Θραύσματα πραγματικότητας

Ο παραμορφωτικός καθρέφτης των social media -όπως είναι κάθε τι που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε μας και την πραγματικότητα, ακόμη και τα ίδια μας τα συναισθήματα και ο εγκέφαλός μας βέβαια- απαντάει στη κοινωνία πόσο άσχημη είναι, τις τελευταίες μέρες. Όσο τον ρωτάμε για την τύχη μας τόσο μας γυρίζει πίσω το φόβο και την ανασφάλειά μας.
Παλιά τα παραδοσιακά κανάλια ενημέρωσης δεν σου έκαναν το φιλαράκι, δεν σου κράταγαν απαραιτήτως παρέα ή εάν το έκαναν -όπως το ραδιόφωνο- δεν σου γύριζαν πίσω πολλαπλάσια την ψευδαίσθηση ότι σημασία δεν έχει το γεγονός αλλά το πώς το εισπράττεις εσύ. Το τόσο μίσος που ξεχύνεται, παλιά ίσως να έρεε ανάμεσα σε καφέδες και ουζάκια στα καφενεία, τώρα κυλάει μεταξύ αγνώστων. Δεν εξατμίζεται αλλά κυλάει σαν βουβό υπόκωφο κύμα ανάμεσα στα αόρατα σύρματα, μέχρι να εκτονωθεί. Κακά τα ψέματα «συνδεόμαστε» διαδικτυακά με ανθρώπους που στην πραγματική μας ζωή ίσως να μην απευθύναμε ποτέ το λόγο, να μην τους ρίχναμε μια ματιά.
Το ίδιο το μέσο λοιπόν μας δείχνει τα όριά του, της αξιοπιστίας ή της αναξιοπιστίας του. Η κατάργηση της απόστασης, χρονικής, τοπικής κλπ, σε όλες τις αντιδράσεις μάς στερεί μια πολυτέλεια: του κενού. Τα γεμίζουμε όλα και δεν αφήνουμε διόδους διαφυγής, εξόδους ασφαλείας. Τώρα βλέπεις από κοντά ποιος είναι αυτός που γράφει την «είδησή» σου και δεν στέκεσαι πια στο γεγονός αλλά στο εάν φοράει χαβανέζικο πουκάμισο, εάν έχει κακτάκι στο γραφείο του, εάν βγάζει αστείες σέλφι την ώρα που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα και ο ίδιος με την ίδια την πραγματικότητα. Και είναι πια πιο δύσκολο και γι’ αυτόν να φιλτράρει το τι συμβαίνει, όσο παρεμβάλλεται κάθε στιγμή η διάδραση από κάποιον που κάθεται σπίτι του και δεν είναι ο αρχισυντάκτης ή διευθυντής του, αλλά συμπεριφέρεται ως τέτοιος. Τα όρια χάθηκαν, είναι δυσδιάκριτα, η πραγματικότητα τα διαμορφώνει κάθε στιγμή. (Πριν από χρόνια για ένα κείμενο που είχα γράψει στην εφημερίδα, με αναζήτησε μια κυρία. Τότε ήμουν 26 χρονών. Νόμιζε ότι ήμουν τουλάχιστον 56. Αμέσως μετατοπίστηκε το ενδιαφέρον από το δημοσιευμένο κείμενο στο πόσο παραδόξως νέα ήμουν εγώ. Ο θόρυβος είχε εισχωρήσει).
Ξέρω, η χώρα «καίγεται», «βράζει», αλλά μαζί στο ίδιο καζάνι βράζουν και τα μυαλά όλων μας. Αναζητώ την ψυχραιμία, την απόσταση, τη δυνατότητα να παρατηρήσω, να κρίνω, το κενό που θα μου επιτρέψει να μην εισπνέω μόνο τους καπνούς από τα καιόμενα κρανία.

Χθες βγήκα από το σπίτι με δέκα ευρώ. Είπα ότι θα βγάλω με την κάρτα στο δρόμο για να έχω. Λίγα βήματα πιο κάτω στη γειτονιά μου ξεροστάλιαζαν πολλοί έξω από τα ΑΤΜ. Εγώ δεν είμαι της ομαδικής αναμονής. Προτιμώ να περιμένω για πάντα κάπου αλλά με λίγους, όχι στο πλήθος. Ξαναγύρισα σπίτι και πήρα κάτι ψιλά ακόμα. Διέτρεξα το κέντρο. Το Μοναστηράκι βούλιαζε. Τα βιβλιοπωλεία του κέντρου έσφυζαν από ζωή. Όπως νέκρα κυριαρχούσε σε κάτι ΑΤΜ της περιοχής που δεν τα είχαν πάρει χαμπάρι οι συμπολίτες. Η ομορφιά της πόλης δεν καταλύθηκε από τον πανικό, ο ήλιος δεν έπαψε να βγαίνει και σήμερα. Όλη νύχτα, ο από πάνω που συνήθως διασπά την ησυχία του σκοταδιού με τις διαπροσωπικές του επιδόσεις, άκουγε Βουλή στη διαπασών και έπαιζε στο φουλ η τηλεόραση. Αυτό είναι ένα τόσο δα πρισματάκι μιας πραγματικότητας που διαμορφώνεται κάθε στιγμή και από μας. Ας το έχουμε κατά νου.

Γραφείο. Ρίζα.

Έδειχνε ότι δεν υπήρχε περιθώριο βελτίωσης. Σε τόσο περιορισμένο πεδίο πόσο να γυρίσεις τα πράγματα γύρω γύρω. Κι όμως. Όπως τα ανακάτευα, σαν τραπουλόχαρτα, μου αποκάλυπταν νέους συνδυασμούς. Το ζήτημα ήταν το γραφείο. Που είχε μπει καιρό στην άκρη. Στριμωγμένο δεν βολευότανε.

Ο καλός φίλος μου ξεμπουρδούκλωσε από το τηλέφωνο τον υπολογιστή. Ήταν η αρχή του νήματος. Να αρχίσει κάτι να ξεμπλοκάρει. Μαζί μου λειτουργεί αυτό. Κάποιος μου δίνει φρέσκια σκέψη, πρακτική, για να του δώσω αεράκι συναίσθημα. Έτσι το εισπράττω. Και ισορροπούμε όλοι. Στην κόψη αυτών των καιρών. Ξύπνησα λοιπόν με την παρόρμηση να τα κουνήσω άλλη μια φορά όλα.

Κι ελευθερώθηκε το γραφείο. Από τα πάντα. Από το φόβο του κυρίως, μήπως δεν είναι επαρκές. Μήπως. Μήπως. Μήπως. Το φυσάει το αεράκι από όλες τις πλευρές. Το αλάφρυνα από βιβλία. Χαρτομάνι δεν βαστάω πολύ. Η πολύ τάξη μου με σιγοτρώει και δεν με αφήνει να το γεμίζω σαβούρα. Αλλά τα βιβλία που δεν διαβάζονταν, το κούραζαν, το κλείνανε πάνω πάνω. Και πήρανε δρόμο. Ήρθαν τα άλλα που πάνε μέσα μέσα. Πλούτος τόσο σπάνιος. Σύνδεση με την καρδιά της λογοτεχνίας, της αγάπης, της ομορφιάς, της ανθρωπιάς, εντέλει του άφατου. Αυτά που δεν λέγονται, σημαίνουν πάντα πιο πολλά. Κι αυτά που δεν γράφονται. Αυτά που δεν θα μάθεις ποτέ.

Ξεκαθαρίζοντας, βγήκε μπροστά και τελευταίο το χαρτάκι με τα ωραία σου γράμματα, τα ολοστρόγγυλα. «Μα, πώς είναι δυνατόν να είσαι συγγραφέας και να κάνεις τέτοια γράμματα; Αποκλείεται να είναι δικά σου, είχα πει». Μου είχες πει. Άμα σου χαρίζουν λουλούδια λοιπόν να τα κοιτάς στα δόντια κι όχι στην ομορφιά. Έπρεπε να τα έχω καταλάβει όλα. Από τις λέξεις που λέγονταν. Αυτές τα αποκαλύπτουν όλα. Τη στιγμή που λέγονται αυτές και δεν λέγονται τα άλλα. Τώρα έχει γίνει λίπασμα το χαρτάκι.

Χτίζω τα τελευταία χρόνια μια καινούρια ρίζα. Έκοψα την προηγούμενη που κακοφόρμιζε, δεν είχε άλλα να μου δώσει και τώρα που ξεφοβήθηκα τις ρίζες, πρώτα τις δικές μου, έβαλα μπροστά να σπρώξω το χώμα προς τα κάτω πολύ και να απλώσω τα κλαδιά μου ψηλά. Το πρώτο κλάδεμα, πέρυσι τέτοιον καιρό, ήταν σοκαριστικό. Έκλαιγα κάτι βδομαδούλες. Αλλά έφυγαν τα ξερά που θα καίγανε και τα χλωρά. Πήρα πάνω μου, άρχισα να πετάω βλαστούς νέους. Και μπουμπούκια και καρπούς. Κι ήρθε νερό και πότισε τη νέα ρίζα και ήλιος και την θρέφει και φεγγαράκι και την παρηγορεί κι αστέρια και την κάνουν να λάμπει.

Κατάφερα να τελειώσω ένα βιβλίο και σιγά σιγά αρχίζει ένα καινούριο. Εκείνο που ήθελα να γράψω. Πιο πολύ. Κι όσο ριζώνω τόσο φεύγει ο πόνος από τη μέση. Όσο κινούμαι τόσο τον περιγελώ. Όσο θυμάμαι τόσο ξεχνάω. Και με ευγνωμοσύνη για το περυσινό τόσο λυπητερό κλάδεμα που παρέσυρε πολλά, έμειναν μόνο τα στοιχειώδη, της ουσίας, τα σημαντικά. Και γελάω ανάλαφρη πια. Κάθομαι μπροστά στο γραφείο μου και ξεκινάω. Ένα δέντρο με ολοκαίνουριες ρίζες. Διαυγείς. Αδιαπέραστες. Γόνιμες. Το δέντρο της ζωής μου από εδώ και μπρος.

Ένα οδυσσεϊκό μπλουζ για την ήττα

«Ένα οδυσσεϊκό μπλουζ για την ήττα»

ΕΡΒΕ ΛΕ ΤΕΛΙΕ Ενα τραμ στη Λισαβόνα μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη εκδ. Opera, σελ. 248
Θα μπορούσε να είναι ένα μελαγχολικό και νοσταλγικό fado, ένα τραγούδι βγαλμένο από τα έγκατα της ερμηνείας της σπαρακτικής Αμάλια Ροντρίγκεζ ή μιας σύγχρονης ιέρειας της πορτογαλέζικης παράδοσης. Θα μπορούσε να είναι μουσική και λόγια που τολμούν να περιγράψουν τη «saudade», εκείνη τη δύσκολα αποδιδόμενη με λέξεις αίσθηση της ψυχής ανάμεσα στον νόστο και τη θλίψη, την αγάπη για κάτι που ίσως και ολότελα να έχει πια χαθεί. Ομως είναι ένα μυθιστόρημα, με όλη τη σημασία της λέξης. Ενα βιβλίο που σε κινητοποιεί να αισθανθείς. Ο Ερβέ Λε Τελιέ στήνει μια αφήγηση, φτιάχνοντας έναν αντιήρωα γραφιά, το ανάποδο ενός σημερινού Οδυσσέα, τον Βενσάν. «Γράφω μόνο και μόνο για να κερδίσω τον αυτοσεβασμό μου». Το alter ego του, το αρνητικό του στο αφηγηματικό κάδρο, είναι ο συνεργάτης του φωτογράφος Αντόνιο, εκείνος έχει κάτι από την αίγλη του τυχοδιωκτικού ομηρικού ήρωα. Κοινό τους στοιχείο, οι γυναίκες. Αυτές που επιθύμησαν, αγάπησαν, άφησαν ή τους παράτησαν εκείνες. «Δεν υπάρχει αυτό που λένε να έχεις τύχη με τις γυναίκες. Το μόνο που υπάρχει, είναι να μαντέψεις την τύχη που σου δίνει μια γυναίκα, και να την αρπάξεις». Στη γοητευτικά ιδιότροπη ιστορία του, ο Λε Τελιέ αποτίνει φόρο τιμής σε κορυφαίες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας –κυρίως του μεσογειακού Νότου- από τον Φερνάντο Πεσόα μέχρι τον Ιταλο Καλβίνο. «Στην τέχνη δεν υπάρχει πιο ανόητο συναίσθημα απ’ το φόβο να επηρεαστείς». Ο συγγραφέας θέτει τη συναισθηματική ζέση σε πρώτο πλάνο. Χρησιμοποιεί το μελόδραμα –ξέρει να το κάνει καλά αυτό, αφού άλλωστε ο ίδιος γράφει λιμπρέτα και όπερες– για να ανεβάσει τη θερμοκρασία και την ένταση της γραφής του. Ο βρασμός είναι τόσος όσος απαιτεί ένα εφηβικό ρομάντζο με κακό τέλος, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας της ωριμότητας και γύρω γύρω μόνο δύσκολοι έρωτες. Το ισορροπεί με τη λεπτή ειρωνεία και τον σαρκασμό του. «Ολα τα κακά μυθιστορήματα μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά κάθε καλό μυθιστόρημα έχει τον δικό του τρόπο να είναι καλό».
«Πυρίμαχη» πόλη
Το λειτουργικό φόντο στην πλοκή του βιβλίου «Ενα τραμ στη Λισαβόνα» είναι αυτή η πόλη, με το ιδιαίτερο, δικό της διάφανο φως, με τα ζεστά ρεύματα που έρχονται από τον ωκεανό, με τον Τάγο να τη διαπερνά και να εκβάλλει στο έδαφός της. Οπως γράφει ο Αντόνιο Ταμπούκι στο βιβλίο του «Ταξίδια και άλλα ταξίδια» (εκδόσεις Αγρα, σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη), «Η Πορτογαλία είναι μια χώρα του Ατλαντικού. Ιδρύθηκε όμως από τους Ελληνες (η καταγωγή είναι φοινικική, τα αρχαιολογικά ίχνη είναι ορατά στη Λισαβόνα, πόλη στην ετυμολογία της οποίας υπάρχει ο Οδυσσέας (Ulisse), “Ulissipona”, που έφεραν εκεί τον πρώτο πολιτισμό εξευγενίζοντας τους αυτόχθονες βοσκούς, τους Λουζιτανούς, τους οποίους τόσο ύμνησε η σαλαζαρική ρητορική. Η Πορτογαλία, όμως, στη συνέχεια ξέχασε την Ελλάδα». Ωστόσο, κράτησε κάτι από την περιπλάνηση του Οδυσσέα, με τους μετέπειτα θαλασσοπόρους της. Η πρωτεύουσα αυτή, που έχει νιώσει στον οργανισμό της τι σημαίνει καταστροφική πυρκαγιά (ας θυμηθούμε τον ιστορικό σεισμό, το τσουνάμι που συμπαρέσυρε, και τις φωτιές που ξέσπασαν την 1η Νοεμβρίου του 1755), η «πυρίμαχη» αυτή πόλη, με τα περίτεχνα πλακάκια στους εξωτερικούς τοίχους των κτισμάτων για να αποτρέπονται οι πυρκαγιές, είναι το ιδανικό μέρος για να ξετυλιχτεί η υπόθεση του έργου. Ενα κράμα εξωτισμού και πολιτισμού η Λισαβόνα σύμφωνα με τον Λε Τελιέ, γίνεται το όχημα, το όστρακο για να βρεθούν εντός του οι ήρωες και να πουν τον πόνο τους, να πενθήσουν, να μελαγχολήσουν και να ακούσουν την ηχώ του ίδιου τους του συναισθήματος, της νοσταλγίας για το τι μένει για πάντα ή φεύγει από την καρδιά τους. «Μια μέρα να έχεις δίκιο νωρίτερα απ’ όλο τον κόσμο, θα περάσεις μια μέρα τρελός». Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος βιώνουν την τραγικότητά τους μέσα από το αίσθημα που κινούν στον αναγνώστη τους. Ο Φλομπέρ έχει κάνει καλά τη δουλειά του, βαθιά στα υποστρώματα του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Μας θυμίζει με τον τρόπο του ο Λε Τελιέ ότι εάν δεν φτερουγίζει και η ψυχή του αναγνώστη μαζί με αυτή των ηρώων, τότε έχει χαθεί ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης κατάστασης που το μυθιστόρημα είναι πάντα εκεί κραταιό για να περιγράψει, να αποδώσει, να δικαιώσει. «Η αισθηματική αγωγή» ρίχνει ακόμη, ευτυχώς, τη σκιά της στη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τη ζεσταίνει, της δίνει κάποτε το φιλί της ζωής μέσα στη δύσκολη και καθημαγμένη από συναίσθημα εποχή.

«Μα, ποια νομίζεις ότι είσαι;»

Τον Ιούλιο του 2012, βρέθηκα στη θέση να πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα. Απέναντι σε έναν άνθρωπο που κρατούσε το επαγγελματικό μου τότε παρόν στα χέρια του. Η συμβουλή ήρθε από μια γυναίκα, μια σπουδαία φίλη, ότι για να αντιμετωπίσω αυτή τη συνάντηση, θα έπρεπε να στέκομαι όρθια. Εάν ήταν δυνατόν και πίσω από μια πολυθρόνα. Γι’ αυτή τη συμβουλή κι αν αισθάνομαι ευγνωμοσύνη… Άνω σχώμεν τας καρδίας.

Η σημειολογία ήταν χαρακτηριστική. Το γεροντάκι που είχα απέναντί μου, αναγκάστηκε να σηκωθεί από τη θέση του και να αρχίσει να με βομβαρδίζει με ερωτήσεις. Η πιο καθοριστική ήταν «Μα, ποια νομίζεις ότι είσαι;». Τρία χρόνια μετά νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το βίαια ξεστομισμένο ερώτημα. Ωστόσο, τότε θα μπορούσε να απευθύνεται στον εαυτόν του. Εγώ έβλεπα έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που περίμενα απ’ αυτόν σοφία, σύνεση, ανθρωπιά, ευγένεια, έναν άνθρωπο σαν τους παππούδες μου που είχαν πεθάνει και υπεραγαπούσα, να έχει αποφασίσει να είναι κάτι άλλο. Εγώ δεν είχα καμία σχέση μ’ αυτό. Οπότε δεν μπορούσε να μου πει ποια θα ήμουν εγώ, μπορούσε όμως να με βάλει να το απαντήσω περίτρανα. Όπως και συνέβη.

Αλλά εγώ τι ήθελα να είμαι; Μετά τη «μάχη» που τέλειωσε νικηφόρα για μένα, και συνεχίζονται τα οφέλη της να προκύπτουν, έπρεπε να αποφασίσω τι ήμουν εγώ, ποια ήμουν. Σήμερα το πρωί σκέφτηκα με ευγνωμοσύνη τον τότε πρόσκαιρο «εχθρό» μου κι είπα ευτυχώς που μου φέρθηκε έτσι. Δεν θα ήμουν αναγκασμένη να κάνω τόσο σαφή τη θέση μου κάθε φορά για το πού θέλω να είμαι, με ποιους. Η πρώτη σοβαρή συμβουλή που έλαβα στη δημοσιογραφία, από έναν μεγαλύτερο, ήταν «θα πρέπει να αποφασίζεις κάθε φορά με ποιους θα πας και ποιους θα αφήνεις». Τότε έμοιαζε υπερβολική δήλωση, βαρύγδουπη για μια νεαρούλα που είχε πάει τα ποιήματά της σε κάποιον μεγαλύτερο να της πει τη γνώμη του. Κι όμως. Αυτό παρακάτω στάθηκε το μόνιμο μοτίβο. Σε όλα. Στη ζωή, τη λογοτεχνία, τη δημοσιογραφία.

Όπως λέει ένας φίλος, να διαλέγουμε σοφά τους εχθρούς μας. Κι εγώ που φοβάμαι τα φίλια πυρά, αυτά που είναι μεταμφιεσμένα σε αγάπη, καλοσύνη, φιλία, έρωτα αρχίζω να το πιστεύω όλο και πιο πολύ. Στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν, χρειάστηκε αρκετές φορές να δηλώσω ποια θέλω να είμαι, όχι μόνο υπαρξιακά, αλλά στην καθημερινότητα, στην πράξη. Στην αλληλεπίδρασή μου με τους γύρω, από τους γνωστούς και τους φίλους μέχρι τους πιο αγαπημένους. Ήταν τρία χρόνια με πολλά μαθήματα. Κυρίως μαθήματα θάρρους.

Θάρρος να γίνω αυτό το κομμάτι μου που προστάτευα για χρόνια. Το πιο ορμητικό, το πιο χαοτικό, αυτό που είχε μέσα του δίνες συναισθημάτων, ευαισθησίες, προσδοκίες για έναν εαυτό που τρεφόταν με λογοτεχνία και τέχνη και ομορφιά, αλλά δεν τολμούσε να ξεμυτίσει. Όταν το έκανε, έφαγε τα μούτρα του αρχικά, κουράστηκε, ταλαιπωρήθηκε, απογοητεύτηκε από τη σκληρότητα που ελλοχεύει εκτός, αλλά τώρα πιο δυναμωμένος και ορατός, δεν φοβάται. Όσοι εμφανίστηκαν αυτό το διάστημα στη ζωή μου ουσιαστικά με τη στάση τους, μου έθεταν το ίδιο ερώτημα. Αυτό που πρέπει να απαντάω συνεχώς. Παλιά με βάραινε, τώρα το θεωρώ υποχρέωσή μου. «Μα, ποια νομίζεις ότι είσαι;»

Είμαι αυτή με τα χίλια σύμπαντα που βρίσκω τρόπο να τα συμφιλιώνω, να φτιάχνω μια δική μου τάξη στο χάος, με συναισθήματα, με λουλούδια, με λέξεις, με μουσικές, με χρώματα. Με λογική και ευαισθησία. Παλιά η λογική μου έκοβε φέτες όλο τον κόσμο, τώρα θέλει να τον ενώσει, περιβεβλημένη με καρδιά. Δεν την φοβάμαι την καρδιά. Όποιος τη φοβάται άλλωστε απ’ αυτούς που με γνωρίζουν ή με γνώριζαν, απομακρύνονται, παγώνουν, χάνονται στη λήθη, δεν μας ένωνε αυτό αλλά το παράξενο «Μα, ποια νομίζεις ότι είσαι;»

Ζιλ Βενσάν: «Το νουάρ με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα»

Ζιλ Βενσάν: «Το νουάρ με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα»

Είναι από τις φορές που η αναγνωστική φαντασία και προηγουμένως η συγγραφική πρόθεση υποδαυλίζονται από την ακόμη πιο δραματική ιστορική πραγματικότητα. Το νουάρ μυθιστόρημα του Ζιλ Βενσάν που μόλις κυκλοφόρησε στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τον τίτλο «Το φιλί του θανάτου», σε πολύ καλή μετάφραση από τα γαλλικά της Ρίτας Κολαΐτη, καταπιάνεται με την υπόθεση της δολοφονίας του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στον βαθύ του καμβά. Η επικαιρότητα ξανάφερε στην επιφάνεια το ιστορικό γεγονός με νέες πληροφορίες για το πόσο το καθεστώς Φράνκο και ίσως ο ίδιος προσωπικά ήθελαν την εξόντωση του ποιητή.

Η ανατρεπτική μυθοπλασία του Ζιλ Βενσάν αγγίζει ίσως κάποτε και τα όρια της αλήθειας, αποκαλύπτοντας σκοτεινές πλευρές της διακυβέρνησης Γκονζάλες στην Ισπανία -υπόθεση GAL- αλλά και της σιωπηρής συνεργασίας από τη γαλλική πλευρά. Τα βρώμικα πολιτικά και παραστρατιωτικά παιχνίδια βγαίνουν στην επιφάνεια από σημερινούς αστυνομικούς που ασχολούνται με τρέχοντα εγκλήματα. Το σύγχρονο ευρωπαϊκό νουάρ ξεσκεπάζει όλη τη βία που ζει υπόγεια στην κοινωνία, καταφέρνοντας την ίδια στιγμή να διασώσει το συναίσθημα και την ανθρωπιά αλλά και να γεφυρώσει τα χάσματα που ανοίγει ο χρόνος και η Ιστορία.

– Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο για να γράψετε «Το φιλί του θανάτου»;

– Η αγάπη για τον Γκαρθία Λόρκα είναι ο πρώτος λόγος. Οταν πήγα στη νότια Ισπανία, ήθελα να εναποθέσω ένα λουλούδι στον τάφο του, αλλά δυστυχώς ο τάφος δεν υπάρχει… Κι εδώ μπαίνει η ελευθερία του συγγραφέα, να προσφέρω στον εαυτό μου μια ιδέα μυθοπλασίας από τη μη ύπαρξη του τάφου. Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός. Ηθελα να κατανοήσω τη λογική της δικτατορίας στην Ισπανία. Δεν φτάνει το ότι ανέβηκε στην εξουσία ένας σοσιαλιστής, ο Γκονζάλες, αργότερα, η χώρα κουβαλούσε μια σαραντάχρονη πορεία με αστυνομία, δικαιοσύνη που ήταν επηρεασμένες από το παλιό καθεστώς. Και ένα τρίτο στοιχείο που υπάρχει σε όλα αυτά τα μυθιστορήματα και με αφορά, είναι οι αποκλίσεις των ερωτικών συναισθημάτων.

– Τι σκέψεις σας δημιουργούν οι καινούργιες πληροφορίες που ήρθαν στη δημοσιότητα για τη δολοφονία του Λόρκα;

– Είναι ένα στοιχείο αυτό για τη διαταγή του Φράνκο για τη δολοφονία, αλλά μου φαίνεται λίγο περίεργο γιατί εκείνη την εποχή ο Φράνκο ήταν ακόμη εξόριστος στα Κανάρια Νησιά.

– Είναι τόσο επικίνδυνη η ποίηση, λοιπόν;

– Δεν ήταν μόνο η ποίηση ο λόγος της δολοφονίας του. Ηταν συμπαθών ο Λόρκα προς τους Δημοκρατικούς, αλλά ποτέ στρατευμένος. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ήταν ομοφυλόφιλος και το τρίτο στοιχείο είναι ότι έγραφε έργα στα οποία αποδομούσε τις μεγάλες οικογένειες της Ανδαλουσίας. Αυτοί είναι τρεις σοβαροί λόγοι για να τον δολοφονήσουν. Οι φίλοι του, ο Πικάσο και οι άλλοι, που ήταν πολιτικοποιημένοι και συνειδητοποιημένοι, κατάλαβαν τον κίνδυνο και έφυγαν στο εξωτερικό. Αυτός ήταν λίγο πιο αιθεροβάμων και έμεινε. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο.

– Τι φοβάται πιο πολύ ένας συγγραφέας όταν αναμετριέται με πραγματικά περιστατικά της Ιστορίας;

– Πριν αρχίσω να γράφω ένα βιβλίο, κάνω επισταμένη έρευνα. Μετά πηγαίνω επί τόπου για να οσφρανθώ την ατμόσφαιρα, να μιλήσω με ανθρώπους, να πιάσω τον ήχο της γλώσσας, να έχω μαρτυρίες για την περιοχή. Μόλις τελειώσω αυτή τη δουλειά, είμαι γεμάτος από την πραγματικότητα. Οταν αρχίζω να γράφω, σκίζω όλες τις σημειώσεις μου για να φύγω από την πραγματικότητα και να επιτρέψω στη μυθοπλασία να πάρει τη θέση της. Και μετά, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία μπλέκονται. Πιστεύω ότι η μυθοπλασία είναι ένα μεγάλο ψέμα, αλλά πρέπει να είναι ένα ψέμα αληθινό.

Στο μυθιστόρημα «Το φιλί του θανάτου» ένας ήρωας είναι ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας. Στη Γαλλία όλοι αναγνωρίζουν ποιος είναι. Του έστειλα ένα αντίτυπο μόλις βγήκε. Και μου έγραψε ένα σημείωμα ότι ακράγγιξα την πραγματικότητα ως προς τον χαρακτήρα του και την προσωπικότητά του…

– Ως προς την υποτιθέμενη μυστική συνάντηση και συμφωνία ανάμεσα στον Φελίπε Γκονζάλες και τον Ζακ Σιράκ για την υπόθεση των GAL, η οποία στο βιβλίο λαμβάνει χώρα στο Σεν Παλέ, σε ένα μοναστήρι, είναι αληθινό γεγονός ή όχι;

– Εδώ μπαίνει η μυθοπλασία. Κάποια συνάντηση κατά τη γνώμη μου έγινε και το επιβεβαίωσε -κατά κάποιον τρόπο- και η φράση του υπουργού Εσωτερικών που μου έγραψε «Ακράγγιξες την πραγματικότητα». Το Σεν Παλέ, ο τόπος της συνάντησης, είναι καθαρά μυθοπλαστικό στοιχείο, είναι ένα μέρος όπου διασταυρώνονται οι δρόμοι της Ευρώπης προς τον προσκυνηματικό προορισμό της Κομποστέλα.

– Πώς προέκυψε η αγάπη για την Ισπανία;

– Λατρεύω τη Μαδρίτη, πηγαίνω συχνά. Την ξέρω τόσο καλά που μου είναι πολύ εύκολο να τοποθετήσω εκεί τη δράση του βιβλίου. Οταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου, επειδή ήταν αριστερός και πολύ δημοκράτης, δεν μπορούσε να πάει στην Ισπανία επί Φράνκο. Οι φίλοι μου, οι συμμαθητές μου πήγαιναν εκεί, ενώ εγώ δεν μπορούσα. Μετά ήθελα με απληστία να κερδίσω τον χαμένο χρόνο, να δω αυτή τη χώρα, να τη γνωρίσω. Και η γυναίκα μου είναι καθηγήτρια Ισπανικών. Λατρεύω το φλαμένκο, τον Γκόγια, τον Βελάσκεζ.

– Το οικογενειακό σας παρελθόν, το πολιτικό, πώς επηρέασε τη συγγραφική σας ταυτότητα;

– Το αστυνομικό μυθιστόρημα, το νουάρ, με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα, όχι απλώς όταν αφορά μόνο ένα αίνιγμα. Η ιστορία του παππού μου που ήταν βουλευτής του Δημοκρατικού Μετώπου, με επηρέασε στο μυθιστόρημά μου «Ντζεμπέλ». Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής ήταν αντιστασιακός, συνελήφθη, βασανίστηκε από τους ναζί και πέρασε δύο χρόνια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μπούχενβαλντ. Ο παππούς μου ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλες ηθικές αξίες. Ηταν από τους πρώτους που εναντιώθηκαν στα βασανιστήρια που έκαναν οι Γάλλοι στους Αλγερινούς. Αυτό ήταν ακριβώς το έναυσμα για να γράψω το «Ντζεμπέλ» που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλγερίας.

– Το νουάρ, τις δύο τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, είναι για τη λογοτεχνία ό,τι έχει υπάρξει το μυθιστόρημα στον 19ο αιώνα;

– Το νουάρ μυθιστόρημα έχει αλλάξει τα τελευταία 25 χρόνια. Πριν ήταν κάτι το επίπεδο. Υπήρχε ο φόνος, η έρευνα και η λύση. Παράδειγμα η Αγκάθα Κρίστι που βλέπουμε την αστική βρετανική τάξη, περίπου τον ίδιο «χώρο» σε όλα της τα μυθιστορήματα. Μετά τον πόλεμο της Αλγερίας στη Γαλλία, αλλά και στην Αμερική μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ, αναδύθηκε μία γενιά συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων που ήθελαν όμως να αναρωτηθούν σχετικά με τη θέση τους στην κοινωνία. Σε σχέση με το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα στο αστυνομικό προέχει η δράση και λιγότερο το στυλ γραφής. Οι συγγραφείς της γενιάς μου όμως κατάλαβαν ότι έπρεπε να καταπιαστούν και με τη γραφή καθαυτή, για να έχει μια αξία το έργο.

Φτου ξελευτερία. Στον κήπο.

Το γραφείο μου σείεται από άρωμα γαρύφαλλων και γαρδένιας. Αιθέρια έλαια στο φουλ. Κάπως έτσι ανασταίνονται και οι ιβίσκοι που είχαν παραδώσει πνεύμα λόγω ψύχους. Το νυχτολούλουδο δέχτηκε επίθεση από αφελή λευκά ζιζάνια κι έχασε λίγο την όρεξή του, αλλά εδώ επέζησε από τα χεράκια μου με λίπασμα, δεν το βάζει κάτω. Οι βασιλικοί ξαναβρήκαν την ιερή τους θέση, ιαματικοί, χωρίς παρελθόν, κάργα στο παρόν. Η αλόη τρελάθηκε, πολύ επιθετικό ξεπέταγμα θεραπευτικής προθέσεως. Ο άνηθος και η ρόκα ξεδιπλώνουν τα διατροφικά τους ήθη. Το σπαθίφυλλο σταθερά αμύνεται ιπποτικά στις επάλξεις. Η φρέσκια ρίγανη και το θυμάρι δίνουν ρέστα στις σαλάτες. Ο δυόσμος νευρικός μαραζώνει στις κυκλοθυμίες του. Το μαγικό μου σκυλάκι έπεσε στο βωμό της μεταφύτευσης. Κάτι άγνωρες μαργαρίτες ή καλέντουλες περιμένω να μου δείξουν τα χρώματά τους. Το δεντρολίβανο αναδύεται σε μεγάλη λεβεντιά, έτσι λεπτοφυές και κυπαρισσένιο. Τα κυκλάμινα μουλωχτά διανύουν το φθινόπωρό τους. Ώρα ήτανε. Πολύ μελό και πένθος, βαρεθήκαμε. Και ο άλλος ο μυστικός κήπος βαθαίνει όλο και πιο πολύ. Αθέατος και αποτελεσματικός ζωηρεύει. Ευδαιμονεί.

Ανεμοστρόβιλος

Εάν κάτι μας μαθαίνει η κρίση με τρόπο καταλυτικό είναι ότι η όποια συσσώρευση είναι μάταιη. Από ανθρώπους και ιδέες μέχρι πράγματα και συναισθήματα. Εάν κάτι στέκεται χρήσιμο, αυτό είναι η κινητικότητα των ήδη υπαρχόντων. Τι είσαι, τι ξέρεις, ποιος είσαι, τι θέλεις, αυτά σαν τραπουλόχαρτα αραδιάζονται μπροστά σου και αλλάζουν θέση. Φυσικά, είναι πολύ ξεβολευτικό. Εάν ήδη δεν ήσουν και πολύ βολεμένος πριν, είναι ανεμοστρόβιλος που σε χορεύει στα ξερά χωράφια Αύγουστο μήνα.

Για ανθρώπους σαν κι εμένα που είχαν μάθει να έχουν τον έλεγχο, σε όλα, ήταν μια ευκαιρία να καταθέσουμε τα παλιά όπλα. Είχαν φθαρεί και μας είχαν αρρωστήσει. Ο προηγούμενος πόλεμος ήταν μόνο για να επιβιώσουμε, κερδίσαμε βέβαια πολλά εντός μας και πιο συμπυκνωμένα, αλλά χάσαμε και πολλά, όπως ανεμελιά, χαρά, ηρεμία. Για χρόνια. Είχε αρχίσει η υπευθυνότητα να γίνεται θηλιά στο λαιμό και να σφίγγει. Το περιβάλλον άλλαζε γύρω μας και ήταν ακόμα πιο μάταιο να συνεχίζουμε να πολεμάμε για κάτι παρωχημένο, για κάτι νεκρό, για κάτι που δεν μας γύριζε πίσω την ενέργεια που δίναμε. Ήταν απλώς μια παλιά ζωή.

Φυσικά, η αίσθηση ότι είχαμε τον ελέγχο ήταν πέρα για πέρα ψευδής, όπως όταν βλέπεις κάποιον να πατάει μια μπανανόφλουδα και σε κλάσματα δευτερολέπτου σωριάζεται μπροστά σου. Δεν προλαβαίνεις να τον πιάσεις. Μα, γιατί, αφού είχες τον έλεγχο… Μόνο που πατάγαμε συνέχεια μπανανόφλουδες κι όλο νομίζαμε ότι απλώς εκπαιδευόμασταν στο πώς να αποκτήσουμε μια μέρα την ευστάθειά μας. Η αλήθεια είναι ότι μαθαίναμε μέρα με τη μέρα με τραυματικό τρόπο ότι έπρεπε να αλλάξουμε ζωή, πορεία πλεύσης, εαυτό, ανθρώπους. Έπρεπε να σπάσουμε τον εαυτόν μας στα υλικά που τον είχαμε συνθέσει μια ολόκληρη ζωή, να τα πλύνουμε, να τα απλώσουμε στον ήλιο, να τα φρεσκοσιδερώσουμε, άλλα να τα χαρίσουμε για πάντα, άλλα να τα πετάξουμε, άλλα να τα φωτίσουμε κι άλλο, άλλα να τα ρίξουμε στο σκοτάδι, άλλα να τα γεννήσουμε από την αρχή και να ξαναστήσουμε πιο ευέλικτα αυτό που είμαστε. Για τον καθέναν από μας η θραύση είχε άλλη αφορμή, άλλος μια απόλυση, άλλος μια οποιαδήποτε απογοήτευση, άλλος μιαν απώλεια, άλλος μια αρρώστια, άλλος ένα ατύχημα. Κι εκεί έπρεπε να συγκροτήσει πάλι τον εαυτό του. Με τα ταλέντα του, τις αγκυλώσεις που έπρεπε να ξεπεράσει, τους φόβους, τις ματαιώσεις, τις καλοσύνες του, τις γενναιοδωρίες του. Και ποιοι είσαστε εσείς; Όσοι βρεθήκαμε σε ένα πέρασμα. Στην ανάγκη να ξαναφτιάξουμε γέφυρες με τη ζωή που μας περίμενε, δηλαδή με το αμείλικτο παρόν.

Έχουμε να κάνουμε με την ίδια αβεβαιότητα που κυρίευε προηγουμένως τη ζωή μας, την ίδια ανασφάλεια, μόνο που τότε την είχαμε ντύσει με άλλα ρούχα. Τώρα έπρεπε να την ξεντύσουμε, να την ξεφλουδίσουμε σαν κρεμμύδι, να την παραδεχτούμε και μετά να της χαμογελάσουμε στραβά, «ε, και;» Την ώρα που γράφω αυτές τις λέξεις, ένας περαστικός μιλάει στο τηλέφωνο τρελαμένος και ουρλιάζει πόσο ύπουλος είναι ο τρόπος του άλλου, του όποιου άλλου βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής. Χυμένο δηλητήριο εκεί έξω. Παλιά θα το κατάπινα με την ελπίδα μια μέρα να φτιάξει αντίδοτο ο οργανισμός μου. Πια, ίσως να είναι έτοιμο αυτό το έρημο αντίδοτο και αποφάσισα να το βγάζω έξω εκεί στον κόσμο, εδώ μέσα, μέσα μου, με ωραιότητα, φως, ευχαρίστηση, χαμόγελο. Είναι θέμα απόφασης. Κοφτερής και απαλής σαν μετάξι.

Εκείνο που θέλω να πω, είναι ότι ένας κήπος κάποτε φτάνει σε ένα πεπερασμένο σημείο ανάπτυξης. Μέχρι εκεί. Τόσα τετραγωνικά, τόσο νερό, τόσα φυτά, τόσα ζιζάνια. Όταν το καταλάβει, το νιώσει στις ρίζες του, αρχίζει κι αλλάζει τροπάρι. Βρίσκει τρόπους με τα ίδια υλικά να μην χαθεί. Κι όχι μόνο να μη χαθεί, αλλά να συνεχίσει να είναι στην ώρα του ο καλύτερος που μπορεί. Και είναι.

Ζιζάνια λέξεις

Οι σκέψεις πάνω στη λογοτεχνία συνήθως είναι σκέψεις για την ίδια τη ζωή. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Η φόρτιση των λέξεων, η δυναμική τους, η σημασία τους, τα βάθη τους είναι εκείνα που βάζουν τα σύνορα με την πραγματικότητα. Που την εξηγούν, την ερμηνεύουν, την αναδιοργανώνουν, την πλάθουν από την αρχή. Για τον καθένα ξεχωριστά. Πείθομαι όλο και περισσότερο ότι οι σημαντικοί λογοτέχνες κατορθώνουν τα μέσα τους σύνορα που ολοένα αλλάζουν και μετακινούνται και μεταθέτουν τις αξίες, τις πλένουν, τις στύβουν, τις απλώνουν πάλι στον ήλιο, να τα κάνουν κτήμα και των άλλων. Να τα ανοίξουν γενναιόδωρα μπροστά στα μάτια του αναγνώστη και να του πουν: «να, εδώ είναι η πρόκληση, αυτή είναι η ζωή σου, αυτές είναι οι λέξεις σου, κάνε παιχνίδι».

Κάποτε βρέθηκα σε μια δημόσια ομιλία. Ένας νέος στην ηλικία άνθρωπος, συγγραφέας μα πρωτίστως αναγνώστης, μιλούσε για τη λογοτεχνία. Όσο τον άκουγα τόσο και πιο πολύ ένιωθα την ψυχή μου να αδειάζει και το μυαλό μου να στεγνώνει. Άρχιζα να αισθάνομαι ανόητη. Ένα κενό. Όσο περνούσε η ώρα, κατάλαβα ότι αυτό που με ενοχλούσε περισσότερο, ήταν οι βεβαιότητές του. Ήταν ακλόνητες. Και γι’ αυτές εισέπραττε επιβράβευση εκείνη τη στιγμή. Λυπήθηκα. Στο ίδιο κοινό που ευγενικά τον χειροκροτούσε ήταν συγγραφείς που οι λέξεις τους ενώνονται με τις καρδιές των ανθρώπων βαθιά, καρφώνονται στην ψυχή, στο μυαλό, στην κράση του αναγνώστη εντέλει και μπορούν να αλλάξουν την προσωπική αφήγηση του καθενός. Έσκυψα το κεφάλι και ντράπηκα. Ύστερα χαμογέλασα, γιατί σκέφτηκα ότι κι εκείνοι ξέρουν ήδη ότι το κουκούλι εκείνου του συγγραφέα μια μέρα θα σπάσει και θα βγουν οι χυμοί του. Αυτό θα το αναλάβει η ζωή. Ακόμη ήταν νωρίς.

Πιάνω τον εαυτό μου να παρατηρεί τα συνθήματα στους τοίχους -στίχους της πόλης με μια λαχτάρα, λες κι αντικρίζω το μυστικό ποίημα που επωάζει η κοινωνία. Πότε βίαιο, πότε κενό, πότε ευρηματικό, πότε αισιόδοξο, πότε τόσο αληθινό που καταφέρνει να συνδεθεί με τον κάθε περαστικό, πετυχαίνει το στόχο του δηλαδή. Μαζί και οι μουντζούρες. Και η δυσωδία και το κακό. Κι εκεί στη ρίζα του βρώμικου τοίχου-στίχου, ένα άγριο ζιζάνιο να κάνει ομοιοκαταληξία. Αυτό είναι πιο λογοτεχνία από τη λογοτεχνία και χωρίς λέξεις. Είναι ζωή.

Τις προάλλες συγκινήθηκα από τη λέξη μιας μεταφράστριας στο κείμενο: «σιμά». Ούτε κοντά ούτε δίπλα ούτε τίποτα άλλο. Σιμά. Λογοτεχνία. Και ζωή. Παρατηρώ όλο και πιο πολύ τις λέξεις που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε το ό,τι είμαστε. Τη λεπτότητα ή τη χοντράδα που απορρέει. Την επιθετικότητα ή τη γλυκύτητα. Την αμηχανία. Τη δύναμη ή την αβεβαιότητα.

Η λογοτεχνία είναι από μόνο του ευγενές ζιζάνιο. Σπέρνεται από τις λέξεις που αποφασίζουμε να αποτελέσουν τη ζωή μας. Σπάει την άσφαλτο και βγαίνει. Για να πει μια μικρούλα τόση δα αλήθεια. Για τον καθένα ξεχωριστά, σε μεγάλες τύχες. Δεν είναι το σύνθημα στο βρώμικο τοίχο, αυτό είναι ένα σύμπτωμα, μα, είναι εκείνο το πράσινο φυτό, εκείνο το λουλούδι που βρήκε στο μηδενικό κενό χώρο για να υπάρξει και να πει τη ζωή. Με ταπεινό μεγαλείο. Σιμά.

Εξόριστος στην Αμερική

«Εξόριστος στην Αμερική»

Η σεξουαλικότητα στα χέρια ενός επιδέξιου εραστή του λόγου, ενός συγγραφέα, του Τζούνο Ντίαζ εν προκειμένω, γίνεται ένας λεπτοφυής καμβάς για να μιλήσει για τη μοναξιά του ξενιτεμένου, του μετανάστη, για την απόγνωση, τον αποκλεισμό και τον ρατσισμό που εκείνος βιώνει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες του σήμερα όλα αυτά. Κι έχει σημασία να το τολμά αυτό ο Ντίαζ ως κύριος ενσαρκωτής του Αμερικανικού Ονείρου. Ο ίδιος είναι ο μικρός «ξένος» από τον Αγιο Δομίνικο που έφτασε να κερδίζει μια μέρα το Πούλιτζερ και να διδάσκει δημιουργική γραφή στο MIT. Δεν το λες και μικρό κατόρθωμα αυτό.

Στο μυθιστόρημά του «Να πώς χάνεις μια γυναίκα» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση από τη Νίνα Μπούρη, ο Ντίαζ με μια προφορικότητα που τσακίζει κόκαλα, ως ένας σύγχρονος Χόλντεν Κόλφιντ, αποτίει φόρο τιμής στον λοξό, παραληρηματικό, πλάγιο μονόλογο του Σάλιντζερ. Παραπονιέται μυξοκλαίγοντας για την αποτυχία των ερωτικών του σχέσεων ο ήρωάς του, ο Γιούνιορ, αλλά την ίδια ώρα έχει πάρει ένα κοφτερό μαχαίρι και σκάβει στη σήψη της αμερικανικής κοινωνίας. Βγάζει στην επιφάνεια άρρωστες συνδέσεις και σκοτεινά ψυχικά λαγούμια. Από την πλήρη απουσία πνευματικότητας σε έναν επιφανειακό -και κάποτε άδειο- τρόπο ζωής μέχρι την κατάθλιψη του καιρού μας.

Επιλέγει εξαρχής το πεδίο του έρωτα και κρύβει τεχνηέντως εντός του όλα τα ζητήματα που δεν τολμά να αγγίξει η πολιτική ορθότητα και η πολιτική η ίδια ως τέχνη του εφικτού. Λέει τον ερωτικό του πόνο και στήνοντας από την ανάποδη ένα εγχειρίδιο απιστίας, πώς να χάσεις τη γυναίκα σου -που δεν είναι και τόσο δύσκολο για έναν άντρα- ξεγυμνώνει τη δύσκολη καθημερινότητα για έναν ξένο, ένα Δομινικανό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έναν που αποτελεί μειονότητα και που έχει να παλέψει με όλα. Με την παλιά του ταυτότητα, με το τι ήταν προτού πατήσει το πόδι του στη Γη της Επαγγελίας και με την καινούργια που οφείλει να υιοθετήσει, εάν θέλει να ενσωματωθεί και να επιβιώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν επιθυμεί να γίνει homo americanus.

Εχει και άλλη επιλογή;

Ο ήρωας δεν έχει την αδερφούλα του για σύντροφο στο μυθιστόρημα, όπως «Ο φύλακας στη σίκαλη» τη Φοίβη, αλλά τον μεγαλύτερο αδερφό του. Πατάει στα χνάρια της δικής του ερημιάς και αποτυχίας ως ένας υπερσεξουαλικός άντρας που ήταν ο αδερφός του και βρήκε τελικά μόνο τη ματαίωση μέσα του όσο κι αν αναζητούσε την ελευθερία σε τόσα πολλά ετερόκλητα γυναικεία κορμιά. Η θηλυκή υπόσταση εδώ παίρνει και την έννοια της πατρίδας: εάν θέλω να ανήκω κάπου, ας ανήκω στο σώμα μιας γυναίκας, στη ζεστασιά του ή και στην αφιλόξενη, δυσερμήνευτη διαφορετικότητά του κάποιες φορές. Χώρα μου γίνεται το κορμί του άλλου. Ο Αλλος. Και τότε γίνομαι όλο και πιο ξένος, γιατί δεν κατοικώ τον εαυτό μου.

Και ο Γιούνιορ το πράττει αυτό και σχηματικά: αποξενώνεται συνεχώς από τον ίδιο του τον εαυτό. Ποιος είναι άραγε; Ο άντρα εκείνος που αποφασίζει στην αρχή να πνίξει την ερωτική του απογοήτευση μέσα στον καπνό, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά; Ή μήπως ο άλλος που αρχίζει να σηκώνει βάρη μετά μανίας, να κάνει γυμναστική σαν τρελός, να τρέχει μέσα στην παγωμένη πόλη, να μετακινεί τον δίσκο της σπονδυλικής του στήλης από υπερβάλλοντα ζήλο στη γιόγκα; Ποιος είναι αυτός ο άντρας; Που τραυματίζεται σωματικά αναζητώντας ένα καταφύγιο για την ψυχή του, για το μυαλό του· που ψάχνει εναγωνίως να ριζώσει κάπου, σε μια χώρα, σε μια γυναίκα, σε μια ταυτότητα, σε έναν εαυτό. Είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει, όχι στο Μπρούκλιν των αρχών του εικοστού αιώνα, αλλά στη χιονισμένη Βοστώνη, κοντά έναν αιώνα μετά.

Και ο Τζούνο Ντίαζ δεν αστειεύεται. Γράφει ένα μυθιστόρημα που ρέει. Κολλάς ως αναγνώστης. Θες το παρακάτω. Αυτή η εύκολη φαινομενικά αφήγησή του, αυτή η λοξή του πρόζα που νομίζεις την εκστομίζει με ένα στραβό ειρωνικό χαμόγελο, σε παγιδεύει. Κι εκεί σιγουρεύεσαι ότι η προφορικότητα που διέσωσε ακόμη και τα ομηρικά έπη, είναι μια πατρίδα για τη λογοτεχνία. Δεν την επιλέγει τυχαία και ο Ντίαζ. Η προφορικότητα κρατάει μέσα στους χυμούς της όλες τις αποχρώσεις της αφήγησης, όλες τις ψυχικές διακυμάνσεις, στρέφει τα φώτα εκεί που πρέπει για να βγει στον αφρό όλο το κρυμμένο σκοτάδι, αλλά με ύφος, με λεπτότητα, με τακτική. Πρόκειται για μια στρατηγική πολέμου. Οι λέξεις γίνονται η πιο καίρια ασπίδα που έχεις να αντιτάξεις στον εξωτερικό εχθρό. Κι ακόμα χειρότερα στον εχθρό που φωλιάζει μέσα σου.

Μερόνυχτα με τον εχθρό μας

Ένα δίωρο στην ουρά των έκτακτων περιστατικών ενός δημόσιου νοσοκομείου ή οποιουδήποτε κρατικού φορέα είναι αρκετό για να συλλάβεις το μέγεθος της απελπισίας την οποία βιώνει καθημερινά ο κόσμος. Εκείνος ο ίδιος κόσμος που ψηφίζει, εκείνος που αρχικά ελπίζει κι ύστερα απογοητεύεται. Εκείνου του ίδιου κόσμου διακυβεύεται η αξιοπρέπειά του. Γιατί αυτή η λέξη δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι πολύ συγκεκριμένη κι έχει να κάνει με την ελευθερία του και τον αυτοσεβασμό του. Η λέξη δεν είναι προς πώληση ούτε προς εκμετάλλευση, γιατί έχει αντίκρισμα, ιδίως όταν εκλείπει το ζητούμενό της. Και γίνεται αναξιοπρέπεια.

Ένα διωράκι παρατήρησης για τον καθένα που φτάνει να ασκήσει δημόσια διοίκηση θα ήταν αποκαλυπτικό στα μάτια του. Γιατί δυστυχώς αυτοί που καλούνται να διαχειριστούν την εξουσία, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ζουν στο δικό τους κόσμο τον πλασμένο από τα προνόμια που τους εξασφαλίζει η άνοδος η τάχα μου η κοινωνική και τόσο συχνά η ηθική κατάπτωση. Με την έννοια ότι δεν μπαίνουν στον κόπο να ελέγξουν μέσα από την ίδια τους τη συνείδηση την πραγματικότητα που υφίσταται γύρω τους.

Στις οριακές συνθήκες όμως της καθημερινότητας του πολίτη, ας πούμε όταν σφαδάζει από τον πόνο ή όταν είναι έτοιμος να ξεψυχήσει, αλλά και στις άλλες τις απλές που τείνουν να γίνουν οριακές, όπως η συναλλαγή με μια δημόσια υπηρεσία –ας πούμε η απέραντη υπομονή που πρέπει να δείξεις για να πληρώσεις ένα λογαριασμό- βγαίνουν στην επιφάνεια όλα τα προβλήματα. Όλα τα χάσματα. Όλες οι αδικίες. Όλη η αγένεια. Όλος ο σπαραγμός. Αλλήλων.

Παρατηρώ την ειδησεογραφία, πια δεν έχει καμία σχεδόν σχέση με την πραγματικότητα που βιώνει ο καθένας από μας. Αναρωτιέμαι εάν είχε και ποτέ. Βλέπω αυτό το κάτοπτρο τόσο παραμορφωτικό να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των πολλών, την ίδια την πρόσληψη της πραγματικότητας. Κι από την άλλη αυτή η τόσο σαρωτική αλήθεια της πραγματικότητας, όταν έρχεσαι εσύ ο ίδιος αντιμέτωπος με τις δυσκολίες της, δεν σε αφήνει να τρέφεις αυταπάτες. Η δημοσιογραφία έχει απομακρυνθεί από την καθημερινότητα, ίσως και από την ιστορία, έχει φύγει σε μεγάλο βαθμό από τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, από τις ανάγκες του, από κείνη την τεράστια ανάγκη να ελέγχει τις συνθήκες που του εξασφαλίζουν τη ρημάδα την αξιοπρέπεια, και κινείται κοντά στα κέντρα της εξουσίας ή στη διαχείριση της μάζας. Μεγάλο το χάσμα. Βάραθρο. Εκεί μέσα πέφτει κανείς, όταν βλέπει τους πολίτες να τσακώνονται στα Επείγοντα, στην πόρτα του μετρό, στην ουρά της δημόσιας υπηρεσίας. Εκεί που καταργείται το δικαίωμά τους να είναι πιο ελεύθεροι και να νιώθουν έτσι. Να είναι δηλαδή αξιοπρεπείς.

Πόση πολυτέλεια φαντάζει το να νιώθεις λίγο πιο ελεύθερος… Ουτοπικά φαντάστηκα τη δημόσια διοίκηση να κατεβαίνει από την καρέκλα της και να γειώνεται στην πραγματικότητα που ισχύει. Φαντάστηκα τον απανταχού εκάστοτε αρμόδιο –εκείνον που φέρει την ευθύνη- να κάθεται και να παρατηρεί υπό συνθήκες καθημερινότητας τι συμβαίνει στον τομέα του. Και να βρίσκει λύσεις. Δεν είναι όλα λεφτά. Δεν θέλουν όλα λεφτά. Αρκούν μικρές ανθρώπινες πράξεις. Προσωπικές σύννομες πρωτοβουλίες. Μικρές έξυπνες αποφάσεις που μπορούν να αποσυμφορήσουν εκείνες τις ώρες που το χειρότερο προβάλλει. Και λίγο λίγο αλλάζουν τα αιτήματα, αλλάζει η αντίληψη, αλλάζει το παγιωμένο Κακό. Αλλά προκειμένου να μην ξεβολευτεί κανείς, εφευρίσκουμε το μεγάλο εξωτερικό Κακό –τον Ξένο- και το μαχόμαστε και εντός τρώμε τις σάρκες μας. Τι κρίμα. Το Τέρας είναι μέσα μας και μας σιγοτρώει. Εφημερεύει και διανυκτερεύει. Στρογγυλοκάθεται στην καρεκλίτσα εντός μας και φοβάται να κουνηθεί, μην χάσει τη θέση. Εντωμεταξύ η ζωή απέναντι φεύγει, μπορεί και να κάθεται οκλαδόν στο χώμα και να μας περιγελάει. Και τα χάσματα μεγαλώνουν κι άλλο.

Ξεφοβηθείτε, γιατί χανόμαστε

Αυτό που με κουράζει τελευταία, είναι η δυστοπία -η καμένη γη- που βλέπω να φωλιάζει στις ψυχές. Χωρίς φίλτρα, χωρίς όρους, χωρίς όρια. Κι αυτό δίνει στην κανονικότητα -που κάποτε υπήρχε, αλλιώς δεν θα είχαμε λέξη γι’ αυτή- μια ουτοπική διάσταση. Δεν είναι ειρωνικό η λέξη κανονικότητα να έχει μια φόρτιση νεοσυντηρητισμού πια; Όσο σκέφτομαι την κρίση τόσο βλέπω άλλες διαστάσεις της. Ας πούμε, έρχομαι αντιμέτωπη με συνεχείς δυσλειτουργίες. Τα πράγματα ή δεν γίνονται ή γίνονται με το χειρότερο τρόπο. Από την πιο μικρή ιδιωτική επιχείρηση μέχρι τους μεγάλους δημόσιους οργανισμούς. Και μετά λέμε οι συνθήκες, οι καταστάσεις, η ζωή, η κρίση. Αμ, δε. Είναι οι άνθρωποι, τα γρανάζια τους που δεν λαδώνονται, η αναλγησία, η ροή που δεν συνεχίζεται απρόσκοπτα στην κοινωνία είτε ως χρήμα είτε ως ζωή είτε ως ιδέες.

Η γκρίνια δεν έχει να προσφέρει τίποτα. Μόνο θολούρα. Μόνο καλλιεργεί το έδαφος για το φόβο, για τον πανικό, για τη χειραγώγηση. Γιατί φοβάσαι; Τι έχεις να χάσεις; Έχεις κι άλλα να χάσεις; Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι μόνον έχεις να χάσεις. Ας ξεκινήσουμε με τα λεφτά ίσως των πολλών, ας πούμε της συμπαθέσταστης ηλικίας των συνταξιούχων. Έχεις κουραστεί, έχεις επενδύσει τα χρόνια που έφυγαν στις σπουδές των παιδιών σου, σου ζητάω μια χάρη ακόμα, δεν είναι η ώρα για τα απωθημένα που κράτησες όσο κι αν το θέλεις πολύ. Κάνε μια υπέρβαση, ό,τι δεν έζησες, μην το φορτώνεσαι και το ξεφορτώνεις σ’ αυτούς που έρχονται, άνοιξέ τους την πόρτα, ξεκούρασέ τους από τα ψυχικά βάρη, στάσου δίπλα τους και υποστήριξέ τους με τις συμβουλές σου, με τον καλό σου το λόγο. Το χρειάζονται. Πόσο δύσκολο είναι αυτός ο καλός λόγος, ο χωρίς επίκριση, ο ζεστός, ο αληθινός, ο λόγος με έγνοια. Αυτό μου λείπει πολύ, η διαδοχή των γενεών. Η μεταφορά της πείρας και της σοφίας. Όσες φορές το συναντάω, είναι καθοριστικό για τη ζωή μου. Τότε ο σεβασμός βρίσκει μέρος να ανθίσει επί της ουσίας και δεν είναι ψεύτικη τυπικότητα. Έχει αντίκρισμα.

Ας συνεχίσω με εκείνους που έχουν κλειστεί στα βιβλία ή τις λέξεις, τους γραφιάδες. Δεν ξέρω εάν είναι εντέλει και πολλοί αυτοί. Θυμήσου το βάρος της γνώσης σου. Είναι η πιο ανάλαφρη ελπίδα. Τόσα χρόνια εκεί μέσα, κάτι έχεις αποκομίσει, δεν μπορεί. Μοιράσου το. Ήρθε η ώρα να αξιοποιήσεις την καλλιέργειά σου. Για σένα και τους άλλους. Κυκλοφόρησε τις ιδέες σου, μην αναλώνεσαι σ’ αυτούς τους επικριτικούς ποταμούς, κάτι καλό θα υπάρχει να δεις, να βρεις, να πεις. Να στηρίξεις τους αδύναμους, να βρεις μια διέξοδο στη σκέψη, να διατυπώνεις ερωτήματα. Κάποιος ας ρωτάει. Θα ήθελα να είχαμε κάθε μέρα έναν άνθρωπο που μόνο θα ρωτάει: γιατί. Εκείνα τα τεράστια παιδικά γιατί. Δεν υπάρχει πιο χρήσιμο. Τα γιατί ανοίγουν τους δρόμους, σε κρατάνε στη ζωή.

Ύστερα εκείνοι που κατορθώνουν να είναι ακόμη στις δουλειές. Τους θερμοπαρακαλώ για τον επαγγελματισμό τους. Ανεξαρτήτως συνθηκών. Δείχνω κατανόηση στις δυσκολίες τους, αλλά δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να μην κάνεις καλά τη δουλειά σου. Είναι και ασέβεια προς όλους εκείνους που διαθέτουν επαγγελματισμό μεν, αλλά όχι εργασία. Κάνε τα πράγματα να κυλάνε εύκολα στην καθημερινότητα για όλους. Και για μένα και για σένα. Είναι απλό. Και σου χαμογελάω. Θα το κερδίσω και το δικό σου χαμόγελο, αλλά μην παίζεις με τα νεύρα μου.

Θέλω να είναι όλοι στη θέση τους, όπου κι αν βρίσκονται. Δεν μιλάω για καμιά τρομερή τάξη, μιλάω για παραγωγικότητα και προσφορά όπου είσαι. Ακόμη και άνεργος μέσα στο σπίτι σου. Αυτή τη θέση την ξέρω καλά. Μην απενεργοποιείς τον εαυτόν σου, τις δυνατότητές σου, τις δεξιότητες, τα χαρίσματά σου. Ναι, ξέρω, είναι τρομερά δύσκολο. Αξίζει όμως όλο το χρυσάφι του κόσμου από κάτι να παίρνεις ικανοποίηση, ακόμη κι όταν δεν έχεις λεφτά, ιδίως τότε.

Και τέλος, να περάσω σε αυτούς που δεν έχω στον άμεσο ορίζοντά μου, είναι πίσω από τζάμια φιμέ συνήθως. Είναι μακριά μου, ίσως δεν διαβάσουν ποτέ αυτές τις λέξεις μου κι έχουν την ίδια δύναμη που έχουν και οι πολλοί. Οι πολλοί χωρίς λεφτά ή με λίγα λεφτά (εάν δεν υπάρχουν αυτοί, μια μέρα θα εκλείψεις κι εσύ) είναι εκεί για να ακινητοποιήσουν την οικονομία με τη μη αγοραστική τους ικανότητα. Τότε λοιπόν κι εσένα από τους λίγους με τα πολλά λεφτά -ναι, ξέρω, δεν το πιστεύεις- θα σε πλήξουν. Για χρόνια σπούδαζες στα καλύτερα πανεπιστήμια του πλανήτη, ταξίδευες, είχες πολλαπλά ερεθίσματα, είχες όλες τις ευκαιρίες του κόσμου, τώρα που ήρθε η ώρα τι τις έκανες; Λόγω φόβου μην χάσεις ό,τι είχες ή και πλεονεξίας να αυξήσεις αυτή τη δύναμη, προκειμένου να μην αφανιστείς κι εσύ, συσσώρευσες τον πλούτο σου, τον πήγες στον παράδεισο -προσπαθείς να κρατηθείς κι εσύ εκεί μέσα, ξέρεις όμως όλοι οι πανάρχαιοι μύθοι, η κάθε λογής πίστη, οι θρησκείες, σ’ αυτή την έκπτωση από τον παράδεισο έχουν βασιστεί, ξέρεις ότι ο παράδεισος δεν θα είναι για πάντα. Ας πούμε εσύ έχεις τα λεφτά να κινήσεις την οικονομία, άμα θες να συνεχίσεις να υπάρχεις.

Εδώ που τα λέμε όποιος κι αν είσαι, ό,τι κι αν είσαι, η πιο σίγουρη βεβαιότητα είναι ότι μια μέρα δεν θα υπάρχεις. Έχεις ένα ορισμένο άγνωστο τέλος. Είσαι πεπερασμένος. Υπάρχει τίποτα πιο απελευθερωτικό; Μια μικρή ζωή που είναι κρίμα να την χάνεις πριν την ώρα σου. Κι ο φόβος σε αποστραγγίζει και σε απομυζά. Σου την τρώει αυτή την προσδόκιμη ζωή. Δεν υπήρχε σίγουρα τίποτα πιο κλισέ κι απλοϊκό να πω, πες μου όμως δεν φαντάζει σχεδόν ουτοπικό; Ο μυστικός κήπος μου τούτη την ώρα που με βλέπει να γράφω εντός του, με περιγελάει. Ιδίως γι’ αυτή τη λέξη «κανονικότητα», πού τη σκέφτηκα, αυτός ξέρει μόνο από ακμή, παρακμή, ήλιο, νερό, βροχή, χαλάζι, χιόνι, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα. Από θάνατο και αναγέννηση.

Μάρτυς τα σημάδια του…

«Μάρτυς τα σημάδια του…»

Οταν διυλίζει κανείς τη ζωή του μέσα από το φίλτρο της γραφής, δεν περιμένεις να λάβεις πάντα χρυσό, αλλά συχνά δηλητήριο, κάρβουνο, άλλα μη ευγενή -αλλά εξίσου αποτελεσματικά, τοξικά ή χρήσιμα- υλικά. Οι λέξεις ξεγυμνώνουν. Η λογοτεχνία είναι μια αλχημεία να μετατρέψουμε την πραγματικότητα σε αλήθεια. Δεν παίζει πολύ ρόλο ποια είναι η πραγματικότητα ούτε η αλήθεια.

Γι’ αυτό είναι αξιοσημείωτο που ένας άντρας συγγραφέας, ένας άνθρωπος, κατορθώνει κοντά στο ηλικιακό του ηλιοβασίλεμα να αφηγηθεί τις αναμνήσεις του, πλέκοντας για τον αναγνώστη του έναν ακριβό ύμνο για τη ζωή. Με γλύκα, εμπιστοσύνη, συμπόνια -για τον ίδιο του τον εαυτό και άρα για τον αναγνώστη-, με ειλικρίνεια αποδύεται σε ένα γενναιόδωρο μοίρασμα.

Ο Paul Auster στο «Ημερολόγιο του χειμώνα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Σταυρούλας Αργυροπούλου, τολμάει να παραδεχτεί πόσο ευάλωτος κι εύθραυστος είναι ένας άνθρωπος, κάποιος που έζησε τη ζωή του και μέσα από την οξύτητα της γραφίδας. Αποκαλύπτει -από το φως που επιτρέπει να περάσει μέσα από το διάφραγμα της τόσο ζεστής του αφήγησης- έναν άνθρωπο που πέτυχε την επαφή με το συναίσθημά του, άρα δεν φοβάται να εκτεθεί στα μάτια των άλλων. Και γι’ αυτό εντέλει δεν γίνεται ούτε φτηνά συναισθηματικός ούτε εμπαθής, αλλά με κατηγορηματικό και ξεκάθαρο τρόπο αποφασίζει να αφήσει να φανεί αυτός ο γραφιάς που ανακατεύει το μελάνι του και με το αίμα που κυλάει στις φλέβες του. Γι’ αυτό το κείμενό του έχει θερμοκρασία σώματος, συχνά πυρετική.

Η γεωγραφία των αναμνήσεων του Paul Auster ξεδιπλώνεται μέσα από τις ουλές του κορμιού του, τα σημάδια που άφησε πάνω της η ζωή. «Κάθε τραύμα προκλήθηκε από μια απρόσμενη σύγκρουση με τον κόσμο». Πρόκειται για μια αυτοβιογραφία όχι μόνο μέσα από τον πόνο και τις πληγές, αλλά και από τη χαρά, την ικανοποίηση, τον έρωτα, την απόλαυση και φυσικά τον θάνατο και τον φόβο. Είναι μια μεθυστική σωματογραφία της ψυχής ή ένα ψυχογράφημα του σώματος. «Αυτή είναι η ιστορία της ζωής σου. Οποτε φτάνεις σε μια διασταύρωση, το σώμα σου καταρρέει, επειδή το σώμα σου ξέρει πάντα αυτό που δεν ξέρει το μυαλό σου». Ο Auster εξυφαίνει τον προσωπικό του μύθο μέσα από τις οικογενειακές κλωστές, τους ερωτικούς του δεσμούς, τις φιλίες, τη δική του ταυτότητα που προσδιορίζεται από το ποιος θέλησε να είναι, τι αγάπησε, τι τόλμησε, τι δεν έκανε στη ζωή του.

Η παιδική ηλικία, η ενηλικίωση, ο καιρός του Παρισιού, η αμερικανική πραγματικότητα μέσα από το δικό του πρίσμα, όπως η δολοφονία του Κένεντι, «το κορμί σου αποτελεί τον τόπο των γεγονότων που διαγράφηκαν από την ιστορία», η σεξουαλική και ερωτική αφύπνιση, η σωματική κατάρρευση, οι κρίσεις πανικού, τα σπίτια που τον φιλοξένησαν με διευθύνσεις και ονόματα. Οι γυναικείες φιγούρες που τον σημάδεψαν, η μητέρα του, η γυναίκα του, η κόρη του. Ο πατέρας του, τα παιδιά του, οι συγγενείς του. Ολοι έχουν τη θέση τους στο φάσμα των χρωμάτων της ζωής του, στον κύκλο που η μία εποχή διαδέχεται την άλλη. Και πόση γενναιότητα θέλει και πόση αποδοχή του εαυτού σου για να πεις ότι βρίσκεσαι πια στο κατώφλι του χειμώνα… Ο συγγραφέας του Αόρατου εμφανίζεται διάφανος μπροστά μας, ενδεδυμένος με μια ευγένεια ψυχής για μοναδικό του κοστούμι, απολύτως ορατός. «Ενας άντρας που περπατά, ένας άντρας που ανάλωσε τη ζωή του περπατώντας στους δρόμους των πόλεων».

Μπορεί ο ίδιος να μην κατάφερε να βρει ποτέ τον προσανατολισμό του με τα σημεία του ορίζοντα, κατόρθωσε όμως να στρώσει μόνος του τον δρόμο που πορεύτηκε στη λογοτεχνία κι εκεί συχνά, σ’ αυτή την πυξίδα, ο βορράς είναι η καρδιά του αναγνώστη. «…ο κεραυνός που σκότωσε τον φίλο σου όταν ήσουν δεκατεσσάρων ετών σε δίδαξε ότι ο κόσμος ήταν ιδιότροπος και ασταθής, ότι το μέλλον μπορούν να μας το κλέψουν ανά πάσα στιγμή, ότι ο ουρανός είναι γεμάτος κεραυνούς που μπορούν να πέσουν και να σκοτώσουν τόσο τους νέους όσο και τους γέρους και πάντα, μα πάντα, ο κεραυνός χτυπάει τις στιγμές που τον περιμένεις λιγότερο…».

Βροχούλα

Έξω βρέχει, η γη ενώνεται με τον ουρανό, χάρη στο νεράκι, την εξάτμιση και την υγροποίησή του ξανά. Η φύση σοφά συμφιλιώνει. Με ζεστούς ήλιους και δροσερά ποτάμια.

Σε λίγο θα πάω γυμναστήριο. Σε λίγες μέρες θα συμπληρώσω τα 37 μου χρόνια. Όπως γυρνούσα μέσα από τη βροχή, μου ήρθε η σκέψη ότι αυτό που έχω καταφέρει να συμφιλιώσω μέσα μου αυτά τα χρόνια, είναι τα χίλια μου σύμπαντα. Τους κόσμους που φτιάχνω μέσα κι έξω μου. Τα χαρίσματα και τα ελαττώματά μου. Τον αρνητικό με τον θετικό μου πόλο, εάν σκεφτώ τον εαυτό σαν μια μπαταρία που γεμίζω ζωή και τη δίνω πίσω. Η αφορμή για να γράψω αυτές τις κουβεντούλες, μου δόθηκε από ένα κειμενάκι στο ίντερνετ που διάβασα για τα γυναικεία σώματα. Έχω βαρεθεί να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους σαν σφαχτάρια. Και ιδίως τις γυναίκες για να μιλάω για κάτι που το γνωρίζω. Πολύ καλά.

Έπρεπε να γίνω 37 χρονών για να μπορώ να πω με ευθύτητα, καμία εμπάθεια, αλλά κατηγορηματικότητα ότι οι γυναίκες είμαστε όμορφες, όταν θέλουμε και μπορούμε. Όταν ερωτευόμαστε, όταν μας ερωτεύονται, όταν μας νοιάζονται, όταν νοιαζόμαστε για τους άλλους. Θα ανθίζουμε και θα μαραινόμαστε πολλές φορές μέσα στη διάρκεια της ζωής μας. Άλλοτε θα ανθίζουμε από αγάπη, από έρωτα, από ευτυχία, από ικανοποίηση που τα καταφέρνουμε με ό,τι επιλέγουμε ελεύθερες εμείς να ασχοληθούμε -τη δουλειά μας, ας πούμε-, συνήθως ανθίζουμε από ελευθερία. Από τον εαυτόν μας τον ίδιο. Κι άλλοτε θα μαραινόμαστε από τα πένθη μας, τις λύπες μας, τις απογοητεύσεις μας, τις αδυναμίες μας. Θα είμαστε λαμπερές όταν θα υπάρχει το βλέμμα σου να το επιβεβαιώσει, αλλά και όταν δεν θα υπάρχει. Θα θαμπώνουμε από θλίψη, από μελαγχολία, από τις δυσκολίες μας. Θα υπάρχουμε όμως. Πότε ακέραιες πότε λειψές. Θα χαιρόμαστε τη ζωή και το θάνατο όπως τα βιώνουμε κάθε μήνα στο ίδιο μας το κορμί.

Θα ανθίσουμε αδέξια και λοξά στην εφηβεία, λίγο περισσότερο στην πρώτη μας νεότητα, θα παχύνουμε και θα αδυνατίσουμε, θα γεμίσουμε ραγάδες και ρυτίδες. Θα γεννήσουμε ίσως, ίσως και όχι, θα πενθήσουμε σίγουρα, είμαστε οι καλύτερες σ’ αυτό, και θα χαρούμε το ίδιο διονυσιακά. Ξέρεις οι πιο δύσκολες δεν είναι αυτές που αντιμετωπίζονται με κρέμες και ιλουστρασιόν φωτογραφιούλες στα περιοδικά, είναι οι άλλες οι ρυτίδες και οι ρωγμές στην καρδιά μας. Αυτές δεν φαίνονται σχεδόν ποτέ και δεν μπορεί κανείς να τις χλευάσει όπως τα κιλά μας που γίνονται εύκολος στόχος. Πριν από χρόνια ένας άντρας που κρεμόμουν από τα χείλη του, το μόνο που είχε να μου πει όταν με είδε μετά από πολύ καιρό, ήταν «αδυνάτισες», κούνησα αδιάφορα τους ώμους μου «ε, και;», δεν είχε πια καμιά σημασία ούτε εκείνος ούτε το σχόλιό του. Τον λυπήθηκα λίγο.

Χαιρόμαστε συνειδητά το σώμα μας, όταν η ψυχούλα μας δεν πενθεί, δεν τιμωρείται, δεν ταλαιπωρείται. Και το αντίθετο. Μπορούμε να γιατρεύουμε το μέσα μας, ξεκινώντας και από έξω. Σημασία έχει να θέλουμε να είμαστε μέσα στη ζωή, λοξά και ίσια, όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται. Να απολαμβάνουμε όλες μας τις πτυχές, τις ανάγκες μας, τα κομμάτια μας όλα.

Η βροχούλα εισχωρεί παντού, ξεπλένει, συγχωρεί, κάποτε τιμωρεί, αλλά γίνεται ένα με το χώμα. Ενώνει. Δεν χωρίζει. Μια σκέψη για τον ίδιο μας τον εαυτό, ιδίως για τις γυναίκες που έχω στο νου μου τούτη την ώρα, ας ενώνουμε μέσα μας όλους μας τους εαυτούς, χωρίς ενοχές, χωρίς τύψεις, χωρίς κρυφτό από μας, με καθαρότητα, θάρρος, κατανόηση, ζεστασιά. Και με χαρά. Ας μην φοβόμαστε τη χαρά, η ουσιαστική κρύβεται ακόμη και σε μια βροχούλα εξαγνιστική.

Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος

Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος

Σ​​τα Πατήσια, ανάμεσα στα υπόγεια που μένουν δέκα δέκα άτομα. Στους δρόμους γύρω από την Ομόνοια, σε μισοπαρατημένα σπίτια που κατοικήθηκαν. Εκεί γύρω από την Κουμουνδούρου που ανθούν τα κινέζικα φαναράκια. Στου Ψυρρή σε ό,τι έπαψε πια να είναι της μόδας φαγάδικο. Κάτω στον Πειραιά, στα Καμίνια που το τραγούδι εξακολουθεί να μιλάει για τη φτώχεια και την καλή καρδιά, μόνο που δεν ξέρω εάν θα μπορέσουν να το αποκωδικοποιήσουν πια στη γλώσσα τους όλοι όσοι μένουν εκεί.

Μια κοινωνία που χτίζεται ερήμην της mainstream πραγματικότητας. Το θέμα είναι ποιος αποφασίζει ποια είναι αυτή η mainstream πραγματικότητα. Η τηλεοπτική αλήθεια απέχει έτη φωτός από τον κόσμο που χτίζεται γύρω μας. Οπως και η πολιτική σκηνή κωφεύει και κλείνει τα μάτια. Κυρίως εμείς οι ίδιοι κάνουμε ότι δεν ξέρουμε. Μόνο που δεν είναι πια δικαιολογία το δεν ξέρουμε. Δεν γίνεται να μη μάθουμε, να μη θελήσουμε να μάθουμε. Γύρω μας φτιάχνεται ένας κόσμος από τους ανθρώπους που δεν πνίγηκαν στο Αιγαίο, αλλά έφτασαν μέχρι εδώ, επιβιώνοντας από συναλλαγές με δουλεμπόρους και τρομερές περιπέτειες μετανάστευσης και προσφυγιάς. Από τα βάθη της Ασίας. Από τη Μεσοποταμία. Από την Περσία. Από τα θρυλικά εκείνα μέρη των εγκύκλιων σπουδών μας που μοιάζουν με παραμύθι. Και όσο αυτός ο κόσμος ορθώνεται γύρω μας τόσο πιο ανήμποροι φαινόμαστε να καταλάβουμε.

Αλλά πρέπει να θελήσουμε να καταλάβουμε. Είναι χρέος μας. Για να μη βυθιζόμαστε στο μίσος, την προκατάληψη και τον φασισμό. Τον τελευταίο καιρό έχω παρακολουθήσει διαλέξεις για τον ιαπωνικό πολιτισμό και την επίδρασή του στον σύγχρονο κόσμο, αλλά και για τον σουφισμό. Παλιότερα εισηγήσεις για την παγκόσμια ιστορία μου είχαν ανοίξει τα μάτια. Και προβάλλει χαίνον αυτό το τεράστιο κενό στην παιδεία μας. Οι στείρες γνώσεις και η παπαγαλία έχουν κάνει τη δουλειά τους. Δεν ξέρουμε. Δεν ξέρουμε για τους πολιτισμούς που ο ένας μέσα στον άλλον, ο ένας πάνω στα συντρίμμια του άλλου, ο ένας μέσα από τις ιδέες του άλλου άνθιζαν στην Ανατολή και τη Δύση. Εμείς αυτό το παράξενο σταυροδρόμι, κομπάζουμε για τη μοναδικότητά μας, αλλά δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι φοβερό χωνευτήρι πολιτισμών, θρησκειών, ιδεολογιών, έχουμε υπάρξει και συνεχίζουμε να είμαστε.

Οταν μάθουμε, δεν θα μπορούμε πια να μισήσουμε. Τι να μισήσεις; Αυτόν που είναι σαν κι εσένα κάτω από τα επιφανειακά υποστρώματα της διαφορετικότητας; Αυτόν που κλαίει και γελάει και παλεύει όπως εσύ; Αυτόν που πιστεύει ή δεν πιστεύει με τον ίδιο τρόπο σε ένα θεό ή μη θεό σαν και το δικό σου; Αυτόν που τον διαπερνούν οι ίδιες προαιώνιες αγωνίες; Βλέπω την Αθήνα των πρώτων ημερών του 2015 κι ακούω να χτυπάει η καρδιά των ηρώων από το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Ντάρελ, ακούω τη λαλιά των προσώπων από τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Η λογοτεχνία και η Τέχνη εν γένει είναι πιο μπροστά από την εποχή τους πάντα. Ακούνε νωρίς τον παλμό που χτυπάει, όταν όλοι οι άλλοι σωπαίνουν. Περιμένω να δω πότε θα αναδυθούν οι γενιές των παιδιών εκείνων που γεννήθηκαν εδώ, μέσα από το μεταναστευτικό κύμα, και θα αφηγηθούν τη δική τους αλήθεια για τον κόσμο που αντίκρισαν. Περιμένω να διαβάσω τα βιβλία τους. Περιμένω να δω τον καινούργιο κόσμο που θα οικοδομήσουν.

Σκέφτομαι όλα εκείνα τα σκοτεινά σημεία της ειδησεογραφίας, τη βία κατά των μεταναστών, τις αντιπαραθέσεις για τους τόπους θρησκευτικής λατρείας, όλα εκείνα που γίνονται αιτίες κι αφορμές πολιτικών τάχα μου τριβών και μετά κοιτάζω γύρω μου: οι έμποροι από την Κίνα μεγαλώνουν τις οικογένειές τους, βλέπεις πια στην εξωτερική τους εμφάνιση την επίδραση του φοβερού νικητή Δυτικού Πολιτισμού που τα σαρώνει όλα, τα λιώνει στο πέρασμά του· οι εργαζόμενοι από το Πακιστάν και την Ινδία κι από την άγνωστη στα μάτια μας Ανατολή, εγκλιματισμένοι στις συνήθειες τις δικές μας, αλλά πού και πού ένα δαχτυλίδι με τιρκουάζ στο χέρι, ένα σκουλαρίκι, ένα χρωματιστό σημάδι, να θυμίζει από πού έρχονται. Κι εμείς οι άλλοι, μια υπνωτισμένη κοινωνία που θρηνολογεί μόνο για την οικονομική κρίση, τυφλοί επί της ουσίας ακόμα μπροστά στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο που αναδύεται.

Ράνκιν: «Δεν φτιαχτήκαμε για να είμαστε τέλειοι»

Ράνκιν: «Δεν φτιαχτήκαμε για να είμαστε τέλειοι»

Ξεκινάει συνήθως τις ιστορίες του από κάτι που έχει πραγματικά συμβεί. Αναρωτιέται γιατί έγινε και τι λέει αυτό για τον κόσμο μας. Δεν ξέρει τις απαντήσεις και ίσως να μη φτάνει ποτέ σε αυτές. Οι ερωτήσεις τού αρκούν. Η οικονομική κρίση τού φαίνεται δύσκολο θέμα για τη λογοτεχνία, θεωρεί ότι χρειάζεται να περάσουν πέντε με δέκα χρόνια για να μπορέσουν αποστασιοποιημένα οι συγγραφείς να γράψουν γι’ αυτό, αλλά βρίσκει ενδιαφέρον για τον συγγραφέα να ζει σε ταραχώδεις εποχές.

Ο πολυδιαβασμένος συγγραφέας Ιαν Ράνκιν εμπιστεύεται τη φαντασία των αναγνωστών του. Δεν αποκαλύπτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των διάσημων πρωταγωνιστών του, Ρέμπους, Φοξ και Κλαρκ, αλλά τους κοιτάζει κατάματα, γνωρίζει το βλέμμα τους και το πώς σκέφτονται. Τα υπόλοιπα είναι «δουλειά» του αναγνώστη. Το ίδιο πιστεύει και για τη βία. Δεν χρειάζεται να την αφηγηθείς εξονυχιστικά· ένα στοιχείο που ενεργοποιεί τη φαντασία, είναι αρκετό.

Επειτα από 25 πολύ επιτυχημένα παγκοσμίως μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων, ένα graphic novel και ένα non-fiction βιβλίο, γράφει ακόμα γιατί τον διασκεδάζει, τον κρατάει νέο, τον θεραπεύει και θέλει να βρίσκει ένα νόημα σ’ αυτόν τον κόσμο. Οι συγγραφείς, ο ίδιος λέει, είναι σαν μικρά παιδιά που αρνούνται να μεγαλώσουν και συνεχίζουν να παίζουν με τους φανταστικούς τους φίλους.

Ο Ιαν Ράνκιν, ζεστός, με χιούμορ, με συγκροτημένη σκέψη, με φυσική περιέργεια, από κοντά είναι αυτό που γράφει: ενδιαφέρων δηλαδή, όπως ο τρόπος που αφηγείται και διερευνά την πραγματικότητα στα βιβλία του.

– Είναι το νουάρ για τον 21ο αιώνα ό,τι ήταν το μυθιστόρημα για τον 19ο αιώνα;

– Το μυθιστόρημα σήμερα έχει ανταγωνισμό. Τον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν ταινίες, δεν υπήρχε μουσική βιομηχανία, οι άνθρωποι δεν έπαιζαν βιντεοπαιχνίδια, δεν ξόδευαν ολόκληρη τη ζωή τους στο Διαδίκτυο. Ομως η βασική ανάγκη που έχουν οι άνθρωποι για ιστορίες είναι ακόμη εδώ. Αγαπάμε τις ιστορίες, είναι αλήθεια, από την εποχή των σπηλαίων. Μιλούν για τον εαυτό μας και για τον κόσμο, μαθαίνουμε για τη φύση του ανθρώπου. Από το αστυνομικό μυθιστόρημα μαθαίνουμε κάτι για την πολιτική, για τον πολιτισμό. Ωστόσο είναι αυτή την εποχή τόσο πολύ δημοφιλές, γιατί είναι διασκεδαστικό, μπορείς να δραπετεύσεις από την πραγματική σου ζωή και να βρεθείς σε έναν συναρπαστικό κόσμο όπου οι άνθρωποι διακινδυνεύουν, αλλά θέτει επίσης ερωτήματα ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά.

– Γιατί ένας αστυνομικός όπως ο Ρέμπους ή ο Φοξ είναι σε θέση να ενσαρκώσει καλύτερα τα ηθικά διλήμματα με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι;

– Οταν άρχισα να γράφω βιβλία, ήθελα να μιλήσω για τη σύγχρονη κοινωνία, για την πόλη εκείνης της εποχής, για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι τότε. Ο ντετέκτιβ ήταν το ιδανικό πρόσωπο για να εξερευνήσει όλον αυτό τον κόσμο, γιατί έχει πρόσβαση σε κάθε στρώμα της κοινωνίας, από τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες στην κορυφή μέχρι τους στερημένους, όλους όσους η κοινωνία ξεχνάει. Σε ρεαλιστική βάση, ο αστυνομικός μπορεί να τους επισκεφθεί και να τους ερευνήσει και ως χαρακτήρες, ενώ αλλιώς είναι τόσο δύσκολο να καλύψει κανείς μια τόσο ευρεία γκάμα. Γι’ αυτό άρχισα να γράφω αστυνομική λογοτεχνία. Ο ντετέκτιβ μπορεί να εξετάσει την κοινωνία από την κορυφή έως τη βάση της. Το πιο μεγάλο ηθικό ζήτημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπη ξανά και ξανά η αστυνομική λογοτεχνία είναι γιατί ο άνθρωπος συνεχίζει να διαπράττει εγκλήματα. Αυτή είναι η βασική ερώτηση. Γιατί κάνουμε τόσο φοβερά πράγματα ο ένας στον άλλον. Είναι πολύ απλή ερώτηση, αλλά είναι τόσο σύνθετη η απάντηση.

– Να ερευνάς το κακό, να γράφεις γι’ αυτό, να μελετάς την εγκληματικότητα, να την αφηγείσαι, τι μπορεί να σου πει για την ανθρώπινη ψυχή;

– Πολύ συχνά η αστυνομική λογοτεχνία γυρίζει πίσω στα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα της Βίβλου, αναζητώντας τη ρίζα των εγκλημάτων. Μοιάζει κάποιες φορές με ιστορία ηθικού περιεχομένου, με διδακτικό παραμύθι ή μύθο. Λέει τότε στον αναγνώστη: «Τι θα έκανες σε μια τέτοια περίπτωση; Θα μπορούσες να σκοτώσεις κάποιον; Και πώς θα ένιωθες άμα είχες σκοτώσει κάποιον;». Τον βάζει σε μια κατάσταση που θα ήλπιζε να μη βρεθεί ο ίδιος στην πραγματική του ζωή. Ομως, την ίδια ώρα τον ρωτάει σε τι κόσμο ζει, τι είδους αστυνομία έχει, τι αστυνομία χρειάζεται, εάν η κοινωνία έχει το έγκλημα που της αξίζει. Για τον καπιταλισμό ως σύστημα, εάν δεν υπήρχε κεφάλαιο, δεν θα υπήρχε έγκλημα… Μπορείς να έχεις έναν τέλειο κόσμο; Και το θέμα είναι ότι οι άνθρωποι δεν είμαστε τέλειοι, δεν είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε τέλειοι. Και αυτό μας κάνει ενδιαφέροντες. Γι’ αυτό οι ντετέκτιβ στην αστυνομική λογοτεχνία τείνουν να είναι κατεστραμμένοι, σύνθετοι, σκοτεινοί, μελαγχολικοί. Χρειάζονται ανθρώπινα επίπεδα. Σκεφτείτε να ζούσαν σε απόλυτα ευτυχισμένους γάμους, να γυρνούσαν σπίτι το βράδυ με τα παιδιά τους και να δειπνούσαν, θα μας ήταν εντελώς αδιάφοροι.

– Η οικονομική κρίση αποκάλυψε για τον δυτικό κόσμο και τα αδιέξοδα του ορθολογισμού, δεν νομίζετε; Η λογοτεχνία αφουγκράζεται νωρίτερα το τι συμβαίνει στον κόσμο;

– Εξαρτάται από τη φύση του συγγραφέα. Κάποιοι γίνονται συγγραφείς γιατί θέλουν να διασκεδάσουν, άλλοι γιατί θέλουν να εξηγήσουν τον κόσμο ή να εξετάσουν τις διαστρωματώσεις της κοινωνίας, ή το τι πηγαίνει στραβά.

Συνταγή επιτυχίας

«Η αστυνομική λογοτεχνία δεν επιδοτείται από την πολιτεία. Πρέπει να πουλήσεις βιβλία, αλλιώς δεν έχεις θέση στον χώρο. Πρέπει να διασκεδάσεις τους άλλους. Δεν μπορείς να είσαι όπως ένας δοκιμιογράφος. Δεν μπορείς να πεις στους ανθρώπους απλώς “αυτό είναι κακό, μην το κάνεις”. Εχεις να αφηγηθείς μια περιπετειώδη διασκεδαστική ιστορία. Εάν θέλεις, μπορείς να μιλήσεις για σοβαρά ζητήματα. Εάν το θέλεις. Αν όμως αρχίσει να βαριέται ο αναγνώστης, γιατί δεν γράφεις με έναν τρόπο διασκεδαστικό, τότε απέτυχες. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να έχεις πραγματικά πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες και μια συναρπαστική ιστορία. Τα υπόλοιπα έρχονται μετά».

Μαθητευόμενος μάγος στον πλανήτη Αλλ

Η λέξη είναι δύσκολη. Ωραία την έλεγε ο αείμνηστος Αντρέας και αλάλαζαν τα πλήθη, αλλά στην πράξη θέλει ζόρι. Αλλαγή. Ναι. Ας πούμε έχει κρίση, διεθνή οικονομική. Κι εσύ κάποια στιγμή χάνεις τη δουλειά σου. Μπορεί να κοντέψεις να χάσεις και το σπίτι σου. Μπορεί να θέσεις σε κίνδυνο και τις ανθρώπινες σχέσεις σου. Στην αρχή δεν θέλεις να ταράξεις τίποτα. Εκείνο που ζητάς, είναι να μείνουν όλα ως έχουν. Να μην κουνηθεί χιλιοστό η καθημερινότητά σου, οι συνήθειές σου. Κι αυτό γιατί σου δίνει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Αλλά, φευ, αυτό δεν μπορεί να το κράτησεις για πολύ, όσα κόλπα κι αν σκαρφιστείς.

Και σιγά σιγά αλλάζουν όλα. Χωρίς να μετακινηθείς και πολύ. Ίσα που σταματάς να κάνεις την καθιερωμένη σου ώρα το συνηθισμένο σου δρομολόγιο προς το χώρο εργασίας. Το τεράστιο κενό που δημιουργείται αυτομάτως σου επιτρέπει να τα δεις όλα αλλιώς, να τα σκεφτείς από άλλη οπτική. Και οι δυσκολίες σε πιέζουν. Και ο χρόνος είναι χρήμα, αλλά εσύ έχεις πολύ χρόνο και καθόλου χρήμα. Κι αρχίζουν οι άνθρωποι από γύρω να ξεκαθαρίζουν. Δεν τους μπορείς όλους. Θες μόνο τους ουσιαστικούς, εκείνους που ξέρουν τι να πουν την κάθε στιγμή. Ο θόρυβος παρακαλάς να μείνει απέξω. Και μένει. Κι αυτή η ησυχία μετά είναι μεγάλο πράγμα. Πότε πολύ ανησυχητική και πότε σε οδηγεί σε νέα βάθη του εαυτού σου. Τι σου αξίζει; Ποιοι άνθρωποι; Ποια ζωή; Ποια καθημερινότητα; Έχεις πολύ χρόνο να το σκεφτείς. Ατέλειωτα πολύ.

Έχουν ήδη αλλάξει όλα. Συμπεριφέρεσαι αλλιώς. Όπως δεν σε έχουν συνηθίσει οι άλλοι. Και τους ενοχλείς, δεν σε αντέχουν και πολύ, είσαι πολύ ριζοσπαστικός πια για τα νεύρα τους. Γιατί επιδιώκεις να επιβιώσεις, χωρίς να υφίστασαι τις καθημερινές μικρές τους απώλειες που σε σιγοτρώνε. Θες χαμόγελα, θες καλή διάθεση, θες καλοσύνη, θες ηρεμία, θες καινούρια πράγματα -όχι υλικά, τέτοια δεν ήθελες ποτέ, αλλά τα είχες, περίσπαση κι αυτά- θες νέες ιδέες, θες καινούριες πράξεις, θες τόλμη, θες το καλύτερο, όχι μόνο το απλώς καλό. Ξέρω, ακούγεται σαν διαφήμιση. Είναι διαφήμιση. Της ζωής.

Και η ζωή είναι όλο αναταράξεις, όμορφα ξέφωτα, σκοτάδια που συνήθως τα ξέρεις μόνον εσύ -τα ομαδικά σκοτάδια δεν τα προτίμησες ποτέ- δάση με οξυγόνο, θάλασσες με ατέλειωτους ορίζοντες, κύματα, καταιγίδες, αέρηδες που σε παίρνουν και σε σηκώνουν. Αυτό είναι ζωή. Όχι ακύμαντη κι ανέφελη καθημερινότητα βουλιαγμένη μόνο σε ένα επιφανειακό άγχος που σου κλείνει την αναπνοή και σε λιγοστεύει. Κι εκεί που έχεις τον πολύ χρόνο, αρχίζεις να τα μετακινείς όλα, αντικείμενα στο χώρο, πράγματα στο σπίτι, σκέψεις στο μυαλό, συναισθήματα, κομμάτια του σώματός σου ακόμη. Όλα τα κουνάς. Να δεις τι θα γίνει. Σε ό,τι έχεις τον έλεγχο, επιχειρείς νέα ανάγνωση. Από στυγνό ορθολογισμό και νομοτέλεια. Να δεις τα καινούρια αποτελέσματα.

Ας πούμε, δεν σε γνωρίζουν πια οι παλιοί, άλλαξες, λέει, οπτικά οι απέξω απέξω λένε, δεν σε αναγνωρίζουν και οι μέσα μέσα που τους ξεβόλεψες κι άλλαξες τα δεδομένα. Εσύ είσαι όντως; Γιατί δρας έτσι; Ποιος είσαι; Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και ώρες ώρες δεν γνωρίζεις κι εσύ ποιος είσαι. Γι’ αυτό τα κάνεις όλα. Για να μάθεις. Ε, σκοντάφτεις τον πρώτο καιρό πάνω στο έπιπλα που έβαλες σε άλλη θέση, σκουντουφλάς στις γωνίες, τρως και καμιά γερή τούμπα, όλα μέσα στο πρόγραμμα είναι. Και με τους ανθρώπους, τώρα που αποφάσισες να αλλάξεις γραμμή πλεύσης, πατάς καμιά μπανανόφλουδα, αλλά πώς αλλιώς θα ήταν ζωή; Βρίσκεσαι στον πλανήτη Αλλ, αυτόν που σου επιτάσσει η Αλλαγή. Δεν είναι εύκολα εδώ. Πρέπει να επανεφεύρεις τον εαυτόν σου. Αλλά αξίζει τον κόπο.

(Ήτανε, βλέπεις, κι εκείνος ο καιρός που είχες βουλιάξει χρόνια μέσα στην οθόνη. Κι έχανες την πραγματικότητα. Κάποια στιγμή άρχισαν σιγά σιγά να αποσύρουν τους δημοσιογράφους και κάποια στιγμή σου πήραν από μπροστά σου και την οθόνη. Προηγουμένως, είχες χάσει μόνος σου την πραγματικότητά σου. Να τα λέμε κι αυτά. Τώρα, είσαι πάλι μπροστά σε μια 3D πραγματικότητα κι απλώνεις το χέρι να την πιάσεις. Πρόσεχε την οθόνη. Ταράζεσαι μόνο με τις εναλλαγές μπροστά σου. Κι ας σε παίρνει ο ύπνος στις μάχες…)

Στα καζάνια του εαυτού σου ανακατεύεις νέα υλικά, τα παλιά τα ρίχνεις και ζωντανεύεις τη φωτιά. Μαθητευόμενος μάγος. Κοχλάζει έτσι η ζωή. Κάπως σαν την Ιστορία που σαν να σαλεύει, λέει, πάλι και δεν έχει πεθάνει. Και κάτι αρχίζει να κινείται. Και σηκώνει αντιδράσεις από κει που είχαν πέσει να πεθάνουν ζωντανοί όλοι. Να δεις που σε λίγο θα χρειαστούν πάλι και οι δημοσιογράφοι. Και τι θα κάνουμε τότε; Μπορεί και για πρώτη φορά στη ζωή σου να εναρμονίστηκε η μικροσκοπική ασήμαντή σου προσωπική ιστορία με την τεράστια αδηφάγα Ιστορία. Ποιος ξέρει;

Στον πλανήτη Αλ

Όπου Αλ, βλέπε αλαζονεία για αρχή. Ας ξεκινήσω με κάτι ζεστό. Απ’ αυτά που τσουρουφλίζουν. Γιατρός ανακοινώνει σε μελλοθάνατο -όλοι είμαστε- το βέβαιο θάνατό του. Επεξηγημένο επιστημονικά. Το δικό μου φιλολογικό μυαλό ωστόσο λέει ότι ο άνθρωπος ζει ακόμα και όχι μόνο αυτό ούτε ο γιατρός ούτε εγώ που γράφω τώρα, δεν ξέρουμε πότε θα αποδημήσουμε. Ο γιατρός ένιωσε σπουδαίος. Είχε εκπληρώσει το ρόλο του. Μόνο που φοβάμαι δεν αναρωτήθηκε ποτέ ποιος είναι ο ρόλος του. Εγώ στα μάτια των γιατρών θέλω να βλέπω θεραπευτές όχι προπομπούς. Ας πούμε, άσε με να φύγω από το ιατρείο σου, ακόμη κι αν πεθαίνω, με την αίσθηση ότι κάπου με γιάτρεψες, με θεράπευσες, μου έκανες καλό. Ακόμη κι αν με άφησες να ψυχανεμιστώ τη σκληρή αλήθεια. Αλλά να μου πεις πότε θα πεθάνω; Άσε με να σε διαψεύσω. Άσε με να προχωρήσω πέρα από τον πλανήτη της Αλαζονείας σου.

Τελευταία, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, ίσως ας πούμε ότι μεγαλώνω κι αυτό με φέρνει πιο κοντά στη φθορά, άρχισα να παρατηρώ πόσο αντιστέκονται οι άνθρωποι στην αλλαγή. Δεν βγάζω την ουρά μου απέξω, αλλά όποιος με ξέρει, καταλαβαίνει ότι ακόμη κι αν πω το πιο άκαμπτο όχι και να το φέρω σε πέρας μέχρι αηδίας, θα βρω έναν τρόπο να το κάνω ένα τεράστιο ναι σε κάτι άλλο. Δεν έχω άλλο δρόμο να επιβιώσω ψυχικά, είναι ανάγκη. Κι άρχισα παρατηρώντας λοιπόν να διαπιστώνω πόσοι άνθρωποι, ιδίως μεγάλης ηλικίας κι αυτό είναι το αξιοπρόσεκτο, δεν έχουν καταφέρει να βρουν ένα σκοπό στη ζωή τους, να καταλάβουν ποιοι είναι, τι φέρουν πάνω τους. Με λίγα λόγια δεν έχουν εκπληρώσει τον εαυτόν τους γιατί απλώς δεν τον γνώρισαν. Δεν ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτό. Κι αν το έκαναν κάποια στιγμή, πήραν τα επιτευγματά τους και μετακόμισαν στον πλανήτη Αλ.

Μα κατοικώντας την αλαζονεία, έχεις χάσει τα μισά. Έχεις χάσει αυτόν που μπορείς να του δείξεις γενναιοδωρία και άρα να λάβεις τεράστια ικανοποίηση. Έχεις χάσει αυτόν που θα φανεί μαζί σου γενναιόδωρος, άρα έχεις απωλέσει μια πολύ μεγάλη χαρά και εύνοια. Το πιο δύσκολο είναι να μάθεις να παίρνεις. Ούτε ακατάδεκτα ούτε σαν αρπακτικό ούτε με υστεροβουλία ούτε με τίποτα. Απλώς να μην αγνοήσεις, να μην σνομπάρεις τη στιγμή που θα έρθει κάτι στη ζωή σου, να μην το χάσεις, βρε παιδί μου, επειδή βούταγες μέσα στο θησαυροφυλάκιο του εγωισμού και της αλαζονείας σου. Κι αυτό έχει να κάνει με την αλλαγή. Το να επιμένεις σε κάτι σώνει και καλά που το βλέπεις ότι σε απομακρύνει από τους άλλους, σε απομονώνει, σε κάνει να νιώθεις για λίγο ανώτερος, χωρίς να σκύβεις μέσα σου να δεις άμα ανταποκρίνεται στην αλήθεια και την πραγματικότητα, ε, αυτό σε τρώει εκ των έσω. Σε αλώνει. Σε αλλοτριώνει. Και είναι η αδυναμία σου να αλλάξεις. Η αδυναμία μου να αλλάζω. Γιατί δεν αλλάζουμε μια φορά και μετά πεθαίνουμε, αυτό ήτανε. Περιέργως όσο γράφω το κείμενο, κάνω και αναγωγές, ακόμη και στην πολιτική τούτη την ώρα. Χωράει.

Και στον αντίποδα, βλέπω κάτι ωραίους ανθρώπους που δίνουν τον εαυτόν τους γενναιόδωρα χωρίς να σου υπενθυμίζουν πόσο μεγάλοι είναι, είναι και το ξέρουν, και δεν εννοώ σε ηλικία. Φτάνει να είσαι ό,τι είσαι και ας το ξέρεις εσύ, μόνον εσύ, ιδίως εσύ. Όλοι οι άλλοι είναι περιττοί. Μια μέρα θα δεις ότι μαζί με σένα το ξέρανε όλοι, απλώς δεν στο πετάγανε στα μούτρα. Αυτούς να φοβάσαι που σου αναγνωρίζουν κάθε μέρα με προσωπική υστεροβουλία ή κυρίως από ανασφάλεια, πόσο μεγάλος είσαι. Σε μικραίνουν τόσο που χωράς στην τσέπη τους και σε ξεπουλάνε. Αλλά χωράς, μωρέ;

Ας ελπίσουμε πως όχι. Γιατί με τον πλανήτη Αλ, δεν μπορείς να ξέρεις ποτέ. Είναι πλανήτης χωρίς βαρύτητα και σε αφήνει να αιωρείσαι μετέωρος. Κυρίως στη μοναξιά σου. Όχι στη μοναχικότητα. Στη μοναξιά. Της απαισιοδοξίας, του σκοταδιού, του δεν γίνεται τίποτα άλλο αλλιώς. Εκτός κι αν την αλαζονεία την κάνεις αλλαγή δική σου και τότε σου βγάζω το καπέλο. Μπορεί να συναντηθούμε εκεί πάνω στις αλλαγές του ο καθένας, αλλά στον πλανήτη αυτόν του Αλ, δεν θα πάρω διαστημόπλοιο να ρθω να σε χειροκροτήσω, κατέβα στη γη και θα τα πούμε, θα ατενίζουμε από κει τ’ αστέρια. Έτσι, γιατρέ; Δεν μπορείς να ξέρεις πότε σβήνει ένα αστέρι… Συγχώρα με που δεν είμαι επιστήμονας.

Όταν έκλαψε ο Αλλάχ στην Ευρώπη του φόβου

«Όταν έκλαψε ο Αλλάχ στην Ευρώπη του φόβου»

Μια γυναίκα με αμφίεση που προδίδει τη μουσουλμανική της ταυτότητα σέρνει ένα καροτσάκι με ένα μωρό. Στο κέντρο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας ή στα προάστιά της. Στην Ευρώπη του Καμύ και του Κάφκα, του Μπέκετ και του Ιονέσκο, αυτή η φιγούρα κρύβει ένα αίνιγμα. Ο «ξένος», ο «άλλος», μέσα στην ευρωπαϊκή κοινωνία, συχνά αόρατος, πρόσφυγας ή μετανάστης. Με χαρτιά ή χωρίς. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;

Από πού έρχονται; Τι έχουν περάσει; Τι σκέφτονται; Πώς βλέπουν τους εαυτούς τους και τους άλλους; Υπάρχει χώρος γι’ αυτούς; Σ’ αυτόν τον ερμητικά άγνωστο για μας κόσμο τους, τι απογίνονται τα παιδιά τους όταν μεγαλώνουν; Εκείνο το μωρό στο καροτσάκι πού θα καταλήξει; Ανάμεσα στον φόβο και το μίσος ή στην άλλη πλευρά;

Ο ορθολογισμός μας φτάνει για να καταλάβουμε τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και τον κόσμο; Εάν κάτι έχει κερδίσει η Ευρώπη του Διαφωτισμού είναι να μπορεί να αμφιβάλλει και κυρίως να αναρωτιέται για τον ίδιο της τον εαυτό, ακόμη κι όταν πληγώνεται ανεπανόρθωτα στις ματωμένες σελίδες της εφημερίδας Charlie Hebdo. Ιδίως τότε. Η μυθοπλασία, η αφήγηση είτε μέσω της λογοτεχνίας είτε μέσω της κινηματογραφικής εικόνας ή της θεατρικής ανάσας κατορθώνει να αφουγκράζεται αυτό που βράζει στα ενδότερα των κοινωνιών, προτού ακόμη ομολογηθεί.

Φετφάς και φανατισμός

Ο Ζαν-Κλοντ Ιζό σχεδόν μία δεκαετία νωρίτερα, 1995-1996 και 1998, από την εκδήλωση της γαλλικής ιντιφάντα το 2005, κυκλοφορώντας τα τρία έργα του που αποτελούν την εμβληματική πια Τριλογία της Μασσαλίας («Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας», «Το Τσούρμο», «SOLEA» [εκδ. Πόλις]), είχε κάνει ανατομία της γαλλικής κοινωνίας. Πώς οι φανατικοί ισλαμιστές έβρισκαν χώρο να υπάρξουν μέσα στη φτώχεια, την ανεργία και την απομόνωση των μεταναστών και των παιδιών τους. Πώς ο ρατσισμός κέρδιζε έδαφος στη χώρα με τον μεγαλύτερο μουσουλμανικό πληθυσμό επί ευρωπαϊκού εδάφους.

Μία δεκαετία νωρίτερα, το 1989, όταν κυκλοφορούσαν οι «Σατανικοί στίχοι» του Σαλμάν Ρουσντί, δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ήταν η πρώτη σπίθα –και τόσο σοκαριστική με τον φετφά εντολής δολοφονίας του– στη φωτιά του φανατισμού που θα άρχιζε να σιγοκαίει. Τα βιβλία ενοχλούν πάντα, από το «Γυμνό γεύμα» (1959) του Μπάροουζ –κι εκείνη την αδιανόητη τότε «Ισλάμ Α.Ε.» που επαληθεύεται ως χρησμός από το μέλλον– μέχρι τα σκίτσα της Charlie Hebdo. Ισως γιατί οι λέξεις στις λευκές σελίδες αποκαλύπτουν όσα ταμπού κρατάνε κλειδωμένα εντός τους οι κοινωνίες. Είναι κι αυτός ο θυελλώδης Μισέλ Ουελμπέκ που χτύπησε πρώτη φορά με το «Plateforme», το 2001, γράφοντας και μιλώντας εναντίον του ισλαμισμού, με την ιστορική συγκυρία της 11ης Σεπτεμβρίου τότε να σημαδεύει για πάντα τον κόσμο. Και πάλι βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα ο ίδιος, με την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Υποταγή» την ώρα που ο κόσμος συγκλονίζεται από μια «11η Σεπτεμβρίου», αυτή τη φορά στα σπλάγχνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της γαλλικής κουλτούρας.

Φονταμενταλισμός

Ενας συγγραφέας αναδύεται μέσα από τις φλόγες της βίας και του μίσους, ο Γιασμίνα Χάντρα, ο οποίος αναγκάζεται να γράφει με το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο, ως πρώην στρατιωτικός στην Αλγερία που κατέφυγε στο Μεξικό και ύστερα στη Γαλλία. Σε βιβλία του όπως «Τα χελιδόνια της Καμπούλ» (εκδ. Καστανιώτης) και «Τρομοκρατικό χτύπημα» (εκδ. Καστανιώτης), μιλάει για τους θρησκευτικούς πολέμους της σύγχρονης ιστορίας, στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν και στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή.

Την ίδια στιγμή, ο Ταρίκ Αλι, δημοσιογράφος, συγγραφέας και κινηματογραφιστής, με μια πενταλογία ιστορικών μυθιστορημάτων με θέμα το Ισλάμ (το τελευταίο της σειράς κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2010 με τον τίτλο «Η νύχτα της χρυσής πεταλούδας», εκδόσεις Αγρα), επιχειρεί ένα ταξίδι στους δρόμους της μνήμης ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Τη σαγήνη επιστρατεύει και ο Ναντίμ Ασλάμ –από τη νεότερη γενιά– που γεννήθηκε στο Πακιστάν και ζει στην Αγγλία. Με τα βιβλία του «Σβησμένες ψυχές» και «Ο χάρτης των χαμένων εραστών» (εκδόσεις Τόπος), ξεδιπλώνει τις ιστορίες του για το Αφγανιστάν και το Πακιστάν που αποκαλύπτουν όλο το μέγεθος της φρικαλεότητας του φανατισμού και τις διαστάσεις που μπορεί να λάβει ο φονταμενταλισμός από όπου κι αν προέρχεται, αντιπαραθέτοντας στο Κακό την ομορφιά της Ανατολής, τη μαγεία της.

Το σύγχρονο νουάρ διεκδικεί επαξίως δάφνες για το πώς έχει κατορθώσει να αποτυπώσει την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση εντός των ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Και δη το γαλλικό νουάρ, είχε ανοίξει άλλωστε τον δρόμο ο Ιζό. Το «Arab Jazz» (Karim Miské, εκδ. Πόλις) και «Το Παρίσι εν καιρώ ειρήνης» (Gilles Martin-Chauffier, εκδ. Πόλις) συνθέτουν το μωσαϊκό της πολυπολιτισμικής πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί. Το σκοτάδι φωτίζει τις αθέατες πλευρές του κόσμου μας. Στα χνάρια της επίδρασης του αστυνομικού μυθιστορήματος και «Ο Γερμανός μουτζαχεντίν ή Το ημερολόγιο των αδερφών Σίλλερ» (Μπουαλέμ Σανσάλ, εκδ. Πόλις) που ανακινεί τις πληγές της ευρωπαϊκής ιστορίας, με αποκορύφωμα της φρίκης, το Ολοκαύτωμα.
Τζιχάντ, ιστορία και μνήμη

«Η γραμματική των πολιτισμών» (εκδ. ΜΙΕΤ) του Φερνάντ Μπροντέλ είναι ένα βιβλίο που αποκαλύπτει τα θεμελιώδη του παρελθόντος για να αντιληφθούμε το παρόν και ίσως να οσμιστούμε το μέλλον. Στην ανάγνωση της σημερινής πραγματικότητας μέσα από τα εξασκημένα μάτια του Patrick Cockburn, ανταποκριτή της Independent στη Μέση Ανατολή, με το βιβλίο του «Η επιστροφή των τζιχαντιστών – Το Ισλαμικό Κράτος και η νέα εξέγερση των Σουνιτών» (εκδ. Μεταίχμιο), υπάρχει η απάντηση στο γιατί η Δύση έχει καταστεί ένας από τους στόχους των τζιχαντιστών. Τι έχει οδηγήσει όμως στις «Φονικές θρησκείες»; Το ομότιτλο έργο του Ελί Μπαρναβί (εκδ. Πόλις) φτάνει στα ολέθρια αποτελέσματα της βίας αλλά και στους τρόπους αντίστασης σ’ αυτήν. Από την άλλη, ο φιλόσοφος του πολυπολιτισμού, Τσαρλς Τέιλορ, είναι σε θέση να μιλήσει γι’ αυτό που απασχολεί τόσο τη σημερινή Ευρώπη, για την «Πολυπολιτισμικότητα» (εκδ. Πόλις), μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του.

Η Ανατολή και η Δύση στον κινηματογράφο

Η κινηματογραφική εικόνα είναι καταλυτική, παρόλο που όποιος διαβάσει το σπαρακτικό αριστούργημα του Νταβίντ Γκρόσμαν, δραματικά επίκαιρο, «Στο τέλος της γης» (εκδ. Καστανιώτη), ξέρει ότι έχει εισχωρήσει στις άπειρες επιστρώσεις ενός έργου για την αγάπη, τη ζωή, το μίσος, τον πόλεμο. Ταινίες όπως το «Incendies» (Μέσα από τις φλόγες) του Ντενίς Βιλνέβ, το «Ενώπιον θεών και ανθρώπων» του Ξαβιέ Μποβουά, «Ο Βούδας λιποθύμησε από ντροπή» της Χάνα Μαχμαλμπάφ, «Η πέτρα της υπομονής» του Ατίκ Ραχίμι, το «Μαζί ποτέ» του Φατίχ Ακίν καταγράφουν τη βία, τον αποκλεισμό, τον φόβο, τη μισαλλοδοξία. Η Ανατολή και η Δύση μέσα από τα σπαράγματα του φακού συναντιούνται, συγκρούονται, ματώνουν και δακρύζουν μαζί.

Ψιχουλάκια

Αφού γέμισα όλα τα ιστολόγια με φωτογραφίες, άφησα μερικές κι εδώ. Κάτι σαν ψιχουλάκια (ψυχουλάκια) που βρίσκει ο Κοντορεβυθούλης για να γυρίσει πίσω…

Ο μεταδοτικός ιός της ανάγνωσης

Πηγαίνει δευτέρα δημοτικού. Με βρήκε εύκαιρη και με έπιασε με την ακατάσχετη φλυαρία της. Μια αφήγηση που δεν μπορούσα να καταλάβω. Ανούσια για μένα. Το παιδί έκανε κανονικότατο brainstorming. Στο τέλος ήθελε και επιβράβευση: «Να σου πω το ποίμα μου (όχι ποίημα) που είπα στη γιορτή του σχολείου;». Ψιλοκακούργα εγώ βαρέθηκα και αδίστακτα είπα στη μικρή, «Όχι, περίμενε λίγο». Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και δεν το πίστευε. Ήμουν η πρώτη ενήλικη που δεν την άφησε να πει το ποίμα. Σηκώθηκα, πήγα στην παιδική μου βιβλιοθήκη και έβγαλα μια έκδοση με τους μύθους του Αισώπου. Εκείνη ερχόταν από πίσω μου, λίγο φουρκισμένη που δεν την άφησα να δώσει την παράσταση με την ακατάληπτη αφήγησή της.

Καθίσαμε στον καναπέ, άνοιξα το βιβλίο και τη ρώτησα εάν μπορεί να διαβάσει. Ξεκίνησε. Με μια ανάσα. Δυνατά. Για αρκετές σελίδες. Μέχρι που κουράστηκα. Της λέω μπορείς να διαβάζεις από μέσα σου. Τρελάθηκε με τη φράση «από μέσα σου». Δηλαδή πάλι χωρίς παράσταση και χειροκρότημα; Δεν με χώνευε πια και πολύ. Ας όψονται οι μύθοι του Αισώπου που της είχαν σπείρει το δαιμόνιο. Ήθελε να μάθει τι γίνεται παρακάτω. Της εξήγησα ότι μπορεί να διαβάζει χωρίς να την ακούνε οι άλλοι, σιωπηλά. Αυτός θα είναι ο δικός της μαγικός κόσμος που θα διαβάζει καταπληκτικές ιστορίες που οι άλλοι δεν θα ξέρουν τι διαβάζει εκείνη τη στιγμή. Το στόμα της άνοιγε διάπλατα, μαζί με τα μάτια της.

Τη σόκαρα όλο και πιο πολύ. «Και ξέρεις, μπορείς να διαβάζεις τις ιστορίες και μετά να ρωτάς τους μεγάλους για τις λέξεις που δεν ξέρεις». Αμέσως ρώτησε τι σημαίνει «περηφανεύομαι». Ο μύθος βλέπεις του λαγού και της χελώνας. Όποιος περηφανεύεται, γρήγορα ταπεινώνεται. Γιατί το «ταπεινώνεται» το ήξερε; Ρώτησε όμως μόνο το «περηφανεύεται».

«Κάθε φορά που θα έρχεσαι εδώ λοιπόν, στο σπίτι της μαμάς μου», της είπα, «μπορείς να της ζητάς ένα από τα βιβλία αυτά τα δικά μου, θα τα διαβάζεις όσο είσαι επίσκεψη εδώ, δεν θα τα παίρνεις μαζί σου, αυτή είναι η μαγική μου βιβλιοθήκη και θα σε περιμένει πάντα. Όμως όποτε πηγαίνεις με τη δική σου μαμά στα Τζάμπο -θυμήθηκα εκείνη την ακατάληπτη ιστορία που μου ξεφούρνιζε και βαριόμουνα να την ακούω- θα ζητάς αντί για εκείνη την κούκλα που έκανε 50 ευρώ και δεν στην πήρε, να σου αγοράζει παραμύθια και βιβλία. Είναι πιο φτηνά. (Και άρα πιο ακριβά). Τα βιβλία ανοίγουν μπροστά σου άπειρους μαγικούς κόσμους». Η μικρή με κοίταζε με ανοιχτό το στόμα. Μόλις την είχα μολύνει με τον ιό της ανάγνωσης. Ντροπή μου. Δεν λυπήθηκα άλλο ένα παιδί… Αδίστακτη αναγνώστρια…