Δρόμοι Ζωής -Bazaar 2016

bazaar1

Γιορτάζουμε 15 χρόνια Χριστουγεννιάτικο Bazaar

Στις 17 και 18 Δεκεμβρίου 2016, στο Γκάζι, πραγματοποιείται για δέκατη πέμπτη χρονιά το Χριστουγεννιάτικο Bazaar της εθελοντικής οργάνωσης «Δρόμοι Ζωής». Το 87ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Ορφέως 58,  118  54, Σταθμός Μετρό «Κεραμεικός», έξοδος Κων/πόλεως) φιλοξενεί για ακόμη μια χρονιά την εκδήλωση.

Το Βazaar έχει καθιερωθεί στη συνείδηση των φίλων που το επισκέπτονται, πρωτίστως για την πρακτική του πρόθεση και τελικά επίτευξη, να χρηματοδοτεί την ετήσια λειτουργία του Κέντρου των Δρόμων Ζωής (Γαργηττίων 12, Γκάζι) που αφορά τη στήριξη κοινωνικά αποκλεισμένων παιδιών και οικογενειών στον Κεραμεικό, το Γκάζι, το Βοτανικό, το Μεταξουργείο, αλλά και για την υψηλού επιπέδου αισθητική και ποιότητα των προϊόντων του, καθώς και την ιδιαίτερη γευστική του «ταυτότητα». Οι εθελοντές εργάζονται όλο το χρόνο για τα κοσμήματα, τα πλεκτά, τα αξεσουάρ, τα γλυκίσματα, τα λικέρ και όλες τις ξεχωριστές σπιτικές παρασκευές που προσφέρονται σε συσκευασία δώρου για τα Χριστούγεννα. Σε περίοπτη θέση στην καρδιά των επισκεπτών, βρίσκεται ο μπουφές με αλμυρές και γλυκές γεύσεις, με εδέσματα ελληνικής και ανατολίτικης κουζίνας, καφέ, τσάι, ζεστό κρασί, με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος και κυρίως γιορτινή ατμόσφαιρα.

Το κέφι κορυφώνεται με ρυθμούς «lindy hop» από τους «Rhythm Hoppers», ενώ οι «Δον Κιχώτες» θα ανεβάσουν την παιδική παράσταση «Φιόγκος και κορδέλα».

Προσεγμένα αντικείμενα από «δεύτερο χέρι» διατίθενται επίσης σε πολύ προσιτές τιμές, αλλά και οι βιβλιόφιλοι θα ανακαλύψουν πολύτιμους θησαυρούς στο «Μικρό βιβλιοπωλείο» από μεταχειρισμένα βιβλία κάθε γούστου. Η διήμερη αυτή γιορτή του εθελοντισμού και της αλληλεγγύης πλαισιώνεται από δημιουργικές δραστηριότητες και εργαστήρια για τα παιδιά, με θεατρικό παιχνίδι, χορό, τραγούδι, κατασκευή φιγούρας Καραγκιόζη και χριστουγεννιάτικη χειροτεχνία.

Bazaar info:
Ωράριο: Σάββατο 17 Δεκεμβρίου: 10:00-22:00,
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου: 10:00-20:00

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής:

www.dromoi-zois.gr
www.facebook.com/dromoizois
twitter.com/dromoizois

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες»του 21ου αιώνα

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες» του 21ου αιώνα

ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ
Η υπέροχη φίλη μου
μτφρ.: Δήμητρα Δότση
εκδ. Πατάκη

Στην παραλία εντόπισα να το διαβάζουν είτε στ’ αγγλικά είτε στα ελληνικά, με το χαρακτηριστικό του εξώφυλλο. Είχε προηγηθεί η διθυραμβική του υποδοχή από βιβλιόφιλους και κριτική. Η προσωπική μου συμπεριφορά απέναντι στα μπεστ σέλερ –αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με ένα διεθνούς εμβέλειας ευπώλητο βιβλίο– είναι να αφήνω να καταλαγιάζουν ο μαζικός ενθουσιασμός ή η αποδοκιμασία και να δοκιμάζω την τύχη μου μαζί τους έπειτα από μια πενταετία τουλάχιστον. Τότε ρίχνομαι στο παιχνίδι και αποκτά ενδιαφέρον η ανάγνωση. Αυτή τη φορά δεν ακολούθησα την πεπατημένη.

Μετά το διάβασμα του μυθιστορήματος της Ελενα Φερράντε, «Η υπέροχη φίλη μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, η δημοσιογραφική πρακτική έλεγε να ξεκοκαλίσω όσα έχουν γραφτεί. Εγκατέλειψα γρήγορα την προσπάθεια, κείμενα επί κειμένων για την κρυμμένη ταυτότητα της συγγραφέως, για το καλύτερο εξώφυλλό της, για τη μετάφρασή της, για τη διακειμενικότητα στο έργο της, και δεν έχει τέλος η φιλολογία, ενδεικτικά μόνο στην Guardian γέμιζε η οθόνη από τίτλους δημοσιευμάτων για όλα αυτά. Δεν γίνεται να μην παρασύρει σκέψεις και παραλληλισμούς με το φαινόμενο Σάλιντζερ.

Ωστόσο, ένα βιβλίο, και δη ένα μυθιστόρημα, διαθέτει μια αυτονομία δική του, που κυρίως έχει να κάνει με τον τρόπο που βιώνεται από τον αναγνώστη. Εσύ που το έγραψες κι εγώ που σε διαβάζω, αναδημιουργούμε μαζί έναν καινούργιο κόσμο που εκεί δεν υπάρχει χώρος για κανέναν άλλον.

Κι η Φερράντε –όποιος κι αν κρύβεται πίσω απ’ αυτό το ψευδώνυμο τέλος πάντων– είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για μια τέτοια σχέση. Γι’ αυτό και τη δικαιώνει η εμπορικότητα που έχει αποκτήσει. Δεν είναι ένα «εύκολο» βιβλίο, αν και διαθέτει μια ροή και μια αφήγηση που σε αρπάζουν σαν ανεμοστρόβιλος και σε ρίχνουν στη δίνη τους. Ναι, μεν, απαιτεί από τον αναγνώστη καταβύθιση στο δικό του εαυτό, αλλά είσαι όντως έτοιμος για κάτι τέτοιο; Η συγγραφέας βουτά στα σκοτάδια της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στα έγκατα, εκεί που πλάθεται και σφυρηλατείται αυτή η περσόνα ή η προσωπικότητα που θα φέρουν ύστερα οι άνθρωποι ως ασπίδα, προσωπείο ή και τελικό προϊόν της ύπαρξής τους. Μπαίνει στο εργαστήριο του εαυτού και του εγώ. Ξεθάβει σκελετούς, ανοίγει ντουλάπες και βγάζει πτώματα, σηκώνει πέτρες και βλέπεις σκορπιούς με δηλητήριο να τρέχουν, ενίοτε τους βάζει και φωτιά. Απευθύνεται στο βαθύ, σκοτεινό, άγνωρο κομμάτι μας. Εκεί που η συνείδησή μας αποσύρεται διακριτικά και αφήνει να κάνει παιχνίδι το υποσυνείδητο και –ακόμη πιο μεγάλη είναι η έκπληξη– το ασυνείδητο.

Η Νάπολη κυριαρχεί. Το τοπίο της, τα σοκάκια της, ο ιστός της σύγχρονης κοινωνίας όταν ακόμη πλεκόταν. «Εάν δεν υπάρχει αγάπη, όχι μόνο στερεύει η ζωή των ανθρώπων αλλά και των πόλεων». Οι άνθρωποί της. Στα δρομάκια της. Ζώντας την καθημερινότητα, τις απογοητεύσεις, τις χαρές, τις μεγαλοσύνες και τις μικρότητές τους. «…Από την άλλη έλπιζα ότι έτσι θα αποτραβιόμουν από αυτό το συνονθύλευμα αδικημάτων, συνενοχών και μικροψυχιών των ανθρώπων που γνωρίζαμε, που αγαπούσαμε, που κουβαλούσαμε…». Μια παρέα, ιδωμένη μέσα από το μελάνι της συγγραφέως. Σκιασμένη από το μαύρο. Και η φιλία δύο κοριτσιών. Εάν γράφονταν οι «Μικρές κυρίες» τον 21ο αιώνα στην Ευρώπη, σε μια μητρόπολη του Νότου, δεν αποκλείεται να είχαν τις διακλαδώσεις τους στα στενάκια της Νάπολης. Με τα ψυχολογικά τους αδιέξοδα και την ομορφιά της σκαιότητάς τους.

Ελπίδα ανάποδη

Είναι και μια ελπίδα ανάποδη, ίσως και δυσοίωνη, με την έννοια της κασσανδρικής προφητείας: ότι το παιχνίδι του κόσμου, η σκακιέρα με τους «δυνατούς» της ιστορικής ή μυθιστορηματικής αφήγησης, ίσως έχει μεταφερθεί από τη Δύση και τον ευρωπαϊκό Βορρά, της ψυχρής λογικής, στον Νότο που βράζει και οι ατμοί του αναδύονται. Εκεί που ενώνεται κάτω από τον καυτό ήλιο το υποσυνείδητο κομμάτι του κόσμου με το ολωσδιόλου ασυνείδητο. Κοχλάζουν οι θερμοκρασίες και όποιος δεν ξέρει να παίζει με τη φωτιά, αργά ή γρήγορα, χάνεται. Οτι ίσως έχει έρθει η εποχή που η δύναμη, δεν έχει να κάνει πια με το χρήμα –άλλωστε το φωνάζει διαρκώς το βιβλίο της Φερράντε, όσο ηθογραφικά κι αν προσεγγίζει μια ναπολιτάνικη συνοικία του ονείρου– αλλά με την άγνωστη εκείνη «ουσία», της ζωής που κρύβουμε εντός μας. Μ’ αυτό παίζει όλη την ώρα η συγγραφέας. Μ’ αυτό το ανομολόγητο, το ανεξερεύνητο, το αόρατο, το δυσνόητο, το άπιαστο, κάποτε για όλους αυτούς τους λόγους και αφόρητο. Μ’ αυτό μαγνητίζει τον αναγνώστη. Με αυτό παίζει με την ίδια του την ψυχή, διαπραγματεύεται μαζί του με τον φαουστικό τρόπο: Δώσε μου την ψυχή σου για να σε κρατήσω πάντα νέο. Εάν δεχθείς αναγνώστη, θα σου προσφέρω τη μεταμόρφωση που ποθείς, μέσα σ’ αυτή την τόσο σύντομη αλλά αέναη ζωή που υπόσχεται η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος.

Ελεύθεροι κι ωραίοι

Το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου την ημέρα που έγινε γνωστή η φυγή του Αντώνη Σουρούνη.  Με ό,τι συνειρμούς απορρέουν. Είπα θα το ξεφυλλίσω να δω τι φρούτο είναι και θα το αφήσω να το διαβάσω με ησυχία. Αλλά δεν με άφησε αυτό. Τον συγγραφέα τον έχω γνωρίσει ανορθόδοξα , αποδεικνυόμαστε γείτονες και εγώ θα έλεγα «συγχωριανοί» κι ας είμαστε από άλλα μέρη. Μου το επιβεβαίωσαν οι λέξεις του.

Σπουδαίος αφηγητής και παραμυθάς, το ευρύ κοινό τον ξέρει από τη μουσική και τους στίχους του, από τις παραστάσεις του, αλλά η πληθωρικότητα του αφηγητή μια χαρά τον περνάει στο συγγραφιλίκι όποτε εκείνος αποφασίσει. Το «Φτου ξελευτερία για όλους!» του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη του έχει ανοίξει την πόρτα. Αυτοβιογραφικά διηγήματα; Μεταφυσικές ιστορίες ελευθερίας; Ποιος ξέρει. Σίγουρα αφηγήματα μεστά, με χυμούς που σε κάνουν να γελάς από την καρδιά σου, που σου μαλακώνουν την ψυχή. Γραφή ψυχικής ανάτασης και υπόδειγμα πώς η ενδοσκόπηση δεν καταλήγει σε μιζέρια, γκρίνια, γκρίζα ομφαλοσκόπηση, αλλά σε πολύχρωμη σκωπτικότητα, αλαφράδα, πώς μπαίνεις στο μεδούλι, χωρίς να χάνεις την ομορφιά. Συγκινητικός, ανθρώπινος, αερικός, αυτός που συναντάς από κοντά, αυτός είναι και στις λέξεις του. Ένας ποιητής αφηγητής. Οι λέξεις του έχουν υγρασία και αίμα. Και ρέουν με τον εσωτερικό του ρυθμό που συναντούν σαν τραγούδι τον αναγνώστη.

Όσο τον διάβαζα, σκεφτόμουν πόσο ψυχωφελές γίνεται ένα βιβλίο όταν δεν υποκρίνεται αλλά όταν αποκρίνεται και όλο τον έβαζα στην ίδια θέση με αγαπημένους συγγραφείς σαν τον Αντώνη Σουρούνη, τον Τάσο Χατζητάτση, τον Σωτήρη Δημητρίου. Λογοτεχνία που δεν κατασκευάζεται. Δεν πιστεύω άλλωστε σε αυτή. Πιστεύω σ’ αυτή που αναβλύζει από τον άνθρωπο, απ’ αυτά που έζησε κι αυτά που διάβασε, απ’ αυτά που δεν έζησε και δεν είπε. Στη λογοτεχνία που λέει αλήθεια. Που μπορεί να ξεκίνησε μια μέρα ή μια νύχτα κάτω από τα σκεπάσματα διαβάζοντας κρυφά τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ.

Εγώ δεν σημειώνω πάνω στα βιβλία μου ποτέ, τίποτα, ούτε ένα τόσο δα σημαδάκι, αυτή τη φορά το γέμισα σημειώσεις. «Ο Θεός βρίσκεται στην πρόθεση», «Άντρας είναι αυτός που ‘χει την απόφαση», «Πλούσιος είναι αυτός που δεν έχει ανάγκη κιανέναν», «οι Κρητικοί είναι οι πιο πεισματάρηδες και ευσυνείδητοι εργάτες, αλλά μόνο για αγαθά υψηλής ποιότητας. Ποια είναι αυτά; Εκείνα που δεν είναι προς πώληση. Αυτά που μπαίνουν στο τραπέζι για την παρέα. Αυτά που θα γίνουν αφορμές επικοινωνίας», «Η λεβεντιά είναι το ίδιον των πληγωμένων, των καταφρονεμένων, των νικημένων του κόσμου, αλλά που είναι συνάμα νικητές, γιατί πλήρωσαν το τίμημα-χαρακτηριστικό του υπερήφανου αριστοκράτη: Υποστήριξαν με τη ζωή του μια χαμένη υπόθεση… Ο λεβέντης γίνεται αντιήρωας, για να φτάσει στον υπερήρωα, που δεν καταξιώνεται στην παροντική ζωή, αλλά ίσως σ’ έναν μελλοντικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων μας».

Η μάνα, η απώλεια, τα μυρμήγκια, ο κοινωνικός ιστός ενός νοερού χωριού που μπορεί να φτιάχνει ο καθένας μόνος του πια σε μια μεγαλούπολη για να επιβιώσει, μια ολωσδιόλου δική σου γλώσσα και ζωή, η συγγένεια, η σύνδεση, εντέλει η αφήγηση. «Όλες οι αφηγήσεις είναι αφηγήσεις «κόστους»». Με γλύκα, με χαρά και χάρη, με αλαφράδα, με γέλιο. Με υπερβολή, όπως αξίζει στη ζωή όσο νευρωτική κι αν τείνει να είναι σήμερα.

 

Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ

«Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ»

Εφυγε από την Ελλάδα στα 18 της για να πάει να μελετήσει ψυχολογία στην Αγγλία· μου αφηγείται πώς λιποθύμησε στο πρώτο ηλεκτροσόκ που αντίκρισε τότε μπροστά της. Βρέθηκε στην Αγγλία, στην Αφρική, στην Ελβετία, με αυτήν τη σειρά. Στην Αφρική παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Ανθρωπολογία, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ιστορίας της Μέσης Ανατολής.

Επέστρεψε στη βάση της, το Ρέθυμνο, και το 2010 ίδρυσε τις εκδόσεις Ισις –από την Ισιδα, θεά της αιγυπτιακής μυθολογίας– με σκοπό την προώθηση και την πρακτική κατανόηση του έργου του μεγάλου Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχολόγου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (1875-1961). H Αργυρώ Εμμανουήλ, με δύο μάστερ ψυχολογίας –απόφοιτος και η ίδια του Ινστιτούτου Γιουνγκ στη Ζυρίχη– τα τελευταία έξι χρόνια έχει να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο σύνολο ως προς την έκδοση του έργου του Γιουνγκ, των μαθητών του και άλλων αναλυτών της ίδιας σχολής.

Εχει να παρουσιάσει 25 βιβλία ακριβής έκδοσης και παραγωγής, πανόδετα, με προσεγμένη επιμέλεια και μετάφραση. Η ίδια κάνει τις μεταφράσεις και η Αμαλία Ζουμπουλάκη βρίσκεται πίσω από τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων. Η άλλη σοβαρή προσπάθεια που είχε γίνει για την έκδοση του Γιουνγκ στην Ελλάδα πάει πολύ πίσω στον χρόνο και την είχε κάνει η Σοφία Αντζακα, που διατηρούσε και προσωπική αλληλογραφία με τον Γιουνγκ. Ο εκδοτικός οίκος Ισις ειδικεύεται αποκλειστικά στα βιβλία του Γιουνγκ, της Marie-Louise von Franz, παλαιών και νέων αναλυτών της ίδιας σχολής, με θέματα που εκτείνονται από την ψυχολογική ανάλυση των συμβόλων, της μυθολογίας, των παραμυθιών, της λογοτεχνίας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας μέχρι τη σύγχρονη εμβάθυνση της γυναικείας και ανδρικής ψυχολογίας.

Το εγχείρημα της Αργυρώς Εμμανουήλ είναι κάτι παραπάνω από παράτολμο. Και μάλιστα είναι ασυνήθιστο και δύσκολο ένας εκδοτικός οίκος να επιβιώνει στην ελληνική περιφέρεια, κάνοντας τόσο αφοσιωμένο και εκλεπτυσμένο αισθητικά έργο. Η ίδια προσδιορίζεται ως Ελληνίδα της διασποράς που, επιστρέφοντας στην πατρίδα της, ήθελε κάτι να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε. Στην κουβέντα μαζί της, θυμήθηκε τα χρόνια που διάβαζε μικρή στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.

Απολαυστική συνομιλήτρια, σε αφήνει με μια γεύση ότι οσμίστηκες το τι σημαίνει κάποιος να αγωνίζεται να εκπληρώσει τον εαυτό του. «Θυμηθείτε ότι η ψυχολογία είναι η αρχαιολογία της ψυχής», μου είπε μέσα στα πολλά. «Δεν είναι ορθολογισμός πια αυτό που ζούμε, είναι υλισμός». Το ενδιαφέρον για το έργο του Γιουνγκ έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δοθεί ιδιαίτερη ώθηση στη μελέτη του μετά και την έκδοση του περίφημου «The Red Book» το 2010, 80 ολόκληρα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Μου τονίζει στη συνομιλία μας ότι ο ίδιος ο Γιουνγκ συνεχώς επισήμαινε ότι είναι ένας εμπειρικός επιστήμονας και από εκεί και πέρα το πεδίο ανήκει στις θρησκείες.

Από τις αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιουνγκ γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Πρόκειται για «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού – Σχόλια πάνω στα σύγχρονα γεγονότα» και αποτελεί ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μελέτες πάνω στην ψυχολογία του βάθους». Κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Ισις τα μνημειώδη έργα του: «Αναμνήσεις, όνειρα και στοχασμοί» (2015), «Ονειρα παιδιών» (2015), «Αιών» (2014), «Απάντηση στον Ιώβ» (2014), «Η αρχετυπική πορεία της εξατομίκευσης» (2013).

Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου βιβλίο των εκδόσεων Ισις ήταν πριν από δύο χρόνια περίπου. Αφορούσε παλαιότερη έκδοση του 2012, «Το μέσο πέρασμα – Από τη μιζέρια στο νόημα της μέσης ηλικίας» του James Hollis. Το μέσο πέρασμα δεν έχει να κάνει με την ηλικιακή ωρίμανση, αλλά με το σημείο της συνειδητότητας όπου βρίσκεται ο καθένας. Από τα τελετουργικά της μύησης για τη δύσκολη μετάβαση από την παρατεταμένη εφηβεία της πρώτης ενηλικίωσης μέχρι το δεύτερο κομμάτι της προσωπικής πορείας του καθενός που έρχεται αντιμέτωπος με το γήρας αλλά και με τον θάνατο.

Ενα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για την κατανόηση της σχέσης με τον εαυτό μας και το σώμα μας είναι και αυτό της Marion Woodman «Η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη – Παχυσαρκία, νευρική ανορεξία και καταπιεσμένη θηλυκότητα». Εργο που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές που βιώνουν οι γυναίκες σε σχέση με την εικόνα τους αλλά κυρίως με την ψυχή τους. Διερευνά διεξοδικά την έννοια της Μητέρας Γης και της Θηλυκής Αρχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα προβλήματα βάρους και οι διαταραχές θρέψης έχουν νόημα, είναι σκόπιμα συμπτώματα και όχι απλώς αποτελέσματα μιας κατάστασης.

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Το να λειτουργείς με το σώμα σε κάνει συμβατό με τη ζωή… Αυτή είναι η υγεία του χορού. Βάζει φρένο στο μυαλό. Το σώμα είναι η πράξη, το υγιές όριο…», αποκρυσταλλώνει κανείς φράσεις-κλειδιά από τη συνομιλία με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Καλαμάτας Κατερίνα Κασιούμη. Ανέλαβε καθήκοντα στο τέλος Φεβρουαρίου, μετά την ηχηρή παραίτηση της κ. Βίκυς Μαραγκοπούλου, επί 21 χρόνια στην ίδια θέση και με εγνωσμένο έργο.

Η ίδια, μιλώντας με μεγάλο σεβασμό για την προκάτοχό της, πέφτει στα βαθιά, αναγνωρίζοντας τη δυσκολία τού να αναλαμβάνεις κάτι που έχει φτάσει στην ακμή του. Ανήκει στη γενιά των χορογράφων που έχει προσκαλέσει για να παρουσιάσουν το έργο τους φέτος. Γνωρίζει εκ των έσω τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χορός στη χώρα, πρακτικά ζητήματα, επιβίωσης, υποδομής αλλά και σε επίπεδο ευκαιριών μόρφωσης, καλλιέργειας. Θέλησε να δώσει χώρο στους χορογράφους της Ελλάδας και οι συμμετέχουσες ομάδες καλύπτουν όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» Eλλήνων καλλιτεχνών, όπως λέει η ίδια. Το φεστιβάλ δεν θέλει να είναι κάτι «φορεμένο» στον κόσμο, αλλά να είναι μια γιορτή που να ζωντανεύει την πόλη. Αυτό είναι και το στοίχημα τον καιρό της κρίσης, να πειστεί και η τοπική κοινωνία των 40.000 να συμμετάσχει με την τρόπο της, να πλησιάσει τον χορό και να την πλησιάσει κι αυτός. Η κ. Κασιούμη κάνει λόγο για «εξωστρέφεια με ποιότητα, δεν πιστεύω ότι το καλό πράγμα το καταλαβαίνουν μόνο οι λίγοι, η ποιότητα έχει σημασία, κι αυτή δεν έχει να κάνει με το είδος που υπηρετείται κάθε φορά».

Βγαίνει μέσα από τα σπλάγχνα του χορού και η ίδια, όταν 13 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα, ζώντας μόνη, προκειμένου να σπουδάσει στην κρατική σχολή χορού. Πιστεύει ότι, με οργάνωση και ανοιχτό μυαλό, υπάρχει χώρος για όλους. Τονίζει ότι όσο πιο πολύ προχωράς μέσα στην καλλιέργεια της τέχνης τόσο βλέπεις ότι ο χορός είναι ένας. Γι’ αυτό και η πρόθεση για το φετινό φεστιβάλ είναι ο χορός να είναι για όλους και να επιχειρηθεί μια επανασύνδεση και επανατροφοδότηση από το παρελθόν ως μέσον να δει κανείς και να πάρει δύναμη για το μέλλον, μακριά από αρχαιολαγνεία, αλλά με γνώση του παρελθόντος. Μιλάει για προσοχή και επανεξέταση του τι είναι σύγχρονο και τι είναι διεθνές και ποια είναι η θέση του ελληνικού χορού σήμερα μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Οι ανατροπές γίνονται όταν τα πράγματα φτάνουν σε μια ωριμότητα, λέει. Το καλλιτεχνικό έργο βασίζεται στην ισορροπία των αντιθέσεων και της ροής, συστατικά της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Ο χορός έχει μια δύναμη από την κατασκευή του: μαθαίνεις να αγωνίζεσαι, να σέβεσαι και να ψάχνεις δημιουργικούς τρόπους να λύσεις προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα δείχνεις και την ομορφιά. Στόχος είναι να μπορούν να αντλήσουν έμπνευση από τον χορό και όσοι δεν έχουν ενασχόληση μαζί του. Πιστεύει άλλωστε και η ίδια στην ψυχική, πνευματική και σωματική ισορροπία, αρμονία που επιφυλάσσει ο χορός για τον καθένα μας.

Στάσεις σε έργα

Διατρέχοντας τον προγραμματισμό του φεστιβάλ κι επιχειρώντας μια εκ των προτέρων ανάγνωση, φαίνεται να ξεχωρίζει ως κοινός άξονας που διαπερνά τη φετινή προσπάθεια η ανάγκη να εκφραστεί η πλευρά εκείνη (ίσως θηλυκή, τολμώντας μια προσωπική θέαση) του κόσμου που έχει να κάνει με την έννοια της δημιουργίας, της ζωής, της αναπνοής της ίδιας (έργο «10.000 Litres» της Ευαγγελίας Κολύρα), αλλά και της πάλης μέσα στις συνθήκες («Στην άκρη του βατήρα», έργο της Ομάδας Αμάλγαμα και της Μαρίας Γοργία). Μιλώντας, μάλιστα, με τους καλλιτέχνες επαναλήφθηκε συχνά η φράση «τροφή και πνευματική θρέψη».

Η έννοια της σύνδεσης επίσης, της οικοδόμησης μιας γέφυρας ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μέσα από τις μουσικές του Μπαχ και του Χέντελ, προβάλλει έντονα με το έργο «LINKS» του Αντώνη Φωνιαδάκη, νέου διευθυντή του Μπαλέτου της ΕΛΣ, με το οποίο ανοίγει και το φεστιβάλ.

Ο ίδιος, έχοντας παρουσιάσει την πρώτη του χορογραφική δημιουργία το 2003 στον ίδιο θεσμό, δηλώνει την ικανοποίησή του για την έντονα ελληνική χροιά που έχει φέτος η διοργάνωση, με το σκεπτικό ότι είναι ευκαιρία αυτή τη στιγμή να δούμε τι υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας ως προς το πεδίο του χορού και να κάνουμε τον απολογισμό μας.

Συμμαθητής με την κ. Κασιούμη στην κρατική σχολή χορού, στην κουβέντα μας μαζί του, λέει ότι ζούμε σε εποχές που χρειάζεται μια υπέρβαση, να βλέπει κανείς πιο μεγαλεπήβολα, καμιά φορά μόνο και μόνο για να πετύχει το κανονικό. Το μουσικό ερέθισμα από το Μπαρόκ αποτελεί πρόκληση για τον ίδιο να οπτικοποιηθεί στο «LINKS» και, μέσα από το συναισθηματικό στοιχείο της μουσικής και την πολυπλοκότητα της σύνθεσης, εντέλει κάτι να αγγίξει τις χορδές του κοινού, ένα στοιχείο σαγήνης υψηλότερο από την προτίμηση, μια σύνδεση εσωτερική και, γιατί όχι, πνευματική.

Ο ίδιος πιστεύει στις χημικές αντιδράσεις, τις ανεξιχνίαστες αλληλεπιδράσεις που προκαλούν μέσα μας τα έργα τέχνης.

Ιδιότυπο «κρυφτό»

Επιχειρεί να ενώσει, να μιλήσει για τη σύνδεση όλων των στοιχείων της φύσης και το έργο «Drops of Peace», το οποίο προέκυψε μετά το πέρας του λίαν θεαματικού «Drops of Βreath» όπως μας αφηγείται η μία από τις τρεις δημιουργούς του –οι άλλες δύο είναι η Σοφί Μπουλμπουλιάν (Γαλλία) και η Λία Χαράκη (Κύπρος)–, η Αποστολία Παπαδαμάκη, για το «παιχνίδι», ένα ιδιότυπο «κρυφτό», που θα στηθεί στην είσοδο του Δημοτικού Πάρκου Σιδηροδρόμων της Καλαμάτας. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους και περικλείει τη συμμετοχή τους. Προέκυψε μετά την ολοκλήρωση του υποβρύχιου «Drops of Breath»· τότε που σταμάτησαν οι πρόβες κάτω από το νερό, οι χορευτές βγήκαν από το υγρό στοιχείο και ένιωθαν πια μια θλίψη. Είχαν ζήσει στη διάρκεια του ταξιδιού της υποβρύχιας παράστασης μια φυγή από το εγώ, ένα είδος διαλογισμού συμπαντικού κι ανθρώπινου, όπως καταθέτει παθιασμένα η κ. Παπαδαμάκη. Αυτή λοιπόν την αίσθηση του νερού, για την ακρίβεια τη μνήμη της, τη μετουσιώνουν πάνω στη γη με το νέο τους έργο, θέλοντας να «πουν» ότι όλα έχουν ζωή, νοημοσύνη, όλα μας περιέχουν και τα περιέχουμε, σε μια προσπάθεια να νιώσουμε όλοι ότι μπορούμε να βγούμε από την απομόνωση. Το υγρό στοιχείο εμφανίζεται με έναν άλλον καταλυτικό τρόπο ως προς τη σύλληψη της ιδέας και στο έργο «Europium» της ομάδας RootlessRoot – Λίντα Καπετανέα & Γιόζεφ Φρούτσεκ, που επιχειρεί να ψηλαφίσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από έμμεσες αναφορές στο ναυάγιο «Μέδουσα» (1816), με τη γνωστή φόρτιση που αφήνει σε όλους μας το παιδικό τραγούδι «Ηταν ένα μικρό καράβι».

Επιλογές παραστάσεων: «LINKS», 15 & 16 Ιουλίου «10.000 Litres», 16 Ιουλίου «Opus», 17 & 18 Ιουλίου «Drops of Peace», 19 Ιουλίου «Europium», 24 Ιουλίου
Πληροφορίες: http://www.kalamatadancefestival.gr/

Έντυπη

Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί

«Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί»

Δαιμόνια, πνευματώδης, σπιρτόζα, αεικίνητη. Καταλαβαίνεις στα πρώτα λεπτά ήδη της κουβέντας μαζί της γιατί τη διάλεξε για πρώτη του χορεύτρια και εν συνέχεια για δασκάλα στη σχολή του και εντέλει για να συνεχίσει το έργο του ο Ιγκόρ Μοϊσέγιεφ. Καλλιτεχνική διευθύντρια και με τη συνολική ευθύνη του ομώνυμου μπαλέτου, η Ελένα Σερμπακόβα (Elena Shcherbakova) υπερασπίζεται παθιασμένα το έργο του δασκάλου και μέντορά της. Δεν διστάζει να σηκωθεί πάνω κατά την κουβέντα μας για να μου δείξει τι εννοεί. Δεν είναι η φιγούρα της εύθραυστης μπαλαρίνας που περίμενα να συναντήσω. Χειμαρρώδης, ξεχειλίζει από ζωντάνια, ακόμη και τα αγγλικά που μιλάει είναι αυτά που ταιριάζουν στο ταμπεραμέντο της, σου δίνει πράγματι να καταλάβεις με όλη αυτήν τη σφύζουσα σωματική της έκφραση αρκετά παραπάνω απ’ αυτά που λέει. Την είδα πριν από τις παραστάσεις του Ηρωδείου της περασμένης εβδομάδας, ενώ στις 4, 5 και 6 Ιουλίου η φημισμένη ομάδα των χορευτών της θα παρουσιάσει το έργο της στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Σε λίγο καιρό θα αρχίσει το μπαλέτο τούς εορτασμούς των 80 ετών λειτουργίας του και εκείνη βρίσκεται με τρεις διαφορετικούς ρόλους στους κόλπους του από το 1969. Το καινούργιο, λέει, είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί. Η αρχέγονη δύναμη της μουσικής, τα ασφαλή μονοπάτια της κάθε εντόπιας παράδοσης, αναδημιουργημένα μέσα από τη χορογραφική σφραγίδα και φιλοσοφία του Μοϊσέγιεφ και γαλουχημένα με ιδανικά πανανθρώπινης σύνδεσης, αγάπης, αλληλεγγύης. Η Ελένα Σερμπακόβα πιστεύει ότι η σκηνή ανήκει στους νέους, παραδέχεται την τραυματική και επίπονη, σωματικά, ζωή του χορευτή. Από το χωνευτήρι του διονυσιακού χορογραφικού συγκρητισμού του Μοϊσέγιεφ έχουν ξεφύγει οι ινδικοί χοροί που λένε μια ολόκληρη ιστορία με κάθε τους συμβολική κίνηση και δεν μπορούν να «περάσουν» στο κοινό που δεν είναι μυημένο στην αλήθεια τους.

Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες

«Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες»

Στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 7 Ιουλίου, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς και σε σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ (γνωστού από τη συνεργασία του με τα αδέλφια Ουατσόφσκι στο «Cloud Atlas» και την τηλεοπτική σειρά «Sense8»). Μπορούμε να φανταστούμε άνετα τον Τομ Χανκς σε αυτό τον ρόλο: του Αλαν, του κεντρικού ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του 45χρονου Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς (Dave Eggers) με τίτλο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» (στα ελληνικά από τις εκδ. Κέδρος).

Θαυμάστρια του Εγκερς ήδη από το σπαρακτικό του βιβλίο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου), ζήτησα να του απευθύνω λίγες ερωτήσεις. Ο ίδιος έχει μια συγκινητική προσωπική ιστορία ζωής που αφορά την απώλεια και τη διαχείριση του πένθους, ενώ έχει αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και παροχής πρακτικής βοήθειας σε άτομα για να κατορθώσουν να σπουδάσουν.

Το μυθιστόρημά του «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» είναι μια ιστορία ενός πλήρως ηττημένου μεσήλικα από την Αμερική, που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για να εκπληρώσει το εκπεσμένο του αμερικανικό όνειρο και να σωθεί. Η αφήγηση του Εγκερς αιχμαλωτίζει. Παράδοξη και τόσο αληθινή, καυτηριάζει σε δεύτερο επίπεδο τον οικονομικό ξεπεσμό της δυτικής νοοτροπίας που απλώνει τα πλοκάμια της μέχρι την έρημο της Μέσης Ανατολής. «Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι ύλη; Αισθανόταν κάτι λιγότερο από αυτό». Η ιστορία κωμικοτραγική ξεσκεπάζει τα έλη που ελλοχεύουν στις ζωές των ενηλίκων που περνούν τη γραμμή του μέσου της πορείας τους.

– Ο ήρωάς σας είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας του δυτικού κόσμου που τα έχει χάσει όλα, ιδίως τον εαυτό του, ίσως την ψυχή του, τη χαρά του, την όρεξή του για τη ζωή. Μεταφορικά μιλάτε για την κοινωνία μας και την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω του πρωταγωνιστή;

– Ο Αλαν Κλέι ήταν συνεργός στη μετανάστευση της βιομηχανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ασία. Εργαζόταν σε μια εταιρεία κατασκευής ποδηλάτων, τη «Schwinn», και ήταν από τα στελέχη που για λόγους κόστους σταμάτησαν να φτιάχνουν ποδήλατα στο Σικάγο και ξεκίνησαν να τα εισάγουν από την Κίνα. Ετσι, η «Schwinn» έπαψε πια να αξίζει και πολλά ως επιχείρηση και ο Αλαν έχασε τη δουλειά του. Είναι, λοιπόν, ένας άντρας που χωρίς επίγνωση έφερε τον εαυτό του σε μια απελπιστική κατάσταση: να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του. Και φυσικά αυτό για έναν μεσήλικα, το να ξεκινήσει από την αρχή στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα.

– Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε το «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά»; Ποια ήταν η πρώτη πρώτη πρόθεση;

– Με συνεπήρε η ιδέα του πού θα μπορούσε ένας άντρας σαν τον Αλαν να βρεθεί τώρα. Μόλις ξεριζώνεται, μόλις χάνει την επαφή του με τη ζωή που είχε, πού μπορεί να πάει; Αποφάσισα να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας πουλήσει υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας στον βασιλιά. Ηταν αρκετά παράδοξο για να το βρω απόλυτα σωστό…

– Γιατί, λοιπόν, τοποθετείτε την πλοκή στη Σαουδική Αραβία; Θέλατε να μιλήσετε για τη βία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, για τον φόβο για την ισλαμική βία;

– Εχει να κάνει μερικώς με τις υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε έναν Αμερικανό κι ένα Σαουδάραβα. Είναι δύο έθνη που έχουν αρκετή καχυποψία το ένα για το άλλο. Αλλά αμέσως ο Αλαν συναντά τον Γιουσέφ, ο οποίος θα μπορούσε με πολλούς τρόπους να είναι γιος του. Γιατί ο Γιουσέφ έχει μεγαλώσει με τη δυτική κουλτούρα, έχει αίσθηση του χιούμορ, μοιάζουν πολύ και τελικά βρίσκουν ένα κοινό μήκος κύματος να συνεννοηθούν. Στο τέλος, ο Αλαν συναντά τη Ζάχρα με την οποία επίσης το υποτιθέμενο πολιτισμικό χάσμα αμέσως καταρρέει. Εχω ανακαλύψει ότι κάθε φορά επαληθεύεται αυτό, όποτε έχω περάσει χρόνο από τη ζωή μου μέσα σε κάποια –υποτίθεται– κλειστή κοινωνία.

– Γράφοντας για τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, η βία, η απώλεια, επικεντρώνεστε στους ανθρώπους, στις προσωπικές τους μικρές ιστορίες, στους εσωτερικούς τους μονολόγους, στα αισθήματά τους την ίδια ώρα που εξελίσσεται η Ιστορία, η μεγάλη ιστορία του κόσμου. Τι πιστεύετε ότι διασώζει η λογοτεχνία εντέλει; Ισως την ανθρωπιά μας, τη συμπονετικότητά μας;

– Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει τη μοναδική ικανότητα να ανοίγει πόρτες σε κόσμους όπου αλλιώς δεν θα είχαμε πρόσβαση. Διαβάζοντας ειδησεογραφικές αναλύσεις για τη Σαουδική Αραβία, για τους διωγμούς και τους περιορισμούς που υφίστανται οι γυναίκες, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι ένας δραστικά διαφορετικός τρόπος ζωής και ότι οι καθημερινοί συνηθισμένοι Σαουδάραβες υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις πρακτικές. Αυτό όμως είναι μόνο ένα σενάριο. Ετσι, στο μυθιστόρημά μου επιτρέπεται χαρακτήρες όπως η Ζάχρα και ο Γιουσέφ να αποκτούν ζωή και μια πιο πλατιά ανθρωπότητα να αναδύεται.

– Γιατί διαλέξατε για την προμετωπίδα του βιβλίου τη φράση του Σάμιουελ Μπέκετ από το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται»;

– Είναι ένα πεσιμιστικό απόσπασμα από ένα πιο αισιόδοξο κομμάτι. Μου άρεσε γιατί είναι αυτό που τελικά πιστεύει ο Αλαν στις πιο σκοτεινές του ώρες: ότι δηλαδή είναι άχρηστος. Ομως έχει να ανακαλύψει ότι είναι απαραίτητος και πάλι.

– Θεωρώ ότι το μυθιστόρημά σας «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες. Μάλιστα πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα που βιώνει την απόγνωσή τους από κοντά. Ποια είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, πώς μπορεί να βοηθήσει;

– Σπάνια δίνεται ο λόγος στους πρόσφυγες. Συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως μια μάζα ανθρώπων μέσα σε μια ετοιμόρροπη βάρκα. Ή σε μια συστάδα από τέντες μέσα στην έρημο. Αλλά εάν επιτρέψουμε σε έναν πρόσφυγα, στον κάθε πρόσφυγα να ακουστεί, εάν ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει πλήρως την ιστορία τους, τότε μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτούς. Και όταν το κάνουμε αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να τα χάνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να βρίσκεσαι στο έλεος κάθε περίπλοκου προσφυγικού συστήματος, να μην έχεις τον έλεγχο της μοίρας σου. Πιστεύω ότι οι πρόσφυγες –και όσοι μεταναστεύουν γι’ αυτόν τον λόγο– είναι βαθιά γενναίοι και αξίζουν τον σεβασμό και τη συμπόνια μας.

Το βιβλίο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» του Ντέιβ Εγκερς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου. Κυριότερα βιβλία του στα ελληνικά: «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο), «Τα αγρίμια» (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου, εκδ. Τόπος), «Ο κύκλος» (μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Η ταινία «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Εγκερς, θα προβάλλεται  στις  αίθουσες  από τις 7 Ιουλίου.

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Στα εξήντα οκτώ της χρόνια –έχοντας ξεπεράσει προ πολλού την τριακονταετία συνεχούς δράσης– γυρίζει τον πλανήτη, με φορεμένο το μπλε γιλέκο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «για να μεταφέρει το μήνυμα», όπως λέει η ίδια και όπως μεταφράζεται άλλωστε στα γερμανικά ο τίτλος της. Η Μπάρμπρα Χέντρικς (Barbara Hendricks) θα μπορούσε να μείνει στις δάφνες της λαμπερής κι αισθαντικής της φωνής, ως διεθνούς φήμης σοπράνο, περιχαρακωμένη με την άνεση των βαρύτερων μουσικών σκηνών του πλανήτη. Ομως, όχι.

Επιλέγει να είναι στις εστίες του ανθρώπινου πόνου, ως η μακροβιότερη επίτιμη πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNHCR και μοναδική στον κόσμο που φέρει ισοβίως αυτόν τον τίτλο. Στην περίπτωσή της, είναι μια φωτισμένη γυναίκα από τη δοτικότητα και το πνεύμα αλληλεγγύης, με απλότητα και καταδεκτικότητα, που η ίδια τροφοδοτεί με σημασία και νόημα αυτόν τον τίτλο. Οταν της είπα ότι στις αρχαίες τραγωδίες σκοτώνουν τον αγγελιοφόρο των δυσοίωνων ειδήσεων, μου απάντησε: «Ναι, μα δεν μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια». Σε κοιτάει στα μάτια και σε γεμίζει με σπίθες μαχητικότητας κι αγάπης. Το ίδιο βλέμμα έχει συναντήσει τόσους ανθρώπους που ζουν στην απόγνωση της προσφυγιάς και της αβεβαιότητας· είναι ποτισμένο με την αλήθεια της παραμικρής ιστορίας των ανθρώπων που της εμπιστεύτηκαν την ανάγκη τους. Και γι’ αυτούς μιλάει.

Είχε επιστρέψει από τα Διαβατά Θεσσαλονίκης, όταν τη βρήκα στο ξενοδοχείο της. Από τον ρόλο της μεγάλης ντίβας του τραγουδιού, κρατούσε μόνο τη φινέτσα και την αρχοντιά του ανθρώπου που εκπληρώνει τον σκοπό του σε αυτή τη ζωή με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Είχε συναντήσει πρόσφυγες από τη Συρία και το Ιράκ, ασυνόδευτα ανήλικα παιδιά, ανθρώπους που περιμένουν να μετεγκατασταθούν κάπου αλλού στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Μεταφέρει τις τραυματικές εμπειρίες των παιδιών, τις τραγικές ιστορίες των οικογενειών που χωρίστηκαν, τις απροσπέλαστες δυσκολίες τους, μα κυρίως την ελπίδα τους. Ανθρωποι που έφυγαν για να γλιτώσουν τη ζωή τους από την καταστροφή και τον πόλεμο. Η Χέντρικς μιλάει με αγωνία κι έγνοια γι’ αυτούς, θυμάται τα ονόματά τους και μου περιγράφει την περιπέτεια μιας από τις χωρισμένες από τις δραματικές συνθήκες οικογένειας: πώς τα παιδιά –αν και με ουλές και σημάδια από τους βομβαρδισμούς– ήταν τόσο όμορφα, γεμάτα με ελπίδα, δύο από τους πιο εμπνευστικούς ανθρώπους που είδε, με το φως της ζωής να μην έχει σβήσει μέσα τους, με τον ενθουσιασμό για την επιβίωση να καίει.

Τη ρώτησα πώς διαχειρίζεται μέσα της όλες αυτές τις ιστορίες. «Κάπου ανάμεσα στη ματαιότητα, στον θυμό, στην έμπνευση. Παίρνω πολλή δύναμη από τους πρόσφυγες. Ιδίως από τις γυναίκες, που είναι και οι πιο ευάλωτες σε αυτή την κατάσταση. Συνήθως έχουν υπό την προστασία τους παιδιά και ηλικιωμένους, συγγενείς. Είναι τόσο δύσκολο γι’ αυτές. Αλλά βλέπω οι άνθρωποι να υπερβαίνουν τις αντιξοότητες… Είναι τόσο λίγες πόρτες ανοιχτές γι’ αυτούς», μου είπε, αναφέροντας τις προσωπικές μαρτυρίες τόσων ανθρώπων που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, δεν υπάρχει δρόμος μετεγκατάστασης και βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μετάβασης που δεν ξέρουν τι θα απογίνουν. Βάζει τον εαυτό μας στη θέση τους, σε μισή ώρα από τώρα να τρέξουμε ξαφνικά για να σώσουμε τη ζωή μας, όλοι εμείς με τα καθημερινά μας προβλήματα και τις γκρίνιες, που όμως διαθέτουμε ακόμη το προνόμιο της ζωής σε μια ειρηνική χώρα.

Η λύση στα χέρια των λαών

Ως λύση στο πρόβλημα προκρίνει την πολιτική λύση η ίδια. Τη βούληση οι 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης να επωμιστούν τον αριθμό προσφύγων που αντέχει η κάθε μία και να βοηθηθούν οι άνθρωποι. Μιλάει για τους πολιτικούς της Γηραιάς Ηπείρου που «έχουν τον νου τους μόνο στις επόμενες εσωτερικές τους εκλογές και όχι στην ευθύνη που έχουν αναλάβει έναντι των λαών τους». Για να υποκινηθεί η πολιτική λύση, όμως, ως μόνο τρόπο βλέπει τη δύναμη της κοινής γνώμης, να το απαιτήσουν οι πολίτες από τους πολιτικούς τους. «Εχουμε τους πολιτικούς που αξίζουμε», τόνισε.

Παραλληλίζει την Ευρώπη με μια οικογένεια και θεωρεί ότι τώρα είναι ώρα να δείξει τι την ενώνει. «Είναι όπως ένας γάμος», λέει, «με τις καλές και τις δύσκολες ημέρες. Δεν μπορείς να είσαι επιλεκτικός. Δεν μπορείς να είσαι μέλος μόνο στις καλές ώρες… Το μέλλον της Ευρώπης είναι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία έχει θεμελιωθεί πάνω στις αρχές της ειρήνης και της αξιοπρέπειας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Χωρίς αυτά το μέλλον μας είναι αβέβαιο».

Η Χέντρικς, με σουηδική υπηκοότητα μετά τον γάμο της, έχει ζήσει και μεγαλώσει στην Αμερική, όπου βίωνε το δικό της απαρτχάιντ, χωρισμένη στα δύο από τον ρατσισμό. Στα σχολεία, στο δρόμο, στα νοσοκομεία. «Εάν είχες ένα αυτοκινητικό ατύχημα και δεν βρισκόσουν κοντά στο νοσοκομείο που ήταν για μαύρους, τότε μπορούσες να πεθάνεις. Γιατί δεν υπήρχε χρόνος να πας στο σωστό νοσοκομείο, δεν σε δέχονταν, ακόμη κι αν το νοσοκομείο για τους λευκούς ήταν απέναντι». Αφηγείται ότι δεν μπορούσες να πιεις νερό από τη δημόσια βρύση, λόγω του χρώματός σου. Πιστεύει στον Θεό, κόρη πάστορα, είχε τα πάνω και τα κάτω της με τους φορείς της θρησκείας, όμως κυρίως πιστεύει στους ανθρώπους και στην πνευματικότητά τους, άλλωστε η ίδια είναι βαθιά κοινωνός της.

Παλεύει για κοινά δικαιώματα για όλους τους ανθρώπους, μέχρι να πεθάνει, όπως λέει. «Αν δεν έχεις γαλήνη με τη δική σου καρδιά, πού να τη βρεις με τους έξω από σένα; Δεν χρειάζεται να πας σε καταυλισμούς στη Σομαλία και στο Σουδάν για να βοηθήσεις. Είναι πιο απλό. Μπορείς να ξεκινήσεις μέσα από το σπίτι σου, με τον άντρα και τα παιδιά σου, με τους φίλους σου, με τους συναδέλφους σου, με τη γειτονιά σου, για να κάνεις το σωστό… Ολοι είμαστε πολίτες αυτού του κόσμου… Οι διαφορές μας είναι ο πλούτος μας…», σημειώνει η ίδια.

«Φτου ξελευτερία» από την οθόνη

MICHELE SERRA
ΟΙ ΑΡΑΧΤΟΙ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδ. Ικαρος

Σου μιλάει σε όλη την αφήγηση. Με χιούμορ, με σπαραγμό, με ένταση. Μήπως και σε ξυπνήσει. Μήπως και σε κάνει να πετάξεις το έξυπνό σου τηλέφωνο από το χέρι και ζήσεις τη ζωή σου. Μήπως και αφήσεις την οθόνη του υπολογιστή σου να τρεμοσβήσει μόνη της και να βυθιστεί, επιτέλους, στο σκοτάδι που της αναλογεί.

Ο Michele Serra, γνωστός δημοσιογράφος στην Ιταλία, με τη σατιρική του διάθεση να καυτηριάζει βαθιά την καθημερινότητά μας, βρίσκει τον τρόπο να σε γρονθοκοπήσει στο στομάχι, μήπως και παραδεχτείς τη διαρκή απουσία της ζωής που βιώνεις σε αυτήν την κοινωνία της κόπωσης, της διαρκούς διαφάνειας, που τίποτα δεν μένει κρυμμένο και τίποτα ουσιαστικό, τελικά, δεν αποκαλύπτεται.

Σε αυτή την κοινωνία που η οικειότητα γίνεται χάιδεμα πλήκτρων, που οι ρυθμοί όλων επιταχύνονται προς ένα χαοτικό άγνωστο μετά, που η πληροφορία τα καταλαμβάνει όλα και σπεύδει με ραγδαία ετοιμότητα να καλύψει κάθε κενό. Αυτό το κενό που απεχθάνεται η φύση.

Ο Μικέλε Σέρα, λοιπόν, παίρνει το σαρκαστικό του ύφος και επευλαύνει. Γράφει μια νουβέλα «Οι αραχτοί» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ικαρος) απευθυνόμενος σε έναν απόντα, έναν διαρκώς απόντα. Στον γιο του, στον εαυτόν του, στην ίδια τη ζωή που κυλάει μέσα από τα δάχτυλά μας. Νομίζεις ότι μιλάει σε έναν πεθαμένο. Κατά μία έννοια, ναι. Απευθύνεται στην τρωτότητα και στη θνητότητά μας, στο αέναο εφήμερο που δεν κατορθώνουμε κιόλας να αδράξουμε.

Το χλιαρό εξώφυλλο αδικεί το βιβλίο, αν και ο Ικαρος έχει καταφέρει μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα να φτιάξει με ωραίες επιλογές μια ταυτότητα αναφοράς με τίτλους ξένης λογοτεχνίας. Ο Μικέλε Σέρα όμως είναι καταιγιστικός, ευρηματικός, καταφέρνει να φέρει στο κέντρο τον άνθρωπο, όσο κι αν η τεχνολογία τον εξοβελίζει σε μια κεντρόφυγο άγνωστη δύναμη. Μιλώντας στη γενιά που ακολουθεί τη δική του, ξεμπροστιάζει τους πάντες.

Κυρίως τον φόβο των γηρατειών σε αυτήν την κοινωνία που αποθεώνει την αιώνια νεότητα, αλλά δεν ξέρει να βιώσει την απώλεια, νιώθει αμηχανία μπροστά στο κάθε τέλος, ενώ παροτρύνεται να μη σταματάει να προχωράει μπροστά, καταναλώνοντας εντέλει τον ίδιο της τον εαυτό.

«Σκέφτομαι πόσο εύκολο ήταν να σε αγαπήσω όταν ήσουν μικρός. Πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσω, αν το κάνω τώρα που είμαστε ίσοι και όμοιοι στο ύψος, η φωνή σου μοιάζει με τη δική μου κι επομένως διεκδικεί τους ίδιους τόνους, την ίδια ένταση, ο όγκος του κορμιού μας είναι ο ίδιος».

Ο συγγραφέας δεν φοβάται την ειλικρίνεια. Αυτό είναι η δύναμή του. Ακροβατεί με τον κυνισμό σαν κοντάρι στο χέρι, αλλά δεν πέφτει από το σχοινί.

Μένει όρθιος διασώζοντας την τρυφερότητα, τη βαθιά αγάπη, την ομορφιά, όλα εκείνα που μας συνδέουν από μέσα, όλα εκείνα που μας κρατούν σε εγρήγορση, ακόμη κι όταν φαινόμαστε αραχτοί πίσω από φωτεινές οθόνες που σκοτεινιάζουν την ψυχή μας σε μια μετα-εποχή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, να ορίσουμε να οσμιστούμε. «Δεν μπορώ να πιστέψω πια στην εξουσία, έτσι όπως διαμορφώθηκε πριν από εσένα κι εμένα. Επομένως δεν μπορώ, εξαπατώντας τον ίδιο μου τον εαυτό, να εξαπατήσω κι εσένα».

Ποσειδώνιος μονόλογος

Ζούσα πάντα στο βυθό. Το δικό μου. Των άλλων. Της θαλάσσης. Ανέβαινα καμιά φορά και κουλουριαζόμουν φίδι στην κοιλιά κι άλλοτε δράκος κι έκαιγα το λαιμό σου. Έβραζα στο μυαλό σου, χύτρα βιδωμένη. Κι αναρριχόμουν στην πλάτη -και στα πλάτη- σου κατεβαίνοντας, όταν έβγαινε ο ατμός απονευρωμένος. Κι άφηνα σημάδια. Πεταλίδες που ξεράθηκαν. Στο βυθό μου κοράλλια και φύκια. Μεταξωτές κορδέλες που δένανε το κορμί σου. Το δικό μου. Των άλλων.

Άλλοι το λεν ανάγκη, άλλοι αγάπη, άλλοι σκοτάδι, άλλοι φως, άλλοι θεό, άλλοι θάνατο, άλλοι επιθυμία κι άλλοι ζωή. Λέξεις δεν υπάρχουν εκεί που κατοικώ εγώ. Κι ας ταράζω με τις τρίαινες τα λιμνάζοντα νερά σου. Δεν εκπορεύονται λέξεις εδώ και δεν τις εμπορευόμαστε, στο θυμίζω, μην τυχόν και χαζεύεις στη ζωή σου, τη δική μου και των άλλων. Και ξέχασες τη θάλασσα.

Η μια μου πλευρά σημαδεμένη αιώνια από το τόξο που κρατάω. Αμαζόνια πληγή να σημαδεύω στον ουρανό τα ίδια τα φίδια που σηκώνει μέσα από τα χέρια μου η θεά. Ξέρουν εκεί κι από μινώταυρους κι από λιωμένα φτερά ικάρων κι από δαιδάλους που σε αιχμαλωτίζουν. Είμαι η πηγή σου και σε αναβλύζω. Είμαι η αναπνοή σου και σε διακατέχω. Είμαι το σκότος και σου φέγγω. Είμαι το φως και κρατάω σκιά στα φέγγη σου. Και στα φευγιά σου. Εκείνα τα στοιχειά που εμφανίζονται όταν είσαι ωσεί παρών. Στο πουθενά και στο παντού. Το δικό μου και των άλλων, το δικό σου.

Είμαι το κόκκινο του φόβου σου, εκείνης της ρίζας που απλώνεται στη γη και βάζει υπόγειες φωτιές που δεν θα τις δει κανείς, μόνο την καμένη γη θα αντικρίσουν οι πολλοί και κάποιοι, κάποιοι σαλοί και το ίδιο καιόμενοι, τη φλεγόμενή μου βάτο, εδώ στο βυθό, μέσα στα ύδατα. Είμαι το πορτοκαλί που γεννάω στην κοιλιά σου και θρέφω όλα τα σερνόμενα φίδια σου, εκείνα που χρειάζονται την αφή για να μεγαλώσουν. Είμαι το κίτρινο που λάμπω στον ουρανό της δράσης σου, εκείνος ο ήλιος που δύει κάθε βράδυ στα μάτια σου. Είμαι το πράσινο που ξέρει να αγαπάει η καρδιά σου και κάποτε γίνεται ροζ οπάλ κι άλλοτε χρυσό που σε τυλίγει. Κι είμαι κυρίως το μπλε που γράφεται στις λέξεις σου, εκείνες που καρφώνεις στα πλευρά μου και τρέχουν τα αίματα της θλίψης σου, ανάβουν τα αίματα της χαράς μου. Είμαι το μωβ που απλώνεται με ωμέγα τεράστιο και ποσειδώνιο ανάμεσα στα μάτια σου όταν αυτά χαμογελάνε. Καθρεφτίζομαι εκεί κι ανεβαίνω στο λευκό του κενού. Του αφρού της θάλασσας που φυσάει μπουρμπουλήθρες στα πεδία μου. Τα δικά μου, τα δικά σου, των άλλων. Φου.

Σ.Σ., Ιούλιος 2016

Ιερές στιγμές, μνησιθυμίες του σύμπαντος

Ιερές στιγμές, μνησιθυμίες του σύμπαντος

Βιβλιοστάτης στην Εφσυν…

 

Αγαπημένε μου, Φρεντερίκ, καψερέ,

Στο πρώτο μου βιβλίο, εκείνο το αδημοσίευτο χειρόγραφο «Τέρμα ορίζοντας», που τό ‘γραψα για να διασώσω τη μνήμη του παππού από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για να μ’ ερωτευτεί ο φανταστικός γραφιάς, αυτός που θα γινόμουν, είχες ρίξει τη σκιά σου. Το ‘χες ποτίσει μέσα μέσα. Τόσο, που ο φίλος που το διάβασε και είχε κλείσει τα ογδόντα χρόνια ζωής είπε πανεύκολα: «Θηλυκός Φλωμπέρ». Χωρίς να ξέρει ότι όλον εκείνο τον χειμώνα τραβιόμουν μαζί σου τα βράδια. Οι ερωτευμένοι δεν γράφουν βιβλία, Γκυστάβ, τα ζουν. Αλλά εκείνοι που θέλουν να γεννήσουν έναν καταραμένο να τρέφεται με λέξεις, έναν καλαμαρά που ρουφά και φτύνει μελάνια, εκείνοι οφείλουν να ερωτευτούν, Φρεντερίκ. Χωρίς καμιάν ελπίδα.
Αλλά τόσο καταλάβαινες κι εσύ στον 19ο αιώνα, τόσο κι εγώ στον 21ο. Το βιβλίο δεν εκδόθηκε. Ευτυχώς. «Η αισθηματική αγωγή» σου είχε καλύψει πλήρως το πεδίο. Οι απανταχού ορμώμενοι από τις αισθήσεις, τα αισθήματα, τους άλλους, αυτοί οι αθεράπευτα συν-αισθηματικοί, είχαν βρει τον μάστορά τους. Δικαιωμένοι μες στη ματαίωσή τους.
Στα χρόνια που κύλησαν, Φρεντερίκ, από το 1869 που ενδεχομένως εγώ και να ζω ακόμα, του 19ου αιώνα κι εγώ, ξεψάχνισα τον 19ο αιώνα, ξεκοκκάλισα τον 20ό, έπεσα με τα μούτρα στην ανάγνωση του 21ου, α, και τη γραφή. Αλλά ξέρεις κάτι;
Εκείνο τον μαλακό, απαλό και μελαγχολικό χειμώνα που πέρασα μαζί σου, με τον πόνο σου, Φρεντερίκ, και με την κάθε ανεκπλήρωτη -καταδικασμένη να πεθάνει- ελπίδα της ανθρωπότητας, θα τον κρατήσω στην καρδιά ρόδο ζωντανό και φλεγόμενο. Ετσι μόνο νιώθεις τους άλλους.
Κι αν επρόκειτο να κάνω σκηνή τον έρωτά σου, Φρεντερίκ, τον ιερό έρωτά σου, που χτυπάει στα τείχη της πραγματικότητας και δεν ευοδώνεται, παρά μένει ατελές θέμα λογοτεχνίας, θα ‘βαζα εκείνο τον υπέρκομψο παπά που συνάντησα μέσα στον Αγιο Πέτρο του Βατικανού και μοσχοβολούσε τη μεγαλύτερη ευωδία (κάτι σαν λιβάνι της Ανατολής και λεμόνι αγνό καθαρό της Αργολίδας, το ένα να μπαίνει αδιάκριτα μέσα στο άλλο), θα τον έβαζα κάτω από μια ριπή φωτός να μπαίνει από την οροφή και κεριά δίπλα να καίνε, νερό να αναβλύζει από τους μαρμαρωτούς αγγέλους της Αναγέννησης, κι εγώ;
Εγώ να περνάω δίπλα του, να στέκομαι, να μη θέλω να φύγω. Ετσι είναι οι νεανικοί έρωτες, οι ανεκπλήρωτοι και οι λογοτεχνικές αναγνωστικές εμμονές. Ιερές στιγμές, μνησιθυμίες του σύμπαντος.
O Φρεντερίκ Μορό είναι κεντρικός ήρωας στην «Αισθηματική αγωγή» του Γκυστάβ Φλωμπέρ.

 

Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής

«Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής»

SUSANA NOEMI ABIGADOR
Οταν το σώμα μιλάει
εκδ. Γιαλός

Η ιερότητα του σώματος έχει αποτελέσει για όλους τους πολιτισμούς μια ισχυρή βάση για να δομήσουν την ύπαρξή τους, να φτιάξουν τελετουργικά, εντέλει να το υμνήσουν το ίδιο με κάθε μορφή τέχνης, προκειμένου να του αποδώσουν τη σημασία που του αξίζει. Πώς αλλιώς;

Ο ιδιότυπος αυτός «ναός» που κατοικεί ο καθένας τη ζωή του, στην καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων αρχίζει να ασθμαίνει, να εξασθενεί, συχνά να νοσεί. Η αποκοπή από τη φύση, από το χώμα, από το νερό, από το φυσικό φως και τον καθαρό αέρα, η στασιμότητα σε γραφεία και καρέκλες, η επιβάρυνση με τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τηλεφώνων, η λιγότερη χρήση του σώματος το μαραζώνουν. Τον καιρό της κρίσης, δεν είναι τυχαία η άνθηση τόσο πολλών κέντρων και ομάδων που ασχολούνται με το σώμα, με την ευεξία του, με την εύρυθμη λειτουργία του. Οχι μόνο τα γυμναστήρια και οι εναλλακτικοί τρόποι άσκησης, μα και ο χορός και το θέατρο και οτιδήποτε θα μπορούσε να κινητοποιήσει το κορμί. Προκειμένου να αποφορτιστεί ο άνθρωπος από το άγχος του, το στρες, την καταθλιπτική διάθεση που ελλοχεύει. Το σώμα είναι ο πιο ισχυρός μηχανισμός που διαθέτουμε οι ίδιοι. Εχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς ο τρόπος που του φερόμαστε, καθορίζει σημαντικά το ποιοι είμαστε, τι πετυχαίνουμε, το πώς βιώνουμε τελικά την ίδια μας τη ζωή.

Η Susana Noemi Abigador, γεννημένη στο Μπουένος Αϊρες το 1956, μελέτησε χορό και θέατρο, στη Βραζιλία και τη Μαδρίτη, και βρέθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στην Ελλάδα όπου έχει αναπτύξει ένα δικό της σύστημα, το Danza Vital, το οποίο και διδάσκει μαζί με τη μεθοδολογία της σωματικής έκφρασης. Το απόσταγμα της προσωπικής της πείρας και ενασχόλησης συνέλεξε στο βιβλίο της με τίτλο «Οταν το σώμα μιλάει – Μεθοδολογία και ασκήσεις για τη σωματική έκφραση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γιαλός. Πρόκειται για ένα πρακτικό εγχειρίδιο που έχει στόχο να ενθαρρύνει εκείνον που θέλει να ενεργοποιήσει μέσω της κίνησης, την καρδιά του, τον νου του και να διευρύνει τα ατομικά όρια της καθημερινότητάς του. Το βιβλίο απευθύνεται στους επαγγελματίες της εκπαίδευσης, δασκάλους, νηπιαγωγούς, εμψυχωτές, σε χοροθεραπευτές, ηθοποιούς, δασκάλους υποκριτικής, παρέχοντάς τους εργαλεία εργασίας με τις ομάδες τους. Η συγγραφέας δίνει την απολύτως δική της βιωματική διάσταση με μια εικόνα: «Το σώμα είναι το κουκούλι της ψυχής. Πλάθοντας με την κίνηση το περίβλημα, αφήνεις την ψυχή να πετάξει. Κι εκείνη, επιστρέφοντας, σου προσφέρει βαθιά αρμονία».

Ενα αίτημα, η αρμονία, που έχει διατυπωθεί και αποτυπωθεί πάνω στην ίδια την κίνηση από όλα τα πανάρχαια συστήματα και σωματικής εξέλιξης του ανθρώπου, από τη γιόγκα και το κουνγκ φου μέχρι τα πιο πρόσφατα, το μπαλέτο, το πιλάτες, τη μέθοδο Φέλντεκραϊς. Οταν το σώμα μιλάει, οφείλουμε να το ακούσουμε, να διδαχθούμε απ’ αυτό, να οδηγηθούμε σε νέα μονοπάτια θεώρησης του εαυτού μας.

Η Susana Noemi Abigador με άξονες τη διερεύνηση, την έκφραση, τη δημιουργικότητα και την επικοινωνία, μας ενθαρρύνει με την υφή των ασκήσεων που προτείνει, αφού προηγουμένως έχει δοκιμάσει και δουλέψει για χρόνια στις ομάδες της, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας από την αρχή, με ευαισθησία και πλήρη υπευθυνότητα, ενεργοποιώντας όλες εκείνες τις πτυχές μας που παρέμεναν υποφωτισμένες ή ανενεργές.

Το σώμα, ο ρυθμός, η ακοή, η όραση, η αφή, ο σωματικός διάλογος, όλα αυτά ως λειτουργίες μέσα σε μια ομάδα, με στόχο να γλυκάνουν, να ζεσταθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, να είναι σε θέση –πιο ανοιχτοί– να δίνουν και να λαμβάνουν αγάπη, αναθαρρημένοι. Ας το φανταστούμε στην πράξη, από μια ομάδα παιδιών νηπιαγωγείου μέχρι εφήβους και ενηλίκους.

Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες

«Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες«

 

Ασχολούμενη για δεκαπέντε και πλέον χρόνια με τα θέματα διεθνούς οικονομίας ως προς τη δημοσιογραφική τους κάλυψη, το θαύμα της κινεζικής οικονομίας, αλλά και το παράδοξο του ιαπωνικού αποπληθωρισμού, μου κίνησαν την περιέργεια να ψάξω τους αντίστοιχους πολιτισμούς, τη φιλοσοφία τους, τις κοινωνικές συνθήκες. Η πληροφόρηση από την αγγλική γλώσσα ήταν πάντοτε η κύρια πηγή. Αρχικά από το Διαδίκτυο, αλλά και από τόσο καλαίσθητες εκδόσεις που θέλεις να τις έχεις ανεξαρτήτως περιεχομένου, όπως η σειρά Watkins με τα εκπληκτικά εξώφυλλα λουλουδιών που τα θαυμάζεις και μόνο για τέρψη αισθητική.

Οταν όμως θέλησα να αναζητήσω βιβλία για τη θρησκεία και τη φιλοσοφία τους στα ελληνικά, ήρθα αντιμέτωπη με άλλο ένα κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας. Σε επιστημονικό επίπεδο η καταγραφή είναι ελλιπής, παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες. Ας πούμε, βρήκα βιβλία που έχει εκδώσει κατά καιρούς ο Κέδρος, αλλά και άγνωστες περιφερειακές εκδόσεις που δεν σε ενέπνεε το χαρτί και η προχειρότητά τους, και σίγουρα δεν είχες τη δυνατότητα να ελέγξεις την εγκυρότητά τους. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση, ανακάλυψα μεταφρασμένους σουφικούς ποιητικούς θησαυρούς και άλλα που ποτέ δεν φανταζόμουν.

Τότε, χαριτολογώντας, έλεγα ότι εντόπισα το χρυσοφόρο κενό της ελληνικής εκδοτικής παραγωγής που κάποιος καλείται να το καλύψει και θα ανταμειφθεί ανάλογα από τους βιβλιόφιλους. Στο μεταξύ, παρακολουθώντας μια ημερίδα για τον ιαπωνικό πολιτισμό στο ΕΚΠΑ, μου έκανε εντύπωση η άνεση με την οποία οικονομολόγοι αμερικανοσπουδαγμένοι, κυρίως καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, μιλούσαν για την κοινωνία και τις φιλοσοφικές καταβολές των χωρών της Ανατολής, όταν αντιστοίχως δεν διαπίστωνα το ίδιο σε φιλολογικούς κύκλους, όπου κυριαρχούσε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα η προκατάληψη ότι οτιδήποτε έρχεται από εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος είναι δαιμονοποιημένα μαγικό ή θρησκευτικό ή, τέλος πάντων, μη άξιο επιστημονικής παρακολούθησης και εξέτασης, ενώ ό,τι έρχεται από τη Δύση είναι καλώς καμωμένο εξαρχής. Οι άνθρωποι της οικονομίας και της παραγωγής ήταν πάλι πιο μπροστά. Εβλεπαν πιο μακριά και βαθύτερα.

Οι ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν έκτοτε, με την Ανατολή να προσπαθεί βίαια κατατρεγμένη και ταλαιπωρημένη να μετοικήσει στη Δύση για να σωθεί, κάνουν πιο φλέγον το ζήτημα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Αλλον, αυτόν τον άνθρωπο που φτάνει από τη Συρία, από το Πακιστάν, από το Αφγανιστάν. Εχει ενδιαφέρον να μπούμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τον κόσμο από τον οποίο ήρθαμε, με τα τόσο πολλά υποστρώματά του, με τη φιλοσοφία και τη θρησκεία που ξεπηδούν σε κάθε τόπο γεννημένες από τις συνθήκες και συχνά η μία πάνω στα συντρίμμια ή τα σπάργανα της άλλης. Η ανοχή καλλιεργείται μόνο με τη γνώση. Το καταλαβαίνουμε όλο και πιο αδρά αυτό, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ., η Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ μελετά και συστήνει το τάι τσι και τον διαλογισμό (http://www.health.harvard.edu/staying-healthy/the-health-benefits-of-tai-chi) και διαπιστώνει τα οφέλη τους στον οργανισμό μας, ενώ εμείς ακόμη βρισκόμαστε στην καταδίκη από την Εκκλησία πολεμικών τεχνών (ζίου ζίτσου), που βασίζονται στην ανατολική κοσμοθεωρία, ως φορέων του κακού. Η διεθνής τάση άλλωστε εδώ και χρόνια είναι να ενσωματώσει ακόμη και στη βιομηχανία του fitness και της ευζωίας στοιχεία τόσο από τη γιόγκα όσο και από τις πολεμικές τέχνες, που αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν κυρίως στην Κίνα και την Ιαπωνία.

Εξαιρετικά διαφωτιστική είναι και δίνει με την αμεσότητά της το κίνητρο σε όποιον την παρακολουθήσει, να θελήσει να μελετήσει περισσότερο και να ψάξει –αν μη τι άλλο– το παρελθόν του κόσμου που ζούμε, η κυρία Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που εθελοντικά προσφέρει διαλέξεις για την παγκόσμια ιστορία. Είχα την τύχη να την παρακολουθήσω στα μαθήματά της στην ΕΣΗΕΑ πριν από μερικά χρόνια. Η ίδια συμμετέχει και στα διαδικτυακά μαθήματα που προσφέρουν online οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Μέχρι το τέλος της άνοιξης, θα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg το βιβλίο του καθηγητή Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου, με τίτλο «Ανατολικές θρησκείες». Ο ίδιος είναι θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέσα στο 2005, ο καθηγητής εγκαινίασε αυτή την επιστημονική σειρά των εκδόσεων με τα βιβλία του «Βουδισμός – Η ινδική περίοδος» και «Ινδουισμός – Ιστορική εισαγωγή», τα οποία κυκλοφορούν σε επανέκδοση. Ο κ. Παπαλεξανδρόπουλος έχει σπουδάσει Θεολογία στην Αθήνα και την Ελβετία, αλλά και Ιαπωνικό Βουδισμό στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, έχει ασχοληθεί δε και με την ιαπωνική λογοτεχνία κάνοντας μεταφράσεις από το έργο του Κόμπο Αμπέ.

Τα δύο βιβλία για τον ινδουισμό και τον βουδισμό, εξαιρετικά φροντισμένα από τις εκδόσεις Gutenberg, αποτελούν και επισκόπηση της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης πάνω στα ζητήματα αυτά. Γίνεται εισαγωγή στη θρησκεία, που έχει διαμορφώσει τεράστιο μέρος του ινδικού αλλά και άλλων πολιτισμών και που επηρεάζει τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Ο ινδουισμός διαμορφώθηκε σαν μια διαδοχική σειρά μορφών που πήρε στη διάρκεια της ιστορίας και που συνυπάρχουν σήμερα ονομαζόμενες με αυτό το συλλογικό όνομα. Ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση του αρχαίου η ινδικού βουδισμού και των προβλημάτων που υπάρχουν γύρω απ’ αυτόν, το πώς η σύγχρονη σκέψη επιχειρεί να προσεγγίσει το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια σαφής και βέβαιη γνώση, αλλά μια διαρκής προσπάθεια να αντιληφθούμε όρους όπως «νιρβάνα», «μη ουσιαστικότητα» κ.λπ.

Οι ειρηνικοί «πολεμιστές» του ανθρωπισμού

Έσσε, Γκιμπράν, Καζαντζάκης Οι μεγάλοι Ρομαντικοί της ελευθερίας και της αγάπης

 

Ένα ντοκιμαντέρ επινοημένο θα μπορούσε να τους φέρει κοντά, σε μια συνάντηση. Φανταστική. Ο Έρμαν Έσσε, ο Χαλίλ Γκιμπράν και ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι τρεις τους. Ας πούμε κάπου στη Μεσόγειο για να συγκεράσουν όλους τους δρόμους, της Ανατολής και της Δύσης που περπάτησαν. Έζησαν την ίδια εποχή. Ο Έσσε (1877) λίγο μεγαλύτερος, οι άλλοι δύο γεννημένοι την ίδια χρονιά, το 1883, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά, τον Ιανουάριο ο Γκιμπράν, το Φεβρουάριο ο Καζαντζάκης. Ο πρώτος πήρε και το Νόμπελ. Κάτι σαν δικαίωση για τον αγώνα και των τριών. Ένας εκφραστής των ιδεών τους στην πράξη ήταν ο Αλβέρτος Σβάιτσερ ο οποίος είχε συναντηθεί στους δρόμους του με τον Καζαντζάκη.

Κοινό τους στοιχείο, εκτός από τον καιρό που έδρασαν, η αναζήτηση της ελευθερίας, η εγκαθίδρυση –μάλλον θα διαφωνούσαν με τη λέξη και οι τρεις- μιας νέας «πνευματικότητας» (στα αγγλικά ο όρος «spirituality» αποδίδει καλύτερα το νόημα, χωρίς τη φόρτιση της ελληνικής λέξης) που δεν χωρούσε στον ορθολογισμό της δύσης, γινόταν το εφαλτήριό της μεν, αλλά μετά ταξίδευε από το Χριστιανισμό μέχρι την Ανατολή του Βουδισμού, του Κομφουκιανισμού, του Σουφισμού, του Ισλάμ, του Ινδουισμού, έχοντας προηγουμένως χωνέψει εντός της το Νίτσε και την Ευρώπη του 19ου αιώνα, αλλά και την αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία ακόμα ακόμα. Ο καθένας τους πολύ ξεχωριστός, ανένταχτος, με τρομερές ιδιαιτερότητες, τώρα που έναν αιώνα μετά μπορούμε να δούμε από απόσταση το έργο τους, όπως διασώθηκε στο μέλλον εντέλει, μοιάζουν σαν να αποτελούσαν τις κουκκίδες που ενώθηκαν, ενός ρεύματος, ενός κύκλου ή καλύτερα στροβίλου που ήταν να φτάσει στις μέρες μας και από τους τρεις τους, ενιαίος και συμπυκνωμένος. Τόσο που εκπλήσσει, εάν συλλάβει κανείς την αόρατη μεταξύ τους σύνδεση.

Η νιότη τους επώασε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον ένιωσαν στο πετσί τους. Ο Καζαντζάκης με τον  Έσσε πρόλαβαν να δουν να σβήνουν και οι φλόγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γκιμπράν είχε φύγει το 1931, στο αποκορύφωμα της μεσοπολεμικής αχλής, με σακατεμένο συκώτι, ένας φωτεινός σπληνικός της σοφίας από το Λίβανο που ταξίδεψε στη δύση, αντίθετη πορεία με τους άλλους δύο. Είχε προλάβει να σχετιστεί με μορφές του καιρού του όπως ο Γέιτς, ο Γιουνγκ, ο Ροντέν, η Σάρα Μπερνάρ. Ζωγράφος όπως και ο Έσσε, μα κυρίως ποιητής. Η κριτική έχει σταθεί για το έργο τους ο αντίποδας της μεγάλης αγάπης που δείχνει ακόμη ο κόσμος για τις λέξεις τους. Κινήθηκαν έξω από τις γραμμές του τετραδίου και τελικά πέρασαν στις σελίδες της επόμενης εποχής. Φιλόσοφοι στη βάση τους και οι τρεις· κατακλύζουν τα «γνωμικά» τους, τα αποσπάσματα του έργου τους, το διαδίκτυο. Στον καιρό τους είτε είχαν διωχθεί –ακόμη και με αφορισμό- όπως ο Καζαντζάκης είτε είχαν γίνει αποδέκτες μίσους όπως ο Έσσε όταν τόλμησε να αποδοκιμάσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσίως και να μιλήσει για αγάπη. Τότε τον είχε υποστηρίξει ο Ρομαίν Ρολάν. Όπως είχε γράψει χαρακτηριστικά σε μια επιστολή του στο γάλλο συγγραφέα, «Η προσπάθεια να εφαρμόσω την αγάπη σε πολιτικά ζητήματα απέτυχε».

Η ειρωνεία είναι ότι η φανταστική συνάντηση των τριών συμβαίνει ήδη. Στις σελίδες του διαδικτύου, στα λήμματα παγκόσμιας σοφίας. Ακόμη ακόμη και στα απολύτως εμπορικά κείμενα αυτοβελτίωσης που ουδεμία σχέση έχουν με τη λογοτεχνία. Εκείνη η αγάπη που τόσο διαφέντεψαν, τους γυρίζει πίσω πολλαπλάσια, ακόμη και δεκάδες χρόνια μετά το θάνατό τους. Το «Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα» από την Ασκητική του Καζαντζάκη, τελικά τους χαρακτήρισε απολύτως. «Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος  ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει» (Ασκητική). Κινήθηκαν πέρα από τις θρησκείες, αφού πέρασαν ανάμεσά τους και κατόρθωσαν να μιλάνε στους ανθρώπους έξω από τα τείχη που χτίζουν οι περιοριστικοί «-ισμοί», ακόμη και ο πολιτισμός. Ας πούμε ο επίσημος δυτικός λογοτεχνικός κανόνας δεν συμπεριέλαβε στους κόλπους του μια τόσο σοβαρή φυσιογνωμία όπως του Γκιμπράν και σταδιακά αναγκάζεται να το πράξει. Ο άνθρωπος που επηρέασε από τους Μπιτλς μέχρι τον Κένεντι με τις λέξεις του. Η αποκατάσταση έρχεται από το χρόνο. Κινήθηκαν ο Έσσε, ο Καζαντζάκης και ο Γκιμπράν μπροστά από τον καιρό τους, βουτώντας στη φιλοσοφία, στην ανάγκη της εποχής να ειπωθεί ο κόσμος τους, ζοφερός και δύσκολος όπως ο κάθε κόσμος, να ερμηνευτεί η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους, να διασωθεί τελικά ο άνθρωπος και η ανθρωπιά του. Το αίτημα είναι διαχρονικό. «Ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο με σκοπό να ζήσω για όλους και με όλους. Κι αυτό που εγώ σήμερα δημιουργώ μέσα στη σιωπή, Αύριο θα γίνει η ηχώ του πλήθους. Αυτό που σήμερα ειπώθηκε από μια μόνο καρδιά, Αύριο θα ειπωθεί από χιλιάδες καρδιές» (Χαλίλ Γκιμπράν).

Βρέθηκαν πέρα από τα συρματοπλέγματα των διαχωρισμών αυτοί οι λογοτέχνες. Ας πούμε, η σημερινή Ευρώπη στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες θα έπρεπε να το εκτιμήσει περισσότερο, της χρειάζεται ως εφόδιο για να πολεμήσει το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Απευθύνθηκαν στο πιο βαθύ και γερό δόγμα του ανθρώπου, στο απολύτως ζωτικής σημασίας: στην καρδιά του. Ο καθηγητής της έδρας Χαλίλ Γκιμπράν για τις Αξίες και την Ειρήνη στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, ο Suheil Bushrui, έχει δηλώσει χαρακτηριστικά στο BBC το 2012 στους δημοσιογράφους Amirani και Hegarty ότι ο Γκιμπράν μπορεί να συγκριθεί με τους Σέλεϊ και Μπλέικ.

Ήρθαν σαν συνέχεια, γέννημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα ως προς τη λογοτεχνία, ακόμη κι αν δεν διαφαίνεται δια γυμνού οφθαλμού η σύνδεση. Πήραν την μελαγχολία, τον κυνισμό, το αδιέξοδο, τον εκάστοτε Φρανκεστάιν μέσα μας, το σκοτάδι της Ευρώπης που μετέβαινε στη νέα εποχή και τη φώτισαν με τον ανατέλλοντα ήλιο, ακολουθώντας τους δρόμους του μεταξιού. Κάτι σαν Μάρκο Πόλο της γραφής. Και δικαιώνονται μέρα με τη μέρα απ’ αυτό το ταξίδι τους. Σπάζοντας σύνορα και διευρύνοντας ορίζοντες.

Ένα πακετάκι Φροντίδας

Μια ιδέα είναι, τουλάχιστον αυτό που σκέφτηκα εγώ, το κόστος ενός καφέ να το διαθέταμε για ένα μικρό πακετάκι αγάπης, με λίγα τρόφιμα ή είδη υγιεινής, έχοντας στο νου μας ένα παιδί ή μια γυναίκα, έναν άνθρωπο τέλος πάντων που θα διευκολύνουμε στη ζωή του. Εκείνος ο καφές που δεν θα πιούμε, θα είναι ο πιο απολαυστικός. Και με την πιο καλή παρέα.
Όποιος έχει τη διάθεση, επειδή πολλοί από λίγο είμαστε ικανοί να κάνουμε πολλά, μπορεί να ενημερωθεί εδώ για τις ελλείψεις (http://www.dromoi-zois.gr/frontida/), με τη δική του φροντίδα να φτιάξει το δικό του πακετάκι και να περάσει να το αφήσει στο Κέντρο Επικοινωνίας, Γαργηττίων 12, Γκάζι (πολύ κοντά στο μετρό) κατά τις ώρες λειτουργίας του, δηλαδή καθημερινές απογεύματα 5-8 μ.μ. και Σάββατο 12-2 μ.μ.

Τα ματωμένα μπλουζ της νουάρ λογοτεχνίας

Το αστυνομικό μυθιστόρημα αναμετριέται με την αλήθεια και τη φέρνει στο φως

Μια σφαγή στο κέντρο του Παρισιού, αποσιωπημένη. Ένα διατροφικό σκάνδαλο, αγνοημένο. Το trafficking που πληγώνει εν κρυπτώ την Ευρώπη. Οι κοχλάζουσες κοινωνικές ανισότητες της γαλλικής κοινωνίας, προτού γίνουν πράξη με την ιντιφάντα των προαστίων το 2005. Μια καμικάζι, «μαύρη χήρα», στο σύγχρονο Ισραήλ αποκαλύπτει τα απέραντα σύνορα του φόβου, του πόνου, του μίσους. Ο πόλεμος στην Αλγερία, τα θύματά του, οι εκτεταμένες πληγές που άφησε στο χρόνο.

Πρόκειται για τη θεματογραφία που το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα υιοθέτησε, μέσα από τους κυρίαρχους εκφραστές του, στην Ευρώπη των τελευταίων τριάντα χρόνων. Χωρίς φόβο και με πάθος, οι συγγραφείς της τόσο παρεξηγημένης στο παρελθόν αστυνομικής λογοτεχνίας, αποφάσισαν να βουτήξουν στα βαθιά. Μέσα στην κοινωνική αδικία. Μέσα στις φλόγες του πολέμου. Μέσα στις μυστικές διόδους του οργανωμένου εγκλήματος. Και δικαιώνονται για την επιλογή τους από το αναγνωστικό κοινό. Το νουάρ απέκτησε νέες διαστάσεις. Δεν αρκεί ένα σκοτεινό μπαρ, μια μελαγχολική μουσική, μια όμορφη μοιραία γυναίκα κι ένας φόνος. Τα πλοκάμια των σύγχρονων αφηγήσεων διψούν για μεγαλύτερη αλήθεια και σύνθετη πραγματικότητα που ίσως δεν αντέχει ούτε η ειδησεογραφία να αποκαλύψει.

Όσο εθιζόμαστε στη βία από απόσταση, μέσα από τις «πλασματικές» οθόνες μας, έρχεται η λογοτεχνία να βάλει το νυστέρι πολύ μέσα στις κοινωνικές πληγές και να φέρει στο φως ό,τι δεν αντέχουμε να αντιμετωπίσουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Ως άτομα και ως κοινωνίες. Ιδίως κάτω από το γλυκό μεσογειακό φως, οι εγκληματικές συμπεριφορές γίνονται η αφορμή να ξεσκεπαστούν τα σκοτεινά μας ανομολόγητα μυστικά, οι σκελετοί να βγουν από τα ντουλάπια και να ξεραθούν στον ήλιο. Η ανάγκη να μην πεθάνει η μνήμη, η Ιστορία να αποτυπωθεί όχι μόνο από τους νικητές, έφερε τους μεγάλους ηττημένους, τους σιωπηλούς, τους αγνοημένους, να απευθυνθούν στη λογοτεχνία για να βρουν δικαίωση.

Ο Ντιντιέ Ντενένξ με το νουάρ μυθιστόρημά του «Έγκλημα και μνήμη» (μετ. Ριχάρδος Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου,  εκδόσεις Πόλις) είχε αποκαλύψει τη δεκαετία του ’80, τη σφαγή Αλγερινών διαδηλωτών στο Παρίσι του 1961.Τότε που εκείνος ήταν μόλις 12 ετών και είχε χάσει ένα φίλο του, η πρώτη του απώλεια. Το 1999 αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει επίσημα η Εισαγγελία του Παρισιού και το βιβλίο να περιληφθεί στο σχολικό πρόγραμμα. Η αλήθεια είχε λάμψει και οι νεκροί είχαν περάσει στη σφαίρα της συλλογικής μνήμης.

Πιο νότια, ο Μάσιμο Καρλότο, αυτή η τόσο περιπετειώδης φιγούρα της ιταλικής λογοτεχνίας, στις ιστορίες του με το θρυλικό ήρωά του Αλιγάτορα, αλλά και στα υπόλοιπα έργα του, ξεσκεπάζει υποθέσεις όπως τη νοθεία τον τροφίμων («Σου έχω εμπιστοσύνη», Φρ. Αμπάτε, Μάσιμο Καρλότο, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη), αλλά και τις καινούριες διαδρομές του εγκλήματος, όταν παλιοί και νέοι γκάνγκστερ αναγκάζονται να μπουν στον ίδιο χορό της βίας («Ο έρωτας του ληστή», μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη).

Αυτός ο εξαίσιος συγγραφέας της μελαγχολίας, της υπαρξιακής θλίψης, της ήττας, ο δημοσιογράφος Ζαν-Κλωντ Ιζζό, που αποθέωσε τη γενέτειρά του, τη Μασσαλία, είχε οσμιστεί, προτού ακόμη εκδηλωθεί, όλο εκείνο το κύμα που σιγόβραζε στη γαλλική κοινωνία. Χρόνια αργότερα, τα φλεγόμενα προάστια θα τον επιβεβαίωναν. Στην «Τριλογία της Μασσαλίας» (μετ. Ριχ. Σωμερίτης, Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Πόλις) άρθρωσε το πιο ζεστό τραγούδι για τον άνθρωπο που περιπλανιέται μέσα κι έξω του, στη ζωή της χαμένης αθωότητας.

Μετά από κείνον, τη σκυτάλη πήρε ο Μωρρίς Αττιά. Με την ψυχαναλυτική του ιδιότητα και την συνολική του ματιά, κύκλωσε έναν κόσμο της Ιστορίας και της πολιτικής που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στις αρχές του 21ου αιώνα. «Το μαύρο Αλγέρι» (μετ. Μαρία Μηλολιδάκη, εκδόσεις Πόλις), «Η κόκκινη Μασσαλία» (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις) και το «Παρίσι μπλουζ»  (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις), με το συγκλονιστικό ήρωα του Αττιά, τον Πάκο Μαρτίνεθ, ανασκάλεψαν σημαντικές πτυχές της γαλλικής ιστορίας. Ένας άλλος «μπαρουτοκαπνισμένος» συγγραφέας, ο Γιασμίνα Χάντρα, πρώην στρατιωτικός, αλγερινής καταγωγής, που άρχισε να γράφει με το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο τα έργα του για λόγους προσωπικής του ασφάλειας, επέλεξε την αστυνομική φόρμα, «Το μερίδιο του νεκρού», «Τρομοκρατικό χτύπημα» (μετ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Καστανιώτη), για να φέρει στο προσκήνιο εθνικά και μαζικά εγκλήματα.

Το σώμα και η τραγωδία του

Η λογοτεχνία ως εξαγνιστικό φίλτρο από την οδυνηρή πραγματικότητα της βίας

Αποκεφαλίζονται ή διαμελίζονται άνθρωποι και η τέλεση του εγκλήματος ταξιδεύει με τρομακτική ευκολία και ταχύτητα μπροστά στα μάτια όλων στον πλανήτη, τουλάχιστον όσων διαθέτουν πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Η οδυνηρή απαξίωση του σώματος και της ανθρώπινης ζωής συντελείται και πάλι. Το κορμί ενός ατόμου δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία από την αποστολή ενός μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή ενός προπαγανδιστικού μηνύματος εξάπλωσης της βίας.

Το τρωτό σώμα γίνεται το πρώτο χαρτί και το αίμα του μελάνι για να γραφτεί το κακό στο ασυνείδητό μας ή και για να ξεπηδήσει απ’ αυτό. Αμφίδρομη πορεία. Η κάθε λογής εξουσία απευθύνεται πρώτα στο κορμί, φυλακίζει, βασανίζει, σκοτώνει και μαζί φοβίζει, τρομοκρατεί. Η εξασφάλιση θεατών είναι το κύριο μέλημα. Το αντίστροφο από την αρχαία τραγωδία που είχε καταλάβει εγκαίρως ότι η θηριωδία είναι παρούσα, σιγοτρώει την ύπαρξή μας εκ των έσω και δεν χρειάζεται να συμβεί μπροστά μας για να την πιστέψουμε. Η υπόνοιά της είναι πανίσχυρη. Απαιτεί εκτόνωση και κάθαρση. Όταν έρχεται εμπρός στα μάτια μας όμως το αίμα; Τότε δεν ξέρει κανείς. Αναλαμβάνουν οι θεοί στην αρχαιότητα και σήμερα όλοι εκείνοι που διεκδικούν την ερμηνεία τους…

Η λογοτεχνία από την αρχή, για να σκεφτούμε τα Ομηρικά Έπη, σκαλίζει την πληγή της βίας, του χαμού, του θανάτου, του σκοτωμού, του γδικιωμού, των τύψεων. Η αστραπιαία μετάδοση της εικόνας σήμερα δεν είναι βέβαιο ότι μας αφήνει πολλά περιθώρια να στοχαστούμε. Ο θάνατος είναι μπροστά μας, αλλά δεν συμβαίνει σε μας. Πώς μπορεί να επιδρά πάνω μας; Οι φρικώδεις εικόνες άλλοτε αποκεφαλισμών άλλοτε διαμελισμένων φέρνουν στο νου εκείνη τη φωτογραφία του Life του Ιανουαρίου του 1952 –με τη λεζάντα της εποχής για τα αποτελέσματα της κομμουνιστικής προπαγάνδας-, από το κέντρο της Σαϊγκόν όπου η βίαιη έκρηξη κόβει τα πόδια ενός άντρα, ενώ εκείνος στέκεται ακόμα όρθιος στο πεζοδρόμιο. Λίγο καιρό μετά ο Γκράχαμ Γκρην θα αρχίσει να γράφει τον  Ήσυχο Αμερικανό (εκδόσεις  Πόλις). Η Ιστορία παρακάτω θα δικαίωνε τη λογοτεχνική ματιά του συγγραφέα που είχε όλα τα φόντα –του ανθρώπου που ήξερε εκ των έσω τις μυστικές υπηρεσίες και τα κρυφά μονοπάτια της εξουσίας και της διεθνούς πολιτικής- να αφηγηθεί μια ιστορία για την προσωπική ευθύνη μέσα στα πυρά του πολέμου. Ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα, το 1958, στο μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (εκδόσεις Πόλις), θα τοποθετήσει στην Κούβα μια αρχετυπική φιγούρα της εξουσίας, έναν τοπικό αρχιφύλακα, το Σεγούρα, που μέχρι και σήμερα μπορούμε να αναγνωρίσουμε πάνω του τα εύλογα σημάδια της διαφθοράς της εξουσίας.

Εκείνος όμως που πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο, ήταν ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Συνέλαβε την ιδέα να ενσωματώσει σε ένα και μοναδικό χαρακτήρα, αυτόν του Πατριάρχη στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη» (εκδόσεις Λιβάνη), τη φθορά του αντρικού σώματος και την πλήρως σαπισμένη από μέσα εξουσία ενός δυνάστη, δικτάτορα. Ο Μάρκες ταυτίζει το σώμα, τη ρώμη του κορμιού με την κτηνώδη δύναμη ενός στυγνού κι αδίστακτου στρατηγού που προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του, κάνει κυριολεκτικά τα πάντα. Την ίδια στιγμή, ο Πατριάρχης δεν παύει να είναι ένας άντρας που γερνάει και ο Μάρκες κατάφερε με τις πολλαπλές επιστρώσεις της αφήγησής του, τις τόσες διαστάσεις της, να βουτήξει βαθιά στα ανθρώπινα ένστικτα –από τη σεξουαλικότητα μέχρι την ανάγκη επιβολής-, όχι για να τα ερμηνεύσει, αλλά για να τα ανασύρει στην επιφάνεια και μέσα από τη λογοτεχνία να τα εξαγνίσει. Η κάθαρση (από τα «οικεία κακά») που δεν έρχεται σήμερα μέσα από τις πλασματικές οθόνες μας, παρά ζούμε μόνο το φόβο χωρίς έλεος, ίσως να φωλιάζει στη Τέχνη. Τουλάχιστον εκείνοι οι άνθρωποι από τον 5ο αιώνα π.Χ. ήδη είχαν νιώσει την ανάγκη.