκτης σου. Καμιά φορά κρυμμένος κάτω από εκατομμύρια υποστρώματα που βοά αλλά δεν ακούγεται. Είναι στο χέρι σου να κάνεις ανασκαφή. Ο πιο σίγουρος τρόπος είναι ένα βαθύ και ατελείωτο και βασανιστικό «γιατί;». Δεν αντέχουμε πάντα, αλλά αξίζει τον κόπο να ρωτάμε.

Με το ρίσκο να παίρνουμε απαντήσεις, βέβαια. Και δεν είναι ευχάριστες πάντα οι άτιμες, ίσως σχεδόν ποτέ. Αλλά το πιο ωραίο και σωτήριο απ’ όλα, είναι να γεννάς καινούρια ερωτήματα. Και να οικοδομείς τη ζωή σου πάνω σ’ αυτά. Πού θέλω πιο πολύ να είμαι; Με ποιους θέλω να είμαι; Τι με ενδιαφέρει να κάνω; Γιατί είμαι φτιαγμένος; Είμαι γι’ αυτό που νόμιζα τόσο χρόνια; Μου αξίζω;

Αχ, αυτό το τελευταίο.  Άμα μπορείς να σταθείς στο ύψος των δικών σου περιστάσεων, χωρίς κανένα πέπλο… Οι απαντήσεις σοκάρουν. Η τόλμη να τις ανακινείς σε κάνει λίγο πιο άνθρωπο. Σηκώνεις τα παπλώματα ένα πρωί και βγαίνεις από το βαθύ ύπνο του εαυτού. Αποφασίζεις ότι δεν θα καθίσεις να περιμένεις το πεπρωμένο, αλλά θα γίνεις αυτό το άδηλο και άγνωστο και υπέροχο, δηλαδή ο άνθρωπος που κρύβεται εντός σου. Καμιά φορά θα πάρει η μπάλα και τον διπλανό, μπορεί να τον πετάξεις πάνω και να τρέξετε μαζί, μπορεί απλώς ν’ ακούσει την αφύπνιση και να γυρίσει πλευρό, μπορεί και να σου πιάσει γλυκά το χέρι και να σε αποκοιμίσει από την αρχή. Μπορεί και όχι όμως. Μπορεί να βγείτε μαζί χωρίς τους μανδύες στο κρύο και να πουντιάσετε παρέα και μετά αντιβιώσεις, γιατροί, φάρμακα, κακό. Μπορεί και να αναπτύξετε κοινή ανοσία. Μπορεί και να ξεκινήσετε για ένα μάταιο -όπως όλα τα υπέροχα πράγματα που τελειώνουν κι αυτή είναι η ομορφιά τους- ταξίδι και στο τέλος θα έχετε μια ωραία ιστορία να πείτε. Τη ζωή σας.

Από εδώ πάνε για τα αστέρια

Πόσες πιθανότητες είχες να τα ζήσεις αυτά; Όχι πολλές. Σκέψου άλλοι δεν θα τα ζήσουν ούτε σε χίλιες ζωές. Αξιώθηκες. Η ερώτηση από την άγνωστη στο δρόμο ήταν σαφής «Πώς πάω από εδώ στο Αστεροσκοπείο;». Χμ, πώς να πας; Με την ψυχή σου, με τα πόδια σου, με τα πληγωμένα σου γόνατα, χλωμό να πας με τ’ αυτοκίνητο, δύσκολο. Άμα θέλεις να τα δεις τ’ αστέρια, σήκω απάνω το κεφάλι. Κοίτα. Το θολό φεγγαράκι θάλλει. Από ‘δω πάνε για τ’ αστέρια.

Δεν ξέρω τι με ‘φερε στις παρυφές του. Ξέρω ότι η ιερή φιγούρα του φίλου συναδέλφου που έφυγε το καλοκαίρι, μ’ οδήγησε σ’ αυτή την ομορφιά. Και η αγάπη του για την ομορφιά, για την ωραιότητα, για τη μαγεία. Μην την φοβάσαι τη μαγεία σου. Την αναγέννησή σου. Πιστεύω στην αναγέννηση. Λοιπόν, αυτοί οι άγιοι θα μας συνδέουν πάντα, θα μας κάνουν να συναντιόμαστε. Με άγουρες δυνατές ορχιδέες και κόκκινα κατακόκκινα φλογερά τριαντάφυλλα. Ε; Από εδώ πάνε για τ’ αστέρια. Κατέβα να περπατήσεις. Θα σου μυρίσουνε λουλούδια. Ακολούθησε τη μυρωδιά. Του Αγίου Ανδρέα αύριο…

Μαγνητική τομογραφία της ανθρώπινης ψυχής

«Μαγνητική τομογραφία της ανθρώπινης ψυχής»

Το μυστικό της επιτυχίας του Πολ Οστερ είναι η βαθιά ειλικρίνειά του –ή τουλάχιστον η πρόθεσή της– να βυθιστεί στην αναζήτηση. Και να δοκιμάζει συνεχώς τα όρια του συγγραφέα, μέσα από τα διαρκώς μετατοπιζόμενα σύνορα του ανθρώπου. Τα βιβλία του δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαρκής αποτύπωση, μια μαγνητική τομογραφία, κινούμενη και ανανεούμενη της ανθρώπινης ψυχής και αναπόφευκτα του εσωτερικού πυρήνα ενός γραφιά. Αυτά τα δύο βαδίζουν παρέα, αδιαχώριστα.

Γι’ αυτό είναι πιο κοντά από κάθε άλλον Αμερικανό συγγραφέα στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Στο πρώτο του κύτταρο. Στη θερβαντική ουσία, άμα μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο. Ο ίδιος προτού αρχίσει να απολαμβάνει την ανταπόκρισή του στο κοινό και την εμπορική επιτυχία είχε προλάβει να δώσει «Το χρονικό μιας πρώιμης αποτυχίας» (εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, μτφρ.: Βίκυ Κυριαζή, 2003). Μέσα σ’ εκείνη την προσωπική αφήγηση κρύβονται όλα τα ψήγματα της μετέπειτα γραφής του. Η εκάστοτε ατομική ήττα που σε κάνει κάποτε συγγραφέα, άμα έχεις μολυνθεί εγκαίρως από το μικρόβιο της ανάγνωσης και της λογοτεχνίας. Η ενοχή. Ο Οστερ παίζει τρομερά με την ενοχή, με τις τύψεις, με ό,τι κρύβεται μέσα μας και λειτουργεί υπόγεια, στο ασυνείδητο κομμάτι μας.

Στο «Sunset Park», που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Σπύρου Γιανναρά, ο συγγραφέας λέει μια σύγχρονη ιστορία στην Αμερική της κρίσης. Ενας νέος άνθρωπος εγκαταλείπει τη ζωή του, όπως την ήξερε μέχρι τότε, την οικογένειά του και αποφασίζει να τιμωρήσει τον εαυτό του. Κλειδώνεται έξω από τον κόσμο που είχε μεγαλώσει και μπαίνει σε έναν άλλον που τον επιλέγει από τις συνθήκες τις εξωτερικές, αλλά κυρίως από την εσωτερική του ανάγκη. Το προσωπικό του τραύμα ανθεί. Και αιμορραγεί. Συνεχώς. Το βάρος ότι ευθύνεται για τον θάνατο του αδελφού του. Θα προσπαθήσει να συμφιλιωθεί με τον δικό του τρόπο. Πώς να συνθηκολογήσεις όμως με την απώλεια της ζωής, με την πιθανότητα ότι έφταιξες στην αφαίρεσή της; Μα, επιχειρώντας να θάψεις το παρελθόν και να φτιάξεις ένα καινούργιο παρόν που δεν είχες φανταστεί μέχρι τώρα. Η ζωή σ’ αυτό το διαρκές παρόν θα σε ξαναφέρει πίσω. Εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Αντιμέτωπος με τους εφιάλτες και τα φαντάσματά σου.

Οι «εχθροί» μέσα μας

Μπορεί να μην είναι ανεμόμυλοι, αλλά είναι οι δικοί σου «εχθροί» και είναι κλειδωμένοι μέσα σου, στο μυαλό και στην ψυχή σου. Φωλιάζουν και σε τρώνε. Γι’ αυτό είναι σπουδαίος ο Οστερ. Γιατί με μια αφήγηση που σε παρασέρνει εντός της και φαινομενικά δεν είναι τόσο δραματική, δεν είναι τόσο τραγική, σε ρουφάει με τη δεινότητά του να φτιάχνει δίνες και σε πάει κατευθείαν σ’ εσένα. Στις δικές σου αναζητήσεις. Στο δικό σου «κακό» που κουκουλώνεις. Ολοι κρύβουμε κάτι που σαπίζει αργά μέσα μας. Αλλος τον φόβο του θανάτου, άλλος την έλλειψη ότι δεν αγαπήθηκε αρκετά, το παράπονο ότι δεν έγινε όσο αποδεκτός επιθυμούσε. Ολα αυτά παίρνει πότε τον φακό, πότε ένα κεράκι από πίνακα του Ρέμπραντ, πότε μια κοσμοπολίτικη πυρκαγιά από στενάκι της Νέας Υόρκης και σου φωτίζει τον δρόμο. Να περπατήσεις στα μονοπάτια του. Σου δίνει τα παπούτσια του ο Οστερ να διανύσεις αυτές τις αποστάσεις προς τον εαυτό σου με τα δικά του λογοτεχνικά μέσα.

Γι’ αυτό γητεύει το κοινό του. Με σημερινές λέξεις για όχημα, συνεχίζει στα χνάρια του Δον Κιχώτη, γράφει δηλαδή μυθιστόρημα: αναζητά συνεχώς, αμφιβάλλει, αλλάζει τους όρους, μοιράζει αλλιώς την τράπουλα, αναρωτιέται, μετακινεί τα τείχη από τις όποιες βεβαιότητες. Ο αναγνώστης βλέπει τη ζωή του να περνάει μπροστά από τα μάτια του –όχι σε επίπεδο εξωτερικών καταστάσεων–, αλλά σε όλα τα ψυχικά υποστρώματα που διαθέτει. Πώς βιώνει την ήττα, την απώλεια.

Πώς ζει με την ενοχή. Πώς σηκώνει το άχθος της απόρριψης, του μίσους, της απομόνωσης. Πώς μετανιώνει για όλα. Ισως και όταν είναι πια αργά. Και κάπως έτσι, ο ηττημένος γραφιάς που δεν τον φτάνουν οι λέξεις, γίνεται ο νικητής που τα παίρνει όλα: τον αναγνώστη μαζί του σ’ αυτή την υπέροχη περιπέτεια που λέγεται μυθιστόρημα και μας μαγεύει ακόμα. Ισως σ’ αυτή την κατακερματισμένη ζωή που ζούμε, οι αφηγήσεις αυτές που σηκώνουν τον καθρέφτη να δούμε ολόκληρο τον εαυτόν μας, είναι και ό,τι μας έχει απομείνει.

Αμεριμνησία, κάτω από την επιφάνεια

Τον παρακολουθώ τον τελευταίο καιρό. Είναι αυτό που θέλω να γίνω εγώ. Αμέριμνος. Με εντυπωσιάζει τρομερά αυτή η δυνατότητα. Να είναι κανείς έτσι. Αυτή την εποχή. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Νομίζω καμιά φορά τον πανικοβάλλω και μόνο που περνάω από δίπλα του. Ταράζω την αμεριμνησία. Που εμένα μου εξασφαλίζει η άγνοια για το τι είναι αυτός. Μένω στην επιφάνεια. Καμιά φορά το έχω ανάγκη. Ή κάποτε η επιφάνεια τα λέει όλα για το πιο μέσα. Συνεχίζω να θαυμάζω την ατάραχη αμεριμνησία του. Τη ζηλεύω, δεν το κρύβω. Και μετά αρχίζω να σκαλίζω το μυαλό μου. Τι να σκέφτεται άραγε; Σκέφτεται; Πώς μπορεί να είναι τόσο αμέριμνος; Και τότε χαλάνε όλα. Μπαίνουν στη μέση οι λέξεις. Οι άτιμες λέξεις που δεν ενώνουν το χώρο, αλλά τον διαλύουν σε χιλιάδες θραύσματα-θαύματα.

Κάτω από τα χαλιά της επιφάνειας, συνήθως κρύβεται μια ολόκληρη ζωή που αγνοείς. Ας πούμε μια θλίψη, μια κρίση πανικού, ένας τρομερός χωρισμός, μια βαρετή ζωή, μια τεράστια απόφαση να ζει με τις αισθήσεις του όλες στα ύψη. Κάτι άλλο τέλος πάντων που θέλεις εσύ σώνει και καλά να φανταστείς. Γιατί ψοφάς για παραμύθι. Κι έρχεται μια στιγμή που τα παραμύθια πια δεν σε παρηγορούν και εκτιμάς περισσότερο από τις διαλυτικές λέξεις, τους ανθρώπους που μπορούν να προσφέρουν πιο πολλά απ’ αυτές. Ας πούμε να σε πιάσουν από το χείλος του γκρεμού την κρίσιμη στιγμή, γιατί έτυχε να περνούν. Να σου δώσουν το τιμόνι όταν φοβάσαι πιο πολύ και να σου πουν «προχώρα». Να σε πετάξουν μέσα στο νερό για να συνέλθεις. Να σου δώσουν την πιο ζεστή αγκαλιά γιατί μόνο αυτή θα σε συνεφέρει. Να σε κοιτάξουν ανάμεσα στα κενά βλέμματα και να σου πουν «έλα πάρε», όταν τα έχεις δώσει όλα. Να σου πουν «τώρα ανάσανε». Να κάτσουν απλώς δίπλα σου στον ήλιο και να είσαστε κι οι δυο αμίλητοι. Πόσο ωραίο να μοιράζεσαι τη σιωπή. Χωρίς εξηγήσεις.

Και την αμεριμνησία. Κάτι μου λέει ότι κλέβω λίγο απ’ το κομμάτι της και μόνο παρατηρώντας. Μια μέρα θα την απολαύσω κιόλας ολόκληρη. Κάτω από την επιφάνεια, γιατί αυτό είναι το δύσκολο. «Τώρα ανάσανε».

Παγιδευμένοι σε ένα γάμο τον καιρό της κρίσης

«Παγιδευμένοι σε ένα γάμο τον καιρό της κρίσης»

Την εντυπωσιακότερη υποδοχή στον χώρο της λογοτεχνίας επεφύλαξε για την Τζίλιαν Φλιν ο πραγματικός «βασιλιάς» του θρίλερ, Στίβεν Κινγκ. Την καλωσόρισε με ύμνους για το πρώτο της μυθιστόρημα «Αιχμηρά αντικείμενα» και συνέχισε στο ίδιο μοτίβο για το δεύτερο βιβλίο της «Σκοτεινός τόπος» (αμφότερα από το Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Γωγώς Αρβανίτη). Πώς θα μπορούσε αλλιώς. Η συγγραφέας έδειξε από την αρχή τις δυνατότητές της, την αγάπησε πολύ το κοινό, με αποτέλεσμα να έχει υποκύψει ήδη στα καλέσματα της βιομηχανίας του θεάματος, με το πρώτο της βιβλίο να γίνεται τηλεοπτική σειρά και τα δύο επόμενα να παίρνουν τον δρόμο για τη μεγάλη οθόνη. Το έργο της «Σκοτεινός τόπος» αναμένεται να βγει στο «πανί» με πρωταγωνίστρια τη Σαρλίζ Θερόν.

Η πρόκληση για τους επαγγελματίες του σινεμά είναι εάν θα κατορθώσουν να αποδώσουν την ατμόσφαιρα των βιβλίων της. Οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται εξονυχιστικά. Η πλοκή ρέει με συνεχείς ανατροπές. Οχι, τον δολοφόνο δεν θα τον μαντέψεις. Ο αναγνώστης δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η κάθε σελίδα, γίνεται υποχείριο της Τζίλιαν Φλιν. Ιδίως στο τελευταίο της μυθιστόρημα «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε». Η ιστορία μοιάζει απλή. Ομως, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται για τη Φλιν. Ενα ζευγάρι. Ο έρωτάς τους. Ο γάμος τους. Ενα συμβάν θα σημαδέψει ανεξίτηλα την πέμπτη επέτειό τους. Η εξαφάνιση της γυναίκας. Και τότε ξεκινάει το ταξίδι. Στον τρόμο. Για τον άντρα της. Ο αναγνώστης παγιδεύεται μαζί με τον ήρωα. Και ζει την περιπέτειά του, διανύοντας ταυτόχρονα τις αποστάσεις της αγάπης στη δική του ζωή. Η προμετωπίδα του βιβλίου που επιλέγει η συγγραφέας είναι χαρακτηριστική: «Η αγάπη είναι η αιώνια μεταβλητή του κόσμου: ψέμα, μίσος, ακόμη και φόνος, όλα ενυπάρχουν σ’ αυτήν. Είναι το αναπόφευκτο άνθισμα των αντιθέσεών της, ένα υπέροχο ρόδο με μια ανεπαίσθητη μυρωδιά αίματος» (Tony Kushner, The Illusion).

H Φλιν φτιάχνει μια αριστουργηματική αλληγορία για τον έρωτα, την αγάπη και τον γάμο, χωρίς να σε αφήνει ούτε στιγμή να βυθιστείς σ’ αυτήν, προτού φτάσεις στο τέλος του βιβλίου τουλάχιστον. Είσαι απασχολημένος με την πλοκή, δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτε άλλο. Θέλεις να μάθεις τη συνέχεια και το τέλος. Και μετά; Μετά μπορεί να στριφογυρνάει στο μυαλό σου για μέρες το τι «βρώμικο» παιχνίδι έπαιξε σε σένα και τους ήρωές της.

Αυτή η αλαβάστρινη στην όψη και χαριτωμένη δημοσιογράφος του «Entertainment weekly», που έχει η υπάρξει η Τζίλιαν Φλιν, μητέρα πια και δεύτερου παιδιού, όπως ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες στον λογαριασμό της στο Facebook, και γυναίκα ενός «αξιολάτρευτου συζύγου» (όπως η ίδια περιγράφει στις ευχαριστίες των βιβλίων της), δημιουργεί μια εξαίσια αντίθεση με τη συγγραφέα που εξερευνά σε βάθος τη νοσηρότητα, τη βία, την ψυχολογική κόλαση που μπορεί να φωλιάσουν μέσα σε έναν άνθρωπο. Ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας την αμερικανική οικογένεια και κοινωνία, αποκαλύπτοντας τις δυσλειτουργίες τους, τα προβλήματά τους. Στο μυθιστόρημά της «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» ήδη η οικονομική κρίση έχει διεισδύσει στην πραγματικότητα των ηρώων. Η ανεργία διαδραματίζει καίριο ρόλο.

Η οπτική της Φλιν είναι καθηλωτική. Στην αφήγησή της κατορθώνει να φορτώσει τον αναγνώστη με ένα βάρος ακόμη: την ενοχή. Για το τι σημαίνει η αγάπη, για το πώς το πιο αγαθό συναίσθημα του κόσμου μπορεί να κρύβει υποστρώματα τρομερής βίας, για το πώς εμείς οι ίδιοι την καταλαβαίνουμε στη ζωή μας.

Η συγγραφέας μοιράζεται μαζί σου τα πιο μύχια μυστικά και σε δοκιμάζει συνεχώς, άμα αντέχεις να τα σηκώσεις στην ψυχή σου. Αμα είσαι τελικά άξιος για την αγάπη.

​​Απόψε (28/9) στις 19.30 η προβολή της ταινίας «Gone Girl», «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε», θα κλείσει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, Νύχτες Πρεμιέρας, στην αίθουσα ODEON Οπερα 1. Πρόκειται για το ντεμπούτο στο σινεμά της ταλαντούχου Τζίλιαν Φλιν, η οποία είναι η δημιουργός του ομώνυμου βιβλίου και υπογράφει και το σενάριο της ταινίας. Σκηνοθέτης ο Ντέιβιντ Φίντσερ. Πρωταγωνιστούν ο Μπεν Αφλεκ και η Ρόζαμουντ Πάικ.

Έντυπη