Ταξίδι στη Μύκονο

cover Kopanisti RousounelosΌλο λέω ότι θα πάω κάποτε στη Μύκονο να επισκεφτώ την άλλη της πλευρά. Αυτή που μου ταιριάζει. Αυτή που χρόνια ολόκληρα παρακολουθώ -από τη χρυσή εποχή των ιστολογίων- τον Δημήτρη Ρουσουνέλο να την υπερασπίζεται με την πένα του, με τ’ αμπέλι του, με τα μαγειρέματά του, με την τέχνη και το πνεύμα του. Αυτή την πλευρά της παράδοσης, της αγροτικής πρωτογενούς παραγωγής, της μικροεπιβίωσης που έχει ξεχάσει η άλλη κοσμοπολίτικη μεριά του νησιού.

Είδε κι απόειδε αυτή η Μύκονος κι ήρθε αυτή σε μένα. Με τη μορφή βιβλίου. «Η κοπανιστή – Το χθες, το αύριο και 43 συνταγές» (εκδόσεις scala gallery) από τον ερευνητή, ερασιτέχνη αμπελουργό, οινοποιό, οικιακό μάγειρα και γευσιθήρα, Δημήτρη Ρουσουνέλο. Από το εξώφυλλο ήδη σε έχει κερδίσει με το ευφάνταστο φύλλο συκής που δεν καλύπτει αλλά αποκαλύπτει τη γεύση. Η αισθητική του βιβλίου παροιμιώδης, θες να το κρατήσεις στα χέρια σου, να το ξεφυλλίσεις, είτε μαγειρεύεις είτε όχι.

Στο μεδούλι τώρα, η ιστορία της κοπανιστής όπως την ξετυλίγει ο συγγραφέας είναι ένα ταξίδι στη γεύση αλλά και στις συνθήκες που τη γέννησαν. Εκείνο το γυάλινο μπολ που έβαζα στο ψυγείο, με κοπανιστή που ερχόταν φίλεμα από το νησί πριν χρόνια, ήρθε η ώρα να το εκτιμήσω αλλιώς. Ένας μικρός θησαυρός που διέσωζε πολιτισμικά ιζήματα χιλιάδων χρόνων. Ζωές ολόκληρες. Ο Ρουσουνέλος σε φτάνει μέχρι τη σπηλιά του κύκλωπα Πολύφημου είναι η αλήθεια. Περιδιαβαίνοντας τις σελίδες, χορταίνεις. Με το μάτι, με την επιστημοσύνη που δεν χάνεται, με την ανθρωπιά που αναβλύζει.

Η ανθρωπογεωγραφία που επιλέγει να αφηγηθεί και να σκιαγραφήσει ο Δημήτρης Ρουσουνέλος, κάνει τη γεύση του τυριού πιο αψιά ακόμη και τη ριζώνει καλύτερα στη συνείδηση του αναγνώστη, αυτού που θα τη γευτεί τέλος πάντων. Όπως γράφει και ο ίδιος, «Η κοπανιστή δεν είναι ένα εύκολο τυρί. Όπως δεν είμαστε εύκολοι άνθρωποι κι εμείς οι νησιώτες. Θέλουμε τον χρόνο μας, θέλουμε την ευκαιρία της γνωριμίας. Μόνο τότε η γύρω μας συχνά αγριεμένη θάλασσα έρχεται και γίνεται αγωγός επικοινωνίας, το μυστήριο που συντηρούσε την απόσταση καταρρίπτεται, οι καρδιές αναστατώνονται, οι γούλες εκπορθούνται. Κοντολογίς, είναι ένα τυρί που μας ταιριάζει».

Ελάτε με το χαμόγελό σας :)

Η εθελοντική οργάνωση Δρόμοι Ζωής, που δραστηριοποιείται στο Γκάζι εδώ και 15 χρόνια,  διοργανώνει το καθιερωμένο ετήσιο Χριστουγεννιάτικο Bazaarτο Σάββατο 19 και την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015, στο 87ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών στο Γκάζι (Ορφέως 58  118  54,  Σταθμός μετρό Κεραμεικός, έξοδος Κων/πόλεως), συνοδεύοντάς το με πλούσιες, δωρεάν και ανοιχτές για όλους παράλληλες εκδηλώσεις. Το Bazaar που εδώ και χρόνια υπερασπίζεται τη φήμη του ως μια  ετήσια gourmet διοργάνωση, συνδυάζει γευστικές, δημιουργικές αλλά και εικαστικές εκπλήξεις για όλες τις ηλικίες!

Το Βazaar δε χάνει τη γευστική του ταυτότητα επιφυλάσσοντας και φέτος στους επισκέπτες του μια μεγάλη ποικιλία σπιτικών παρασκευών από ιδιαίτερες μαρμελάδες και γλυκίσματα μέχρι λικέρ και αλμυρές πικάντικες σάλτσες σε συσκευασίες δώρου.  Και επειδή σίγουρα θα σας ανοίξει η όρεξη με όλες αυτές τις ξεχωριστές δημιουργίες, τους επισκέπτες περιμένει  αλμυρός και γλυκός μπουφές, πιάτα ελληνικής και ανατολίτικης κουζίνας, τσάι, καφές και ζεστό κρασί και όλα αυτά με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος.

Τη γευστική αυτή διαδρομή συμπληρώνει η συλλογή μιας ποικιλίας κατασκευών και αντικειμένων, από χειροποίητα  αξεσουάρ και κοσμήματα, στολίδια και χριστουγεννιάτικα δώρα, μέχρι λογοτεχνικά και επιστημονικά βιβλία, μικροέπιπλα , αντικείμενα ανακυκλωμένα και δημιουργικά (upcycling) και προσεγμένα αντικείμενα «δεύτερο χέρι» σε πολύ προσιτές τιμές.

Εκπλήξεις επιφυλάσσονται και για τους μικρούς φίλους του Bazaar με ποικίλα δημιουργικά εργαστήρια που θα λειτουργούν δωρεάν όλες τις ώρες του διημέρου, με παιχνίδι, ζωγραφική, χειροτεχνίες, κουκλοθέατρο, ζαχαροπλαστική και τραγούδι!

 

Την Κυριακή το πρωί τα παιδιά του Κέντρου μας θα φτιάξουν για εσάς “street food” με τον Βασίλη Καλλίδη και την Κική Τριανταφύλλη.

Όπως μας προτρέπουν οι εθελοντές του bazaar: «Ελάτε και φέτος να κάνετε τα χριστουγεννιάτικα ψώνια σας σε ασύγκριτες τιμές και  αφήστε τα παιδιά σας να παίξουν στα εργαστήρια που θα λειτουργούν όλες τις ώρες, να καθίσετε με την παρέα σας στην καφετέρια δοκιμάζοντας μαγειρευτά πιάτα και νοστιμιές από έναν πλούσιο μπουφέ ή επιλέγοντας το βιβλίο που σας αρέσει στο «Μικρό Βιβλιοπωλείο», έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο στον 1ο όροφο.. Ελάτε να μας γνωρίσετε, εμάς τους εθελοντές των Δρόμων Ζωής, και να συμμετάσχετε σε μια γιορτή του εθελοντισμού και της αλληλέγγυας δράσης

 

Σημαντικά για το Bazaar και την εθελοντική οργάνωση Δρόμοι Ζωής

Το Bazaar προετοιμάζεται όλο το χρόνο από  πλήθος εθελοντών και  είναι πολύ σημαντικό για τους Δρόμους Ζωής,  καθώς αποτελεί το μοναδικό οικονομικό έσοδο της οργάνωσης. Η επιτυχία του θα της εξασφαλίσει έναν ακόμη χρόνο λειτουργίας.

Ο χώρος του σχολείου σημαίνει επίσης πολλά για μικρούς και μεγάλους, καθώς εκεί φοιτούν τα περισσότερα παιδιά που δέχονται την υποστήριξη της οργάνωσης και το Γκάζι, ο Κεραμεικός, ο Βοτανικός και το Μεταξουργείο είναι οι γειτονιές που κατοικούν.

Η εθελοντική οργάνωση Δρόμοι Ζωής, δραστηριοποιείται στο Γκάζι εδώ και 15 χρόνια και παρέχει βοήθεια και υποστήριξη σε παιδιά και οικογένειες Ελλήνων εσωτερικών μεταναστών αλλά και ξένων μεταναστών που βιώνουν κοινωνικούς αποκλεισμούς και αντιμετωπίζουν γλωσσικές, οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες.

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής:

www.dromoi-zois.gr

www.facebook.com/dromoizois

twitter.com/dromoizois

 

Bazaar info:
Διάρκεια:
Σάββατο και Κυριακή 19-20 Δεκεμβρίου 2015

Ωράριο: Σάββατο 19 Δεκεμβρίου: 10:00-22:00, Κυριακή 20 Δεκεμβρίου: 10:00-20:00

87Ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών:

Ορφέως 58  118  54, Γκάζι

Σταθμός μετρό Κεραμεικός, έξοδος Κων/πόλεως
Τηλ.: 210 34 74 218, 6977 093 072

E-mail: office@dromoi-zois.gr

Facebook Event: https://www.facebook.com/events/1391124824522396/permalink/1391710561130489/

Επικοινωνία με δημοσιογράφους: Γιώργος Γάγγας , 6974 550649

Νηνεμία που ταράζει

Μια συγκροτημένη αφήγηση για τη νέα ελληνική λογοτεχνία δεν είναι κάτι το δεδομένο. Διόλου. Επίσης ένα μυθιστόρημα που ακτινοβολεί ανθρωπιά κι υγεία δεν είναι κάτι το εύκολο να συναντήσεις. Ο Ηλίας Μαγκλίνης συνδυάζει και τα δύο στο καινούριο του βιβλίο «Πρωινή γαλήνη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Στα χνάρια του Νίκου Θέμελη, στήνει μια ζουμερή πλοκή για μια όχι και τόσο γνωστή περίοδο της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, παρόλο που χρονικά είναι πολύ κοντά μας. Από το συγγραφέα της συμπυκνωμένης «Ανάκρισης» (εκδόσεις Κέδρος) δεν περιμένεις να απλωθεί τόσο σε μια ιστορία με άνεση και φως και διαύγεια και ψυχραιμία και ομορφιά. Η αγριότητα της προηγούμενης νουβέλας του, η υπόκωφη βία προδιέθετε διαφορετικά, οπότε η έκπληξη ήταν πολλαπλή.

Βιβλίο ωριμότητας το τωρινό που σκέφτεται τον αναγνώστη και την απόλαυσή του, δεν τον αφήνει αμέτοχο, τον υπολογίζει και μεριμνά γι’ αυτόν. Ολοκληρωμένη, πλήρης ιστορία, βουτά στη άλλη μεγάλη Ιστορία που θερίζει τους ανθρώπους και τις ζωές τους. «έπαθαν την πολεμίτιδα» που λένε κι οι ήρωες. Με γλώσσα που αντανακλά ανθρωπιά. Με εικόνες που θα συγκινήσουν τον καθένα από τη δική του σκοπιά. Το κείμενο εκπέμπει ισορροπία και την ηρεμία που προαναγγέλλει φανερά μεν, ειρωνικά δε ο τίτλος. Ο Μαγκλίνης έχει αποτινάξει από πάνω του την έγνοια να ξεχωρίσει και το πετυχαίνει εντέλει. Όταν ο γραφιάς απενοχοποιείται έναντι του ίδιου τού εαυτού και δεν γράφει πια μόνο με το μυαλό του, αλλά και με την καρδιά του άφοβα και ακάλυπτα, ε, με κάποιον τρόπο αυτό ο αναγνώστης το λαμβάνει και το εκτιμά, ξεκλειδώνει κι αφήνει το συγγραφέα να περάσει μέσα. Η βεβιασμένη, αρσενική κι άγονη ανάγνωση του κόσμου της ήττας και του χαμού έχει δώσει τη θέση της σε μια πιο απαλή γραφή, με καμπύλες και χυμούς, που μπορεί να σκίσει την καρδιά σου σαν μετάξι. Μόνο του το σκοτάδι είναι ανίσχυρο. Όταν αναδύεται μέσα από το φως, τότε τα πράγματα αποκαλύπτονται σε όλες τους τις διαστάσεις. «για το πόσο καλά χωνεμένη κοπριά θέλει ο λάκκος της ροδακινιάς κι ότι το δεντράκι πρέπει να φυτεύεται τουλάχιστον πέντε μέτρα από τα άλλα δέντρα διότι είναι περήφανη η ροδακινιά, όπως πρέπει να ‘ναι κι  άνθρωπος». Ευδοκιμεί ο συγγραφέας, παραδίδοντας ένα βιβλίο που κλείνοντάς το, είσαι σίγουρος ότι παρακολούθησες ταινία, με μουσικές, με δάκρυα, με αύρα δροσερή, με παρατήρηση νεφών σε θερινό σινεμά.

Μια κριτική για το «Γραφείον ο φόβος»

Στο μονοπάτι της αλήθειας

Ξεχωρίζω τις τελευταίες φράσεις: «…Η Σκαλίδη με αυτό το βιβλίο της αφήνει πίσω της μια εποχή άνυδρη και μουντή. Και παράλληλα αποδεικνύει ότι ακόμη και σε τέτοιες εποχές η δημιουργία και το φως μπορεί να ξεπηδήσουν από παντού.»

Ο παράδεισος της ευρωπαϊκής ελευθερίας

(Ένα κείμενο γραμμένο την ώρα που το πρώτο κουφάρι μωρού ξεβράστηκε στο Αιγαίο και στις τηλεοπτικές μας όχθες. Μακάρι να μην επιβεβαιωνόταν. Ποτέ.)

Το παράξενο με την Τέχνη είναι ότι προηγείται της εποχής της. Προμηνύει τα μελλούμενα με τέτοιον τρόπο που εντέλει τα χτίζει. Μια προφητεία που εκπληρώνει τον εαυτόν της. Όχι και τόσο ρομαντική. «Γιατί όλοι ανεξαίρετα οι λογοτέχνες συνθέτουν σ’ έναν κόσμο μεταγενέστερο, όπως οι παρισινοί δρόμοι των ποιημάτων του Μπωντλαίρ δεν υπάρχουν παρά μόνο μετά το χίλια εννιακόσια, όπως δεν υπήρχαν νωρίτερα και οι άνθρωποι του Ντοστογέφσκι», λέει στο «Μονόδρομό» του ο Walter Benjamin (εκδόσεις άγρα, εισαγωγή- μετάφραση Νέλλη Ανδρικοπούλου). Ο ίδιος αυτός ρομαντικός μυστικιστής, αυτός ο κρυπτικός ποιητής και στοχαστής, είχε προβλέψει από το 1928 ήδη, με καθηλωτική διαύγεια, ότι «Η έλλειψη στέγης ή και η ρύθμιση της κυκλοφορίας θα λειτουργούν έτσι ώστε να καταστρέφουν το στοιχειώδες έμβλημα της ευρωπαϊκής ελευθερίας, που με ορισμένες μορφές υπήρχε ακόμη και στον Μεσαίωνα, την ελευθερία της μετακίνησης».

Το διαβάζεις τη στιγμή που τα κορμιά των παιδιών, των ανθρώπων από τη Συρία κείνται στο Αιγαίο, στη Μεσόγειο και ανατριχιάζεις με την οξυδέρκεια ενός Ευρωπαίου που έζησε τις αναταράξεις του Μεσοπολέμου και το ροκάνισμα της ευρωπαϊκής ελευθερίας τότε. Σήμερα; Οι νοητικές εικόνες του Μπένγιαμιν έχουν εκπληρωθεί από νωρίς. Τι έχει να προτείνει η γερασμένη ήπειρος προκειμένου να αντέξει τη μετάγγιση με το διαφορετικό; Ας πούμε, αλληλεγγύη, αγάπη, κατανόηση. Ο πιο παλιός κόσμος του οποίου για αιώνες καρπώθηκε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, αυτός ο κόσμος της Ανατολής, έρχεται στην αναγκαστική θέση να της δώσει εντός της νέο αίμα, ακόμη κι αν η τραγωδία συνεχίζεται και το αίμα αυτό χύνεται στο αναμεταξύ τους αυλάκι.

Ο Καμύ θα είχε ανοίξει ήδη τα χέρια προς το θεό ήλιο της Μεσογείου και θα «προσεύχονταν» με τις βαθιά ανθρώπινες λέξεις του μαζί μ’ όλους τους πραγματικά πνευματικούς ανθρώπους της Ευρώπης για να μην συνεχιστεί η σφαγή. Αυτή είναι η ώρα για να αποκαλύψει το μεγαλείο της η δυτική σκέψη. Να αγκαλιάσει τον πόνο. Και την ίδια ώρα θα διασφαλίζει την αυτοσυντήρησή της για την οποία τόσο αγωνιά. Για να μην υπάρξει ένα νέο ολοκαύτωμα με άλλους όρους πια συγκαιρινούς μας, η Ευρώπη που ξέρει τι σημαίνει αυτό στο κορμί του παρελθόντος της, έχει την ευθύνη να το αποτρέψει. Ούτε η ελληνική οικονομική κρίση είναι το μεγάλο στοίχημα ούτε η βιομηχανική ατμομηχανή της Γηραιάς Ηπείρου. Η κατά μόνας μικροεπιβίωση του κάθε ανθρώπου που καταφθάνει στους κόλπους της είναι ένας ολόκληρος κόσμος ήδη. Η Ιστορία είναι εδώ και γράφεται από τις επιμέρους μικρές προσωπικές, οικογενειακές ιστορίες των προσφύγων. Κάναμε τόσα χρόνια να τους αποκαλέσουμε έτσι. (Τι ειρωνεία εμείς που μετράμε ήδη τόσους οικονομικούς μετανάστες ανάμεσά μας.) Ας κερδίσουμε το χαμένο χρόνο αγκαλιάζοντάς τους. Η ευρωπαϊκή ελευθερία διακυβεύεται κάθε στιγμή.

Είναι ο παράδεισος που προσδοκούν τόσοι άνθρωποι διωγμένοι από τον πόλεμο και την καταστροφή. Αντί να κλείσει ο καθένας τη μικρή δική του πόρτα προς τον άλλον, ας την ανοίξει. Θα ανοίγει διάπλατα το παράθυρο ελπίδας προς την ίδια τη ζωή. Δεν είναι εχθρός μας ο άλλος. Ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο φοβισμένος μας εαυτός. Εκείνος που τρέμει να ανοιχτεί στο συνάνθρωπο, εκείνος που τρέμει να κρατήσει ψηλά την αξιοπρέπειά του, διασώζοντας πρωτίστως την αξιοπρέπεια του διπλανού του. Η ζωή καλπάζει και το καινούριο ολοένα έρχεται αναπότρεπτα. Ήρθε η ώρα να δοκιμαστεί η συμπόνοια και η πραγματική ουσία της ευρωπαϊκής ελευθερίας. Όχι, στα λόγια. Αυτά τέλειωσαν. Με τις σπαρακτικές εικόνες. Με την αλήθεια και την πραγματικότητα που δεν επιδέχονται ερμηνειών. Η μεγαλύτερη μεταπολεμικά ανακατάταξη εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου συμβαίνει τώρα, ας είμαστε παρόντες κι όχι απλοί θεατές, είναι η ίδια μας η ζωή και όχι ένα μακρινό σενάριο που συμβαίνει σε μια εικονική διαδικτυακή ή τηλεοπτική χώρα.

Ο Καμύ μετά και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μόλις το 1951, στον Επαναστατημένο του Άνθρωπο θα διαπιστώνει ότι η δυστυχία είναι κοινή πατρίδα, το μόνο επίγειο βασίλειο που ανταποκρίθηκε στην υπόσχεση. Αλλά ο ίδιος δεν βρήκε άλλη διέξοδο παρά να στοιχηματίσουμε στην αναγέννηση. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος μετά τον θάνατο. Ίσως αυτό το κύμα της προσφυγιάς, αυτή η μετάγγιση του πλούτου των ανθρώπων των ίδιων, να είναι και η ελπίδα που ψάχνει εναγωνίως η ίδια η Ευρώπη. Και η ελευθερία της.

«Γραφείον ο φόβος»

Γραφείον ο φόβος

Μια ιστορία ως επιμνημόσυνη δέηση στον κόσμο των εφημερίδων που εκλείπει. Ένας ρετρό δημοσιογράφος, παλαιάς κοπής γραφιάς, βρίσκεται στη δίνη του νέου κόσμου. Χάνει τη δουλειά του και τον μέντορά του. Η ζωή του καθρεφτίζεται στη βία και την εγκληματικότητα που τον κυκλώνει. Οι λέξεις είναι το καταφύγιο και η φυλακή του. Καμιά φορά, μια κάποια ήττα είναι καλύτερη από το τίποτα, γιατί είναι κάτι. Το παράξενο μπλε τραγούδι του ξετυλίγεται στην τωρινή Αθήνα της κρίσης. Μια μυστηριώδης γυναίκα, κρυμμένοι οικογενειακοί «σκελετοί» και ένα ανομολόγητο φρικιαστικό έγκλημα, με συνένοχη την κοινωνία. Το μεγαλύτερο πάθος αφορά την αλήθεια και την αναζήτησή της.

Ερβέ Λε Τελιέ: Πεπρωμένο των βιβλίων να διαβάζονται

Ερβέ Λε Τελιέ: Πεπρωμένο των βιβλίων να διαβάζονται

Υπονομευτικός, παιγνιώδης και ανατρεπτικός. Πολυσχιδής προσωπικότητα ο Ερβέ Λε Τελιέ. Κατάφερε να παραπλανήσει την παγκόσμια διαδικτυακή κοινότητα τουλάχιστον για τρία χρόνια, φτιάχνοντας σχετικό λήμμα στη Wikipedia για έναν ανύπαρκτο συγγραφέα από τη Βραζιλία, αποκύημα της φαντασίας του Λε Τελιέ· σε τέτοιο σημείο που αντιγραφείς της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας δεν δίστασαν να συμπεριλάβουν τις πληροφορίες του λήμματος σε διεθνώς αναγνωρισμένο τουριστικό οδηγό για τον επινοημένο λογοτέχνη Μοντεστρέλα.

Στο ίδιο μήκος κύματος ως προς την ευρηματικότητά του κινείται κι ένα θεατρικό έργο που έγραψε ο δημιουργός με βασική του υπόθεση έναν πολίτη που αποφασίζει να στείλει ένα συγχαρητήριο μήνυμα στον Φρανσουά Μιτεράν, όταν ανέλαβε την προεδρία. Η τυποποιημένη επιστολή από το αρμόδιο κυβερνητικό γραφείο που λαμβάνει ως απάντηση, θα τον ενθουσιάσει. Κι έτσι θα αρχίσει να στέλνει γράμματα στην ηγεσία της χώρας, παίρνοντας πάντα πίσω την ίδια τυπική απάντηση. Εκείνος όμως, ο ήρωας, θα την ερμηνεύει κατά το δοκούν.

Και οι παρεξηγήσεις και παρερμηνείες δεν έχουν τέλος. Οπως μας αφηγήθηκε ο Λε Τελιέ από κοντά, ένα βράδυ στο κοινό της παράστασης, ένας θεατής σηκώθηκε πάνω και φώναξε «Μα, εγώ έχω γράψει αυτό το γράμμα». Οι άνθρωποι του θεάτρου τον προσέγγισαν διακριτικά, φοβούμενοι ότι ο παραλογισμός του έργου μεταφερόταν και στο κοινό, για να ανακαλύψουν ότι την εν λόγω επιστολή την είχε γράψει όντως ο θεατής που ήταν διευθυντής εκείνου του αρμόδιου γραφείου για την προεδρική αλληλογραφία. Ενα από τα ευτράπελα που μπορεί να προκαλέσει το χιούμορ του Λε Τελιέ.

Το σίγουρο είναι ότι δεν γράφει ποτέ το ίδιο βιβλίο. Παίζει με τις λέξεις, με τις σημασίες, με τις αφηγήσεις. Ο μικρός παράδεισος του συγγραφέα είναι για τον Ερβέ Λε Τελιέ οι ίδιες οι λέξεις, ούτε η φόρμα ούτε η ιστορία έχουν τόση σημασία, το αποδεικνύουν άλλωστε τα ίδια τα έργα του. Από θέατρο και λιμπρέτα και όπερα μέχρι αφηγήματα, μυθιστορήματα, αποφθεγματικά δημιουργήματα. Η κουζίνα του λογοτέχνη θεωρεί ότι είναι εκεί που αναμειγνύονται όλες οι επιρροές του αρχικά ως αναγνώστη και αναπόφευκτα ως δημιουργού.

Ο ίδιος διαβάζει συνεχώς και ενώνει εν τέλει με τη γραφή όλες τις ενδιαφέρουσες πτυχές του: έχει υπάρξει μαθηματικός, κριτικός γευσιγνωσίας, είναι μέλος της θρυλικής λογοτεχνικής ομάδας OuLiPo -που πέρασαν από τους κόλπους της συγγραφείς όπως ο Ιταλο Καλβίνο-, έχει δουλέψει ως δημοσιογράφος καλύπτοντας επιστημονικά θέματα. Απ’ αυτή την τελευταία του ιδιότητα αντλεί και το υλικό για να σχολιάσει το πώς η τέχνη πρωτοπορεί έναντι ακόμη και τον επιστημονικών επιτευγμάτων πολλές φορές. Το πώς οι καλλιτέχνες κατορθώνουν να «προβλέπουν» το μέλλον ακολουθώντας τη φαντασία τους, ακόμη κι αν θεωρούνται «τρελοί» -κάποιοι και για αιώνες- προτού αποδειχθούν επιστημονικά οι ισχυρισμοί τους.

– Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο το στοιχείο του χιούμορ στα βιβλία σας. Γιατί διαλέγετε αυτόν τον τρόπο έκφρασης;

– Θεωρώ πολύ σημαντικό να μπορεί να εμπλέκεται ο αναγνώστης, να υπάρχει η συμμετοχή του στο έργο. Η εμπλοκή πολύ συχνά προέρχεται από το χαμόγελο, από το να μοιράζεσαι κάτι με τον άλλον. Και το χιούμορ είναι ακριβώς αυτό που σου επιτρέπει να μοιραστείς. Σε αντίθεση με το δράμα. Το δράμα είναι πολύ προσωπική υπόθεση του καθενός, ενώ το χαμόγελο είναι κάτι συλλογικό, κοινό με τον άλλον. Στην OuLiPo, στο Παρίσι, παρίσταμαι σε αναγνώσεις εδώ και είκοσι χρόνια, μια φορά τον μήνα, που έχουν να κάνουν με το χιούμορ και αφορούν πολύ τη φιλία. Το κοινό βρίσκεται πολύ κοντά μας και αναπτύσσεται μια τέτοια σχέση. Τα αστεία στοιχεία είναι συνήθως αυτά που μας συνδέουν. Η ζωή είναι από μόνη της δραματική άλλωστε, αρκεί αυτό στην πραγματικότητα, κατά τα άλλα ας μοιραζόμαστε ένα χαμόγελο. Βλέπετε, ο αγαπημένος μου σεναριογράφος είναι ο Χίτσκοκ, την πιο δραματική στιγμή στις ταινίες του, βάζει κάτι πολύ αστείο να συμβαίνει. Είναι ένα είδος ευγένειας να οικοδομείς μια τέτοια σχέση με τον κόσμο, μέσω του γέλιου, του χιούμορ.

– Στο έργο σας «Ενα τραμ στη Λισαβόνα», που θυμίζει πορτογαλέζικο φάντο, έχουμε δύσκολους έρωτες και ατυχή ειδύλλια. Είναι η μοίρα τους να γίνονται έργα τέχνης;

– Το πεπρωμένο των βιβλίων είναι να διαβάζονται. Εάν δεν διαβαστούν δεν μπορούν να γίνουν τίποτα. Είμαι σίγουρος ότι σπουδαία μυθιστορήματα ανά τον κόσμο, δυστυχώς για κάποιο αδιερεύνητο λόγο δεν κατορθώνουν να διαβαστούν. Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα, από συγγραφείς που αγνοήθηκαν ή ξεχάστηκαν. Δεν μπορούμε ποτέ να πούμε με σιγουριά γιατί. Ενα μυθιστόρημα γράφεται για να διαβαστεί. Ως προς το τι είναι Τέχνη, ο μόνος ορισμός που μου φαίνεται πιο αξιόπιστος είναι ότι Τέχνη συνιστά ό,τι μπορεί να δώσει αξιοπρέπεια στη ζωή. Εάν ένα βιβλίο μπορεί να φέρει αυτή την αξιοπρέπεια, τότε είναι εντάξει. Υπάρχει αυτή η δυσκολία με την τέχνη, γιατί χρειάζεσαι συχνά εκπαίδευση για να την προσεγγίσεις. Ας πούμε, δεν ξέρω πολλά για τη ζωγραφική, οπότε μπορώ να παρακολουθήσω μόνο εύκολα πράγματα. Χρειάζομαι γνώσεις και παιδεία για να προχωρήσω. Το ίδιο ισχύει και για τη λογοτεχνία. Για να πας πιο βαθιά, πρέπει να διαθέτεις τα εφόδια. Αλλά και το χιούμορ θέλει εκπαίδευση.

Ένας σπαρακτικός χορός του θανάτου

«Ένας σπαρακτικός χορός τους θανάτου»

ΓΙΟΡΑΜ ΚΑΝΙΟΥΚ
1948
μετ.: Μαρίζα Ντεκάστρο
εκδ. Πόλις

Ενας άντρας, στα γεράματά του, ανοίγει το ζοφερό μπαούλο των αναμνήσεών του και αρχίζει να αναμετριέται με την Ιστορία και την προσωπική δική του πορεία. Φτάνει να αντικρίσει μέχρι και τα βάθη του σκουπιδοτενεκέ, εκεί που η ηθική εξαφανίζεται και τα καλύπτει όλα η δυσωδία του κακού. Ο απολογισμός ενός πολέμου, όμως, σε ποια ηθική μπορεί να πατήσει; Υπάρχουν νικητές και ηττημένοι; Οι θύτες και τα θύματα ισοπεδώνονται εντέλει από τη φρίκη. Στη μία πλευρά στέκει ο θάνατος και στην άλλη η ζωή. Η μόνη βεβαιότητα είναι ο άνθρωπος ανάμεσά τους, που συνδέει το εύθραυστο νήμα.

Ο Γιόραμ Κανιούκ (1930-2013), με απαράμιλλο ταλέντο, αποφασίζει να χορέψει μέσα και πάνω από τον θάνατο και να φτιάξει μια ελεγεία για την ίδια τη ζωή. Η δαιμονική του αφήγηση σε στροβιλίζει πάνω από πτώματα, μάχες, οβίδες και χειροβομβίδες, για να σε προσγειώσει στη θέα ενός γυναικείου γόνατου, που τόσο μπορεί να έχει ανάγκη ένα αγόρι 17 χρονών – όσο ήταν ο ίδιος όταν κατατάχθηκε στο στρατό. Το «1948» (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Μαρίζα Ντεκάστρο) είναι ο τίτλος του βιβλίου που έγραψε ο Κανιούκ για να αφηγηθεί τον πόλεμο, όπως τον έζησε από μέσα, για τη δημιουργία και την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Ανήκε σ’ αυτή τη γενιά. Ομως τήρησε μέχρι τέλους την κριτική του ματιά. Μια οπτική που σφυρηλατήθηκε και από το χυμένο αίμα όλων των πλευρών, εάν υπάρχουν στρατόπεδα στον θάνατο.
Περιγράφει τον εαυτό του, ένα παλικαράκι από το Τελ Αβίβ που βρέθηκε στο σφαγείο, απροετοίμαστος και φοβιτσιάρης, γιατί έτσι αποκαλεί τους ανθρώπους με φαντασία, φοβιτσιάρηδες. Ο πόλεμος θα είναι γι’ αυτόν, χωρίς καλά καλά να το ξέρει, και η τελετή μύησης στον κόσμο των ενηλίκων. Μα τι ενηλικίωση είναι αυτή μέσα στις θηριωδίες και την καταστροφή; «Πώς θα ζήσω μ’ όλο αυτό το αίμα που χύθηκε για να μην πεθάνω;» Η δική του αναδρομή στο παρελθόν είναι μια συνεχής μάχη με τη μνήμη. Ετσι τα έζησε ή τα φαντάστηκε. Τραυματισμένος από το κενό. Νιώθοντας πόνο, θλίψη, ταπείνωση και νοσταλγία. Ηταν ένας απ’ αυτούς που διέπραξαν το έγκλημα. Ετσι γράφει όλο το μυθιστόρημα. Από την πλευρά του παιδιού που σκότωσε. « […] οι στρατιώτες που πήγαν στον πόλεμο έχουν κάτι που όποιος δεν πολέμησε δεν θα το μάθει ποτέ: την απόλυτη εξάρτηση από το σκοτωμό… Στη μάχη γινόμαστε ανθρώπινα κτήνη. Διψασμένα για αίμα».

Το αγόρι που αγαπούσε τρομερά μια συγκεκριμένη φούγκα του Μπαχ, το αγόρι που ίσως σκότωσε ένα παιδί προσπαθώντας να αποτρέψει τη δολοφονία του, το αγόρι που για να του βγάλουν τις σφαίρες από το πόδι το νάρκωσαν με κονιάκ και γροθιές για να το χειρουργήσουν. Το αγόρι που δεν το πυροβόλησε τελικά εκείνος που το σημάδευε με την κάνη στο πρόσωπο. Το αγόρι που ερωτεύτηκε ένα κορίτσι που του έδωσε να πιει δροσερό νερό κάτω από μια σκιερή συκιά, όταν εκείνη του είπε ότι δεν άντεχε άλλο τον θάνατο. Το αγόρι που μέσα στον σπαραγμό έζησε ένα εβραϊκό Πάσχα, μια από τις πιο όμορφες στιγμές του μέσα στον πόλεμο. «Το μυαλό μου πήγε σ’ εκείνον το μυστικιστή του Μεσαίωνα, το διδάσκαλο Εκχαρτ, που έγραψε ότι το μάτι με το οποίο βλέπεις τον Θεό είναι το ίδιο με το οποίο βλέπει ο Θεός εσένα».

Ο Γιόραμ Κανιούκ διασώζει την τρυφερότητα, την ανθρωπιά, το δικαίωμα να ζει κανείς τον κόσμο όλο μέσα από τα μάτια του, μέσα από την ψυχή του, μέσα από την καρδιά του. Μιλάει για τα πιο σκληρά γεγονότα, όπως τα θυμάται, μέσα από την άμαθη φωνή του νεαρού που κάποτε υπήρξε. Με χιούμορ – κι όμως είναι δυνατόν. Και με συναίσθηση και με συνείδηση και με την ανάγκη να ξαναδιαβάσει τη ζωή που έζησε ή καλύτερα τον θάνατο από τον οποίο ξεγλίστρησε τότε. «Εκείνο που δεν βλέπω είναι ο εαυτός μου. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα ποιος ήμουν πραγματικά εκείνες τις στιγμές σ’ εκείνα τα μέρη. Είδα στ’ αλήθεια ό,τι είδα; Πού βρισκόταν τότε το «εγώ» που γράφει σήμερα, κάνοντας τον απολογισμό εκείνων των ημερών; Και αν τα ονειρεύτηκα όλα αυτά;» Ο συγγραφέας αναστοχαστικά γυρίζει πίσω στον εφιάλτη της πραγματικότητας που έζησε και προσπαθεί να παίξει από την αρχή τη μαγνητοταινία –με τα σβησίματα και τις νέες εγγραφές της μνήμης– από την πλευρά του παρατηρητή. Του παρατηρητή που ζει μέσα στη συγγραφική ψυχή μεν, αλλά έχει φάει σφαίρες στο κορμί του, έχει κολυμπήσει στο αίμα, έχει νιώσει άδειος και αηδιασμένος από τη φρικαλεότητα της βίας. Είναι ένα βιβλίο που αποθεώνει ανατριχιαστικά τη ζωή, την ειρήνη, την αγάπη, την ανθρωπιά, την ανάγκη να είμαστε και να είμαστε μαζί.

Αναπνοή

Έρχεται μια στιγμή, άμα είσαι πολύ τυχερός, και σου λέει, θα σου τα πάρω όλα. Όλα εκείνα που νόμιζες για σημαντικά, για αληθινά, για σπουδαία. Θα σου τα πάρω για να δεις ότι μπορείς και χωρίς αυτά. Ό,τι κι αν είναι. Κι ότι μπορεί, πουλάκι μου, να μάζευες σκουπίδια, να τα έκανες συλλογή κιόλας, τα ξεσκόνιζες, τα γυάλιζες, τα καμάρωνες. Από ανθρώπους μέχρι αντικείμενα, καταστάσεις, συνθήκες. Θα στα πάρω για να δεις ότι υπάρχουν και τα άλλα. Τα ουσιώδη, τα βασικά, τα πραγματικά στοιχειώδη στη ζωή σου. Πώς ζούσες πριν χωρίς αυτά; Χωρίς το καλό, την απλότητά του, τη μαγική απομάγευσή του;

Πώς μπορούσες να μην σηκώνεσαι νωρίς το πρωί να βλέπεις τον ήλιο; Πώς μπορούσες να μην αγνοείς όλους αυτούς που δεν έχουν καμία επίδραση στη ζωή σου; Πώς μπορούσες να μην έχεις κοντά σου ότι σε τροφοδοτεί; Με αγάπη και καλοσύνη; Πώς μπορούσες να μην είσαι ευχαριστημένος με το τίποτα που είναι κάτι; Πώς μπορούσες να μην χαίρεσαι; Σκέτα. Χωρίς λόγους. Πώς μπορούσες να μην απολαμβάνεις τη ζωή χωρίς γιατί, επειδή, διότι; Γιατί ήθελες για όλα αιτίες και αποτελέσματα; Πού σε ωφέλησαν; Τι σου προσέφεραν; Και τώρα;

Τώρα ψωμί κι αλάτι. Λάδι και κρασί. Με όλες τις μεσογειακές τους αποχρώσεις, από κόκκινο της ντομάτας, πορτοκαλί του ευφυούς εσπεριδοειδούς, κίτρινο του λεμονιού, πράσινο του μοσχοβολιστού βασιλικού, μπλε του ουρανού και της θάλασσας, μωβ της μελιτζάνας και λευκό του τίποτα, του κενού ή της πεταλουδίτσας που σεργιανίζει στους κήπους πρωινιάτικα. Η ανορθόδοξη θρησκευτικότητα της καθημερινής ζωής. Τι σου έλειπε εντέλει; Αέρας, ελευθερία. Αναπνοή. Εκεί μπροστά σου είναι, λάβε τα άμα σου βαστάει.

Είμαστε ο ουρανός με τ’ άστρα

Είναι που οι σκέψεις αυτές τις τελευταίες μέρες όλο γυρίζουν στο μυαλό μου. Για την αποδοχή και τη συμφιλίωση με ό,τι είμαστε. Με την ηλικία, το σώμα μας, τη φύση μας, το μυαλό μας, την ψυχή μας, το πνεύμα μας. Κουπί μεγάλο, αλλά σε κάνει να ατενίζεις το πέλαγο ανέφελα ύστερα. Μου πήρε 37 ολόκληρα χρόνια από τη ζωή μου για να παραδεχτώ στον εαυτόν μου ότι είμαι πολύ ωραία έτσι όπως είμαι, ότι είμαι ωραιότερη από ποτέ. Κρίμα που στα 25 μου ένιωθα τόσο χάλια, αλλά δεν θα είχα διαβάσει τόσο, δεν θα είχα προσεγγίσει με την ίδια ενσυναίσθηση τους άλλους ανθρώπους. Δεν θα είχα αναπτύξει τα άλλα μου χαρίσματα. Δεν πειράζει, λοιπόν. Ήταν ωραίο κι ενδιαφέρον το ταξίδι μέχρι εδώ. Μπορούσα να το είχα ίσως αποφύγει με τα κρυμμένα του τραυματάκια και να ήταν πιο πολύ αναψυχή, αλλά δεν θα ήμουν ο ίδιος συνειδητός άνθρωπος. Και με το μέσα και με το έξω μου.

Δεν θα ήξερα τι σκέφτεται μια κοπελίτσα στα 25 της που δεν τολμάει να φορέσει μπικίνι ή η έφηβη που δεν πάει καν για μπάνιο. Δεν θα ήξερα τη μάχη που δίνει με τον εαυτόν της. Δεν θα ήξερα πώς νιώθει μια γυναίκα που αποτυγχάνει στη δίαιτά της. Δεν θα ήξερα πώς αισθάνεσαι άμα χάσεις 25 κιλά σε τρεις μήνες -γιατί το μπορείς, ρε φίλε στα είκοσι κάτι σου-, γιατί κάποιον ακατάλληλο ερωτεύτηκες κι αυτός θα σε ρωτήσει μόνο «Αδυνάτισες;» αδιάφορα, ενώ έχει φύγει ένας ολόκληρος άνθρωπος από πάνω σου, και ο καθρέφτης σου θα συνεχίσει να δείχνει τον παλιό εαυτό, γιατί δεν αδυνάτισες για τους σωστούς λόγους. Οι αισθητικοί-αισθηματικοί λόγοι δεν είναι οι σωστοί για σένα. Δεν θα ήξερα τι σημαίνει να νιώθεις πάντα πιο γέρος από τους άλλους όπου κι αν βρίσκεσαι. Δεν θα ήξερα τι σημαίνει να μην χωράς πουθενά σε κανένα περιβάλλον. Δεν θα ήξερα τι σημαίνει να είσαι πάντα η άλλη άποψη, αυτή που κάνει τους άλλους μεν να γυρίσουν το κεφάλι να σε ακούσουν έκπληκτοι, αλλά από την άλλη, είσαι και πολύ ξεβολευτική, τι να σε κάνουν μετά;

Ένας άνθρωπος που είναι έτσι όπως είναι, με τις αυταπάτες του, τα οράματά του, τα όνειρά του, τις αγάπες του. Που το μέσα που νιώθεις και σκέφτεσαι μπορεί πια άφοβα να βγαίνει απέξω. Ας πούμε, μ’ αρέσει το φαγητό και να μιλάω γι’ αυτό, κάτι που για χρόνια απέφευγα συστηματικά. Ας πούμε, μ’ αρέσουν πολύ οι γυναικείες συζητήσεις, τρελαίνομαι να αναλύσουμε το τάδε άρωμα και την τάδε κρέμα και το τάδε ρούχο, αλλά μην βιαστείς να με βάλεις στην ταμπελίτσα σου, δεν χωράω μόνο εκεί. Μετά θα θέλω να πούμε για τον Μπένγιαμιν και για τον ουρανό με τ’ άστρα που κουβαλάμε μέσα μας. Δεν είμαστε εύκολη υπόθεση οι άνθρωποι. Γι’ αυτό είμαστε τόσο ενδιαφέροντες. Δεν έχουμε μόνο στεγανά που μπορεί και να έχουμε. Είμαστε και ρευστοί, ζυμαράκια, πλαθόμαστε. Μόνοι ή με παρέα.

Στον ουρανό με τ’ άστρα που είμαι, έχω αναγνωρίσει τελευταία το δικαίωμα να χαίρεται τα πάντα. Τώρα. Το σώμα μου που είναι πιο δυνατό από ποτέ, αλλά όχι αδύνατο. Το μυαλό μου που είναι πιο ευέλικτο από ποτέ, αλλά όχι χωρίς πλοηγό. Το πνεύμα μου που θέλει να κερδίσει ό,τι του αναλογεί, αλλά όχι χωρίς κόπο και τίμημα. Τον εαυτόν μου που είναι μεν ανοιχτός, αλλά όχι χωρίς φίλτρα και όρια.

Ο χρόνος έχει χασούρα και κέρδη. Αποφασίζεις σε τι θα επενδύσεις. Εμένα μια ζωή η απώλεια γίνεται κέρδος. Τώρα που αρχίζω να καταλαβαίνω μερικά και να χάνω ίσως κάποια άλλα, το ζητούμενο είναι η απλότητα και η αφαίρεση. Όσο πιο πολλά διώχνεις, τόσο αδειάζει ο τόπος κι έρχεται το καινούριο και σε βρίσκει. Μεγαλώνοντας απομακρύνεις κι άλλα, για να δίνεται η σημασία που πρέπει μόνο σ’ αυτά που αξίζουν. Μινιμαλίζεις για να μεγιστοποιήσεις εντέλει. Και η ζυγαριά να έρθει στα ίσα της.

Φουσκοδεντριές

Πάει καιρός που έχω να γράψω ψυχοβγαλτικό κείμενο. Είναι που ο κήπος ανθεί. Ντάλα καλοκαίρι ολομόναχος και δεν είχαμε απώλειες. Εκεί είναι η μαγκιά. Τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε. Τα άνθη όρθωσαν πιστά το κεφάλι τους και πορευόμαστε. Όποιος δεν αντέχει, αντικαθίσταται. Όχι εκδικητικά, ο νόμος της φύσης. Χους εις χουν. Ζωή δηλαδή, όχι μικρό όνομα, αλλά κύριο κι επώνυμο μαζί.

Τα τελευταία τρία τουλάχιστον χρόνια, ας βάλουμε όμως ένα ωραίο ορόσημο την 12/12/2012, είχα να μάθω πολλά πράγματα. Όλος ο κόσμος μεγαλώνοντας έχει να διδαχθεί να επωμίζεται όλο και περισσότερες ευθύνες, εγώ έχω το αντίστροφο. Να μάθω να μην σηκώνω τον κόσμο στα χέρια μου. Δεν το μπορώ άλλωστε, αλλά πόσο δύσκολο ήταν να το δηλώσω… Την ίδια ώρα βλέπω τους ανθρώπους από την ανατολή να έρχονται να πεθάνουν στην Ευρώπη ή στο διάκενο με την Ασία, ενώ ζητούν τη ζωή. Η Ιστορία βλέπεις. Ο Τσίρκας θα τα έγραφε πιο ανθρώπινα από όλους.

Είχα λοιπόν εκτός από το τόσο κανονικό «δεν μπορώ και δεν ξέρω» που πριν δεν τα είχα πάρει μυρωδιά, ούτε και πέρναγα απέξω τους, είχα να μάθω και το απολαμβάνω και χαίρομαι και είμαι αλλιώς κάθε μέρα. Ο εαυτός μου δηλαδή. Με τα χάη του και τα ύψη και τα βάθη του. Προηγουμένως ήταν γερά σφαλισμένα, κάτω από το σεντούκι της εργασίας. Ύστερα απασφαλίστηκαν. Ήρθε η νέα δουλειά να τα τονώσει, να τα βγάλει στην επιφάνεια. Όλα ήταν καινούρια, όλα ήταν αλλιώς, διαυγή, ξεκάθαρα, λαμπερά, όμορφα, φωτεινά. Έφτασαν πολλοί να καθρεφτίσουν το σκοτάδι τους σ’ αυτό το κάτοπτρο. Και χάθηκαν εντός τους. Μόνες φωτοσκιάσεις παραμένουν οι σταθερές αξίες που καλλιεργώ σ’ αυτόν τον μυστικό κήπο, τα λουλούδια με τα ονόματα αγάπη, αλήθεια, χαρά, ελπίδα, ανθρωπιά, αφοσίωση, ωραιότητα. Το σώμα σου είναι ναός, λέει ένας σοφός. Και το μυαλό. Και ο εαυτός ολόκληρος, η ύπαρξη ολάκερη. Δεν μπαίνει μέσα κανείς όπως να ‘ναι. Δεν είσαι νεκροταφείο των σκέψεων των άλλων, συνεχίζει ο σοφός.

Και το χώμα του κήπου εμπλουτίζεται. Η γη αποδίδει. Τα αστέρια λάμπουν πιο πολύ κάτω από τη γλυκιά ανησυχαστική σιγαλιά της νύχτας. Τα φυτά σκάνε μύτη τα ξημερώματα, τρίζει η ζωή εντός τους, κυλάνε οι χυμοί. Είναι η επιβεβαίωση ότι η φύση έχει τον έλεγχο, δεν χρειάζεται κι ο δικός μου. Εγώ ας προσπαθώ, ας φυτεύω τα λουλουδάκια μου, ας υπάρχω με όσο φιλότιμο διαθέτω κι ο κήπος θα έρθει στα μέτρα του. Οι απέξω, οι περαστικοί δεν τους πέφτει λόγος, μπορούν μόνο να θαυμάσουν πού και πού την ομορφιά και να γευτούν το άρωμα. Αυτοί που εισέρχονται, μόνο από, και με, και για, αγάπη μπορούν. Κι αυτό είναι το πιο μεγάλο κέρδος του κήπου. Τότε ο κάκτος κορδώνεται, τα βασιλικά μοσχοβολάνε, οι ιβίσκοι καμαρώνουν νωχελικά, τα μυρωδικά πλένουν το στόμα και τον αέρα μας, τα σπαθίφυλλα άξιοι υπερασπιστές της δικαιοσύνης του κήπου πληθύνονται. Μα πιο πολύ, κάνω χάζι μ’ εκείνο το άνθος που δεν έχει ακόμη φυτευτεί. Ξέρει ότι από πάντα το περιμένω, το περιβάλλω με την αγάπη μου όλη, είναι ο αποδέκτης όλης μου της αφοσίωσης, του γνέφω καθησυχαστικά ότι μπορεί να περάσει μέσα και θα δούμε για τα υπόλοιπα.

Είναι που διαβάζω κι αυτόν τον Βάλτερ Μπένγιαμιν και τον βλέπω σαν το νέο μου απόκτημα στο μυστικό κήπο. Γέρνει το βλέμμα του, ο κρυπτικός, και καταλαβαινόμαστε. Έλα, πέρασε μέσα και θα δούμε για όλα.

Μια ριπή φωτός

Στην Α. και τον Μ.,

Η ιστορία αγάπης τους είναι βγαλμένη από σύγχρονο παραμύθι. Το φβ τους ένωσε. Δύο αγνώστους. Σε χώρες διαφορετικές. Με ένα κοινό ζητούμενο: να είναι μαζί. Και είναι. Εκείνη τα εγκατέλειψε όλα -ευτυχώς- κι έφυγε μαζί του. Ήμουν η φίλη εκείνη που της έλεγε «φύγε», δεν της μίλαγα κιόλας εκείνο τον καιρό πριν φύγει, μήπως και μετανιώσει. Φοβόμουν μη γυρίσει και κοιτάξει πίσω του ο Ορφέας πριν βγει στο φως. Την πλήγωσα τότε, έδειχνα κακούργα και αδιάφορη και ψυχρή. Δεν την αποχαιρέτησα. Εσκεμμένα. Μη βρει ούτε φιλικό έρεισμα. Μόλις σιγουρεύτηκα ότι εγκαταστάθηκε στη μητροπολιτική πρωτεύουσα του κόσμου, εμφανίστηκα.

Είναι μαζί ωραίοι, αρμονικοί, μέσα στη ζωή. Τους χαίρομαι. Είναι μια ριπή φωτός μέσα στα σκοτάδια που μας κυκλώνουν πότε πότε. Προοδεύουν μαζί, προχωράνε παρέα, κάνουν τα βήματα παράλληλα. Συγκινητική η εστία φωτός που έχουν ανάψει μαζί και τη συντηρούν και σιγοκαίει και μας ζεσταίνει όλους στην καρδιά μας. Ένα γλυκό που έδεσε και μας τρατάρει και τους άλλους χαρά. Εκείνη άπλωσε τον μίτο της και βγήκε από το λαβύρινθο στο φως. Εκείνος βρήκε μια καλύτερη από την ωραία ελένη, υπαρκτή. Ανθίζουν ο ένας μέσα από τον άλλον. Εκείνη μεταμορφώθηκε σε πριγκίπισσα, πήρε τον κήπο της -γεμάτο τέχνη, ομορφιά, βιβλία- και τον μεταφύτευσε σε άλλον τόπο. Κι ευδοκιμεί. Χώρα του ενός είναι ο άλλος πια.

Η Γηραιά Ήπειρος είναι γυμνή

Εάν κατέδειξε κάτι και η ελληνική κρίση, δεν είναι άλλο από το πώς έχει αλλάξει ο κόσμος. Η οικονομία μεταλλάσσεται ραγδαία. Οι άυλες δουλειές μας δεν υπάρχουν πια. Πουλάγαμε αέρα κοπανιστό. Οι φούσκες της προηγούμενης δεκαετίας με τις νέες τεχνολογίες ακόμη δεν έχουν σκάσει σοβαρά. Όταν συμβεί αυτό στην υπόλοιπη Ευρώπη που εξαρτάται κιόλας απ’ αυτές, έχει βασίσει τη ζωή της, θα κοιτάξει γύρω της και θα δει και εκατομμύρια ανθρώπους από την Ανατολή ανάμεσα στα συντρίμμια του παλιού εαυτού της. Ακόμη δεν έχει πάρει μυρωδιά. Όσα μέτρα, όση αυστηρότητα κι αν εξαντλήσει η Γηραιά Ήπειρος όσο επικριτική κι αν είναι απέναντι στα κομμάτια της που είναι ζωντανά -ας πούμε σ’ αυτό το άτιμο το ελληνικό θυμικό με όλα του τα μειονεκτήματα ώρες ώρες- στην ουσία πάει να καταπνίξει τη ζωτική της ενέργεια, αυτή που δεν ελέγχεται, αυτή που δεν εξηγείται και πολύ, αυτή που όταν τρελαίνεται, έρχεται στα νησιά μας και τα πίνει για να συνέλθει.
Η γερασμένη ήπειρος δεν μπορεί να αντέξει την ίδια την ορμή που υπάρχει στα πιο αδύνατον να υποταχθούν στη λογική της κομμάτια. Δεν ωραιοποιώ τα χάλια μας. Εμείς φταίμε για όλα τα δικά μας. Έχουμε ολόκληρη την ευθύνη. Προσπαθώ να δω και τη μεγαλύτερη εικόνα, εάν υπάρχει κι εάν δεν την διαστρεβλώνει η αναπόφευκτα μυωπική οπτική μου.
Εάν η Ευρώπη χάσει το κουστούμι που φοράει μέχρι τώρα, τι θα είναι; Η Ελλάδα παίζει κατά καιρούς το ρόλο του παλιάτσου στα μάτια τους, αλλά βγάζει αλήθειες κι αυτή τη δυνατότητα να επιβιώσει στον ήλιο και στο έδαφος και στο νερό της με κουρέλια.Και χωρίς κουστούμι.΄Η με γυμνούς ηγέτες. Η γραφικότητα την σώζει κι ας είναι κάτι πέρα απ’ αυτό. Πάντα είναι.
Ας σκεφτεί καθένας τον εαυτόν του και χωρίς το κουστούμι που είχε μέχρι τώρα. Θα βοηθήσει. Θα πάει τα πράγματα στην ουσία. Για άλλον του κουστούμι είναι τα λεφτά του, για άλλον η δουλειά του, για άλλον ο κοινωνικός του ρόλος, για άλλον η τέχνη του. Μα, είμαστε κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Είμαστε άνθρωποι κι όσο το αποσιωπούμε από τον εαυτόν μας θα συμπεριφερόμαστε ως ανδρείκελα σε ξένες ζωές.

Διαπραγμάτευση – Ο διάβολος της ενηλικίωσης

Η διαπραγμάτευση είναι μια τελετουργία ενηλικίωσης. Έρχεται η ώρα που κάποιος σε ρωτάει επί του πρακτέου ποιος είσαι. Ας πούμε αυτός που έχει τη δύναμη να δια-βάλλει. Ο διάβολος δεν είναι τίποτα άλλο. Ένας διαπραγματευτής. Ένας συνήγορος της μιας και της άλλης πλευράς. Εντός σου. Κι εκτός σου. Ας πούμε απλοϊκά εκείνα τα δρομάκια της αρετής και της κακίας. Η μικρή μου εμπειρία σε τέτοιες διαπραγματεύσεις με έμαθε μερικά πράγματα: η διαπραγμάτευση συμβαίνει όταν δεν γίνεται διαπραγμάτευση και όποιος σε κάνει να σκεφτείς ότι είναι ευκαιρία η επιλογή του, η ευκαιρία της ζωής σου ή ότι θα καταστραφείς άμα δεν την ακολουθήσεις, τρέξε μακριά ή απομακρύνσου διακριτικά. Αυτό ισχύει από ανθρώπους, μέχρι καταστάσεις, μέχρι ακόμη και ντουβάρια, σπίτια. Όποιος προσπαθεί να σε πείσει ότι χωρίς αυτόν δεν θα τα βγάλεις πέρα από τη μία ή ενδέχεται να έχασες το κελεπούρι, είναι μεν άριστος διαπραγματευτής για πάρτη του, αλλά μην τσιμπήσεις.
Το καλό δεν έχει ταμπελίτσες, δεν φωνάζει, είναι ήσυχο, υπάρχει απλώς, δεν θα σε χειραγωγήσει, δεν το έχει ανάγκη, δεν θα σου βάλει το μαχαίρι στο λαιμό, δεν θα σε κάνει να νιώσεις χαμένος ή νικητής. Θα είναι εκεί και θα σε περιμένει, δεν έχει λόγο να φύγει ούτε να σε παρατήσει στο χείλος του γκρεμού. Δεν είναι και πολύ φιγουρατζίδικο, αν και έχει όλη την αξία και την ποιότητα εντός του. Εκείνο που χρειάζεται ενίοτε είναι να μοχθήσεις για να μπορέσεις να το διακρίνεις μέσα στο συρφετό και την αγωνία. Λάμπει, αλλά δεν σε στραβώνει. Είναι διαυγές και κρυστάλλινο, τόσο που διάφανα σ’ αφήνει να καθρεφτίσεις τον εαυτόν σου, μήπως και τον βρεις, μήπως και τον δεις πραγματικά.

Να, τώρα έχει λαϊκή έξω. Ο κύριος, με τα πραγματικά μέλια -γράφει στην ταμπελίτσα του μόνο «μέλια» τίποτα άλλο και λέει αλήθεια, απλώς πρέπει να πιστέψεις- πορτοκάλια το χειμώνα και καλοκαιρινά φρούτα πια, στέκεται ήσυχος, ευγενικός, υποχρεωτικός με την ηρεμία του και τη σιωπή του και περιμένει να έρθεις κοντά του, με μάτια που λάμπουν από ειλικρίνεια. Δεν θα σε κοροϊδέψει, δεν θα σου κάνει κόλπα για να πλησιάσεις, ξέρει την αξία του, δεν θα κάνει καραγκιοζιλίκια για να πουλήσει, θα σου πει και πώς να φτιάξεις μαρμελάδα άμα του πεις τι τα θες τα ροδάκινα, θα σε βοηθήσει να ψωνίσεις όμορφα, θα σου δώσει και απόδειξη και θα πας σπίτι και θα λες τι ωραία που διάλεξες απολαμβάνοντας τους καρπούς του, ανάμεσα στους φωνακλάδες, τους φιγουρατζήδες, τους ενοχλητικούς. Αλλά καμιά φορά πρέπει να διατρέξεις όλη τη λαϊκή για να κάνεις τη σύγκριση και άμα είσαι σαν κι εμένα που τους βαριέσαι όλους αυτούς, να πας συστημένος κατευθείαν στο καλό, χωρίς πολλές απώλειες και χάσιμο χρόνου, από τον εύκολο-δύσκολο δρόμο.

Η αναγωγή για τη σημερινή κατάσταση της χώρας είναι απλή. Μια ενηλικίωση.

«Ε.Ε., η μόνη ουτοπία που λειτουργεί»

«Ε.Ε., η μόνη ουτοπία που λειτουργεί»

Ενα παιδί στη Ρουμανία στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Στην πόλη του, όταν έρχεται το τσίρκο, μία φορά τον χρόνο, διακόπτεται η ροή της καθημερινότητας. Το μαγευτικό υπερθέαμα με τους κλόουν θα εγγραφεί μέσα του καθοριστικά. Η ζωή της πόλης που γεμίζει φώτα και μουσική τού αποκαλύπτει για πρώτη φορά τη δύναμη της παραστατικής τέχνης. Το 1987, νεαρός ποιητής πια, στα 31 του χρόνια, απαγορευμένος από το καθεστώς -τότε που, όπως λέει ο ίδιος, ο κομμουνισμός φαινόταν πως θα διαρκέσει για πάντα-, θα διαβεί το σιδηρούν παραπέτασμα, όχι χωρίς φόβο. Θα βρεθεί από την άλλη πλευρά των συνόρων και δεύτερη πατρίδα του θα γίνει η Γαλλία, όπου και ζητάει πολιτικό άσυλο. Για τρία χρόνια, από το πρωί μέχρι το βράδυ θα μελετάει γαλλικά. Στη γλώσσα αυτή θα γράψει πια θέατρο ― εκείνοι οι κλόουν της πρώτης του νεότητας δεν έφυγαν ποτέ από μέσα του. Δεν θα σταματήσει όμως να γράφει ποίηση, μόνο στα ρουμανικά, γιατί για εκείνον το ποίημα είναι ένας σωματικός, οργανικός σύνδεσμος με τη γλώσσα.

Ο Ματέι Βιζνιέκ μεταφράζεται από τα ελληνικά και τα ιαπωνικά μέχρι τα περσικά και την αραβική γλώσσα. Βαθιά ευρωπαϊστής, τα τελευταία 22 χρόνια βλέπει την πραγματικότητα μέσα και από το πρίσμα του δημοσιογράφου, του πολιτικού αναλυτή στο Radio France Internationale. Εάν γυρνούσε τον χρόνο πίσω, εκείνη τη φυγή προς την ελευθερία του θα την τολμούσε πάλι, χωρίς καμιά αμφιβολία. Αναπόφευκτα, γράφει έργα βαθιά πολιτικά, υπαρξιακά, θεατρικά, που έχεις την αίσθηση, ολοκληρώνοντάς τα, ότι έχεις γίνει αυτόπτης μάρτυρας ενός ποιήματος.

– Το να γράφετε πια στη γαλλική γλώσσα, πώς επηρέασε τον τρόπο σκέψης σας;

– Εχει επιδράσει στο στιλ μου πιο πολύ. Γιατί τα γαλλικά με έχουν βοηθήσει να πειθαρχήσω δραματουργικά. Λέω περισσότερα με λιγότερες λέξεις. Χρησιμοποιώ πιο λίγα εργαλεία για να έχω καλύτερο αποτέλεσμα. Η μεγαλύτερη προσοχή μου δίνεται στο χτίσιμο της δομής του έργου. Προσέχω πολύ τον δραματικό όγκο του. Και, ταυτόχρονα, μου αποκαλύφθηκε ξανά από την αρχή η ρουμανική γλώσσα, γιατί ό,τι έγραφα στα γαλλικά το μετέφραζα μετά στα ρουμανικά. Οπότε δεν άφησα ποτέ τη γλώσσα μου, δεν την εγκατέλειψα.

– Στην παράσταση του έργου σας «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα», που ανέβηκε στο θέατρο Προσκήνιο αλλά θα ξαναδούμε μέσα στον Ιούλιο, πρωταγωνιστούν ο πόλεμος, ο θάνατος, το πένθος, η μετανάστευση. Η Ευρώπη βλέπετε να έχει διδαχθεί από το παρελθόν της; Βράζουν αυτή τη στιγμή εντός της τα θέματα της οικονομικής κρίσης και της μετανάστευσης…

– Αυτό είναι ένα φιλοσοφικό ζήτημα. Γιατί η κοινωνία δεν μαθαίνει από τα λάθη του παρελθόντος; Κανονικά στην Ευρώπη δεν θα έπρεπε να υπάρχουν κρίσεις οικονομικές. Από το 1945 δεν υπάρχουν πια πόλεμοι στη Δύση. Εχει συγκεντρώσει πλούτο, δημοκρατία, πολιτισμό. Κι αυτή η κρίση είναι ανόητη. Είναι μια συστημική κρίση. Του οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Φαίνεται μια τεχνητή κρίση, συνδεδεμένη με την πτώση του κομμουνισμού. Μέχρι την πτώση του κομμουνισμού, ο καπιταλισμός πρόσεχε πιο πολύ τον άνθρωπο. Είχε μια πιο ανθρώπινη και κοινωνική μορφή. Μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο καπιταλισμός έγινε πιο άγριος. Κι αυτός ο απόλυτος φιλελευθερισμός υιοθετήθηκε στην Ευρώπη ως μια γενική αρχή.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Αναγέννηση αναδύθηκε στην Ευρώπη κι έβαλε στο κέντρο της κοινωνίας τον άνθρωπο. Ο ουμανισμός αυτός όμως ξεχάστηκε. Και τώρα στο κέντρο της κοινωνίας είναι το κέρδος και το χρήμα. Κι αυτή η κοινωνία πια δεν είναι απλώς μια κοινωνία κατανάλωσης, αλλά υπερκατανάλωσης. Και δεν μιλάμε πια για καπιταλισμό, αλλά για υπερκαπιταλισμό.

– Εχει φτάσει σε αδιέξοδο ο δυτικός ορθολογισμός;

– Οχι. Η Ευρώπη συνεχίζει να έχει τον ρόλο του ηγέτη της δημοκρατίας στον κόσμο. Η Ευρωπαϊκή Ενωση, έτσι όπως είναι σήμερα, είναι η μόνη ουτοπία η οποία λειτουργεί σε αυτόν τον πλανήτη. Είναι ένας χώρος όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα ακόμα υπόκεινται σε νόμους, υπάρχουν ακόμη κοινωνικά πλεονεκτήματα που δεν έχουν καταστραφεί. Το κράτος του δικαίου λειτουργεί. Η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ένα μοναδικό οικοδόμημα που πρέπει να σωθεί. Είναι ο κύριος εχθρός όλων των δικτατοριών του κόσμου. Εάν τώρα η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν ήταν ισχυρή, ο δεσποτισμός που έρχεται αυτή τη στιγμή από τη Ρωσία θα έβλαπτε τρομερά την Ευρώπη. Είμαι ένας πιστός της Ευρώπης, της Ευρωπαϊκής Ενωσης, πιστεύω ότι πρέπει να σωθεί.

– Τι θέση έχουν μέσα σ’ αυτό το ευρωπαϊκό όραμα οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες;

– Ο πολιτισμός παραμένει στην Ευρώπη ένας τομέας πάρα πολύ προοδευτικός. Είναι ένα μοναδικό εργαστήρι πολιτισμού σ’ αυτόν τον πλανήτη. Τα θεατρικά φεστιβάλ είναι καταπληκτικά, όπως της Αβινιόν, του Εδιμβούργου, στην πόλη Σιμπίου στη Ρουμανία. Το βιβλίο είναι πολύ σημαντικό επίσης. Οι Ευρωπαίοι είναι άνθρωποι που διαβάζουν. Οπότε η φαιά ουσία υπάρχει στην Ευρώπη. Το μόνο που πρέπει, είναι οι φωνές των διανοουμένων να ακούγονται πιο δυνατά από τις φωνές των τραπεζιτών, των εμπόρων… Δεν πρέπει να αφήσουμε μόνον αυτούς που ασχολούνται με τα οικονομικά να αποφασίσουν για το μέλλον μας.

​​Το έργο του Ματέι Βιζνιέκ «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα», σε σκηνοθεσία Νίκου Γκεσούλη, ανέβηκε τον χειμώνα στο θέατρο Προσκήνιο και θα παρουσιαστεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Πέτρας το Σάββατο 18 Ιουλίου στις 21.30.

Θραύσματα πραγματικότητας

Ο παραμορφωτικός καθρέφτης των social media -όπως είναι κάθε τι που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και την πραγματικότητα, ακόμη και τα ίδια μας τα συναισθήματα και ο εγκέφαλός μας βέβαια- απαντάει στη κοινωνία πόσο άσχημη είναι, τις τελευταίες μέρες. Όσο τον ρωτάμε για την τύχη μας τόσο μας γυρίζει πίσω το φόβο και την ανασφάλειά μας.
Παλιά τα παραδοσιακά κανάλια ενημέρωσης δεν σου έκαναν το φιλαράκι, δεν σου κράταγαν απαραιτήτως παρέα ή εάν το έκαναν -όπως το ραδιόφωνο- δεν σου γύριζαν πίσω πολλαπλάσια την ψευδαίσθηση ότι σημασία δεν έχει το γεγονός αλλά το πώς το εισπράττεις εσύ. Το τόσο μίσος που ξεχύνεται, παλιά ίσως να έρεε ανάμεσα σε καφέδες και ουζάκια στα καφενεία, τώρα κυλάει μεταξύ αγνώστων. Δεν εξατμίζεται αλλά κυλάει σαν βουβό υπόκωφο κύμα ανάμεσα στα αόρατα σύρματα, μέχρι να εκτονωθεί. Κακά τα ψέματα «συνδεόμαστε» διαδικτυακά με ανθρώπους που στην πραγματική μας ζωή ίσως να μην απευθύναμε ποτέ το λόγο, να μην τους ρίχναμε μια ματιά.
Το ίδιο το μέσο λοιπόν μας δείχνει τα όριά του, της αξιοπιστίας ή της αναξιοπιστίας του. Η κατάργηση της απόστασης, χρονικής, τοπικής κλπ, σε όλες τις αντιδράσεις μάς στερεί μια πολυτέλεια: του κενού. Τα γεμίζουμε όλα και δεν αφήνουμε διόδους διαφυγής, εξόδους ασφαλείας. Τώρα βλέπεις από κοντά ποιος είναι αυτός που γράφει την «είδησή» σου και δεν στέκεσαι πια στο γεγονός αλλά στο εάν φοράει χαβανέζικο πουκάμισο, εάν έχει κακτάκι στο γραφείο του, εάν βγάζει αστείες σέλφι την ώρα που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα και ο ίδιος με την ίδια την πραγματικότητα. Και είναι πια πιο δύσκολο και γι’ αυτόν να φιλτράρει το τι συμβαίνει, όσο παρεμβάλλεται κάθε στιγμή η διάδραση από κάποιον που κάθεται σπίτι του και δεν είναι ο αρχισυντάκτης ή διευθυντής του, αλλά συμπεριφέρεται ως τέτοιος. Τα όρια χάθηκαν, είναι δυσδιάκριτα, η πραγματικότητα τα διαμορφώνει κάθε στιγμή. (Πριν από χρόνια για ένα κείμενο που είχα γράψει στην εφημερίδα, με αναζήτησε μια κυρία. Τότε ήμουν 26 χρονών. Νόμιζε ότι ήμουν τουλάχιστον 56. Αμέσως μετατοπίστηκε το ενδιαφέρον από το δημοσιευμένο κείμενο στο πόσο παραδόξως νέα ήμουν εγώ. Ο θόρυβος είχε εισχωρήσει).
Ξέρω, η χώρα «καίγεται», «βράζει», αλλά μαζί στο ίδιο καζάνι βράζουν και τα μυαλά όλων μας. Αναζητώ την ψυχραιμία, την απόσταση, τη δυνατότητα να παρατηρήσω, να κρίνω, το κενό που θα μου επιτρέψει να μην εισπνέω μόνο τους καπνούς από τα καιόμενα κρανία.

Χθες βγήκα από το σπίτι με δέκα ευρώ. Είπα ότι θα βγάλω με την κάρτα στο δρόμο για να έχω. Λίγα βήματα πιο κάτω στη γειτονιά μου ξεροστάλιαζαν πολλοί έξω από τα ΑΤΜ. Εγώ δεν είμαι της ομαδικής αναμονής. Προτιμώ να περιμένω για πάντα κάπου αλλά με λίγους, όχι στο πλήθος. Ξαναγύρισα σπίτι και πήρα κάτι ψιλά ακόμα. Διέτρεξα το κέντρο. Το Μοναστηράκι βούλιαζε. Τα βιβλιοπωλεία του κέντρου έσφυζαν από ζωή. Όπως νέκρα κυριαρχούσε σε κάτι ΑΤΜ της περιοχής που δεν τα είχαν πάρει χαμπάρι οι συμπολίτες. Η ομορφιά της πόλης δεν καταλύθηκε από τον πανικό, ο ήλιος δεν έπαψε να βγαίνει και σήμερα. Όλη νύχτα, ο από πάνω που συνήθως διασπά την ησυχία του σκοταδιού με τις διαπροσωπικές του επιδόσεις, άκουγε Βουλή στη διαπασών και έπαιζε στο φουλ η τηλεόραση. Αυτό είναι ένα τόσο δα πρισματάκι μιας πραγματικότητας που διαμορφώνεται κάθε στιγμή και από μας. Ας το έχουμε κατά νου.