Η αποκατάσταση της θηλυκότητας

photo: scalidi

Σκέφτομαι τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών. Με τη βία που είχε καταχωνιασμένη η κοινωνία εντός της, στα πιο βαθιά και εν κρυπτώ υποστρώματα της ζωής. Βλέπω τη Σοφία Μπεκατώρου ως ένα σύμβολο αποκατάστασης της θηλυκότητας στην πραγματικότητά μας, της ανάγκης αποκατάστασής της. Κι έμελλε να γίνει η αρχή από μια γυναίκα. Για να αρχίσουν να μιλάνε τα θύματα, οι πληγωμένοι, οι λαβωμένοι όχι μόνο από την ίδια τη βία, αλλά και από μια ακόμη προέκτασή της, τη σιωπή.

Με το να ταυτίζουμε τα τελευταία χρόνια τη σεξουαλικότητα με τη θηλυκότητα, αδικούμε τις ποιότητες και των δύο. Συγχέουμε πολλά, μπερδεύουμε τις ψυχές μας. Να, που ένα ζευγάρι γόβες δεν είναι «η επιτομή της θηλυκότητας» όπως ψευδώς σε πείθουν τα εμπόρια κι οι διαφημίσεις, εάν δεν το ήξερες η επιτομή της θηλυκότητας, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, είναι να καθίσεις να ακούσεις με ηρεμία το συνομιλητή σου, να του εμπνεύσεις εμπιστοσύνη, να τον κάνεις να αισθανθεί ασφαλής, ενδεχομένως να τον βοηθήσεις να έρθει σε επαφή με τον ψυχισμό του, τις ανάγκες του, τις αξίες του, να τον ακούσεις για αρχή. Για να μιλήσει κάποιος, πρέπει να έχει και κάποιον να τον ακούσει. Γι’ αυτό μιλούν τώρα τα θύματα. Ακινητοποιημένοι σε μια καραντίνα πανδημίας, μπορεί και να ακούσουμε, μπορεί να πάψουμε να είμαστε οι καθ’ έξη επικριτές κι ενδεχομένως υποκριτές. Ίσως γιατί τώρα που νιώθουμε ανήμποροι, μπορούμε να σταθούμε σε όποιον αισθανόταν έτσι και πιο πριν. Ενσυναίσθηση.

Οι εικόνες μου από την παιδική ηλικία στο χωριό περιλαμβάνουν τον απογευματινό καφέ των γυναικών, των γιαγιάδων μου, των θειάδων, μια μυστική συμφωνία να ειπωθούν τα ανείπωτα πάνω από ένα τοσοδούλικο φλυτζανάκι. Καθημερινά. Σαν ένας θεσμοθετημένος αναστοχασμός της ημέρας, όχι μόνο το γραφικό κουτσομπολιό. Τι ζήσαμε, τι έγινε, τι θέλαμε, αλλά τι συνέβη τελικά, τι θα κάνουμε παρακάτω, ποιος φταίει, τι φταίει, τι θα αλλάξουμε. Μια άτυπη σύσκεψη στη γειτονιά για να συνεχίσει να υπάρχει. Για να αναπνεύσει ο πόνος, να βρει τρόπο να ειπωθεί, για να μοιραστεί η χαρά, για να σκορπίσει το πένθος, για να ιεραρχηθεί η πραγματική ανάγκη, για να πούμε στην άλλη αρχή, την αρσενική, πώς να κινηθεί. Η θηλυκή αρχή δείχνει το δρόμο, η αρσενική είναι για να τον διανύσει. Σε ψυχολογικό επίπεδο. Δεν μπορούμε να επιβιώσουμε χωρίς την αρμονική συνύπαρξη και των δύο, τη συνεργασία τους.

Μια σπίθα

Σκέφτομαι συχνά, τι κάνεις εδώ μ’ αυτό το μέσο (fb); Γιατί ανεβάζεις λουλουδάκια και ποίματα και διακοσμήσεις και μέρη που ίσως δεν θα επισκεφτείς ποτέ; Και ειδήσεις που θα περάσουν απαρατήρητες;

Δεν έχω άλλη απάντηση: θεραπεία. Ως θεραπεία τα κάνω όλα αυτά, δική μου και όσων τυχόν βλέπουν. Θεραπεία να μην τυφλωθούμε από την ασχήμια, τη δυστυχία και την ερημιά αυτών που αναπαραγάγονται με ρυθμούς απελπισίας.

Θυμάμαι παλιά, δίπλα στις ειδήσεις, πιο πέρα, πιο κει, στις τυπωμένες σελίδες των εφημερίδων μπορούσες να ανασάνεις με ένα κείμενο του Αρανίτση, ένα ευφυολόγημα της Κασσάνδρας, ένα σπαρταριστό σχόλιο σχέσεων της Ρίκας Βαγιάννη, ένα σκίτσο που θα αποφάσιζες ποιο ήταν το πιο αιχμηρό και πετυχημένο για την εκάστοτε περίσταση, το πιο γελαστικό, να διαβάσεις τον …Καιρό της ημέρας ακόμη και με μια λέξη, να δεις την πιο όμορφη φωτογραφία του Κόσμου κάπου ανάμεσα στις σελίδες, να λάβεις τη ζωή που δεν είναι μόνο ζοφερή και όχι την άποψη του άλλου για τη ζωή… Όχι μια μονοδιάστατη ευθεία γραμμή δεδομένων προς το άπειρο, αλλά μια σπειροειδή και κυκλωτική αίσθηση της ζωής.

Δεν ξέρω πώς θα αναγεννηθούμε, ίσως ανακατεύοντας τις στάχτες… Κάπου να υπάρχει η σπίθα κρυμμένη.

«Back to basics»: Ποιος, Πού, Πότε, Πώς και Γιατί;

Από τα πολλά που διαβάζω να γράφονται δημοσίως, μόλις ρωτήσω «Ποιος, Πού, Πότε, Πώς και Γιατί;» ακόμη και για τους ίδιους τους γράφοντες, αμέσως τα κείμενα αλλάζουν, λένε άλλα πια ανάμεσα στις γραμμές τους. Από κάτω, οι ορδές που γνέφουν με τα χεράκια τους ανοιγμένα στον αντίχειρα, πόσο τους άρεσαν όλα τούτα ή πόσο αντίθετοι είναι ή άσχετοι χαβαλέδες της κακιάς ώρας. Στους τυφλούς βασιλεύουν οι μονόφθαλμοι και τα βαρύγδουπα αστήρικτα πράγματα. Όπως τους φαίνεται. Αχ, αυτό το ρημάδι «φαίνεσθαι». Μια κοινωνία βουτηγμένη σ’ αυτό, τόσα χρόνια. Όχι όπως είναι τα πράγματα. Να σηκώσουμε την κουρτίνα να δούμε τι κρύβεται; Δεν έχεις την περιέργεια; Ποιος σκότωσε την περιέργειά σου; Όχι, την ανάγκη για κουτσομπολιό, την πανίσχυρη, αγνή, καθαρή περιέργεια. Αυτή που θα σε πούνε αφελή, που ρωτάς…

Μέσα σε τούτη τη γραφικότητα, πού και πού και κάνας σοβαρός άνθρωπος και χλευάζεται κι αυτός. Η δε αρθρογραφία για να συμβεί, θέλει μια ζωή, και βούτηγμα στην «αγορά», αλλά όχι με αγοραίους όρους. Δεν πουλάς τη γνώμη σου, σε κανέναν ούτε καν στον εργοδότη σου εάν νόμιζες ότι είναι έτσι, αλλά στοιχειοθετείς την αντίληψή σου γι’ αυτό που αφορά το κοινό καλό, απαλλαγμένος από το ίδιον μικρο-συμφέρον σου. Εδώ τελεία.

Κι η απόσταση. Λίγη απόσταση. Λίγο κενό από τις επιδράσεις όλων. Πώς θα σταθμίσεις; Πώς θα σκεφτείς; Λίγο στην απέξω, δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.

Λίγο αέρα δώσε, λίγη ανάσα για να αναπνεύσει ολόκληρη η κοινωνία που ασθμαίνει.

Η αξιοπιστία κι η εμπιστοσύνη κερδίζονται και χάνονται κάθε στιγμή. Ποιος είσαι; Η γυναίκα του Καίσαρα, βλέπεις… Γιατί τα γράφεις αυτά; Τι σκοπούς υπηρετείς; Πώς τα λες; Πότε; Και κυρίως, πού τα λες αυτά. Ποιον φτιάχνεις και ποιον χαλάς, με κάθε σου λέξη, όπως έλεγε κι ένας παλιός δάσκαλος. Δεν γράφεις ούτε για αυτοϊκανοποίηση ούτε για χάιδεμα αυτιών, γράφεις κυρίως για να ρωτήσεις και να μάθεις και τους άλλους να ρωτάνε και να αναρωτιούνται. Ιδίως τις απλές ερωτήσεις που τα ξεσκεπάζουν όλα: Ποιος, Πού, Πότε, Πώς και Γιατί;

Σύσκεψη, δίχτυ ασφαλείας

Είμαστε ένα χρόνο πια έτσι, με την καλοκαιρινή διακοπή που τελικά τόσο μας στοίχισε ως χώρα σε ζωές, καραντίνες που δεν ολοκληρώνονται και οικονομική δραστηριότητα που θα στείλει λίγο αργότερα το λογαριασμό της καταιγιστικά, αν δεν το έχει ήδη κάνει. Εάν θυμηθούμε τις διαθέσεις μας, τις εναλλαγές τους, τις κυβερνητικές επικοινωνιακές παλινωδίες, τα όσα έχουμε σκεφτεί αυτή τη χρονιά, νομίζω μένει μια επίγευση κόπωσης, κούρασης, για πολλούς πένθους. Την ευφορία για την έλευση του εμβολίου μετρίασαν οι ρυθμοί εμβολιασμού -όταν στο Ισραήλ ο μισός πληθυσμός έχει εμβολιαστεί στο ίδιο διάστημα- αλλά και οι αποκαλύψεις των σεξουαλικών κακοποιήσεων και παρενοχλήσεων στο χώρο του αθλητισμού και του θεάτρου, μέχρι στιγμής. Τόση σήψη. Ευτυχώς αναδύεται, μήπως και εξυγιανθεί.

Θυμάμαι και χαμογελάω πικρά, τις παραινέσεις της πρώτης καραντίνας να παραμείνουμε δημιουργικοί. Τόσο αστείες, σχεδόν αφελείς πια σε σχέση με το σημερινό τοπίο. Παρακολουθούμε ζαλισμένοι, εάν προλαβαίνουμε, τη δημοσιότητα, αναζητούμε κι εάν είμαστε τυχεροί να έχουμε αντίληψη ή πρότερο σχετικό επαγγελματικό βίο, διασταυρώνουμε την είδηση. Μέσα σ’ αυτές τις χαοτικές δίνες της ακινησίας μας -τι ειρωνεία!- η ροή της ζωής μας μοιάζει να διακόπηκε, αλλά ίσως και να επιταχύνθηκε επιβραδυνόμενη. Θα το δούμε σε λίγο. Ερχόμαστε από μια δεκαετή καταπόνηση οικονομική, εργασιακή, κοινωνική. Δεν είμαστε για πολλά πολλά. Δεν τα ‘χαμε όλα λυμένα για να παίζουμε παιχνιδάκια επικοινωνίας, πολιτικής ή ό,τι άλλο. ‘Ημασταν ήδη μπαρουτακαπνισμένοι σε έναν κόσμο που άλλαζε άδηλα. Που έχανε τη δομή και την τάξη του. Τα δεδομένα του. Με την έλευση και των άπειρων ψηφιακών δεδομένων.

Όσοι …γραφικοί πια τύποι ερχόμαστε από τον κόσμο των εφημερίδων, «συσπειρωθήκαμε» μέσω μέσσεντζερ, φβ και όπως αλλιώς και κάνουμε πια ιδιότυπες συσκέψεις της καθημερινότητας. Ίσως και να μην είχαμε σταματήσει ποτέ μέσα μας να το κάνουμε. Συχνά απευθυνόμαστε στον αρχισυντάκτη μας. Εισφέρουμε ο καθένας την πλευρά του, την οπτική του, τα ερωτήματά του. Αναζητούμε τίτλο, κασέ -όχι οικονομικό, αυτό το έχουμε απωλέσει και λησμονήσει- υπότιτλους, υπέρτιτλους, πλάγιους, την είδηση, την ουσία, το ζουμί αυτού που ζούμε. Πριν, εκείνο το σκονισμένο γραφείο μας που δεν το περιέπιανε κανείς έτσι γεμάτο με εφημερίδες και χαρτιά, ήταν ο κοινός τόπος που διυλίζαμε όλα τούτα. Φιλτράραμε. Πόση τοξίνη, ε;

Τώρα το βλέπετε όλοι εσείς που είστε εκτεθειμένοι, χωρίς δομή, χωρίς σύστημα, μεθοδολογία, ιεραρχία, ευθύνη, στα ίδια και χειρότερα. Αναγκάζεστε να έχετε ένα τέτοιο ψηφιακό γραφείο για να βρείτε δυο τρία πράγματα. Τα χρειαζούμενα. Αναζητήστε τα. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα του κόσμου πια, να φέρεις μαζί σου μόνο τα απαραίτητα, τα χρήσιμα. Οι κάδοι ανακύκλωσης του μυαλού, της ψυχής, του σώματός μας όλο διευρύνονται. Τι να τα κάνεις όλα τούτα; Είναι σαν να απευθύνεις κάθε φορά παγκόσμιο κάλεσμα, απλώς για να πεις στο διπλανό σου να πλησιάσει.

Διαβάζω όλο και λιγότερα, μειώνω κι άλλο τις λίστες «φίλων», «ακόλουθων» ή αυτών που ακολουθώ. Φιλτράρω πιο πολύ από ποτέ. Πετάω, καθαρίζω, ξεσκαρτάρω. Πώς να κάνεις βήμα με όλα τούτα να σε σέρνουν; Σιωπώ. Παρατηρώ. Αναζητώ την ησυχία που τα αποκαλύπτει όλα.

Τι αξίζει; Τι αξίζει να ειπωθεί; Τι αξίζει να κρατηθεί; Τι αξίζει να ξέρεις; Τι αξίζει να γράψεις; Τι έρχεται από το μέλλον; Τι μας κινεί και τι μας διαπερνά;

Σκέφτομαι συχνά την εμπιστοσύνη, τη σιγουριά, την ασφάλεια, την αξιοπιστία. Έναν αόρατο ιστό που μας συνδέει, δεν μας αφήνει να χαθούμε. Ποιον πιστεύουμε; Και ποιος μας πιστεύει; Αυτό διακυβεύεται. Ή αυτό διατρανώνεται. Και τι αστείο, κάτι λίγοι από μας που νομίζαμε ότι δεν πιστεύαμε κανέναν και τίποτα, ίσως να πιστεύουμε πιο πολύ τους ανθρώπους.

Ο ασυμβίβαστος

Στην εφηβεία, διάβασα τα περισσότερα βιβλία του. Τα απέκτησα. Ζήτησα να μου τα αγοράσουν. Πήγαινα στο βιβλιοπωλείο και ο τύπος μιλούσε στον πληθυντικό στο πιτσιρίκι-κουκουβαγάκι που πίσω από τα μεγάλα ροζ γυαλιά του, μάζευε βιβλία σαν σπουργιτάκι. Η Ασκητική πολύ συχνά πάλλονταν μέσα μου. Τι καταλαβαίνει ένα μικρό παιδί ή ένας έφηβος από τη λογοτεχνία του; Αντιλαμβάνομαι πια ότι τότε εισπράττεις όλα τα μήκη κύματος που έδωσε αυτός ο συγγραφέας. Ίσως μετά κάτι μέσα σου να αφήσεις να ατονήσει εκεί κοντά στην καρδιά σου και δεν τον συλλαμβάνεις με όλα τα βάθη και ύψη του, πας να τον καταλάβεις με το μυαλό σου, αλλά δεν είναι μόνο αυτό… Γι’ αυτό πιστεύω πολύ ότι οι αναγνώστες φτιάχνονται μικροί, πολύ μικροί. Μετά από μένα, η μικρότερη αδερφή μου ακολουθούσε στα διαβάσματα, πιο γρήγορα από μένα. Στην πέμπτη-έκτη δημοτικού είχε διαβάσει και ολόκληρο τον Καζαντζάκη και όσα βιβλία είχα εντοπίσει και αποκτήσει εγώ. Στα σχολεία παίζεται το παιχνίδι της αγάπης για το βιβλίο.

Ύστερα, μεγαλώνοντας ηλικιακά και στη δημοσιογραφία πια αναζήτησα πάλι τα χνάρια του. Ο Νίκος Καζαντζάκης. Εάν κάτι μου έχει μείνει πιο πολύ απ’ όλα σαν σκέψη είναι στο βιβλίο της γυναίκας του, Ελένης, «Ο ασυμβίβαστος», η αντιμετώπιση των Κινέζων σε κείνον και στο έργο του. Τον ένιωθαν πιο δικό τους από μας. Τον έκαναν δικό τους. Στην τελευταία του επίσκεψη εκεί που ήταν βαριά άρρωστος, εκείνοι φρόντισαν τη διατροφή του με μεγάλη επιμέλεια να μην τρώει ούτε κόκκο αλατιού και τον ανέβασαν στα χέρια σε κείνο το τιμητικό μέρος για τους μεγάλους του πνεύματός τους. Αυτή αισθάνομαι ότι ήταν η μεγάλη του αποθέωση και μαζί ανθρώπινη κατάσταση, να σε αγαπήσουν οι άνθρωποι και να στο δείξουν εμπράκτως, με απλότητα, σεβασμό και ιερότητα.Υπάρχουν πάντα οι …δικοί σου, αλλά δεν ξέρεις πού είναι. Μπορεί κάπου στην Κίνα… Στο τέλος τους βρίσκεις.

«Έτερος εγώ»

Το είδα σήμερα το πρωί. Πάει μια δεκαετία που ξύπναγα πρωί για να δω ταινίες και να διαβάσω βιβλία επί τούτου, αυτή η δεκαετία της κρίσης. Με αποζημίωσε.

Έχει ιστορία. Λέει την ιστορία. Αφήνει ερωτήματα. Σε αναστατώνει να σκεφτείς, να αισθανθείς, να ρίξεις λίγο φως μέσα σου, περνώντας μέσα από το σκοτάδι.

Η λειτουργία της τέχνης βλέπεις. Το άσπρο και το μαύρο μέσα από το χρυσό φως. Γιν, γιανγκ και το χρυσό λουλούδι της παρουσίας σου. Η συνείδηση.

Το νουάρ όταν παίζει με όρους αρχαίας τραγωδίας, ξαναδιαβάζει τον κόσμο γύρω μας. Ενώνει τα θρυμματισμένα του κομμάτια. Ξαναφτιάχνει τον καθρέφτη για να κοιτάξεις το πρόσωπό σου, εσύ κι η κοινωνία. Το νουάρ αυτή τη στιγμή είναι ό,τι το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα για το δυτικό πολιτισμό. Το ‘χω ξαναπεί παλιότερα, αλλά τώρα το επιβεβαιώνω. Αυτή η ταινία μου το πιστοποιεί. Την είδα με αφορμή την πρόσφατη τηλεοπτική παρουσία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου της, κ. Σωτήρη Τσαφούλια. Α, το σενάριο… Επιτέλους, κάποιος ξαναγράφει σενάριο. Συγκροτημένο, με αρχή, μέση και τέλος. Με μέτρο. Προσπαθώντας να αναρωτηθεί και να «πει» τι είναι ο άνθρωπος. «Έτερος εγώ». Με πολλαπλά στρώματα, αναγνώσεις, αποχρώσεις μέσα στο σύγχρονο ρυθμό μας. Εξαιρετικό καστ και ερμηνείες από όλους. Ωραία έκπληξη ο κ. Μάνος Βακούσης να κάνει πια τον αστυνομικό και ο κ.Τεύκρος Μιχαηλίδης ως γιατρός. Και η σκηνοθεσία σε ταράζει, με το ρυθμό της και τις αποχρώσεις της.

Από τις ταινίες που σε ξυπνάνε, ανακινούν την έμπνευση και σε κάνουν να θέλεις να γράψεις πάλι. Αισθάνθηκα ότι συνομιλώ ευθέως με τα γραψίματά μου μ’ αυτή την ταινία. Ένιωσα ότι είναι η γενιά μου αυτός ο δημιουργός.


«Έτερος εγώ»

Μαστόρι εξ ουρανού

Δεν μου έχει δώσει τίποτα άλλο πιο πολύ δύναμη και έμπνευση αυτόν τον καιρό, παρά ο διπλανός μόνος του που χτίζει με τα χέρια του το σπίτι του. Με ξυπνάει από την περιρρέουσα μιζέρια.
Ανοίγω την πόρτα σήμερα κι έχει σοβατίσει το σπιτάκι με ένα παιδικό κουβαδάκι παραλίας. Το ‘χει κάνει καινούριο.
Σαν να με πέρασε κι εμένα ένα χέρι. Αισιοδοξίας.
Η δημιουργία, ε; Χάρηκα τόσο μα τόσο πολύ. Χειροποίητη εμψύχωση. Αυτό είναι η αξιοσύνη, ακόμη και των άλλων. Την ώρα που κάποιοι κατεδαφίζουν, αυτός οικοδομεί έναν καινούριο μικρόκοσμο.
Η γιαγιά Δέσποινα έβαλε το χεράκι της πάλι.

Σκέφτομαι τον παππού και τον μπαμπά να σπάνε το βράχο με τα χέρια τους για να φτιάξουν το σπίτι μας. Τον παππού να βάφει με το δικό του λουλακί χρώμα τα πεζούλια δίπλα στα ζουμπούλια.

Σε κάτι τέτοια μικρά κι ανθρώπινα μεγέθη μπορεί να φωλιάσει η ψυχή μου.

Είναι που η ωραιότητα (της ώρας) μας θεραπεύει. Τα άλλα, μακριά κι αλάργα. Περιμένω να δω τις γλάστρες τους. Κι η λεμονιά να θάλλει. Έφυγε η μούχλα κι η εγκατάλειψη απ’ αυτόν τον αθέατο ακάλυπτο.

Μαστόρι εξ ουρανού.
Συνεχίστε να πολεμάτε εικονικά, θα ξυπνήσετε σε έναν άλλον κόσμο. Όχι απαραίτητα αυτόν που φαίνεται, αλλά αυτόν που χτίζεται πετρούλα την πετρούλα, σε κάτι αόρατες γωνιές, με αιώνιες ψυχές.

Κι η δαμασκηνιά δεν έχει ακόμη ανθίσει με τις βανίλιες της…

photo: scalidi

Διατροφική φροντίδα για τον καιρό της πανδημίας

Το βιβλίο το είχα μελετήσει και συμβουλευτεί τουλάχιστον μια δεκαετία πίσω. Τότε, προσπαθούσα να μειώσω τις παρενέργειες της καθιστικής ζωής του γραφείου στο σώμα, τη διάθεση, την κατάστασή μου. Ήταν αποκάλυψη όταν το είχα διαβάσει. Απλό, ευθύβολο, χρηστικό, επιστημονικό αλλά εκλαϊκευμένο όσο χρειάζεται για κάποιον που δεν είναι γιατρός να μπορέσει να καταλάβει, να συνειδητοποιήσει τις διατροφικές του συνήθειες και γιατί όχι, να τις βελτιώσει. Το περιττό βάρος, το μεταβολικό σύνδρομο, ο διαβήτης και τα καρδιαγγειακά νοσήματα τίθενται στο επίκεντρο. Τότε, μου είχε μάθει να βλέπω διαφορετικά την τροφή και με είχε εκπαιδεύσει να μαγειρεύω και κάποιες νόστιμες συνταγές που δεν είχα φανταστεί, έχοντας περάσει τη ζωή μου μέχρι τότε με δίαιτες μόνο του τύπου κοτόπουλο και σαλάτα, τόνος και σαλάτα, μπιφτέκι και σαλάτα.

Το βιβλίο διαφημίζεται ως μέθοδος και ως δίαιτα, εγώ θα το έλεγα διατροφική φροντίδα για την υγεία μας. Έχοντας δοκιμάσει πολλά και αναποτελεσματικά και έχοντας διαβάσει πολλά περισσότερα, αυτό είναι το πιο ισορροπημένο βιβλίο για τη διατροφή που έχει πέσει στα χέρια μου. «The Greek Doctor’s Diet» του ειδικού παθολόγου-διαβητολόγου, δρ Φαίδωνος Lindberg-Χατζηπαναγιώτου, από τις εκδόσεις Κέδρος (2008), σε μετάφραση της Μαριάννας Πλεξίδα. Η μεσογειακή διατροφή είναι η βάση των επιλογών των διατροφικών, με έμφαση στις αντιφλεγμονώδεις τροφές, στο συνδυασμό τους με βάση το γλυκαιμικό δείκτη καθώς και στη σωστή επιλογή κατάλληλων πρωτεϊνών. Ο γιατρός και συγγραφέας σε μαθαίνει να τρως υγιεινά και απολαυστικά, ξεχωρίζοντας τους ωφέλιμους υδατάνθρακες, καθώς και διαλέγοντας τα σωστά λίπη και έλαια για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού.

Κακά τα ψέματα, το ζήτημα της απώλειας βάρους είναι πολυπαραγοντικό, συχνά φαύλος κύκλος για τους περισσότερους από μας στη διάρκεια της ζωή μας, αλλά ο μόνος τρόπος να σπάσει η αλυσίδα των επιλογών που μας κουράζουν και μας ταλαιπωρούν και συχνά μας ματαιώνουν, περνάει μέσα από την επίγνωση και το κίνητρο. Εάν αλλάξουμε αντίληψη, θα δούμε ότι η επιλογή των κατάλληλων τροφών ρυθμίζει την όρεξή μας και καθορίζει τόσο πολύ τη διάθεσή μας, την ίδια την όρεξη για ζωή. Όπως γράφει και ο γιατρός, το να ζητάει κάποιος βοήθεια, δεν πρέπει να θεωρείται ήττα, αλλά είναι το πρώτο βήμα προς την επιτυχία.

Σκέφτομαι ως πιο «ευτυχισμένες» περιόδους της ζωής μου σε ό,τι αφορά το σώμα μου, αυτές που καταφέρνω να συνδεθώ πραγματικά μαζί του, ακούω τις ανάγκες του, το τροφοδοτώ με καλή και αρκετή τροφή, με ξεκούραση, με άσκηση, με χαρά και πνευματική ανάταση, με καινούριες παραστάσεις, με κίνηση, με ζωή, με αλλαγή. Η ειρωνεία είναι ότι όλα αυτά είναι τόσο αλληλοεξαρτώμενα, έχουν να κάνουν με μια συνολική στάση μας προς τη ζωή και απλώς αποτυπώνονται πλήρως στο σώμα μας. Η ενημέρωση και η συνειδητοποίηση και η γνώση είναι βοηθοί μας πολύτιμοι κι ένα πρώτο βήμα για την αλλαγή μέσα μας, ιδίως τώρα που διανύουμε το δεύτερο χρόνο πια της πανδημίας με τις γνωστές συνέπειες για το σώμα, το πνεύμα, την ψυχή μας.

Με ολίγη…

Δεν είχα δει ποτέ ότι η ζωή μας πορεύεται, περνώντας μέσα από ομαδούλες επιρροής. Το βλέπω όμως ολοκάθαρα τα τελευταία χρόνια. Ίσως επειδή δεν ανήκω και ποτέ. Λίγο από τη φύση μου, λίγο απ’ αυτό που αποφάσιζα μέσα στα χρόνια.

Παραδείγματος χάριν, μαζευόμαστε μερικοί ανορθόγραφοι και μόλις μας υποδείξουν ένα γραμματικό λάθος, όλοι μαζί υπερασπιζόμαστε τη γραμμή μας και πετάμε απέξω τον άνθρωπο που είπε το σωστό (πραγματικό γεγονός που παρατήρησα σε ομαδούλα στο φβ). Με τον καιρό, το υποστηρίζουμε σθεναρά και κάνουμε τη νύχτα μέρα…
Κι έτσι είναι όλα και θέμα πολιτικής…

Θα πω κάτι πολύ παλιομοδίτικα και ξεχασμένα παρακάτω.

Κανονικά με βάση τη δεοντολογία, στη δημοσιογραφία, ο θεός ο ίδιος να κατέβει που λέει ο λόγος, δεν πας στην ομήγυρή του παρά μόνο για να πάρεις πληροφορίες και να δώσεις κι αυτή τη διάσταση, όχι για να γίνεις οπαδός, πιστός κλπ. Πίστευε ό,τι θες στο σπίτι σου, αλλά στη δημόσια γραφή σου, απλώς θα πεις «έχει εμφανιστεί στο τάδε σημείο, την τάδε ώρα, με τις τάδε συνθήκες, γι’ αυτό το λόγο,  κι ένας κύριος που ισχυρίζεται ότι είναι ο θεός, κατά δική του ομολογία».

Εάν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την ιδιότητα -του δημοσιογράφου κι όχι του θεού(!)-, όταν τη ζεις και την πιστεύεις γιατί δεν είναι δουλειά μόνο τελικά, είναι και στάση ζωής, είναι ότι πάντα αμφισβητείς, πάντα αναρωτιέσαι, δεν ταυτίζεσαι και δεν δεσμεύεσαι παρά μόνο με τον αδύναμο, τον αδικημένο, εκείνον που χρήζει προστασίας. Με τον άνθρωπο.
Κι αυτό διακυβεύεται κάθε στιγμή.

Είσαι εκεί για να ασκήσεις κριτική στις εκάστοτε εξουσίες και όχι για να γίνεσαι δεκανίκι τους. Ή εστω να καταδείξεις τις πράξεις τους.

Δεν είσαι για να εναγκαλιστείς με την όποια εξουσία που από στιγμή σε στιγμή καταρρέει κιόλας και σε παρασύρει, άμα πιαστείς από πάνω της ή λερώνει, άμα αρχίζει να παίζει με τις λάσπες.

Κι αυτό συνεχώς… Συγγνώμη κιόλας αλλά ο δημοσιογράφος οφείλει να είναι …στην απέξω, ηθελημένα και να το επιδιώκει ο ίδιος, για να βλέπει, για να μπορεί να μιλήσει.

Και φυσικά, δεν χρειάζεται να το πω εγώ. Όλοι το ξέρετε.

Οφείλουμε να είμαστε κάτι τύποι ολίγον… αντιπαθητικοί με όλους, αλλά με ενσυναίσθηση μεγαλύτερη όλων.

Κάτι δικά μου.

Μικρά τεχνάσματα για να μείνουμε ενεργοί

Έχουμε πιεστεί όλοι με το χρόνο που τραβάνε οι εγκλεισμοί. Δεν είμαστε ίσως το ίδιο ενεργοί σωματικά και ως προς την κίνησή μας. Οι ρουτίνες μας για την άσκηση και τη δραστηριότητα έχουν αλλάξει και ίσως δεν δείχνουμε όλοι την ίδια πειθαρχία ή δέσμευση, σε σχέση με τον καιρό πριν την πανδημία. Κακά τα ψέματα, η κοινωνική διάσταση της ίδια της εκγύμνασης -ακόμη και για τους πιο εσωστρεφείς- διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και διαμορφώνει τις συνήθειές μας σε μεγάλο βαθμό.

Εδώ, στο σύνδεσμο, θα βρείτε τρόπους να αυξήσετε ή να εντείνετε τη δραστηριότητά σας, με μικρά έξυπνα «κόλπα», που βρίσκουν εφαρμογή μέσα στη διάρκεια όλης της ημέρας.

Η σωματική κίνηση επηρεάζει τόσο πολύ την ψυχολογία μας, τις ορμόνες της χαράς και της ευεξίας μας, την ίδια μας τη σκέψη. Μόλις κινηθούμε, σταματούν να βαλτώνουν μέσα μας συναισθήματα, συνειρμοί, διαθέσεις. Είναι ένα καλό αντίδοτο στην όποια πίεση νιώθουμε τον καιρό της πανδημίας.

Δεν χρειάζονται μεγαλεπήβολα σχέδια, γιατί συνήθως μένουν ανεφάρμοστα για τους περισσότερους. Μικρά πράγματα όμως που τυχόν προσθέτουμε στη δραστηριότητά μας, αμέσως αμέσως αφαιρούν από τη στασιμότητα και το τέλμα και αλλάζουν τις ισορροπίες.

photo: scalidi

Μυστικός κήπος

Secret garden

Οι υάκινθοι μασχοβολούν στο μπαλκόνι. Το νυχτολούλουδο χαμογελάει έχοντας επιζήσει από τον πάγο. Μια δαφνούλα που είχα πετσοκόψει, ξεπετάχτηκε και μεγαλώνει αρμονικά σαν να χορεύει. Τα σπόρια από τις πιπεριές τα χώνω στις γλάστρες και περιμένω να αναδυθεί η βιταμίνη C από την αρχή.
Η μικρή ανατολίτικη πορτοκαλίτσα μου εδραιώθηκε και θάλλει. Περιμένουν οι μέλισσες τα άνθη της ξανά.
Όπως λέει μια φίλη, ο έρωτας έχει άρωμα νεραντζιάς. Ετοιμαστείτε για την άνοιξη, δεν περιμένει…
Οι αράχνες αγάπησαν πολύ τις τουλίπες που θα ‘ρθουν τα άνθη τους. Η μαντζουράνα σπάει στο στόμα όλα της τα αρώματα κι οι έρωντες απλώνονται ηδονικά, μια λάθος βεβιασμένη κίνηση και σπάνε οι μίσχοι τους.
Τα ωραία φύλλα βρήκαν νέους κώδικες επιβίωσης κι οι οινοθήρες με τα ροζ τους φουστάνια ετοιμάζονται να χορέψουν στα φεγγάρια που θα ‘ρθουν…🌸

Ξαναδιαβάζοντας τα “όχι” – Στο …γυμναστήριο της άρνησης

Είναι εντυπωσιακό να διαπιστώνεις ότι δεν έχεις μάθει να διαπραγματεύεσαι -και γενικά οι γυναίκες διαπραγματεύονται λιγότερο, σύμφωνα με τις έρευνες- γιατί έχεις μεγαλώσει σε έναν κόσμο που σπρώχνει εξαρχής τον άνδρα να ζητάει, να διαπραγματεύεται κι εντέλει να κερδίζει.

Μάλιστα, οι γυναίκες όταν διαπραγματεύονται για χάρη κάποιου άλλου είναι πολύ πιο αποτελεσματικές, από ότι εάν το δοκιμάσουν για τον εαυτόν τους…

Και το πιο ωραίο απ’ όλα είναι να καταλαβαίνεις ότι το «όχι» σημαίνει ότι πήγες τη διαπραγμάτευση μέχρι το σημείο που γινόταν, που μπορούσες και δεν είναι καθόλου «αρνητικό», αλλά μια πολύ ζωντανή και δημιουργική διαδικασία. Σημαίνει ότι έπαιξες το παιχνίδι και συνεχίζεις να είσαι μέσα στη μαγεία του, τη δυναμική του.

Εκ των υστέρων, σκέφτομαι ότι τα “όχι” βαραίνουν ή ελευθερώνουν, κυρίως αυτόν που τα λέει. Αυτός που τα δέχεται, εξαρτάται πώς θα τα αξιοποιήσει, τι θα τα κάνει, πώς θα τα διαβάσει. Φαντάζομαι ότι είναι η σούπερ γυμναστική για να ασκήσει κανείς τα “μπράτσα” των ορίων του. Κι είναι ένα παιχνίδι που δεν τελειώνει ποτέ, δεν σε πάει κάπου, αλλά σε πάει και παντού, μετακινώντας τα νήματα της ζώνης άνεσής σου.

Εάν δεν ρωτήσεις, δεν ζητήσεις, δεν προσπαθήσεις, δεν διαπραγματευτείς, άλλωστε, είναι εξαρχής “όχι”. Και μάλιστα άγονο, ανελαστικό και ματαιωτικό. Εάν όμως κουνηθείς από τη θεσούλα σου, ρωτήσεις, ζητήσεις, πειράξεις τα χρωματιστά τουβλάκια των ορίων όλων και κυρίως τα δικά σου σύνορα εάν τα χορέψεις αλλιώς, τα παίξεις διαφορετικά στο τραπέζι, κάτι καινούριο μπορεί να γεννηθεί.

Η απόρριψη δεν χαρακτηρίζει μόνον αυτόν που τη δέχεται, αλλά κι αυτόν που τη δίνει. Κι εάν πρέπει να αναλογιστείς εσύ που δεν έγινες αποδεκτός σε μια δουλειά, μια μικροκοινωνία, μια τυπική ένταξη τέλος πάντων, εκατό φορές τι έκανες “λάθος”, σκέψου πόσες φορές πρέπει να σκεφτούν την άρνησή τους αυτοί που την πράττουν… Μόλις έχουν χάσει μια ανεκτίμητη ποιότητα διαφορετική από τη δική τους που θα μπορούσε να συνεισφέρει τη μοναδικότητά της στο συλλογικό, το κοινωνικό, το εργασιακό πεδίο, με έναν τρόπο που δεν μπορούν καν να φανταστούν.

Ο Ξένος…

Αυτό ως ιδέα εκτείνεται από το στενά προσωπικό μέχρι το ευρύτερο θέμα του προσφυγικού, ας πούμε. Κυριολεκτικά «η φαντασία στην εξουσία» μας λείπει, από τη μεγάλη όποια εξουσία μέχρι τη μικρο-εξουσία της καθημερινότητάς μας. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τους άλλους γύρω μας, ισότιμους, δυνατούς, πολύχρωμους, φωτεινούς, ισάξιους και πολυποίκιλους, ανεξαρτήτως ηλικίας, καταγωγής, φύλου, εκπαίδευσης, συνηθειών, θρησκείας, γι’ αυτό ψάχνουμε μικρές και λίγες αναπαραγωγές ενός ψευτο-μοντέλου μόδας που φτιάχνουμε κάθε φορά και θέλουμε να τους χωρέσουμε όλους σ’ αυτό το στενό κι ομοιόμορφο κουστούμι.

Τους πετάμε απέξω από τα όριά μας και ύστερα ζητάμε να τους ταϊσουμε ως άστεγους, φτωχούς, κοινωνικά ευπαθείς, ξένους, από μια θέση ισχύος δική μας. Αλλά οι ξένοι είμαστε εμείς. Ξένοι του εαυτού μας, ξένοι και του κόσμου.

Μακριά κι αγαπημένοι; Δεν νομίζω.

Ακριβώς την ίδια στιγμή που προκρίνεται και λόγω συνθηκών, η ανέπαφη επικοινωνία σε όλα τα επίπεδα, είναι η ώρα που η εκ του σύνεγγυς γνωριμία, επαφή, αποκτά νέα αξία. Μπορεί να επενδύουν όλοι στη νέα τεχνολογία αυτή τη στιγμή, αλλά ψυχανεμίζομαι ότι μεγάλοι νικητές του μέλλοντος θα είναι αυτοί που εξασφαλίζουν την ψιλή κουβεντούλα από κοντά, την ψυχική σύνδεση ή απώθηση όταν έχεις τον άλλον μπροστά σου, όλοι εκείνοι που θα έχουν πρόσβαση στα ψυχικά αποθέματα που μεταφέρονται με ένα χαμόγελο, μια χειρονομία, μιαν αγκαλιά, ένα χάδι, ένα βλέμμα. Η τεχνολογία της ανθρωπιάς είναι αξεπέραστη.

Ας μη θεοποιούμε το ψηφιακό, όταν το πραγματικό, το αληθινό, το χειροπιαστό, το απτό, δεν έχει χάσει ποτέ τη διαχρονική του αξία, τη δυναμική του, την επίδρασή του.

Ακόμη και στην οικονομία, πίστεψαν ότι θα τα μεταφέρουν όλοι όλα από μακριά. Τελικά αυτό σήμαινε μπλοκαρίσματα, αποτυχίες, ματαιώσεις. Όταν το εμπόρευμα μπορούσε να είναι ακριβώς δίπλα σου… Επίσης, όλη αυτή η εμπλοκή ψηφιακά σημαίνει και την εκπαίδευση ικανών ανθρώπων να φέρουν σε πέρας αυτή την επικοινωνία από μακριά, όχι με αυτόματες απαντησούλες στα μέιλ που διώχνουν τον πελάτη.

Αποφάσισα στο δεύτερο λοκντάουν να αγοράσω έναν υπολογιστή. Απευθύνθηκα στα γνωστά και μη εξαιρετέα ηλεκτρονικά καταστήματα που μπορεί να βρίσκονταν και πολύ κοντά μου σε φυσική απόσταση. Δεν μπόρεσα να συνεννοηθώ αποτελεσματικά ούτε για να παραγγείλω, σκέψου να χρειαζόταν να ψάξω να τους βρω για κάτι που θα είχε πάει τυχόν στραβά. Απευθύνθηκα λοιπόν στο μεγάλο «παίκτη» με τα τεράστια φυσικά καταστήματα, όλα κύλησαν άψογα σε χρόνους ρεκόρ και με επιβράβευσε και με δωροεπιταγή μη ευκαταφρόνητη.

Τι θέλω να πω: μη γελιόμαστε, σίγουρα το διαδίκτυο ανοίγει πολλούς και ωραίους δρόμους, δεν είναι όμως πανάκεια και δεν ευνοεί πάντα τους «μικρούς», τους δίνει ευκαιρίες, αλλά οι ανισότητες δεν παρακάμπτονται ούτε ελαχιστοποιούνται. Ο αληθινός επαγγελματισμός σημαίνει συνέπεια, ειλικρίνεια, καλοί τρόποι, ευγένεια, εξυπηρέτηση, και πολλά πολλά ακόμα που η οθόνη από μόνη της δεν μπορεί να δώσει, χρειάζεται την ποιότητα του χειριστή της.

Και το μεγάλο ζητούμενο: ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ, ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ.

Κι ένα στιγμιότυπο από μια βροχερή μέρα του λοκντάουν: ένας ταχυμεταφορέας με ποδήλατο μες στο ψιλόβροχο που θα του έδινες δίκιο να βρίζει θεούς και δαίμονες για την τύχη του, σφύριζε ένα χαρούμενο σκοπό και σιγοτραγουδούσε. Τον χάρηκα.

Αυτά για τον ανθρώπινο παράγοντα.

Στη μεταιχμιακή εποχή του ανέπαφου – ΑνέπαφαTimes

Ηλίου φαεινότερον…

Η τάση του καινούριου, του νέου που διαμορφώθηκε τόσο από την άνθιση της τεχνολογίας αλλά και από την έλλειψη χρημάτων της τελευταίας δεκαετίας, υπαγορεύει μια νομαδική, αβαρή επαγγελματική ζωή, ευέλικτη, άρον τον υπολογιστή σου και περιπάτει στις οδούς του κόσμου, πραγματικές και διαδικατυακές. Χωρίς σώνει και καλά σταθερή βάση, μισθό, ασφάλιση, εχέγγυα για να αναπτυχθείς. Μόνο μια ενέργεια βέλους να τραβήξεις μπροστά, να φύγεις, να σωθείς, μια τάση επιβίωσης, να είσαι μέσα στα πράγματα, σ’ αυτό που μόλις γεννιέται. Να είσαι παρών, ακόμη κι αν δεν είσαι πραγματικά. Ακόμη κι αν είσαι στην άλλη άκρη του πλανήτη, μπροστά στην οθόνη σου. Με μοναδική επαφή αυτή της touch αναβοσβήνουσας πλακέ επιφάνειας των ηλεκτρονικών μέσων. Ωσεί παρών.

Και η άλλη πλευρά, όποιος την έζησε την αναγνωρίζει. Γραφείο, σπίτι, ζωή -τρόπος του λέγειν- σε μιαν ασφάλεια, με κύκλο, πορεία, προκαθορισμένα. Με κοινωνικές συμβάσεις, επιταγές, συμβόλαια. Λίγο πολύ να ξέρεις πού μια πράξη σου μπορεί να σε οδηγήσει. Με αίτιο και αιτιατό. Με μια ανθρωπινότητα λίγο πιο εμφανή. Αν και την έζησα αυτή την εποχή, στην καλύτερη εκδοχή της, είχα την πολυτέλεια τότε να την αμφισβητώ. Τώρα την αναπολώ, παρόλο που είχα δεθεί στο άρμα της εποχή που θα ερχόταν, αλλά δεν ήρθε από ‘κει που περίμενα. Παρά άρχισε να γεννιέται από τις παθογένειες του προηγούμενου συστήματος. Προφανώς εκεί βρήκε έδαφος να αναπτυχθεί. Η ανασφάλεια δεν σημαίνει οπωσδήποτε κι ελευθερία, όπως συστήνεται η νέα κατάσταση. Οι παλιοί κανόνες δεν είναι απαραίτητο να είναι όλοι σκάρτοι…

Με συγκλονίζει και με ιντριγκάρει το γεγονός ότι ζούμε σ’ αυτό το μεταίχμιο. Εκεί που δεν έχει ακόμη ρίξει γέφυρες το νέο στο παλιό ούτε και το παλιό στο νέο. Και η πιο γερή και σταθερή κι ευέλικτη κι ανθεκτική γέφυρα είναι μία: οι ανθρώπινες σχέσεις. Γι’ αυτό δεν έχουμε πραγματική διαδοχή των γενεών, παρά ένα πέταγμα των παλιών για χάρη της μη επαφής. Να μην αγγιχτούμε γιατί θα παλιώσουμε, θα σκουριάσουμε, θα χάσουμε τη σφαιράτη ταχύτητά μας προς τα εμπρός. Είμαστε λοιπόν πάνω σ’ αυτή την επιτάχυνση που αντί να επιβραδυνθεί λόγω της παγκόσμιας πανδημίας, αυτή ενισχύθηκε. Πιστεύοντας τους νόμους της φύσης και της φυσικής, ξέρουμε ότι αυτό δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Αλλά μέχρι τότε, μέχρι να συμβεί η αληθινή παύση, στάση, μείωση, θα ζούμε τις στρεβλώσεις αυτές του χρόνου, της εποχής, της ψευδαίσθησης ότι το μέλλον είναι μόνο μπροστά, αλλά ως γνωστόν, αυτά που ζούμε είναι ήδη πολύ παλιά, είναι παρελθόντα έτη φωτός που κάποτε είχαμε ονειρευτεί.

Όπως αγαπώ τους ηλικιωμένους ανθρώπους, ίσως γιατί τους έχω ζήσει πολύ στο παρελθόν κι έχω ευεργετηθεί από τη σοφία και την αποδοχή τους από παιδάκι ήδη, έτσι αγαπώ και τους πολύ νέους, πριν μπουν μέσα στην κρεατομηχανή του όποιου συστήματος και τους διαλύσει, τους πάρει τη φλόγα από το βλέμμα τους, την αθωότητα στην καρδιά να αφεθούν και πάλι.

Πια είμαι στη μέση. Να φυλάγομαι από τις κακοτοπιές και να αναγνωρίζω το υπέροχο που φέρει ο καθένας. Τα γεύομαι όλα. Μια μέση οδός. Μια μέση ηλικία. Το πολύτιμο φρούτο του παρόντος. Που μου το επεφύλασσε ένα παρελθόν σταθερό σαν τη γόνιμη αργολική γη κι ένα φως διαθέσιμο από το μέλλον της αττικής γης.

Θα σε αγγίζω λοιπόν κι από την touch untouchable οθόνη σου. Με τις λέξεις μου. Κι ας είσαι όπου είσαι, σε όποιο σημείο.

Μια αφήγηση της επιβίωσης – Ένα κύκνειο άσμα (;)

Oliver Sacks, «Το ποτάμι της συνείδησης»

Είναι ένα είδος που αγαπώ ιδιαίτερα. Λογοτεχνικό δοκίμιο. Αγόρασα το βιβλίο, γιατί με ενέπνευσε ένα απόσπασμά του περί δημιουργικότητας. Ο πιο διάσημος νευρολόγος στον κόσμο, ο Oliver Sacks που δεν είναι πια μαζί μας από το 2015, άφησε μια μεγάλη παρακαταθήκη τόσο στην επιστημονική σκέψη όσο και στην εκλαϊκευσή της για όλους εμάς που αγαπάμε τις μυστήριες διαδρομές του μυαλού και των λέξεων. “Το ποτάμι της συνείδησης” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Ουρανίας Παπακωνσταντοπούλου, είναι η τελευταία κατάθεση του συγγραφέα στο λογαριασμό “άνθρωπος-συνείδηση-επιβίωση”. 

Και παραδίδει μιαν αφήγηση γοητευτική, παιχνιδιάρικη, έξυπνη, αρμονική, με γνώσεις που τις περνάει υποδόρια στο μηχανισμό …επιβίωσης του αναγνώστη του. Έτσι μαθαίνουμε για τον Δαρβίνο και το δεινό βοτανολόγο που ζούσε μέσα του, για το νόημα των λουλουδιών στην ίδια την εξέλιξη του είδους μας, αλλά και της φύσης, για τη συναίσθηση: τη νοητική ζωή των φυτών και σκουληκιών, την ταχύτητα, τον άλλο δρόμο του Φρόυντ και την ιδιότητα του νευρολόγου που καθόρισε την πορεία του, τα σφάλματα της μνήμης, τα παρακούσματα, το δημιουργικό εαυτό μας, τη γενικευμένη αίσθηση διαταραχής, το ποτάμι της συνεί-δησης και εντέλει το ρόλο της λήθης και της αγνόησης στην επιστήμη, το “σκότωμα” δηλαδή. Όλα αυτά τα μονοπάτια τα ενώνει ο συνεκτικός ιστός του ενδιαφέροντος και της περιέργειας για την ανθρώπινη κατάσταση, την εμπειρία, τη ζωή στο σύνολό της. Το φωτεινό μυαλό του Oliver Sacks δεν έσβησε παρά συνεχίζει να ανάβει κεράκια μέσα στη σκέψη των επερχόμενων. 

“…Απαιτείται ένα ιδιαίτερο είδος ενεργητικότητας, πέρα και πάνω από το δημιουργικό δυναμικό κάποιου, μια ιδιαίτερη τόλμη κι ανατρεπτικότητα, για να κινηθείς προς μια νέα κατεύθυνση μόλις οι άλλες έχουν παγιωθεί. Είναι ρίσκο, όπως πρέπει να είναι όλα τα δημιουργικά έργα, διότι η νέα κατεύθυνση μπορεί και να μην αποδειχθεί διόλου παραγωγική. 

Η δημιουργικότητα δεν προϋποθέτει μόνο πολυετή συνειδητή προετοιμασία και εξάσκηση, αλλά και ασυνείδητη προετοιμασία…”, αποφαίνεται ο μαίτρ αυτής της διαδικασίας, δίνοντας προεξάρχουσα σημασία στο στοιχείο του βάθους, του νοήματος, της ενεργού και προσωπικής εμπλοκής. Πρόκειται για ένα βιβλίο με χυμούς και ταξίδεμα στην παγκόσμια σκέψη, επιστήμη, στο πνεύμα αυτό που με γλύκα, ενσυναίσθηση, ειρωνεία και ευφυία διαπερνά όλα τα μεγάλα έργα, τη δημιουργία, τη ζωή, τον άνθρωπο. 

Εάν αυτή την εποχή, βλέπετε μόνο αδιέξοδα, διαβάστε τον Oliver Sacks, είναι σαν να κρύβει σπόρους συμπόνοιας και ομορφιάς στο μανίκι του για χάρη μας, μας παίρνει και κυλάμε στο ποτάμι της συνείδησης μαζί του και εκβάλλουμε στις θάλασσες του κόσμου. 

*{Κάποια μορφοποίηση έχει παρεισφρύσει στο κείμενο και χαλάει το συλλαβισμό του, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων…}

«Έχω και προφίσιενσι, πάμε μια βόλτα;»

Στη χώρα που μετράει τους ανθρώπους με τις ίντσες των πτυχίων τους και τους μαθητές με τα προφίσιενσι, γιατί ενόχλησε η κυρία;
Αναμενόμενο. Τι θα έλεγε; Μέχρι εκεί καταλαβαίνει.
Μας ενοχλεί όμως, ε; Στο δημόσιο, το κραυγαλέο, το προφανές. Το καταπίνουμε όμως, ωραιότατη γαργάρα, στο κατ’ ιδίαν καθημερινά.
Όταν πχ μετά από 20 χρόνια και εργασίας, σε ρωτάνε μόνο τι πτυχίο έχεις, καταλαβαίνεις και ζεις τη λοβοτομή, στο πετσί σου.
Πιο λόουερ δεν γίνεται.
Ε, τι να κάνουμε, βγαίνει στην επιφάνεια όλη η σήψη, μόλις σταθήκαμε, κλειστήκαμε, ζοριστήκαμε.
Αυτή είναι όμως η ελληνική κοινωνία. Τα βάζει με όλους, τρώγεται με τα ρούχα της, όλους τους κάνει περιθώριο με τον τρόπο της όταν έρθει η ώρα, προκειμένου να μην δει τον εαυτόν της στον καθρέφτη. Και δει πόσο μικρόψυχη, λίγη, κλειστή, στενόμυαλη και παράλογη έχει γίνει ή έχει μείνει.
Εμ, η καλλιέργεια, η ενσυναίσθηση, η ικανότητα να ζεις πραγματικά με τους άλλους, δοτικά, παρών, ελεύθερος στ’ αλήθεια, πειθαρχώντας στην εξέλιξη και την εκ των έσω ανάπτυξη, απαιτούν άλλες δεξιότητες. Πού να τις βρουν τα προφίσιενσι;

Δεν σε μαθαίνουν τη γλώσσα του να είσαι άνθρωπος… Ικανός για την κοινωνία με τους άλλους.

Συγγενής …καρδιοπάθεια ή αλλιώς ευγένεια

Μου πήρε μια ζωή να καταλάβω ότι βρισκόμαστε όπου έχουμε μια κάποια συγγένεια ορατή ή αόρατη. Τότε γίνονται τα πράγματα, προχωράνε, κυλάνε. Κι ας χαλάει ο κόσμος. Ακόμη κι όταν οι συγγένειες αυτές πρέπει να οικοδομηθούν με το καθημερινό βοτσαλάκι της ρουτίνας. Ιδίως τότε. Κάτι μας πάει. Το μυαλό, η καρδιά, τα πόδια μας.
Κι από αλλού μας διώχνει. Ανεπιστρεπτί. Μας πετάει έξω, χωρίς προφανείς αιτίες.
Ας το πούμε εγγενή α-γένεια. Από άλλους κόσμους.

Κι αυτός ο κυματισμός της ροής μάς στρογγυλεύει, μας λειαίνει, μας γυαλίζει. Δεν μας κοπανάει στα βράχια να σπάσουμε.

Αυτόν τον καιρό που σταθήκαμε κι ας ήταν έτσι, ξανακοίταξα προς τα πίσω. Αναθεώρησα. Προς το καλύτερο. Εκτίμησα. Ένιωσα ευγνωμοσύνη.
Σαν να στέκεσαι στο STOP να κοιτάξεις καλύτερα.
Όπου ήταν αδιέξοδο, γύρισα πίσω και πήρα το δρόμο από την αρχή. Κάπου έριξα μπάρες, δεν περνάς από δω. Και τότε είδα να λάμπουν άλλες προοπτικές.
Επανεκτίμηση.

Και τα νήματα πλέκονται. Το εργόχειρο προχωράει.
Σαν μια μαγνητική βελόνα να δείχνει πάντα το βορρά της στιγμής.
Κι αυτό είναι κάτι.

🌳🔖🗞️

Μια Χόντα. Κόκκινο και μαύρο.

Θυμήθηκα απόψε ένα ίδιον της οικογένειάς μου όπως την έζησα μικρούλα, με τους παππούδες και τους θείους και όλο αυτό το πλήθος τους.

«Έλα, να φάμε», όποιος κι αν είσαι, όπως κι αν είσαι, η μόνιμη κατάσταση. Βαρυγκομούσα γιατί με έστελναν να φτιάχνω καφέδες, «Πάλι εγώ;»
Από γερούνδια ξέμπαρκα και μεινεσμένα, μέχρι πλανόδιους πωλητές εγκυκλοπαιδειών, φαντάρους το Πάσχα που περνούσαν απέξω, γερμανούς τουρίστες, τέλος πάντων τον μόνιμα ξένο.


Ποιος είναι ο ξένος και ποιος ο δικός;
Τις προάλλες, στο δρόμο είδα παρκαρισμένη μια Χόντα μηχανή σαν το μοντέλο που μου έφερε στα πέντε μου να συναρμολογήσω ο Μπρατ, ένας Γάλλος χωρίς μαλλάκια που έστησε τη σκηνή του στον κήπο μας. Στάθηκα και την κοίταζα σαν χαζή. Ήταν η μηχανή μου…


Ήταν το μοντέλο της μηχανής που οδηγούσε ο Μπρατ και πριν χαθεί στους δρόμους του, μου έφερε τη δική μου μινιατούρα για τα δικά μου ταξίδια. Και την έφτιαξα. Και τραβάω στις δικές μου διαδρομές.


Κάποτε πρέπει να τους βάλω όλους στα βιβλία, ιδίως τους μαγικούς Ολλανδούς. Να μην ξεχαστούν. Μια μαρτυρία ότι κάποιος τους είδε.


Ήταν η επιτομή του ξένου και της κοινωνίας μαζί, η δεκαετία του ’80. Σαν μια Χόντα με κόκκινο και μαύρο που φορτώνεις τα μπαγκάζια σου και πας στον κόσμο, τον ξένο, τον κόσμο τον αλλότριο, τον άλλο, τελικά το δικό σου…

Μαθητεία 2020

Την πρώτη φορά που τον είδα, να κάνει το μάθημα, ήταν ένας τόσο δύσκαμπτος σωματικά άνθρωπος που με ενέπνευσε να τα καταφέρω. Αισθάνθηκα ότι μου έδινε δύναμη να συνεχίσω σε κάτι τόσο άγνωρο για μένα.

Στην πορεία αποδείχθηκε ένας μικρός βασανιστής, χωρίς να αντιλαμβάνεται τα όρια του άλλου. Τα διαπερνούσε με ένταση, με μια αγενή συνολική στάση. Είχε τόσες πολλές γνώσεις όμως να δώσει. Ό,τι μου είπε, καρφώθηκε στο μυαλό μου για πάντα.

Ωστόσο, ένιωθα τρομερή απώθηση. Εξέφρασα τα συναισθήματά μου. Στον ίδιο. Αποκάλυψα τον εαυτόν μου. Κι ύστερα παρέμεινα σταθερή στην απόφασή μου. Να μην τον ακολουθήσω ούτε βήμα στην κατεύθυνσή του. Με σεβασμό βέβαια. Και τηρώντας όλους τους τύπους.

Για χρόνια. Χάνοντας φυσικά με την απόφασή μου τις απολαβές μιας τεχνικής μαθητείας. Το παράδοξο είναι ότι όσο έμενα εγώ σταθερή, όχι μόνο άλλαζα, αλλά μάλλον άλλαζε κι αυτός.

Δεν ξέρω ποιο ήταν το σημείο καμπής. Ποιο ήταν τελικά το κουμπί. Ίσως το ότι δεν κουνήθηκα ούτε χιλιοστό από τη θέση μου. Μαζί με το ότι δεν εγκατέλειψα. Δεν ξέρω. Συνέχισα, ανεξαρτήτως συνθηκών και διαθέσεων.

Έσκυβα το κεφάλι μέσα μου και προχώραγα, στο δρόμο που έβλεπα εγώ κι όχι σ’ αυτόν που μου έδειχνε. Με όση απαλότητα και βραδύτητα διέθετα, με όση ευλυγισία κι ευκαμψία, που ξέρω ότι ο χρόνος θα τα διαβρώσει, οπότε δεν τα βίασα με «διδασκαλίες» να εξαλειφθούν πριν την ώρα τους.

Και συνέχιζα τους χαιρετισμούς μου. Και όλη εκείνη την αποφυγή. Είμαι μετρ της αποφυγής, δεν θα βρεθώ ποτέ στο σημείο και στη μάχη ούτε καν για εκπαιδευτικούς λόγους. Κι όσο έφευγα, ερχόταν ο δάσκαλος. Στην πλευρά μου. Κάτι να μάθει.

Νομίζω το 2020 ήταν μια τέτοια χρονιά. Ήρθε να μάθει κάτι κοντά μας, από μας, αρκεί να του παραδοθήκαμε. Και να το καθοδηγήσαμε. Κι ας ήταν δάσκαλος, βάναυσος και όχι του τύπου μας. Ποιος είναι άλλωστε ο τύπος μας;

Ο δάσκαλος αυτός βρέθηκε μια μέρα ιδιαίτερα χαρούμενος -εγώ ντράπηκα λίγο, αλλά κοίταζα με περιέργεια το φαινόμενο- να σκουπίζει κάτω από τις υποδείξεις, τα σχέδιά μου, το όραμά μου για το τι είναι μαθητεία. Σκούπιζε και κελάιδαγε. Ευτυχισμένος και όσο πιο απαλός κι ευγενής γινόταν.

Συνέχισα να μην κουνιέμαι ρούπι, στο δρόμο μου. Σκουπίζοντας κι απλώνοντας λεβάντες και τσαγιόδεντρα, υλάνγκ υλάνγκ και σανδαλόξυλα, φασκόμηλα και γκρέιπ φρουτ, φυτεύοντας εσπεριδοειδή και λουλούδια και καίγοντας λιβάνια.

Είθε και τη νέα χρονιά να πορευόμαστε στη δική μας οδό του ταξιδίου.

Αόρατο GPS

Λιακάδα, μια αίσθηση ελευθερίας και χαράς, φτάνω στα εκδοτήρια, δεν πρόλαβα να βγάλω εισιτήριο, ένας νεαρός μου έδωσε πολύ όμορφα το δικό του. Εντάξει, έβγαλα μαντηλάκι και το σκούπισα, αλλά παρά τον Μονκ που βγάζει από μέσα μας η πανδημία, η ανθρωπιά, το ενδιαφέρον ανθίζουν αλλιώς. Είναι μικροί ήλιοι που μας φωτίζουν στην καθημερινότητα.
Πώς το λέει η βουδιστική ρήση, ο Βούδας τους βλέπει όλους βούδες και το γουρούνι τους βλέπει όλους γουρούνια.

Περνώ από τις γειτονίτσες και θαυμάζω τα λουλούδια τους. Εκείνο το ταπεινό γλαστράκι στο στριμωγμενο μπαλκονάκι ή στο παράθυρο. Η εφευρετικότητα των ανθρώπων για την ομορφιά. Αγαπώ.

Μαζί και η ευκολία για αγένεια και σκοταδάκι και καλικαντζαρική επίκριση.
Ετούτη η αιώνια εναλλαγή.
Για να υπάρχει το ένα, πρέπει να υπάρχει και το άλλο. Δεκτό κι αυτό. Έλα, σε μένα.

Όπου ανθίζει ένας κήπος, κάπου ανοίγει κι ένα αβυσσαλέο χάσμα, ένας γκρεμός. Τσουπ, ένα αιώνιο παιδί μου δίνει το χέρι του και περνάω απέναντι. Μια γεφυρούλα. Δεν χανόμαστε ποτέ. Το αόρατο GPS μας πηγαίνει, σε νέες διαδρομές.
Όσα ζούμε, είναι ένα παρελθόν των σκέψεών μας, ένα σχεδίασμα ετών φωτός, από τη γη στη σελήνη.
Το αίσθημα φυτεύει νέους δρόμους, ανθίζει άλλα μονοπάτια, με λιμνούλες, γέφυρες, νούφαρα στο νερό. Έλα, δώσε το χέρι σου, πάμε.

Πρίμουλα…

Πεπραγμένα 2020: SEO της καρδιάς…

Ολοκληρώνεται σιγά σιγά η χρονιά. Αυτό το ιστολόγιο έχει ξεκινήσει από το 2006 στην πλατφόρμα του blogspot, ύστερα πέρασε στη wordpress όπου και υπάρχει τα τελευταία οκτώ χρόνια. Με περίπου 22.000 επισκέψεις εδώ και 13.500 επισκέπτες, 335 δημοσιεύσεις και 67 για το 2020, χωρίς να μετράω την παρούσα.

Τα χρόνια της δουλειάς ήταν το ψυχολογικό μου καταφύγιο και παρέμεινε και στην πορεία. Μπορούσα να είμαι στον προσωπικό μου χώρο με δημόσια θέα όσο συναισθηματική ήθελα έναντι του επαγγελματικού, εξού κάποιοι είπαν «ευαίσθητη» Σταυρούλα, αγνοώντας εντελώς την άλλη πλευρά της ανθεκτικότητας και του επαγγελματισμού. Τα χρόνια που ασχολήθηκα με τον εθελοντισμό, πάτωσε και το μπλογκ, δεν έγραφα πια, παρά αναδημοσίευα μόνο τα κείμενά μου από τις εφημερίδες. Σιγά σιγά άλλαξε και το σκηνικό γύρω, ο δημόσιος λόγος φτώχυνε για τη λογοτεχνία και το βιβλίο και αξιόλογες φωνές σιώπησαν εκ των πραγμάτων, όπως ο Κωστής Παπαγιώργης και η Μάρη Θεοδοσοπούλου. Τον πρώτο τον λάτρευα, με τη δεύτερη θα διαφωνούσα κάποιες φορές από το γραφείο μου διαβάζοντάς της, αλλά δεν μπόρεσα να παραβλέψω το ένστικτο και το αισθητήριό της. Ή δυσεύρετοι άνθρωποι επίσης, όπως ο Ανταίος Χρυστοστομίδης, έφυγαν…

Αποφάσισα να παραμείνω ενεργή εδώ, δεν είχα άλλο δρόμο, βλέποντας τη γενικότερη έκπτωση και τις συνέπειες τις κρίσης να μας χτυπούν πολλούς από μας. Πάντα ένιωθα το χώρο του βιβλίου συναρπαστικό, περιπετειώδη, ενδιαφέροντα, παρόλο που μένει συχνά ανέμπνευστος και χωρίς χυμούς στην πραγματικότητά του σε ό, τι αφορά την …επικοινωνία του. Εγώ βούταγα στα βιβλία, εκεί δεν υπάρχει περιορισμός στη μαγεία, κουβαλώντας την περιέργεια του δημοσιογράφου.

Και με τα social media παθιάστηκα. Τα μελέτησα, τα δούλεψα, έφερα αποτελέσματα, αποδίδουν εάν ξέρεις να αποφεύγεις τις κακοτοπιές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτοί που πάνε να κάνουν «επικοινωνία» σε μια επιχείρηση, είναι ότι η επιχείρηση σπανίως γνωρίζει ή είναι σε θέση να αναγνωρίσει «ποια είναι» πραγματικά. Η δελεαστική εικόνα της δημοσιοποίησης που παρέχουν τα νέα μέσα, ξεσηκώνει όλες τις ναρκισσιστικές συμπεριφορές του κόσμου και οι «αγγελιοφόροι» είναι πρώτοι που θυσιάζονται στο βωμό. Ας είναι.

Παρά τους αλγόριθμους, τα κολπάκια για να διαβαστείς και όλα τα τερτίπια των νέων μέσων υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο SEO: το τι γράφεις. Αλλά δεν θα το καταλάβει ποτέ ένα παιδί που έχει βουτήξει τα τελευταία οκτώ χρόνια στον παραλογισμό των υποτιθέμενων Newsroom-γαλέρες. Δεν μπορεί να σε πιστέψει, γιατί διαβάζει τα νούμερα με τρόπο αγοραίο, αναλώσιμο, όπως αναλώσιμος είναι κι ο ίδιος και ανώνυμος. Θα το δει μετά. Πολύ μετά.

Το κείμενό μου από το μπλογκ που έχει μοιραστεί πιο πολύ από όλα τα διαθέσιμα μέσα, είναι ένα που θα έπρεπε να το περιμένω. Είχαμε πάει με τον συνάδελφο εξαιρετικό φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη στο σπίτι της για μια συνέντευξη. Η κυρία Λίτσα Ψαραύτη. Το «κυρία» κεφαλαίο σε όλα τα γράμματα. Το κομμάτι που έγραψα για την «Καθημερινή» με τις φωτογραφίες του Αλέξανδρου και την πολύτιμη συνδρομή του στην ανθρώπινη επικοινωνία, με τίτλο » Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», είναι λοιπόν το πιο πολύ «κοινοποιημένο». Δικαίως. Δεν θα ξεχάσουμε κι οι δυο μας τη συνάντηση. Μια διακριτική απλή ερώτηση του Αλέξανδρου και η αλήθεια μπροστά μας. Φύγαμε συγκινημένοι, με μεγάλες αγκαλιές απ’ αυτή τη σπουδαία γυναίκα, μητέρα, συγγραφέα. Για φέτος, το αντίστοιχο πιο αναζητημένο κείμενο είναι αυτό για το βιβλίο του Νίκου Δαββέτα, «άντρες χωρίς άντρες», δικαίως κι αυτό.

Τι κάνουν λοιπόν οι γραφιάδες σε κάθε «πόλεμο»; Πολεμούν κι αυτοί με το μοναδικό τους όπλο: τη γραφή.

Α, κι ο Μικρός Πρίγκιπας, ένα βιντεάκι ερασιτεχνικό της στιγμής, μια πρωινή επιθυμία, «κατέβηκε» τόσες φορές όσες μια εικονική μεγάλη μαθητική τάξη… Από αυτά που συνεχίζουν να με εκπλήσσουν…

Μικροί ήλιοι καθημερινότητας

Λιακάδα, μια αίσθηση ελευθερίας και χαράς, φτάνω στα εκδοτήρια, δεν πρόλαβα να βγάλω εισιτήριο, ένας νεαρός μου έδωσε πολύ όμορφα το δικό του. Εντάξει, έβγαλα μαντηλάκι και το σκούπισα, αλλά παρά τον Μονκ που βγάζει από μέσα μας η πανδημία, η ανθρωπιά, το ενδιαφέρον ανθίζουν αλλιώς. Είναι μικροί ήλιοι που μας φωτίζουν στην καθημερινότητα.
Πώς το λέει η βουδιστική ρήση, ο Βούδας τους βλέπει όλους βούδες και το γουρούνι τους βλέπει όλους γουρούνια.

Περνώ από τις γειτονίτσες και θαυμάζω τα λουλούδια τους. Εκείνο το ταπεινό γλαστράκι στο στριμωγμενο μπαλκονάκι ή στο παράθυρο. Η εφευρετικότητα των ανθρώπων για την ομορφιά. Αγαπώ.

Μαζί και η ευκολία για αγένεια και σκοταδάκι και καλικαντζαρική επίκριση.
Ετούτη η αιώνια εναλλαγή.
Για να υπάρχει το ένα, πρέπει να υπάρχει και το άλλο. Δεκτό κι αυτό. Έλα, σε μένα.

Όπου ανθίζει ένας κήπος, κάπου ανοίγει κι ένα αβυσσαλέο χάσμα, ένας γκρεμός. Τσουπ, ένα αιώνιο παιδί μου δίνει το χέρι του και περνάω απέναντι. Μια γεφυρούλα. Δεν χανόμαστε ποτέ. Το αόρατο GPS μας πηγαίνει, σε νέες διαδρομές.
Όσα ζούμε, είναι ένα παρελθόν των σκέψεών μας, ένα σχεδίασμα ετών φωτός, από τη γη στη σελήνη.
Το αίσθημα φυτεύει νέους δρόμους, ανθίζει άλλα μονοπάτια, με λιμνούλες, γέφυρες, νούφαρα στο νερό. Έλα, δώσε το χέρι σου, πάμε.

Μπλου μπονέ

Η κυρία στην ουρά του σούπερ μάρκετ με θεώρησε έμπειρη μαγείρισσα και με ρώτησε τι ρύζι βάζω στη γέμιση της γαλοπούλας κι εάν βάζω. Ε, δεν φτιάχνω γαλοπούλα… Τι να της εξηγούσα ότι εμείς στο χωριό τρώμε κότα σούπα και άλλα τέτοια ή ότι τη βραδιά της Ανάστασης φτιάχνουμε πίτσα…

Της λέω, μάλλον θέλετε ένα ρύζι που δεν σπάει, αφού θα βράζει ώρες. Σας προτείνω μπλου μπονέ. Με την πειθώ του ανίδεου. Πήγε το πήρε, μου έδωσε τη σειρά της. Εύχομαι η γαλοπούλα της να πετύχει.

Η μαμά θα της έλεγε «γλασέ». Σε όλα γλασέ. Όταν προσπαθήσαμε να την πείσουμε ότι για κάθε παρασκευή υπάρχει διαφορετικός τύπος ρυζιού, αποτύχαμε παταγωδώς.

Γλασέ Χριστούγεννα φέτος ψιλοσπασμένα, εν μέρει Κρίστμας που έκλεψα από κάπου, άντε και του χρόνου μπλου μπονέ, άσπαστα κι ολόκληρα…✨

Μια στάλα …Μικρός Πρίγκιπας

Ηχητικό ενσταντανέ, αφιερωμένο σε όλους από τους μυστικούς κήπους.
Καλά Χριστούγεννα!

«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στους ανθρώπους» – Antoine de Saint-Exypéry, «Ο μικρός πρίγκιπας»

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Εντάξει, στον μπαμπά.

Χθες στο ταχυδρομείο, περνούσαν τα μικρά και ρίχνανε στο ειδικό τους κουτί την αλληλογραφία με τον Άγιο Βασίλη. Εμείς άραγε οι «μεγάλοι» ποιον έχουμε γι’ αυτές τις δουλειές; Σκέφτηκα ότι κι εγώ φέτος θέλω να σου γράψω ένα γράμμα. Φέτος που μας έφερες όλους στα κιλά σου και κάτι τέτοια γραφικά χιουμοράκια θα σου έλεγα να σπάσω τον πάγο.

Τη μοναδική φορά που μου είπαν ότι θα λάβω δώρο από σένα, αποκαλύφθηκε ότι το δώρο το αγόρασε ο μπαμπάς, επιστρέφοντας μαζί με τον παππού από το Ναύπλιο. Έφεραν ένα πορτοκαλί αυτοκινητάκι… Τι να το κάνω το αυτοκινητάκι; Μα, είμαι κορίτσι, θα επαναλάμβανα πολλές φορές παρακάτω σε άλλα άκυρα δώρα αντρών. Θυμάμαι όμως όταν μάθαινα να οδηγώ αυτοκίνητο -μην κοιτάς που δεν οδήγησα- έδωσες την καίρια συμβουλή «κοιτάμε μακριά στο δρόμο μπροστά, δεν κοιτάμε το τιμόνι, δεν κλεινόμαστε». Μάλιστα, ξέρεις κατά βάθος ότι πάντα εκεί κοίταζα, μακριά μπροστά γι’ αυτό οδηγώ άλλους μέχρι να βγουν στο δρόμο τους κι ύστερα τους αφήνω να πάνε με εμπιστοσύνη, όσο γι’ αυτό το «δεν κλεινόμαστε», χα, έχω ντοκτορά στην πράξη, μη με κλείσει τίποτα ούτε μισό βλέμμα. Θυμάσαι στο τρένο, τότε που με «έκλεισε» ολόκληρη σπείρα κι εγώ το κατάλαβα και κούνησα όλο το βαγόνι και βγήκα; Να, κάτι τέτοιες ιστορίες σου έλεγα. Και με άκουγες. Με πίστευες. Αυτό μου λείπει: ο ιδανικός ακροατής μου. Κι αυτός που με πιστεύει. Με πιστεύεις;

Είχα βγει σήμερα στο δρόμο, περπάτησα μακριά, για να βρω μια ωραία γεύση. Σε έναν ανοιχτό δρόμο. Μάλιστα, ξηλώνανε στη νησίδα χώματα, φυτεύανε, κηπουρεύανε και μόνο που δεν μπήκα μέσα στους εργάτες να ρωτήσω και να επιθεωρήσω. Αλλά δεν έβλεπα γύρω μου. Με γέμιζε το φως του ήλιου κι όλο σκεφτόμουν αυτό το γράμμα. Το έγραφα από μέσα μου. Είπα, είπα, πόσα είπα, γκρίνιες, τροπάρια, σκέψεις που μας νικάνε.

Μπήκα μέσα στο μαγαζί ζήτησα το ρευστό κόκκινο. Ζήτησα συμβουλή και πρόταση «Ημίγλυκο ή γλυκό;». «Άμα συνοδέψετε φαγητό, τίποτα από τα δύο». Καλά, βάλε το ημίγλυκο, είπα και βγήκα έξω. Μπροστά στις εξυπνακίστικες γευσιγνωσίες, προτιμώ την αληθινή γεύση. Και ξεχύθηκαν οι λέξεις του πραγματικού γράμματος. Ότι κανονικά τέτοια εποχή θα σου διάλεγα καπελάκια, αρώματα και πουκαμισάκια. Τα μαγαζιά, βλέπεις, στην Καλλιθέα με τα αντρικά αυτό μου θυμίζουν. Αυτά όλα που ποια δεν χρειάζεσαι. Και που φρόντισες, πριν πεθάνει το παλιό γιασεμί, να πιάσεις και να δέσεις μια κλάρα με τα χέρια σου από το καινούριο, να μην μείνει χωρίς γιασεμί το σπίτι μας. Γιατί για μας ήσουν ένα γιασεμί πολύ ιδιαίτερο, όχι συνηθισμένο, ένα γιασεμί που δεν έχω βρει όμοιό του κυριολεκτικά σε κανέναν κήπο. Ένα γιασεμί που γυρνούσε χειμώνα καλοκαίρι με ένα κλαράκι βασιλικό στ’ αυτί. Κι όπως με πήραν τα κλάματα μέσα στα απαστράπτοντα στενά της πόλης, άκουσα ένα αγόρι τυφλό με το μπαστούνι του να περπατάει δίπλα μου και να τραγουδάει.

Άγιε, που θα έλεγες κι εσύ, που τα ‘χες καλά με τους αγίους στα ξωκλήσια και τις καλόγριες στα ερημικά μοναστήρια, τα κορίτσια έλεγες, Άγιε, δεν μπορώ να παραπονεθώ για τίποτα, όλα καλώς καμωμένα, όλα στη θέση τους, στην αρμονία τους, στη σειρά τους. Ξέρεις τι θέλω μόνο; Να μου φέρνεις το δρόμο για να κοιτάω μπροστά, μακριά. Και να μην κλείνομαι.

«Γραφείον ο φόβος» στα γαλλικά – «Officine de la peur»

https://play.google.com/store/books/details?id=8ZoAEAAAQBAJ

Εδώ «ακούγεται» κιόλας η λογοτεχνία στην εφαρμογή του Google. Πολύ τυχερή που η μεταφράστρια πέτυχε και στη δική της γλώσσα να κρατήσει το ρυθμό μου…

Συλλογική …ατομικότητα

Η δημοσιογραφία καταστράφηκε όχι γιατί ήρθε η τεχνολογία, αυτή ήταν ένα υπέροχο μέσο ακόμα, καταστράφηκε γιατί παραδόθηκε στη διαφήμιση. Αργά και βασανιστικά στην αρχή, με διαπραγμάτευση, ύστερα καταιγιστικά, όταν λόγω κρίσης το χρήμα στέρεψε. Έγινε «περιεχόμενο» από δημόσια γραφή με ευθύνη, υπογραφή, ταυτότητα. Κυνηγώντας ένα αόρατο κοινό που όλο της ξεφεύγει. «Αυτό θέλει ο κόσμος». Γιατί, ο κόσμος δεν θέλει και την αλήθεια; Θέλει μόνο το μικρό ή μεγάλο συμφέρον του κάθε ιδιωτεύοντος;

Από τη μία, τον καιρό της κρίσης, έχει αναπτυχθεί μια τάση συλλογικής δράσης να καλυφθούν ανάγκες που πριν κάπως αλλιώς ικανοποιούνταν, να βοηθηθούν οι άνθρωποι, από την άλλη όμως, έχουν ξεχυθεί έξω τα άπειρα ναρκισσιστικά εγώ με τη συνδρομή και των social media, με αποτέλεσμα να χάνεται η μπάλα για το τι είναι πραγματικό, αλλά και να δαιμονοποιείται η ατομικότητα με όλα της τα οφέλη. Μόνο ολοκληρωμένοι άνθρωποι που καλλιεργούν τον εαυτόν τους, ψάχνονται, αμφισβητούν (και όχι αυτο-υπονομεύονται), με ισχυρές προσωπικότητες και ατομικότητα μπορούν να φτιάξουν πραγματικές και δυνατές συλλογικότητες. Αλλιώς το πράγμα γίνεται πολτός που εξυπηρετεί φυσικά, μέσα στο χάος, τους καιροσκόπους της εποχής να ανθίσουν.

Δεν σου φταίει ούτε το Google ούτε κανένας για το ποιος είσαι κάθε φορά, για το ποιος γίνεσαι. Εξακολουθώ πολύ ιδεαλιστικά να πιστεύω στη δύναμη του ατόμου, στον τρόπο του να βρίσκει διεξόδους στα πιο μεγάλα αδιέξοδα, να παρακάμπτει όλα εκείνα που φαίνονται ανυπέρβλητα. Συνήθως ο δρόμος είναι το εμπόδιο.

Και η καλύτερη …διαφήμιση είναι η αλήθεια. Δεν ξεχνιέται.

Ο Άλλος Άνθρωπος – Κοινωνική Κουζίνα

Όποιος πάει από κοντά, βλέπει τη μεγάλη ανάγκη. Τους ανθρώπους που περιμένουν, έρχονται, φεύγουν.
Άμεσα. Χέρι με χέρι η βοήθεια, όχι μεσάζοντες, όχι προϋποθέσεις. Όποιος χρειάζεται. Όποιος θέλει, βοηθάει, άμεσα κι αυτό.
Όχι μαντάμ σουσούδες φιλανθρωπίας. Απλή ανθρωπιά. Αυτός είναι ο νέος κόσμος.

Η χθεσινή εικόνα στα μάτια μου, ένας μπαμπάς με τα ενθουσιασμένα μικρά αγοράκια του με τη σακουλίτσα με το φαγητό, τα καταλάγιαζε μέχρι να φτάσουν σπίτι και να την ανοίξουν.

Γι’ αυτό και η δημοσιογραφία των ολοένα και πιο απομακρυσμένων από την αλήθεια και την πραγματικότητα μέσων, είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

Η ζωή και ο κόσμος είναι αλλού…

https://www.facebook.com/628150187199571/posts/4078902198791002/

Μια στάση εδώ…

Προχθές, φιλοδωρήθηκα από την παράξενη τύχη να βρεθώ σε ένα σημείο της πόλης που όλα αυτά τα αστρονομικά και αστρολογικά που συμβαίνουν στους ουρανούς, στα άλλα σύμπαντα, να μπορώ να τα παρακολουθώ για καμιά ώρα να συμβαίνουν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο. Φαινόμενα ασύλληπτης ομορφιάς κι απόκοσμα. Αναρωτήθηκα εάν κανείς άλλος τα έβλεπε εκείνη την ώρα.

Όταν όλα σταματάνε και δεν πάνε πουθενά, στέκομαι σε κείνο το διάμεσο. Και θαυμάζω.

#scalidi cards

Τοξικές ομάδες και δηλητηριώδης ιδιώτευση- Στροφή για λόγους επιβίωσης…

Εάν κάτι αφήνει η πολύχρονη οικονομική κρίση και η τωρινή υγιειονομική, εκτός από θύματα, απώλειες, δυστυχίες, ταλαιπώριες, αυτό είναι και η …αναγκαστική στροφή προς τον άνθρωπο, η έγνοια για τα στοιχειώδη δικαιώματα και τις πρωταρχικές αξίες που καταπατούνται. Υγεία, εργασία, παιδεία, ελευθερία, γίνονται το ψωμί ψωμάκι των ακτιβιστών που έχουν πολύ αγώνα μπροστά τους πάλι, καθώς τα δεδομένα χάθηκαν, τι ειρωνεία!, στην εποχή των διογκωμένων δεδομένων (δυστυχώς μόνο ψηφιακών). Ο αλτρουισμός μεγεθύνεται, την ώρα που η ζωή κινδυνεύει, σύμφωνα και με τις επίσημες στατιστικές έρευνες. Τη στιγμή μάλιστα που διακυβεύεται και η ψυχική υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων. Μα, ο αλτρουισμός έγινε μετρήσιμος; Ο ανθρωπισμός αποκτά ταυτότητα αριθμητική;

Οι μηχανισμοί άμυνας παντως ενεργοποιήθηκαν. Αυτός που μένει μόνος του, σε φυσική απόσταση από όλους -μπορεί να σωθεί ενδεχομένως από τον Κόβιντ-19- ωστόσο πώς να την βγάλει καθαρή ψυχολογικά; Έτσι, αναπόφευκτα -χωρίς να το έχει καν σχεδιάσει ή προβλέψει ή ούτε καν υποψιαστεί- στήνει νέα δίκτυα, αναζητώντας πιο «υγιή» χαρακτηριστικά που τον στηρίζουν και στόχο έχουν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του. Η συμμετοχή σε αμφιβόλου …ποιότητας ομάδες δοκιμάζεται βάναυσα. Δεν υπάρχουν πολυτέλειες για τοξικότητες, για προβληματικές συνδέσεις και σχέσεις. Όλα περνούν από νέα σίτα και πιο αποτελεσματικό κλίβανο.

To be or not to be? Μόνος ή με παρέα; Τα δίπολα μεγάλωσαν δραματικά, τα χάσματα διευρύνθηκαν κι άρχισαν να στήνονται νέες γέφυρες ανάμεσα σε ανθρώπους που τους συνδέουν άλλα δεδομένα πια. Ο τρόπος αντιμετώπισης της πανδημίας αποκάλυψε πολλά για τη διανοητική, ψυχική, πνευματική, αλλά και σωματική κατάσταση των ανθρώπων. Όταν ξαναγίνεσαι τρωτός, ευάλωτος, «ανθρώπινος» από την αρχή, αναζητάς μέσα σου και στους άλλους τις δυνάμεις εκείνες που αναγνωρίζεις ως δικές σου, ως ποιότητες του πυρήνα σου. Από κοινό και καταναλωτής, ξαναγίνεσαι πνευματικό ον, με αξίες, επιλογές, παιδεία, ψυχική συγκρότηση. Δεν είσαι ένας ακόμη από τα εκατομμύρια ανώνυμων ακόλουθων, αλλά ένας δομικός ινφλουένσερ (χωρίς φλου γρίπη, ελπίζεις) της ζωής, επιλέγεις άμα θα την ακολουθήσεις, θα την διασφαλίσεις, θα την στηρίξεις, άμα θα της δώσεις πίσω την αξιοπρέπειά της. Γιατί δεν είναι πια πολυφορεμένο τρέντι ρούχο, αλλά αγαθό πολύτιμο όσο τίποτε άλλο.

I put a spell on you

Είμαι εκεί στ’ αυτί σου και σου ψιθυρίζω.

Θα τα καταφέρουμε, αγάπη μου.

Θέλει δεν θέλει η τύχη κάποια στιγμή θα ζαλιστεί και θα πέσει.

Όταν θα έχουμε παρατήσει την προσπάθεια, όταν θα έχουμε προδοθεί κι εγκαταλείψει.

Τότε να ξέρεις παίρνει μπρος ο κόσμος.

Μόλις του παραδοθείς.

Όσο τον παρακαλάς, κοιτάζει αφ’ υψηλού και περιμένει να πέσεις στο χωμάτινο ύψος του σαν ώριμος καρπός.

Τότε θα ‘ρθει να δαγκώσει τη σάρκα σου. Λίγο πριν σαπίσει. Κι η σάρκα σου κι αυτός. Ο κόσμος, ο ουρανός, όπως θέλεις πες τον.

Δασκαλεμένη από τον προαιώνιο παππού της διαδοχής η ψυχή στενάζει, μέχρι να φέρει στη γη τη φυγή της, τη διαφυγή της.

Είμαι εκεί και σου ψιθυρίζω. Θα τα καταφέρουμε, αγάπη μου.

Γητευτής της ζωής. Θα προλάβουμε. Μη φοβού. Αλλάζει παραμένοντας ίδια. Η ψυχή.

Σου κάνω τέτοιο τρελό spelling, μοιραία τύχη, που πώς ν’ αντέξεις χωρίς την αφήγησή μου; Πού να πας; Ποιος κόσμος να σε χωρέσει; Ποιο νόημα και ποια τροπή; Ποιο φως να λάμψει χωρίς το σκοτάδι, το βυθό μου, το μπλε σκούρο μου; Ποιος να σε γεννήσει πάλι; Από το κεφάλι, τη μήτρα μου, το δικό μου ήλιο που ανατέλλει στο γαλαξία σου;

Μια εστία που καίει. Ανασκαλεύω τα κάρβουνα, η καλαμιά καμένη θα ξαναφτιάξει τη γη. Πράσινος χλωρός βίγκος με μωβ ανθάκια.

Ο αη γιάννης του καλοκαιριού σε κείνο το χωράφι σκορπάει βάλσαμα και μύρα, μέταλλα ακριβά και πέτρες πολύτιμες, διαστημόπλοια της παιδικής μου φαντασίας.

Σου ψιθυρίζω, αγάπη μου.

Το μήνυμα της ημέρας

Κάρτες εμψύχωσης scalidi

Το μήνυμα της ημέρας…

Καιρός να αρχίσουμε να δίνουμε νόημα στις μέρες αυτές

κι εκείνες που θα έρθουν.
Το δικό μας ξεχωριστό νόημα.

Αποκλεισμός, εμπόδια και …Νίκος Γκάλης

Θέλω να θυμάσαι μετά την καραντίνα πώς ένιωθες όσο δεν μπορούσες να μετακινηθείς από το ένα σημείο στο άλλο. Αυτή την αίσθηση θέλω να την κρατήσεις καλά μέσα σου.

Είναι μια κατάσταση που βιώνουν καθημερινά άνθρωποι χωρίς να έχουν την απειλή του ιού.

Εμπόδια να βρίσκονται μπροστά τους και να τους κλείνουν το δρόμο είτε για να ζήσουν είτε για να σπουδάσουν είτε για να μετακινηθούν είτε για να έρχονται απλώς σε επαφή με τους συνανθρώπους τους.

Ξέρεις δεν είχα ποτέ την αίσθηση των εμποδίων. Μεγάλωσα σε μια δεκαετία που όλα ήταν δυνατά, εφικτά, σε πήγαινε το ρεύμα, αρκεί να κουνούσες κι εσύ το δαχτυλάκι σου. Ήταν η δεκαετία του ’80. Με ίνδαλμα τον Νίκο Γκάλη. Ένα κοντός υποτίθεται τύπος για μπάσκετ, εκπαιδευμένος μποξέρ, μια ομάδα από μόνος του, πρώτος σκόρερ, που άλλαξε για πάντα τη θέση της Ελλάδας στο χάρτη του παγκόσμιου μπάσκετ. Θέλω να την θυμάσαι αυτή τη φιγούρα. Μετέδιδε επαγγελματισμό, δύναμη, αφοσίωση, πειθαρχία, ότι θα έκανε το χρέος του πάση θυσία, δεν θα τον σταματούσε τίποτα και κανένας, όσο ψηλός κι αν ήταν, εάν μιλάμε για αναλογίες μπάσκετ… Θαύμαζα λοιπόν έναν μεγάλο μαχητή κι αγωνιστή που θεωρητικά δεν είχε τα τυπικά προσόντα. Οι αθλητικές νίκες και οι θρίαμβοι εγγράφονται στο συλλογικό ασυνείδητο με τρόπο απρόσμενο. Εάν είσαι εννέα ετών τη βραδιά του Ευρωμπάσκετ στην Αθήνα, που ο Αργύρης Καμπούρης έβαλε τις βολές, διδάσκεσαι και την ψυχραιμία, κάτσε να δούμε, δεν τελείωσαν όλα ακόμα όσο δύσκολα κι αν φαίνονται… Εάν είσαι τόσο νέος ηλικιακά που αυτά τα ονόματα δεν σου λένε τίποτα, βάλε στο youtube τα ονόματά τους και μάθε ποιοι είναι, μέσα από τη δράση τους. Θα καταλάβεις γιατί τα αρχαία αθλητικά παπούτσια που φορούσαν δεν τους σταμάτησαν από το να γίνουν οι πρώτοι των πρώτων…

Τη δεκαετία του ’90 ολοκλήρωσα με τα σχολεία, σπούδασα δημοσιογραφία, τη γνώρισα εκ των έσω. 3/1/2000 έπιασα δουλειά σε εφημερίδα, ενώ τίποτα δεν προμήνυε αυτή την εξέλιξη. Γενικά όπου βρέθηκα, δεν είχα ποτέ τα τυπικά προσόντα, αλλά όλο έβγαζα από μέσα μου τα ουσιαστικά. Αυτά που είχα διδαχθεί άθελά μου, με το να είμαι απλώς μεγάλη φαν του Νίκου Γκάλη. Ιδίως άμα έβλεπα ότι κάτι πήγαινε να σταθεί εμπόδιο. Έσκυβα το κεφάλι, δούλευα, αφοσιωνόμουν, συγκεντρωνόμουν, γινόμουν ολόκληρη μια ομάδα εάν χρειαζόταν, τέλος πάντων τα κατάφερνα… Όλα αυτά όμως είχαν μια μεγάλη προϋπόθεση: γύρω μου εμφανίζονταν άνθρωποι που με εμπιστεύονταν. Δεν με ήξεραν, αλλά με πίστευαν όταν έβλεπαν τον κόπο και το αποτέλεσμα μας δικαίωνε όλους. Ήταν άνθρωποι που άφηναν χώρο και χρόνο, έδιναν μια κατεύθυνση, αλλά δεν ανακατεύονταν πάλι. Δεν ήταν μικροδιαχειριστές, αν και έτσι έμοιαζαν, τα φαινόμενα απατούν.

Το 2017 άρχισα να έρχομαι αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον που δεν γνώριζα, έναν κόσμο μακρινό από μένα, που δεν φανταζόμουν ότι υπήρχε: ανθρώπους που δεν πίστευαν στον εαυτόν τους και σιγά μην πίστευαν εμένα ή οποιονδήποτε άλλον… Μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα ανασφάλειας, ελέγχου, τρομερής ανάγκης να διαχειριστούν τον άλλον. Φυσικά, ποιος μπορεί να χειριστεί το …Νίκο Γκάλη; Το πνεύμα νίκης, εννοώ, την αίσθηση επίτευξης, ότι το καλάθι θα μπει, βρέξει χιονίσει, την καθαρή αγωνιστικότητα; Κανείς. Μόνο παράγοντες εξωαθλητικοί πήγαν να θαμπώσουν τον μύθο στο τέλος, αν και δεν νομίζω ότι τα κατάφεραν, βλέπεις και η συλλογική ψυχή κρατάει αυτό που χρειάζεται. Δεν θυμάται κανείς ποιος έβαλε το χεράκι του να μην τελειώσει ο μύθιος αντάξια. Όλοι θυμούνται το μύθο όμως. Το θρίαμβό του.

Τα σκεφτόμουν σήμερα αυτά δίπλα στη λεξούλα αποκλεισμός. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να την δεχτώ είτε είσαι παιδί που δεν έχεις λάπτοπ και ίντερνετ για να παρακολουθήσεις τηλεκπαίδευση είτε είσαι όποιος είσαι με χίλια εμπόδια μπροστά σου ρεαλιστικά και απροσπέλαστα. Ο Νίκος Γκάλης έχει νικήσει, σπάει τη μέση του στον αέρα και βάζει το καλάθι, μπροστά στα μεγαθήρια. Αυτό είναι το πνεύμα που θέλω να σου θυμήσω, δίπλα δίπλα με τον αποκλεισμό που βιώνεις μέσα σου, εσύ ο όποιος άλλος, ή κι εγώ για να είμαι και πιο ειλικρινής.

Δεν ξέρω εάν κατορθώσουμε να βελτιώσουμε τις αντικειμενικές συνθήκες γύρω μας, ξέρω μόνο ότι μπορούμε να βασιστούμε σοβαρά στις ψυχικές μας δυνάμεις, στη γενναιότητα, το θάρρος, τη δύναμή μας, την αίσθηση ότι άμα το χρειαζόμαστε θα πάρουμε το διχτάκι σπίτι μας. Κι αυτό σημαίνει ότι έχουμε χάσει πολλές φορές και ξέρουμε να χάνουμε. Σκύβουμε το κεφάλι, δηλαδή συγκεντρωνόμαστε, και ντριμπλάρουμε μέρα νύχτα στην αδιάκοπη προπόνησή μας, μέχρι την επόμενη φορά.

Το φετινό βραβείο Goncourt

Είχαμε κάνει συνέντευξη για την «Καθημερινή της Κυριακής» με το συγγραφέα, Ερβέ Λε Τελιέ που τιμήθηκε φέτος με το γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Goncourt:

«Πεπρωμένο των βιβλίων είναι να διαβάζονται»

Υπονομευτικός, παιγνιώδης και ανατρεπτικός. Πολυσχιδής προσωπικότητα ο Ερβέ Λε Τελιέ. Κατάφερε να παραπλανήσει την παγκόσμια διαδικτυακή κοινότητα τουλάχιστον για τρία χρόνια, φτιάχνοντας σχετικό λήμμα στη Wikipedia για έναν ανύπαρκτο συγγραφέα από τη Βραζιλία, αποκύημα της φαντασίας του Λε Τελιέ· σε τέτοιο σημείο που αντιγραφείς της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας δεν δίστασαν να συμπεριλάβουν τις πληροφορίες του λήμματος σε διεθνώς αναγνωρισμένο τουριστικό οδηγό για τον επινοημένο λογοτέχνη Μοντεστρέλα.

Στο ίδιο μήκος κύματος ως προς την ευρηματικότητά του κινείται κι ένα θεατρικό έργο που έγραψε ο δημιουργός με βασική του υπόθεση έναν πολίτη που αποφασίζει να στείλει ένα συγχαρητήριο μήνυμα στον Φρανσουά Μιτεράν, όταν ανέλαβε την προεδρία. Η τυποποιημένη επιστολή από το αρμόδιο κυβερνητικό γραφείο που λαμβάνει ως απάντηση, θα τον ενθουσιάσει. Κι έτσι θα αρχίσει να στέλνει γράμματα στην ηγεσία της χώρας, παίρνοντας πάντα πίσω την ίδια τυπική απάντηση. Εκείνος όμως, ο ήρωας, θα την ερμηνεύει κατά το δοκούν.

Και οι παρεξηγήσεις και παρερμηνείες δεν έχουν τέλος. Οπως μας αφηγήθηκε ο Λε Τελιέ από κοντά, ένα βράδυ στο κοινό της παράστασης, ένας θεατής σηκώθηκε πάνω και φώναξε «Μα, εγώ έχω γράψει αυτό το γράμμα». Οι άνθρωποι του θεάτρου τον προσέγγισαν διακριτικά, φοβούμενοι ότι ο παραλογισμός του έργου μεταφερόταν και στο κοινό, για να ανακαλύψουν ότι την εν λόγω επιστολή την είχε γράψει όντως ο θεατής που ήταν διευθυντής εκείνου του αρμόδιου γραφείου για την προεδρική αλληλογραφία. Ενα από τα ευτράπελα που μπορεί να προκαλέσει το χιούμορ του Λε Τελιέ.

Το σίγουρο είναι ότι δεν γράφει ποτέ το ίδιο βιβλίο. Παίζει με τις λέξεις, με τις σημασίες, με τις αφηγήσεις. Ο μικρός παράδεισος του συγγραφέα είναι για τον Ερβέ Λε Τελιέ οι ίδιες οι λέξεις, ούτε η φόρμα ούτε η ιστορία έχουν τόση σημασία, το αποδεικνύουν άλλωστε τα ίδια τα έργα του. Από θέατρο και λιμπρέτα και όπερα μέχρι αφηγήματα, μυθιστορήματα, αποφθεγματικά δημιουργήματα. Η κουζίνα του λογοτέχνη θεωρεί ότι είναι εκεί που αναμειγνύονται όλες οι επιρροές του αρχικά ως αναγνώστη και αναπόφευκτα ως δημιουργού.

Ο ίδιος διαβάζει συνεχώς και ενώνει εν τέλει με τη γραφή όλες τις ενδιαφέρουσες πτυχές του: έχει υπάρξει μαθηματικός, κριτικός γευσιγνωσίας, είναι μέλος της θρυλικής λογοτεχνικής ομάδας OuLiPo -που πέρασαν από τους κόλπους της συγγραφείς όπως ο Ιταλο Καλβίνο-, έχει δουλέψει ως δημοσιογράφος καλύπτοντας επιστημονικά θέματα. Απ’ αυτή την τελευταία του ιδιότητα αντλεί και το υλικό για να σχολιάσει το πώς η τέχνη πρωτοπορεί έναντι ακόμη και τον επιστημονικών επιτευγμάτων πολλές φορές. Το πώς οι καλλιτέχνες κατορθώνουν να «προβλέπουν» το μέλλον ακολουθώντας τη φαντασία τους, ακόμη κι αν θεωρούνται «τρελοί» -κάποιοι και για αιώνες- προτού αποδειχθούν επιστημονικά οι ισχυρισμοί τους.

– Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο το στοιχείο του χιούμορ στα βιβλία σας. Γιατί διαλέγετε αυτόν τον τρόπο έκφρασης;

– Θεωρώ πολύ σημαντικό να μπορεί να εμπλέκεται ο αναγνώστης, να υπάρχει η συμμετοχή του στο έργο. Η εμπλοκή πολύ συχνά προέρχεται από το χαμόγελο, από το να μοιράζεσαι κάτι με τον άλλον. Και το χιούμορ είναι ακριβώς αυτό που σου επιτρέπει να μοιραστείς. Σε αντίθεση με το δράμα. Το δράμα είναι πολύ προσωπική υπόθεση του καθενός, ενώ το χαμόγελο είναι κάτι συλλογικό, κοινό με τον άλλον. Στην OuLiPo, στο Παρίσι, παρίσταμαι σε αναγνώσεις εδώ και είκοσι χρόνια, μια φορά τον μήνα, που έχουν να κάνουν με το χιούμορ και αφορούν πολύ τη φιλία. Το κοινό βρίσκεται πολύ κοντά μας και αναπτύσσεται μια τέτοια σχέση. Τα αστεία στοιχεία είναι συνήθως αυτά που μας συνδέουν. Η ζωή είναι από μόνη της δραματική άλλωστε, αρκεί αυτό στην πραγματικότητα, κατά τα άλλα ας μοιραζόμαστε ένα χαμόγελο. Βλέπετε, ο αγαπημένος μου σεναριογράφος είναι ο Χίτσκοκ, την πιο δραματική στιγμή στις ταινίες του, βάζει κάτι πολύ αστείο να συμβαίνει. Είναι ένα είδος ευγένειας να οικοδομείς μια τέτοια σχέση με τον κόσμο, μέσω του γέλιου, του χιούμορ.

– Στο έργο σας «Ενα τραμ στη Λισαβόνα», που θυμίζει πορτογαλέζικο φάντο, έχουμε δύσκολους έρωτες και ατυχή ειδύλλια. Είναι η μοίρα τους να γίνονται έργα τέχνης;

– Το πεπρωμένο των βιβλίων είναι να διαβάζονται. Εάν δεν διαβαστούν δεν μπορούν να γίνουν τίποτα. Είμαι σίγουρος ότι σπουδαία μυθιστορήματα ανά τον κόσμο, δυστυχώς για κάποιο αδιερεύνητο λόγο δεν κατορθώνουν να διαβαστούν. Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα, από συγγραφείς που αγνοήθηκαν ή ξεχάστηκαν. Δεν μπορούμε ποτέ να πούμε με σιγουριά γιατί. Ενα μυθιστόρημα γράφεται για να διαβαστεί. Ως προς το τι είναι Τέχνη, ο μόνος ορισμός που μου φαίνεται πιο αξιόπιστος είναι ότι Τέχνη συνιστά ό,τι μπορεί να δώσει αξιοπρέπεια στη ζωή. Εάν ένα βιβλίο μπορεί να φέρει αυτή την αξιοπρέπεια, τότε είναι εντάξει. Υπάρχει αυτή η δυσκολία με την τέχνη, γιατί χρειάζεσαι συχνά εκπαίδευση για να την προσεγγίσεις. Ας πούμε, δεν ξέρω πολλά για τη ζωγραφική, οπότε μπορώ να παρακολουθήσω μόνο εύκολα πράγματα. Χρειάζομαι γνώσεις και παιδεία για να προχωρήσω. Το ίδιο ισχύει και για τη λογοτεχνία. Για να πας πιο βαθιά, πρέπει να διαθέτεις τα εφόδια. Αλλά και το χιούμορ θέλει εκπαίδευση.

Ο μονόλογος του «πάχυνα»

Τα τελευταία πέντε χρόνια, μόλις ακούω όλον αυτόν …το μονόλογο του «πάχυνα» από άντρες και γυναίκες, είτε έχω είτε δεν έχω τα κιλά μου, θέλω να σβήνω με τη γόμα μου τη λέξη, να κρατάω μόνο το «αχ» του πυρήνα της και να στήνω μια νέα κουβέντα από άλλη βάση. Ίσως επειδή τον έχω παίξει πολύ αυτό το ρόλο και τον ξέρω νεράκι.
Αδίκως γιατί μια χαρά ήμουνα, ασχέτως του τι πίστευα. Δύσκολος ρόλος. Και μονότονος, τα ίδια και τα ίδια. Και επιφανειακός και μονόπλευρος.
Δεν είχε πουθενά πόσα άλλα ήμουνα…

Δεν ξέρω τι τροπάρι ελέγχου είναι αυτό και πώς εγκαθιδρύεται μέσα μας κοινωνικά, ίσως όπως η αναπηρία -δεν έχεις όσα έχουν όλοι οι άλλοι, άρα έχεις βλάβη, ή για την ακρίβεια έχεις παραπάνω, πάρε μια κόκκινη κάρτα… Οπότε μπες μια ψυχολογική καραντίνα και βασανίσου, κάνε και δίαιτα που όλο αποτυγχάνει και βασανίσου διπλά. Γέμιζε τύψεις, ενοχές, τοξικές αηδιούλες μέσα σου, τράβα τις μπλούζες να σε καλύψουν, τα ρούχα να μην «διαγράφουν»… Τι να μην διαγράφουν; Το σώμα σου; Το δικό σου σώμα;

Ήθελα να νοιαζόμαστε για το πόσο ωραίοι είμαστε, της ώρας μας κατάλληλοι όπου είμαστε, στα 40+ σου λοιπόν -και σε κάθε ηλικία- είναι ωραίο να έχεις τα κιλά που ζητάει η ψυχή σου να περιβληθεί, δεν λέω μοιρολατρικά. Είναι ωραίο να νοιάζεσαι κάθε φορά πόσο δυνατός είσαι, μέσα, έξω και πλαγίως, πόσο ευλύγιστος, πόσο ανθεκτικός στη ζωή, πόσο την αποζητάς και τη βιώνεις εντέλει την άτιμη. Πόσο ευαίσθητος.
Και μιλάω για την υγεία μας μόνο.
Μιλάω για την αγάπη και την άνευ όρων αποδοχή που όλοι τόσο ποθούμε και λαχταράμε και τι αστείο, δεν μπορούμε να δείξουμε στο σώμα μας. Το δικό μας σώμα.

Ας ενδιαφερθούμε για το πώς ζούμε, πώς αναπνέουμε, πώς τρώμε, πώς μαγειρεύουμε, πώς χαιρόμαστε, πώς λυπούμαστε, πώς δυναμώνουμε, πώς γυμναζόμαστε, πώς αισθανόμαστε, τότε το σώμα ανταποκρίνεται, μας αγκαλιάζει όπως το αγκαλιάζουμε και μας ανταποδίδει τη φροντίδα και την έγνοια.

Στην προηγούμενη καραντίνα τράφηκα με μαύρα ζυμαρικά και ποπ κορν, η βιοχημεία μέσα μου ζητούσε υδατάνθρακες να κρατηθεί, τώρα ούτε να τα βλέπω, λαχανικά και άγιος ο θεός.
Την άνοιξη δεν μπορούσα να περπατήσω, έκανα στοιχειωδώς την ελάχιστη άσκηση, τώρα δεν μπορώ χωρίς αυτήν. Άβυσσος κι η ψυχή και το σώμα μας.

Μόλις έρχομαι στα ίσα μου, σκέφτομαι μόνο το πώς θα βουτάω στη θάλασσα ανάμεσα σε αλκυόνες και ψαράκια. Βλέπω τον εαυτό μου με ένα μαγιό κι ένα λευκό t-shirt ελεύθερη να χαίρομαι τον ήλιο, το νερό, το αλάτι. Όπου τη βρω τη θάλασσα, να βουτήξω.

Όλες οι λίστες και τα άρθρα της υγιεινής διατροφής είναι αποθηκευμένα μέσα μου, αλλά για να ενεργοποιηθούν θέλουν χαρά, ηρεμία, ζυγοστάθμιση με ψυχή και μυαλό και καρδιά.
Πώς μου το είπαν τελευταία; Όταν είσαι κουρασμένος, εμφανίζονται όλες οι σκέψεις που είχες κατατροπώσει στο παρελθόν.

Αλλά το δρόμο τον κάνει ο καθένας μόνος του. Ό,τι να ακούσει από τον άλλον, δεν μετράει. Ό,τι ζήσει μόνος του, πιάνει.

Εδώ να σε δω, μάστορα…

Την ίδια στιγμή που όλοι λένε απόψεις για όλα, σέβομαι αυτούς που κάνουν με ανθρωπιά τη δουλειά τους. Αόρατα, αμίλητα, σοβαρά. Κι όσους διατηρούν την ψυχραιμία τους και μπορούν να «δουν». Αυτοί σώζουν και τους υπόλοιπους. Από τους ανθρώπους στα νοσοκομεία, μέχρι αυτούς που βρίσκονται στη λειτουργία υπηρεσιών απαραίτητων, μέχρι τους εργαζόμενους στα καφέ, στα σούπερ μάρκετ, τους δασκάλους.

Τώρα να βρίζεις γέροντες, και δη ιεράρχες, που έβλεπες από πριν την πλάνη τους, πόσο λίγο… Ή να θες τον τιμωρητικό αποκλεισμό από την παροχή περίθαλψης των ψεκασμένων αρνητών, γίνεσαι χειρότερος απ’ όλους. Είσαι σε θέση;

Εκεί ήσουν κι εσύ να σκεφτείς, εάν θα κολλήσεις ή όχι. Στην εκκλησία ή αλλού.

Το πολύ λίγο πολλών, μόνο πολύ σκουπίδι καλλιεργεί.

Το πολύ, σε ψυχραιμία, γενναιότητα, υψηλή σκέψη, υψηλό φρόνημα, ανθίζει και κάνα κήπο στην καρδιά και τη ζωή μας.

Απλώς τώρα βλέπουμε όλοι την ανθρωποφαγία με τη ευκαιρία μιας πανδημίας. Εγώ την είχα δει από το 2012, τότε που η κρίση χτύπησε την πόρτα μου. Δεν μπορούσα να φανταστώ αυτό το μέγεθος. Το Γραφείον ο Φόβος ήταν τελικά ευρύτερο και βαθύτερο. Μου το θύμισε αγαπημένος φίλος πρωί πρωί.

Έτσι είναι λοιπόν όταν νιώθεις μόνος κι αβοήθητος, κι έχεις την επιλογή να γίνεις ό,τι θες.

Τώρα η επιλογή προϋποθέτει να επιζήσεις βιολογικά, αλλά ποιος να το έλεγε, για να τα καταφέρεις, πρέπει πρώτα να μην σαπίσεις το μυαλό, την ψυχή, την καρδιά, το πνεύμα σου. Αυτό κι αν είναι πίστη και πόσους θεούς ζητάει. Εδώ να σε δω, μάστορα…

Κάρτες εμψύχωσης

Συγκεντρωμένη όλη η «παραγωγή».

Τον καιρό που πιεζόμαστε όλοι από τόσους παράγοντες, έχω αποφασίσει να ξορκίσω την κατάσταση με δημιουργικότητα σε διάφορα πεδία. Η ικανοποίηση που παίρνουμε, φτιάχνοντας κάτι, είναι μια καλή ασπίδα προστασίας, μια διέξοδος ψυχική. Ιδίως εάν αισθανόμαστε ότι ξεκινούμε έναν κυματισμό που ίσως φτάνει στους άλλους, επικοινωνεί μ’ αυτούς και ανακινεί και τη δική τους όρεξη να μείνουν ενεργοί.

Η φυσική απομόνωση με έναν παράξενο τρόπο είναι ένας κοινός τόπος, ένα βίωμα που μοιραζόμαστε. Κι ο καθένας δίνει τη δική του ανάγνωση και διάσταση.

Εγώ θέλω να τα καταφέρουμε, να βγούμε καινούριοι μέσα απ’ αυτήν την περιπέτεια, μετατρέποντας το όποιο «τραύμα» σε θαύμα, όπου γίνεται κι όπως γίνεται.

Ως αντίδοτο στη νοσηρότητα της αδυσώπητης κατανάλωσης πληροφορίας, θέλω να ενσταλάζω σταγονίτσες δροσιάς και ζωής.

Ανοίγω λοιπόν την τράπουλα…

Απολογισμός 2020 – Η επιστροφή του Οδυσσέα

Έργο της Tina Maria Elena.
Πηγή: https://tinamariaelena.com/

Χθες έβλεπα τη συνέντευξη στην ΕΡΤ του κυρίου Θεόδωρου Τερζόπουλου. Θαύμασα αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο του θεάτρου για τον τρόπο που μπορούσε να αφηγηθεί τη διαδρομή του. Φυσιογνωμικά έμοιαζε με τον αγαπημένο μου παππού τον Μανώλη κι ήταν λίγο σαν να μου έκλεινε το μάτι, ένας άλλος “παππούς” αρχέγονος που μου μιλούσε για τα βάθη της ψυχής μου, το οντολογικό βάθος, όπως είπε κι εκείνος… Αυτό με συγκινεί, σε μια στιγμή σιωπής που μπορώ να μοιραστώ με κάποιον, συντονισμένη στις ίδιες συχνότητες μαζί του.

Η αφήγηση της ζωής και της πορείας του που παρακολούθησα, με έκανε να θελήσω να πω τη φετινή διαδρομή που δεν έχει τελειώσει, αλλά κάτι μου λέει να την ολοκληρώσω εδώ, με τις λέξεις μου, να την τοποθετήσω στη θέση της με τα νοήματά της και να την αφήσω ελεύθερη να φύγει. Με εμπιστοσύνη.

Το 2019 είχε φύγει, περνώντας την τελευταία ημέρα του στο ιστορικό κέντρο. Ανακάλυψα ένα μαγαζί που επιδιορθώνει φερμουάρ και πήγα κι έκλεισα τις εκκρεμότητες χρόνων. Έκλεισα όλα τα περάσματα. Έραψα τα κουμπιά μου, επιδιόρθωσα τα χαλασμένα μου, πέταξα τα χωρίς ελπίδα όνειρα. Ύστερα με αγαπημένη φίλη, απ’ αυτούς που σε ξέρουν πριν γίνεις ο ενήλικος εαυτός σου, διαλέξαμε ημερολόγια για τη χρονιά, επέμεινε σοφά να πάρω ένα μεγάλο που τελικά το κάλυψα όλο, παρόλο που εγώ φλέρταρα με κάτι λιλιπούτεια για μη γραφιάδες. Κι ύστερα ωραία παρεούλα, μέχρι το βράδυ που γύρισα σπίτι. Με περίμεναν τρεις σοβαρές προτάσεις για Παραμονή Πρωτοχρονιάς το βράδυ, δηλαδή θα περνούσα εγγυημένα καλά και στις τρεις περιπτώσεις, αλλά τελικά αποφάσισα να μείνω μόνη μου, να μην πάω πουθενά. Όπως και την επόμενη ημέρα. Χτύπησε μόνο απρόσμενα το τηλέφωνο από το δάσκαλό μου, να δει εάν ήμουν καλά. Ήμουν. Οι προβλέψεις του για το 2020 έλεγαν να μείνουμε ήρεμοι και να μην παρασυρθούμε από την τυχόν ευφορία της χρονιάς… Ευτυχώς, δεν παρασυρθήκαμε! Τώρα, για το ήρεμοι δεν ξέρω, αυτό παραμένει το μεγάλο στοίχημα…

Ο επόμενος καιρός μου επεφύλασσε κι άλλα κλεισίματα λογαριασμών. Αποσύρθηκα από τα εθελοντικά, αλλά αγάπησα πολύ τα παιδιά μου όλα από τις ομάδες και αξιόλογους ανθρώπους που έχουν θέση στην καρδιά και τη ζωή μου. Τα πιστεύω πολύ. Εκεί ανακάλυψα ότι είμαι εμψυχωτής των άλλων, αρκεί να πιστεύω το σκοπό και βεβαίως, τα μέσα, γιατί δεν τα αγιάζει τίποτα αυτά.Και είδα ποιος παίκτης είμαι στις ομάδες. Οι ομάδες έχουν μεγάλη δυναμική, όταν μπορούν να ενσωματώσουν όλα τα πλεονεκτήματα των μελών τους, όταν δεν μπορούν, είναι όχλος συναφειών και κατά το καβαφικό δεν έχω καμία δουλειά εκεί.

Εκεί κατάλαβα πόσο τυχερή είχα υπάρξει στο πρώτο μισό της ζωής μου, με τους “αρχηγούς” που είχα συναντήσει στις δουλειές, τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν τυφλά, που μου άνοιξαν το δρόμο να είμαι και να γίνω. Χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη στη συναισθηματική τους ευφυία, στην ελευθερία που μου έδωσαν, που μου δίδαξαν να αφήνω τον έλεγχο στον καλύτερο από μένα, να εμπιστεύομαι, να μην φοβάμαι να κάνω λάθος, γιατί τότε δεν κάνω ποτέ, είναι όλα σωστά και αξιοποιήσιμα για το καλό. Είμαι πολύ τυχερή γιατί οι άνθρωποι αυτοί με πίστευαν, όπως πίστευα κι εγώ τον εαυτόν μου, γιατί με έχει πιστέψει πρώτη αυτή η απίστευτη μανούλα μου… Όλα στη ζωή είναι πολύ απλά, γι’ αυτό και τόσο σύνθετα.

Τ0 2020, σταμάτησα και όλες αυτές τις γελοίες συνεντεύξεις εργασίας που είχα πάει την προηγούμενη τριετία. Από το τηλέφωνο μόνο τους ρωτούσα για μισθό και ασφάλιση, οι απαντήσεις που έπαιρνα, ήταν ακόμα πιο γελοίες και ησύχασα κι απ’ αυτούς. Ένα σοβαρό χειρουργείο του Φεβρουαρίου για τον μπαμπά, μας δοκίμασε κι άλλο. Εκεί βρέθηκα να μιλάω από την ψυχή μου σε έναν απίστευτο γιατρό που τον έκανα κι αυτόν να κλάψει από συγκίνηση, το μεγάλο μου ταλέντο κατά την αδερφή μου. Ή ανοίγουμε τα νερά να τρέξουν ή κοροϊδευόμαστε. Αυτό συμβαίνει όταν ανοίγουν οι καρδιές, ακόμα και σε ένα γκρίζο αποστειρωμένο νοσοκομειακό χωλάκι.

Ύστερα ήρθε η πρώτη καραντίνα, και μία μία άρχισαν να έρχονται γύρω μου εν είδει ανθρώπων αλλά και καταστάσεων, μικρές και μεγάλες δικαιώσεις για τα όσα πικρά είχα ζήσει την περασμένη τριετία. Νοερά συσκεύασα τα δηλητήρια των άλλων και τα επέστρεψα πίσω. Εγώ κράτησα μόνο τη μικρή ποσότητα του “φάρμακου” για να έχουμε να πορευόμαστε στη ζωή και να μην ξεχνάμε, αλλά βεβαίως να συγχωρούμε, μεταμορφωμένοι.

Στο διάλειμμα από τις καραντίνες έφυγε ήσυχα ο μπαμπάς. Μούδιασα για μήνες και συνέχισα την ιδιότυπη καραντίνα μου που είχε ξεκινήσει από πέρυσι την 1η Νοεμβρίου, με το συμβολικό σπάσιμο του δεξιού μου ώμου, του χεριού που έπρεπε να μάθει πώς να δίνει. Το πένθος. Που το ζούσα ήδη από πριν. Ο μπαμπάς φεύγοντας με επανασυνέδεσε με όλα αυτά τα οποία είμαι, τη φύση, το ένστικτο, τη ματιά, μου θύμισε ότι έγινα όσα είμαι, γιατί ήμουν πολλά από αυτά και είτε το είχα ξεχάσει στο δρόμο είτε δεν το είχα καταλάβει. Και είμαστε και γινόμαστε, όπως είπε και ο άνθρωπος του θεάτρου. Με οδήγησε να αποδεχτώ τον εαυτόν μου, ό,τι είναι.

Ξαναφύτεψα με άλλα παιδιά, ξαναφηγήθηκα, εκείνα με γέμισαν μ’ αυτή την παιδική αγάπη που δεν με έχει εγκαταλείψει ποτέ, ίσως γιατί την έχω λάβει με το παραπάνω κι έχω πάντα να δίνω, ξανασυνδέθηκα με τη γραφή μου, με τη δημιουργικότητά μου στα νέα μέσα ως λάτρης της τεχνολογίας. Ξαναέγραψα σε ένα περιοδικό κι αισθάνθηκα μεγάλη χαρά να κάνω τη δουλειά μου και πάλι.

Ξαναβρίσκω τους άλλους παίκτες, από άλλες πολύ δυνατές ομάδες που υπήρξαμε παλιά ή που νοερά εκεί ανήκουμε. Ξανασυναντιόμαστε άνθρωποι που γνωριζόμαστε είκοσι ή σαράντα χρόνια, ίσως για να πιστοποιήσουμε ότι υπάρχει μια σταθερά σε όσα ξέραμε, γι’ αυτόν τον κόσμο που αλλάζει, αλλά που παραμένει τόσο ίδιος… Ένα μέτρο για τον κόσμο, για τα όριά μας, τις πορείες μας, τις διαδρομές μας. Κι αυτή είναι μια αγάπη.

Στο γρήγορο συναντώ στο δρόμο, σε στιγμές που είμαι αφηρημένη, δηλαδή απόλυτα συγκεντρωμένη, τον μικρό που τον ενθαρρύνω να γίνει αρχηγός της τέχνης του, μην ξεχαστεί και πάει αλλού και δεν ολοκληρώσει αυτό το δρόμο του. Με κοιτάζει γελαστά. Ε, η μεγάλη μου ανταμοιβή.

Όπως λέει κι ο δάσκαλος, άλλο το τι είμαστε κι άλλο τι νομίζουμε ότι είμαστε…

Έχω φτάσει στο ωραίο νησί, μετά την περιπλάνησή μου την οδυσσεϊκή, με έχει αναγνωρίσει ο Άργος κι η Ευρύκλεια, έχουμε κατατροπώσει και τους μνηστήρες, μαζί με το γιο μου από το μέλλον και μένει να καθαρίσουμε την αίθουσα από τα “αίματα” για να μπορεί κι η Πηνελόπη, η ψυχή μας, να ανασάνει ελεύθερη. Θα καθίσουμε ήσυχα να αναπνεύσουμε στην καθαρή, μοσχοβολιστή αίθουσα, μετά τη σκούπα.

Σήμερα ανακάλυψα μέσα στη μαντζουράνα μου να φυτρώνει ένας βολβός που δεν ξέρω τι είναι, με πολύ δυνατό κορμό αναδύεται. Είμαι περίεργη τι είναι…

Πολυτεχνείο 2020

Μεγάλωνα τη δεκαετία του ’80 σε ένα σπίτι που οι παππούδες είχαν ζήσει βίους και πολιτείες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αλβανία ο ένας, Μάχη της Κρήτης, Αίγυπτο και Ρίμινι ο άλλος. Σε ένα χωριό της Αργολίδας εγώ, με το περιβάλλον γύρω μου δεξιό, να αμφισβητεί με τη γνωστή συνωμοσιολογία τους νεκρούς του Πολυτεχνείου κλπ.
(Αγρότες άνθρωποι στα χωριά τους, αναπνέοντας όμως ελεύθεροι τα χρυσά χρόνια του Αντρέα, αλλά μοχθώντας το ίδιο για την επιβίωση. Εάν μου έμαθαν κάτι, είναι ότι μπορούμε να επιζήσουμε με αξιοπρέπεια σε όλες τις συνθήκες, όσο δύσκολες κι αν είναι… Περιέγραφαν την Κατοχή σαν κάτι τρέχον, η βιωμένη βλέπεις πραγματικότητά τους.)
Έχουν πεθάνει όλοι πια, θείοι που τα λέγανε όλα τούτα. Λίπασμα κι αυτοί για τους κοσμικούς κήπους.
Είχα όμως μια ευκαιρία τεράστια: διάβαζα από τεσσάρων ετών δύο εφημερίδες κάθε μέρα, η μία δεξιά η άλλη κεντρώα, αλλά ήταν οι κραταιές εφημερίδες της εποχής, έβλεπα την τότε ΕΡΤ και διάβαζα βιβλία από μόνη μου.
Μπορούσα λοιπόν να είμαι κάτι άλλο από αυτό που θα υπαγόρευε το περιβάλλον σε ένα μικρό κορίτσι. Μπορούσα να είμαι ελεύθερη, με ελεύθερη σκέψη.
Το Πολυτεχνείο λοιπόν πάντοτε για μένα -εκτός από τα μαγικά του τραγούδια- αντιπροσώπευε αυτή την εξατομίκευση, της ελευθερίας, της σκέψης, του λόγου. Και συνεχίζει.

Υ. Γ. : Οι σκιτσογράφοι σήμερα τα έχουν πει όλα. Εάν είχα εφημερίδα, θα συγκέντρωνα ένα δισέλιδο μόνο με τα σκίτσα τους. Όλη η ουσία.

Διατροφικά μυστικά για τον καιρό της καραντίνας

Οι διατροφικοί «θησαυροί» της εποχής που ανακάλυψα ότι εμένα με βοηθάνε κι ανεβάζουν τη διάθεση και τη ζωτικότητά μας:

-Παντζάρια (π.χ. σε συνδυασμό με φάβα)
-Λάχανο
-Καρότο
-Κάστανα
-Ρόδια
-Πράσο (π.χ. στη σαλάτα αντί για κρεμμύδι)
-Ραπανάκια
-Πιπεριές
-Εσπεριδοειδή που τώρα ξεκινούν…

*Και όποιος ζυμώνει το ψωμί του, ας δοκιμάσει μαζί με το σουσάμι και τον παπαρουνόσπορο και τον ηλιόσπορο από πάνω!

“Μεγάλος χαφιές το αίμα”

Είναι ένα βιβλίο χειροποίητο εργόχειρο, με το βελονάκι να πλέκει τον λεπτεπίλεπτο ιστό της πλοκής και πάνω να σταλάζει το αίμα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η ανάσα των γενεών που διαδέχεται η μία την άλλη· σερβιρισμένη στο δίσκο με το γλυκό του κουταλιού -όχι vintage, αυθεντικό- και το κρυστάλλινο νερό στο ποτήρι. Διαβάζοντας το νέο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα, “άντρες χωρίς άντρες” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, ένιωσα ανακούφιση. Ότι κάποιος μπορούσε να δει τα υποστρώματα του κόσμου που χάνεται τόσο ραγδαία από τα μάτια μας. Είναι ένα βιβλίο που διασώζει τη μνήμη, την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια. “Θυμάσαι από πότε άρχισες να θυμάσαι;”

Πραγματικά ο συγγραφέας “κεντάει”. Στήνει μια ιστορία ειδωμένη από τα μάτια των αντρών, πλεγμένη με απρόσμενο τρόπο, ιχνηλατώντας τα χνάρια της Ιστορίας, όπως σημαδεύει τα κορμιά, τις ζωές, τις ψυχές των ανθρώπων. Ο Δαββέτας λέει “αλήθειες” με απαλό και το γνώριμο δικό του τρόπο, χωρίς βία, αλλά τις λέει. “Οι πραγματικοί ήρωες είναι πάντα νεκροί.”. Είναι ένας διαμεσολαβητής της πραγματικότητας, μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση. “Η ζωή δεν σταματούσε να στενεύει”. Αν και η ιστορία του είναι δύσκολη, άγρια, με την ανάγκη των ανθρώπων να βοά, ο συγγραφέας τη λέει αφήνοντας τον αναγνώστη να ανασάνει. Δεν το στενεύει. Δεν τον “κλείνει”, δεν τον ταλαιπωρεί. Του την αφήνει ήσυχα και όμορφα στο τραπεζάκι, να την παραλάβει, να την δεχτεί, να την ρουφήξει κι ύστερα να τον ρουφήξει εντός της αυτή. Με ένα τακτ. Του παραδίδει μια αφήγηση με όλη τη σύγχρονη Ιστορία της χώρας να περνάει σινεμασκόπ μπροστά από τα μάτια του, αφήνοντας πληγές βαθύτατες, χαραγματιές στο αστικό αθηναϊκό τοπίο, αλλά αφήνει με ένα μαγικό τρόπο “αέρα”, με μια λιτότητα και χάρη του καλού μάστορα του λόγου και της ιστορίας. Αισθάνθηκα συγκίνηση, βλέποντας τι έκανε με το υλικό του, με τους ανθρώπους, με τις ιστορίες τους. Είπε απλώς τα …γεγονότα. Αφήνοντας την ατμόσφαιρα της πόλης να κατακλύσει τον αναγνώστη σαν υγρασία. Η Κυψέλη, η Τρούμπα, το Κουκάκι, ο Κολωνός. Μιλάνε με τα σημερινά κουφάρια τους.

Σκεφτόμουν ότι ο Νίκος Δαββέτας έβγαλε μια «ακτινογραφία θώρακος», ένα ψυχικό ενσταντανέ, για να θυμόμαστε και την πόλη, τη ζωή, την ιστορία της, πριν περάσει το πρόσκαιρο λούστρο του AirBnB από πάνω και τα ισοπεδώσει όλα. “Εχθρός του καλού δεν είναι το καλύτερο, είναι το απαγορευμένο.” Τολμώ να πω ότι επιστρέφει τη λογοτεχνία στον τόπο της, στην πατρική γη, μετά την περιπλάνηση στα διαδικτυακά σοκάκια και την επέλαση του διαρκώς καινούριου. Θαύμασα το βιβλίο. Είναι έργο ωριμότητας, αλλά όχι φθοράς. Ανθίζει τη λογοτεχνία εντός του, τη διϋλίζει από τα περιττά και τη σερβίρει στο ποτήρι κρυστάλλινη και διαυγή, πάνω στο ματωμένο πετσετάκι.

“Το να ελπίζεις σε δύσκολους καιρούς δεν είναι ανόητος ρομαντισμός.”

Το 2012, ήταν μια χρονιά ορόσημο αναμφίβολα για μένα. Εργαζόμουν απλήρωτη, σε δυσμένεια από την εργοδοσία κι ενδεχομένως τους εργαζομένους που τη στήριζαν, μόνη με τις προσωπικές μου απόψεις και αποφάσεις -όποιος με γνωρίζει ξέρει ότι δεν είμαι ακτιβίστρια ούτε αντιδραστική, αλλά όταν πρόκειται για τη δικαιοσύνη δεν κάνω βήμα πίσω- με μια παράξενη ελευθερία: έγραφα ακόμη το άρθρο της τελευταίας σελίδας της “Βραδυνής” κι εκεί ακτινογραφούσα την τροπή της ελληνικής πραγματικότητας, μέσα κι από το μικρόκοσμο μιας εφημερίδας που κατέρρεε. Οι συνάδελφοι συχνά έρχονταν και μου έλεγαν ότι “ήξεραν” για “ποιο” πράγμα μιλούσα, γράφοντας σε δύο ταμπλό αναμφισβήτητα, με πολλαπλές αναγνώσεις. Η μεγάλη μου παρηγοριά και δικαίωση: ότι μιλούσα γι’ αυτά που συνέβαιναν. Πταίσματα, εάν σκεφτούμε το πού οδηγηθήκαμε. Ωστόσο έκανα αυτό που ήξερα και μπορούσα: να γράφω και να δίνω τόσο τη μικρή εικόνα όσο και τη μεγάλη.

Οι “σύντροφοί” μου εκείνον τον καιρό τον πολύ μοναχικό -τι ειρωνεία: ένας μόνος του υπερασπιζόταν το συλλογικό-, μπορεί να μην διέθεταν ακριβώς …φυσική παρουσία, αλλά ήταν μέσα στην τσάντα και πάνω στο γραφείο μου και κυρίως δούλευαν μέσα στο μυαλό και την καρδιά μου. Κι έτσι δεν ήμουν τελικά τόσο μόνη. Μια βιογραφία του Στηβ Τζομπς ήταν καταλύτης, γιατί βήμα βήμα ακολουθώντας τις επιρροές του κι ύστερα τις επιρροές των επιρροών του, εγώ οδηγούμουν να συνομιλώ με αυτούς που χρειαζόμουν ως συμπαραστάτες. Σ’ αυτούς συντρέχω και τώρα για εμψύχωση. “…Ακόμα κι ένας Κινέζος φιλόσφος ήταν αρκετά σοφός ώστε να θεωρεί το άτομο θεμέλιο της αυτοκρατορίας…”, διαπίστωνε ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ στην Πολιτική του Ανυπακοή. “…Σε αυτόν τον κόσμο δεν ήρθα για να εξωραΐσω τη ζωή, αλλά για να ζήσω σ’ αυτόν, είτε είναι καλός είτε κακός. Δεν οφείλει κάθε άνθρωπος να κάνει τα πάντα, αλλά μόνον κάτι˙ επειδή όμως δεν μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει οπωσδήποτε να κάνουμε αυτό το κάτι, και μάλιστα εσφαλμένα…” (εκδόσεις Ποντίκι, διεύθυνση σειράς Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης).

Πριν μια δεκαετία περίπου, έφυγε από τη ζωή ο Howard Zinn, ευτυχώς δεν είδε όλα αυτά που επακολούθησαν στην αμερικανική κοινωνία. Η αυτοβιογραφία του με τίτλο “Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ’ ένα τρένο που κινείται” (εκδόσεις Αιώρα, 2011, μετάφραση Νίκος Σταμπάκης) είναι ένα άνθος μέσα στους αγριόκηπους της πολεμικής, του ρατσισμού, του φανατισμού, της πείνας. “Το να ελπίζεις σε δύσκολους καιρούς δεν είναι ανόητος ρομαντισμός. Βασίζεται στο γεγονός ότι η ιστορία του ανθρώπου δεν είναι μόνο ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους ευγένειας.

Ό,τι επιλέξουμε να υπογραμμίσουμε σε τούτη την περίπλοκη ιστορία, αυτό θα καθορίσει τη ζωή μας. Αν δούμε μόνο το χειρότερο, αυτό θα καταστρέψει την ικανότητά μας να κάνουμε οτιδήποτε. Αν θυμηθούμε τους τόπους και τους χρόνους -και είναι τόσοι πολλοί- που οι άνθρωποι έδειξαν μεγαλείο, αυτό θα μας δώσει την ενέργεια για να δράσουμε και τη δυνατότητα να στείλουμε αυτή τη σβούρα -τον κόσμο μας- σε μια διαφορετική κατεύθυνση.

Και, αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε για κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα άσχημα γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη.”

Έχουμε να ζήσουμε μόνο το παρόν, τώρα. Πάντα αυτό είχαμε και θα έχουμε. Απλώς, όσοι είμαστε σε θέση, το συνειδητοποιούμε τώρα καλύτερα. Κι εδώ η τοσοδούλικη ατομική μας επιλογή μετράει και πάλι. Είμαστε ο καθένας μόνος του κι εντέλει όλοι μαζί για να επιλέξουμε τη ζωή. Έχει γίνει μια τεράστια σύγχυση στην κοινωνία, οι πολίτες εκχωρούν στην πολιτεία τα δικαιώματά τους μόνον όταν είναι για να τα υπερασπιστεί, να τα προφυλάξει, να τα προασπίσει, δεν σημαίνει ότι τα έχουμε εναποθέσει στο πουθενά και περιμένουμε να σωθούμε από τον από μηχανής θεό. Έχουμε βούληση, συνείδηση, ας τα κρατήσουμε ενεργά, να βοηθήσουμε τον εαυτόν μας και το συνάνθρωπο. Δεν είναι ώρα για ανθρωποφαγία, ποτέ δεν είναι άλλωστε τέτοια ώρα. Είναι μια στιγμή που πρέπει να συλλέξουμε όλες μας τις δυνάμεις, να τις κρατήσουμε συγκροτημένες, προσανατολισμένες προς τη ζωή. Η αυτο-υπονόμευση δεν οδηγεί πουθενά, μόνο στη πτώση του ανοσοποιητικού μας προσωπικά και συλλογικά. Φαντάζομαι δεν τρέφει κανείς αυταπάτες για τις ευρύτερες ευθύνες και θα αποδοθούν όταν έρθει η ώρα, αλλά τώρα ας μείνουμε στην αυστηρά δική μας, πάντα αυτή έχουμε υπό τον έλεγχό μας. Όταν λοιπόν το δικαίωμα που έχεις εκχωρήσει, καταπατάται, το ιδιοποιείσαι και πάλι για να το προφυλάξεις. Ας κοιτάξουμε να επιβιώσουμε ψυχικά, σωματικά και πνευματικά.

Αυτός ο ιός αυτό που αποκάλυψε κυρίως με τον φόβο που ενεργοποίησε, είναι πόσο ευάλωτη ήταν η κοινωνία, πόσο ανέτοιμη ψυχικά και πνευματικά να χειριστεί ένα πρόβλημα τόσο σοβαρό. Είχε παραδοθεί σε άνευ όρων υποχωρήσεις μέσα στην κρίση κι αυτό πληρώνει τώρα. Ο καθένας στο πόστο του ας κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, έστω από το καβούκι του, αντί να βυθίζεται στα σκουπίδια και στη σαπίλα. Αυτό το μικρούλι παρόν, να, που αποτελεί το μέλλον…

Λίγο πριν το απαγορευτικό…

Θα συνεχίσω να διαβάζω την πραγματικότητα με το δικό μου τρόπο.

Λοκ, ξελόκ ντάουν, δεν γεννήθηκε σήμερα ο κόσμος. Ούτε θα πεθάνει.

Το μήνυμα της ημέρας από τον …Ηγεμόνα, πριν καμιά πεντακοσαριά χρόνια.

Μυστικός κήπος

Μαχμούντ Σαμπισταρί, Πέρσης ποιητής 13ος-14ος αιώνας μ.Χ.
Από την ομώνυμη έκδοση «Ο Μυστικός Κήπος»,
Πύρινος Κόσμος 1995,
μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Κίμων Θεοδωρόπουλος

Η Ανάγκη, «μαμή» και της δημοσιογραφίας που θα έρθει από το μέλλον

Όταν ο δημοσιογραφικός κλάδος κατέρρεε, με ορόσημα το Άλτερ, Απογευματινή, Ελευθεροτυπία και τελευταία ΔΟΛ και Πήγασο, απλώς οι δημοσιογράφοι για την κοινωνία «πάθαιναν ό,τι τους άξιζε» και «τι πείραζε, μωρέ, θα είχαμε δημοσιογραφία των πολιτών από τα μπλογκς…». Εδώ γελάμε πολύ. Κι ύστερα κλαίμε. Κι η τέταρτη εξουσία πέθαινε ραγδαία, με τόσους ανώνυμους εργάτες της σε μικρά και μεγάλα «μαγαζιά» να οδηγούνται στην απόγνωση και τον εξοστρακισμό.
Φυσικά ακολούθησαν ή προηγήθηκαν τόσοι άλλοι επαγγελματικοί κλάδοι, π.χ. κατασκευών κλπ, αλλά με άλλη επίδραση στην κοινωνία και βέβαια πιο «βουβή», αφού δεν υπήρχαν πια στις δουλειές τους οι δημοσιογράφοι για να τα καταγράψουν, να τα αναδείξουν, να τα πουν σε όλους.
Ας πούμε, ποιος είναι σε θέση να μιλήσει για τη χρόνια πολύπαθη κατάσταση της γεωργίας;

Τώρα φαίνεται η έλλειψη.
Έτσι; Αν και όλοι για κάποιο ανεξήγητο ναρκισσιστικό λόγο ισχυρίζονται ότι μπορούν να κάνουν τη δουλειά, αυτοβαφτίζονται κιόλας δημοσιογράφοι, ανάθεμα κι αν αντιλαμβάνονται το ρόλο… Νομίζουν ότι αφορά παρουσίαση πρωινάδικου ή το να πουν τη γνώμη τους. Φτάνει με τις γνώμες, θέλουμε γεγονότα, τεκμήρια, αντίληψη της πραγματικότητας.

Ψάχνουν να πιαστούν όλοι στα ανώνυμα διαδικτυακά σχόλια. Και δεν υπάρχει κανείς να τους «σώσει» πια από την ατεκμηρίωτη, ασύστολη αντιγραφή ισχυρισμών χωρίς διασταύρωση.

Και νιώθει αδικημένη η εστίαση κι η τέχνη τώρα. Ας μην μιλήσουμε για τον τουρισμό…

Σίγουρα δεν είναι κλάδος αγίων η δημοσιογραφία, είναι μήπως κανείς άλλος τομέας; Ούτε καν αυτοί που δηλώνουν κοντά στους αγίους…
Αλλά είναι ένας αναπόσπαστος κρίκος της αλυσίδας με καίριο έργο που ο αφανισμός του ή η υποβάθμιση της ποιότητας του έργου που ποιεί, σαρώνει την κοινωνία. Ζούμε λοιπόν κι αυτή την υπόγεια πανδημία, μαζί με την πραγματικά ιατρική, γι’ αυτό ο κόσμος άγεται και φέρεται για το κάθε ζήτημα που ενσκήπτει, από τον κόβιντ μέχρι την Ακρόπολη.

Πιστεύω στην Ανάγκη και θα ξαναγέννησει αυτά που χρειάζεται και τη δημοσιογραφία. Ίσως ένα πρώτο βήμα να είναι κι αυτό: η αναγνώριση του βάραθρου που χωρίζει το γεγονός από την είδηση κι ό,τι ο ισχυρισμός του καθενός δεν είναι είδηση… Ούτε η διαφημιστική ανταλλακτική «πώληση» των μπλογκς, από βιβλία μέχρι θεατρικές παραστάσεις και πολλά άλλα.

Πού είναι τώρα ο μπλόγκερ που πήγαινε τζάμπα στις παραστάσεις για διαφήμιση, να αναδείξει πραγματικά ό,τι συμβαίνει; Κι η αναγωγή σε όλα, βεβαίως.

Κρίση, δημοκρατία και «ειδικοί»

Μια μοδίστρα πηγαίνει στο περίπτερο και ζητάει ένα περιοδικό ραπτικής. Ο περιπτεράς της κάνει κήρυγμα για το τι εστί μοδιστρική, ενώ δεν έχει κρατήσει ποτέ βελόνα στο χέρι του και δεν έχει στο ενεργητικό του ούτε ένα χιλιοστό γαζιού. Ίσως και να μην έχει δει ραπτομηχανή ποτέ από κοντά.

Η εικόνα σε αναγωγή για όλα τα θέματα της κοινωνίας. Οι τραγουδιστές θέλουν να μιλάνε σαν να ήταν γιατροί. Αλλά δεν είναι. Οι σχολιαστές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης νομίζουν ότι δημοσιογραφούν έτσι. Αλλά δεν. Η κάθε μαγείρισσα στο σπίτι της που έφτιαχνε φαγητό για την οικογένειά της, νομίζει ότι είναι επαγγελματίας σεφ. Με ένα μήνα γιόγκα κάποιος νομίζει ότι έγινε γκουρού. Αλλά δεν. Παίζοντας με μια γραφιστική εφαρμογή, δεν γίνεσαι γραφίστας. Βγάζοντας φωτογραφίες με το διαστημικό κινητό σου, δεν είσαι φωτογράφος. Μπορείς βεβαίως, άμα θελήσεις, να γίνεις όλα αυτά, αφιερώνοντας χρόνο πολύ από τη ζωή σου. Το χαμένο νόημα της μαθητείας σε μια τέχνη, σε ένα αντικείμενο βλέπεις…

Το Google με την εύκολη πρόσβαση, έδωσε την ψευδαίσθηση ότι η πληροφορία είναι ανώτερη της γνώσης και όποιος την κατέχει είναι «βασιλιάς». Η πληροφορία όμως χωρίς τη γνώση είναι από άχρηστη έως επικίνδυνη. Και πραγματικά μπορεί να κάνει κάποιον «βασιλιά» των ψευδαισθήσεων στο βασίλειο της ανοησίας ή της τρέλας.

Μπορεί η τεχνολογία να κινείται γρηγορότερα από όσο η ανθρωπότητα μπορεί να αντέξει, ψυχικά τουλάχιστον σε επίπεδο προσαρμοστικότητας, αλλά ο παράγοντας άνθρωπος παραμένει αυτός που κινεί τα νήματα. Η μαθητεία σε κάθε κλάδο, η πολύχρονη εμπειρία, μπορεί για λόγους οικονομικού κόστους να καταργείται, αυτή τη στιγμή, αλλά δυστυχώς αφήνει διάτρητη την κοινωνία. Μεγάλες τρύπες στον ιστό της χάσκουν, γιατί η διαδοχή και η ιεραρχία δεν ακολουθήθηκαν, χάρη στα φτηνά νεαρά και ανασφάλιστα εργατικά χέρια. Τα παιδιά, σε πολλούς τομείς, μπήκαν στις δουλειές μόνο με τις διαδικτυακές εφαρμογές στα χέρια, με την ορμή και τη δύναμη της νιότης τους. Δυστυχώς και χωρίς διεκδικήσεις για το πώς ασκείται η εργασία τους και το τι σημαίνει, τι επίδραση έχει. Οι «έμπειροι» εξοστρακίστηκαν ως …ακριβοί και …απαιτητικοί, που θέλουν μισθό και ασφάλιση δηλαδή, και το τοπίο αλλάζει ραγδαία.

Γεμίσαμε μη ειδικούς που νομίζουν ότι είναι. Κι επειδή είναι και πολλοί και εκμεταλλεύσιμοι από τους λίγους του παλιού κόσμου που θέλουν να κάνουν φτηνά τη δουλίτσα τους, αποθεώνονται. Δεν ξέρω πότε θα έρθουν και εάν έρθουν ποτέ αντιμέτωποι με τις συνέπειες αυτής της διαδοχής έτσι όπως έγινε. (Όταν πρωτοπήγα στην εργασία μου και ήμουν η νεότερη, οι προϊστάμενοί μου με περνούσαν είκοσι χρόνια και με τη σειρά τους οι «μέντορές» τους που βρίσκονταν στο χώρο τους περνάγανε είκοσι με τριάντα χρόνια επίσης κι όλες αυτές οι γενιές κυκλοφορούσαν τη γνώση, την εμπειρία τους, την όρεξη και τη φλόγα τους). Η κοινωνία πάντως έχει έρθει, αλλά αρνείται να το δει στον καθρέφτη της, που τι ειρωνεία, είναι μια ολόκληρη πανδημία πια που την επαπειλεί…

Σε μια λειτουργική δημοκρατία, ο κάθε άνθρωπος είναι στη θέση του, κάνει τη δουλειά του, λέει τη γνώμη του, ελεύθερα, αλλά γνωρίζει και ποιος είναι, ποια είναι η επίδραση των λόγων του και κυρίως των έργων του και η συνέπεια ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο είναι ο μεγάλος κριτής, από την ίδια τη ζωή.

Θα επαναλάβω το αυτονόητο: δεν θέλω να με χειρουργεί ο τραγουδιστής ούτε να με ψυχαγωγεί το γραφείο κηδειών. Θέλω το φαγητό μου να μαγειρεύεται από ανθρώπους που τηρούν τους κανόνες υγιεινής και η πληροφορία που λαμβάνω να διασταυρώνεται. Όλοι μπορούν να έχουν τη γνώμη τους, δικαίωμά τους αναφαίρετο, αλλά και δική μου υποχρέωση είναι να διακρίνω ποιον θα ακούσω για να σώσω τη ζωή μου το λιγότερο, τούτη την ώρα.

Ο φόβος του φόβου

Οι διεθνείς οδηγίες από τους αρμόδιους φορείς παγκόσμιας εμβέλειας για την ψυχική υγεία, είναι σαφείς: μία με δύο φορές την ημέρα αξιόπιστη ενημέρωση για τα τεκταινόμενα της πανδημίας, αυστηρά δημοσιογραφικά και σοβαρά, και όσο το δυνατόν αποχή από την κινδυνολογία και την καταστροφολογία. Ταυτόχρονα, με όσες δυνατότητες μας δίνει η απόσταση να ενεργοποιήσουμε τα κοινωνικά μας δίκτυα, όχι τα εικονικά μόνο, αλλά τα πραγματικά της ζωής μας.

Χρειαζόμαστε τους ανθρώπους και τι ειρωνεία, ίσως το καταλαβαίνουμε καλύτερα τώρα που δεν είναι πολύ εύκολο να τους αγκαλιάσουμε, να τους χαιρετήσουμε, να τους αγγίξουμε, να σταθούμε κοντά τους.

Η εγγύτητα όμως είναι ένα πολύ παράξενο πράγμα. Μπορεί να είμαστε τόσο “κοντά” με ανθρώπους που είναι στην άλλη άκρη του πλανήτη και τόσο αποστασιοποιημένοι από το διπλανό μας.

Το κοινότοπο για τις ορμόνες του στρες που ενεργοποιούνται με όλα όσα ακούμε, ισχύει, οπότε πρέπει να βρούμε τρόπους να αποφορτιζόμαστε, ο καθένας τους δικούς του και να μην ενδίδουμε στο φόβο του φόβου. Θέλει πολύ δύναμη, πολύ κουράγιο, μεγάλο αυτοέλεγχο και αυτοπειθαρχία. Αξίζει όμως τον κόπο η ζωή μας να το επιχειρήσουμε.

Συνεχίζουν όλα τα όμορφα να υπάρχουν, δίπλα δίπλα με τα δύσκολα. Ας μην επιτρέψουμε στον εαυτό μας να κατρακυλήσει στη μιζέρια, τον αναμηρυκασμό των προβλημάτων που είναι πραγματικά και τα βιώνουμε όλοι. Τα ξέρουμε. Θέλουμε να τους δώσουμε το πάνω χέρι; Να καθορίσουν τη ζωή μας ή να την πάρουν ολόκληρη δική τους;

Οι Κινέζοι θα μας λέγανε -όχι τόσο ποιητικά αλλά βιολογικά μιλώντας- ότι ο φόβος φωλιάζει στα νεφρά μας και στο κρύο. Φυλάει βέβαίως τα έρημα κατά τη λαϊκή δική μας παροιμία που τόσο επιβεβαιώνεται, μας είναι πολύ χρήσιμος όταν κρούει τον κώδωνα κινδύνων για την επιβίωσή μας, αλλά εντάξει, μην τον κάνουμε και πανωφόρι μας. Ας του επιτρέπουμε να εκδηλώνεται όταν πραγματικά είναι ανάγκη και τον υπόλοιπο καιρό, ας είναι ένας καλός μακρινός σύντροφος που δεν μας εξαντλεί, μας έχει έγνοια, μας προσέχει, μας νοιάζεται κι επεμβαίνει μόνον όταν πρέπει.

Άκουγα την παλιά αλλά τόσο επίκαιρη και διαχρονική αφήγηση της Διδώς Σωτηρίου στον Άρη Σκιαδόπουλο στο “Νυχτερινό Επισκέπτη” και με εντυπωσίασε η στωικότητά της να αφηγείται την Ιστορία, μέσα από τη μικροϊστορία του καθενός, με ένα μεγάλο χαμόγελο. Με μια γενναιοδωρία προς τη ζωή. Με θάρρος. Με σκανταλιά. Με τη διάθεση ενός μικρού αλανιάρικου παιδιού που παίζει και τα πειράζει όλα, για να μας κλείσει το μάτι, να μας κάνει να χαμογελάσουμε, να αισθανθουμε, τελικά να γίνουμε λίγο πιο άνθρωποι.

Δεν αγνοούμε τα προβλήματα ούτε τα κρύβουμε κάτω από το χαλάκι, αλλά με μολύβι και χαρτί, ας τα καταγράψουμε ρεαλιστικά.Δεν είναι τα ίδια που ακούμε μεγεθυμένα μέσα από την ψυχική φόρτιση του καθενός. Ένα τρόπος λοιπόν να νικήσεις το φόβο του φόβου, είναι το χαρτί και το μολύβι. Η αφήγηση. Η λίστα με τα θέματά σου. Κι ένας άλλος ο πιο ποιητικός αλλά μαζί και αληθινός: να ενδώσεις σ’ αυτόν το φόβο, να τον κοιτάξεις κατάματα και τελικά να τον ξεφοβηθείς, σου παραδίνεται έτσι αμαχητί την ίδια στιγμή. Αποστάσεις, πλυμένα χέρια, μάσκες. Και ψυχραιμία. Και απόσταση από τις εστίες της ψυχικής μόλυνσης, μπορεί να είναι ακόμη πιο κουραστικές και εξοντωτικές από τον ίδιο τον ιό.

Τα χαμόγελά μας πια αποκτούν άλλη σημασία κι αξία, οι καλές μας κουβέντες, οι καλές μας σκέψεις, η εγκαρδιότητα, η γενναιότητα να αντιμετωπίσουμε ρεαλιστικά και ανθρώπινα όλα αυτά που μας συμβαίνουν.

Η συνωμοσία της σιωπής

Είναι άλλη η εποχή μάχης και επιβίωσης κι άλλη η ώρα της απόδοσης ευθυνών. Με το να επιρρίπτεις συνεχώς τις ευθύνες στους άλλους, δεν θα σωθείς, μαραζώνεις λίγο παραπάνω κιόλας, που δεν το θέλουμε για να έχουμε δυνάμεις και ψυχικά αποθέματα να παλέψουμε. Και λίγο πνεύμα σπινθηροβόλο, ρε φίλε!

Σταθμίζεις λίγο τι προέχει. Και για τη σωματική υγιεινή και για την ψυχική σου υγεία. Άμα βγεις και βρίζεις μόνιμα, πια διαδικτυακά, δεν είναι χωρίς κόστος. Έτσι νομίζεις, αλλά δεν είναι. Σε τρώει εκ των έσω η κακεντρέχεια.
Όσοι δεν μιλούν στις εργασίες τους, στα σχολεία, στο ίδιο τους το σπίτι καμιά φορά, προκειμένου να αλλάξουν τα πράγματα, να επιδιώξουν τη βελτίωση, βρίζονται διαδικτυακά. Είναι εύκολο. Όχι, ανέξοδο, εντέλει σου κοστίζει τη ζωή σου. Επί της ουσίας. Και δεν είναι κοινωνική παρέμβαση, δεν είναι τίποτα το κουτσομπολιό κι η συνωμοσιολογία.

Και κάποια στιγμή να καταλάβουμε ότι με τη σιωπή μας -εκεί που πρέπει, δια ζώσης- θρέφουμε το περιβόητο «σύστημα» που στήνεται κάθε φορά από άπειρες σιωπές και αβουλίες. Δεν είναι καμιά συνωμοσία άλλη, παρά η συνωμοσία της σιωπής σου.

Να, μια ευκαιρία της κοινωνίας των πολιτών, η πανδημία, για να φανούμε αλληλέγγυοι, «εθελοντές» της σωτηρίας μας, άνθρωποι με νοιάξιμο για μας και για τους άλλους. Να, μια στιγμή που είμαστε όλοι ευάλωτοι κι η βοήθεια δεν έρχεται από πάνω, από κάποιον τάχα μου ισχυρότερο, αλλά από δίπλα, απ’ αυτόν που φοράει τη μάσκα του.

Η αφήγηση ως σανίδα σωτηρίας, συνοχής και συνεκτικότητας

Να το πάμε τόσο πίσω; Στα Ομηρικά Έπη, λοιπόν. Ένας τυφλός άντρας που πολλές πόλεις πια τον διεκδικούν ως «δικό» τους, αρχίζει να «λέει» τις ιστορίες του κόσμου που βρεχόταν, ας πούμε, από το Αιγαίο Πέλαγος, σ’ αυτή τη γωνιά της Μεσογείου, πριν χιλιάδες χρόνια. Πρώτα για τον πόλεμο στην Τροία, «Ιλιάδα», κι ύστερα για τις περιπέτειες του πολυμήχανου Οδυσσέα με τον ομώνυμο τίτλο. Ακόμη στις αφηγήσεις του Ομήρου, λοιπόν, ανακαλύπτουμε τον εαυτόν μας, τα ανθρώπινα -και «θεϊκά» μας- πάθη και τον τροχό της Ιστορίας να αλέθει.

Σήμερα οι ψυχολόγοι μας λένε πως ανάλογα με το πώς αφηγούμαστε τη ζωή μας, τη διαμορφώνουμε κιόλας και οι σύγχρονοι γκουρού της διοίκησης υπενθυμίζουν ότι οι ηγέτες των επιχειρήσεων -και όχι μόνο- λέγοντας την «ιστορία» τους μπορούν να χτίσουν ή να γκρεμίσουν ολόκληρους κολοσσούς. Νομίζω σε επίπεδο κοινωνίας, το βιώσαμε το διάστημα τη καραντίνας. Με τον γιατρό, κ. Σωτήρη Τσιόδρα, κυρίως να γίνεται και ο «αφηγητής» που χρειαζόμασταν για να μας εμπνεύσει, να μας πληροφορήσει, να μας κάνει να πιστέψουμε στους τρόπους προφύλαξης και σωτηρίας μας από τον ιό. Και να δεχτεί και τα πυρά, βεβαίως. Σε μια πανδημία, λοιπόν, η αφήγηση έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τι ειρωνεία, ε, όταν οι κατ’ επάγγελμα αφηγητές -ηθοποιοί, καλλιτέχνες, τραγουδιστές, χορευτές- ήταν σπίτι τους κι αυτοί κλεισμένοι κι έπρεπε να βρουν τρόπο να πουν κι αυτοί την ιστορία τους.

Όταν δεν έχουμε αφηγητή, πρέπει να τον εφεύρουμε. Και όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν, θα γίνει αφηγητής ο πιο κατάλληλος… Θα τον αναδείξει η ανάγκη.

Στη συνέχεια τώρα αντιμετώπισης της πανδημίας, θα είναι καταλυτικός ο ρόλος και όλων των αφηγητών που στερηθήκαμε κι είναι αυτή η τέχνη τους. Σκεφτόμουν, βλέποντας τις διαμαρτυρίες των καλλιτεχνών στο Σύνταγμα, ότι η διαμαρτυρία τους μπορεί να ήταν μεν για την οικονομική και καλλιτεχνική τους επιβίωση, αλλά στην ουσία -άλλωστε όσοι ασχολούνται με την Τέχνη, τα «οσμίζονται» όλα λίγο νωρίτερα- ίσως να είχαν κατέβει στο δρόμο για τη νέα τροπή που έπαιρνε η ανθρωπότητα. Ποιος θα είναι πρώτος σε θέση να το «πει»; Μα, ο αφηγητής… Αυτός ο ενοχλητικός γελωτοποιός που λέει την «αλήθεια» στο βασιλιά και τρώει το κεφάλι του ή αυτός ο αγγελιοφόρος των ειδήσεων που την πατάει πρώτος.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν γίνει τόσο εθιστικά σε όλους -πέρα από την επίδραση σε κέντρα του εγκεφάλου που ενεργοποιούν την επιβράβευση-, γιατί δίνουν τη δυνατότητα στους ανθρώπους να «αφηγηθούν». Πόσο ζουν όμως αυτές οι …αφηγήσεις; Τι επιρροή ασκούν; Ποιος υποκινείται ή παρακινείται απ’ αυτές; Αυτή η συνεχής ανάγκη να λες, πόσο σε απομακρύνει από τη δυνατότητα να πράττεις;

Προχθές, σε έναν περίπατό μου στο λόφο, μια κυρία βρίστηκε, τσακώθηκε με την άλλη για τα σκυλιά. Η πρώτη της κίνηση ήταν να έρθει σε μένα που στεκόμουν μακριά αποστασιοποιημένη, να μου πει την «ιστορία» της. Μόλις την απέτρεψα, της προκάλεσα μεγαλύτερη ενόχληση από την εμπλοκή της στον καβγά…

Με πόση σοφία, λοιπόν, επιλέγουμε τις αφηγήσεις μας;

Πόσο καταλυτικός στον πολιτισμό των ανθρώπων είναι ο ρόλος αυτών που διασώζουν τις γραπτές αφηγήσεις, τη λογοτεχνία, ας πούμε. Εάν κάτι αποκάλυψε η πανδημία, ήταν η πνευματική και διανοητική μας ένδεια. Η φτώχεια ή η αδυναμία μας να συναισθανθούμε -αυτή η απίστευτη αρετή της ενσυναίσθησης που καλλιεργείται με την ανάγνωση, μια άλλου τύπου δηλαδή ενεργητική ακρόαση ή παθητική δράση- σε μεγάλο βαθμό ίσως έχει να κάνει με τις αφηγήσεις που «καταναλώνουμε».

Άραγε αυτός ο κατακερματισμός των αφειδώς και άκοπα ονομαζόμενων story-telling πότε βρίσκει το μάστορά του κι έρχεται ένας ή λίγοι τέλος πάντων άξιοι αφηγητές και βάζουν τα πράγματα στη θέση τους, κρατώντας και φιλτράροντας το απόσταγμα, το ωφέλιμο, είτε βάλσαμο είτε δηλητήριο; Ίσως όταν πια η ιστορία μέσα στη μεγάλη Ιστορία έχει τελειώσει κι αυτός που στέκεται σε μιαν απόσταση, αποφασίσει απλώς να την πει… Κάποιος πρέπει να κάνει τη σούμα, στο τέλος.

Η συμφιλίωση με τον κύκλο

Ένα παιδί, ένα κήπος, ένα φαγητό, ίσως ακόμη κι ένα βιβλίο που φτιάχνεται ή και απλώς διαβάζεται, σου μαθαίνει την αναμονή, τη συντήρηση της φωτιάς, της εστίας μέσα σου, την οικονομία δυνάμεων, την αισθητική της υπομονής, την τέχνη της ζωής, τη δυναμική του κύκλου που ανοίγει, προχωράει και κλείνει ή εάν είμαστε τυχεροί γίνεται αέναη σπείρα αναγέννησης. Ή ακόμη κι η αναμονή ενός εραστή, μου το θύμισε η Annie Ernaux, τι ποιότητες κι ενέργειες ανασύρει από μέσα σου για να γίνεις ό,τι είσαι. Και κυρίως να συνειδητοποιείς, να καταλαβαίνεις με όλες σου τις δυνάμεις, ψυχικές, πνευματικές, σωματικές, διανοητικές αυτό που ζεις, αυτό που είσαι. Να είσαι παρών. Ανθρώπινος.

Σε μια εποχή που όλα σου φωνάζουν να ακολουθήσεις την ανάλωση του όποιου κεφαλαίου σου -οικονομικού, ψυχικού, πνευματικού, σωματικού- και ει δυνατόν να τα καταναλώνεις όλα για να έρθουν τα επόμενα, για να γίνεις μέτοχος της άφραγης ανάπτυξης τάχα μου, για να είσαι μέσα στα «πράγματα» και τη δήθεν ζωή, η έννοια της συμφιλίωσης σε όποια μορφή φαντάζει ουτοπική. Η έννοια της παρουσίας της συνειδητής μέσα στην ίδια τη ζωή και την ύπαρξη. Διάβασα την Αννί Ερνώ στα είκοσί μου και σκέφτομαι πόσο μπροστά ήταν η γραφή της. Απελευθερωμένα γράφει για όλα όσα βιώνει μια γυναίκα στη ζωή της. Από την πλευρά της γυναίκας όμως.

Θυμήθηκα το σχόλιο ενός παλιού και σημαντικού δημοσιογράφου όταν ξεκινούσα «Πρόσεχε μην εκληφθείς μόνο ως χαριτωμένη», αυτή είναι η πλευρά των ανδρών λοιπόν. Οι άντρες έχουν ανασφάλεια μη και φανούν τα αισθήματά τους και αμφισβητηθεί η διάνοιά τους. Οι γυναίκες γιατί να νιώθουν έτσι; Η βιολογία τους από την εφηβεία ήδη τις μαθαίνει να συμφιλιώνονται με τον κύκλο, εάν τις βοηθήσει και η ζωή και το περιβάλλον. Οι γυναίκες γιατί να φοβούνται την ευφυία τους; Άλλωστε σε αυτή καταφεύγουν για να επιβιώσουν μέσα στις εποχές των προκαταλήψεων, αυτή χρησιμοποιούν για να μην χάσουν την ταυτότητά τους. Ξέρουν πολύ καλά ότι ό,τι φτάνει στην ακμή του, έχει ήδη αρχίσει την αντίστροφη πορεία προς την παρακμή και αντιστρόφως.

Ξαναδιαβάζω την ανθρώπινη λογοτεχνία της Ερνώ και θυμάμαι ότι για να ζήσεις με πάθος της ζωή σου, χρειάζονται ικανότητες, αναμονές, ευελιξίες, κοιλότητες, υποδοχές. Η απάθεια πάλι δεν είναι τόσο απαιτητική, δεν ζητάει πολλά, είναι εύκολη. Λίγη αδιαφορία, λίγη αίσθηση, λίγο απ’ όλα και ας τσουλήσει η ζωή ως μη βιωμένη.

Η αισθαντικότητα όμως είναι απαιτητική. Τα θέλει όλα και μυαλό και καρδιά και σώμα. Σε θέλει ολόκληρο άνθρωπο. Τουλάχιστον σε αναγκάζει να θες να γίνεις όσο το μπορείς κι αντέχεις.

«Η ζωή δεν είναι όλο ριμέικ»

Διέσχισα την πόλη. Σάββατο. Μια μέρα που δεν έκρυβε το φως τις εξελίξεις, αλλά η υγρασία τις έβγαζε στην επιφάνεια. Το ιστορικό κέντρο έχει αλλάξει ραγδαία. Τα παλιατζίδικα τέρμα -από χαμηλά την Ερμού, το ασώματο Θησείο. Έχουν δώσει τη θέση τους σε ιλλουστρασιόν όλα ίδια άλλα μαγαζιά, για τουρίστες. Το χρήμα κάνει μεγάλο περίπατο.
Και τα μαγαζιά στο ιστορικό τρίγωνο έχουν αλλάξει πολύ. Κι ο κόσμος που σήμερα βόλταρε.
Ωστόσο, εμπιστεύομαι τη ζωή, κερδίζει πάντοτε το έδαφός της.
Παράδοξο, αλλά βρήκα πιο γειτονιά στη Συγγρού, εκεί έξω από Δεληολάνη και Κωνσταντινίδη να πίνουν καφεδάκι.

Ανέμπνευστες αναπλάσεις. Η ζωή δεν είναι όλο ριμέικ. Είναι κι από την αρχή πράματα. Κάτσε και σκέψου, συλλογίσου.

Η αυθεντικότητα είναι που χάνεται από το κέντρο. Το πνεύμα φωλιάζει στους ανθρώπους, όχι στα ντουβάρια. Και το μεράκι.

Κάνοντας έναν πολύ μεγάλο γύρο και κυκλώνοντας την πόλη, γύρισα στη γειτονιά να πιω καφέ. Σήμερα ήταν λες και ξύπνησα από όνειρο. Είδα πόσο έχει αλλάξει η εξωτερική εμφάνιση των ανδρών. Πόσο επιτηδευμένη και τελικά απεριποίητη. Είναι αφρόντιστοι, κοιτάνε κάτω, όταν αποφασίσουν να ξυριστούν από το δικό τους πένθος, αυτοί ξέρουν ποιο είναι, θα θησαυρίσουν οι μπαρμπέρηδες. Θαμποί, χωρίς ζωντάνια, παρά τα ποδήλατα, τα στρωματάκια γυμναστικής κι όλα τα σύνεργα τάχα μου ευζωΐας που κουβαλάνε. «Κι όλους όσους δεν θυμούνται φορτωμένος».

Το ευ ζην λοιπόν είναι κάτι άλλο. Βαθύτερο, υψηλότερο, απλούστερο, πιο γήινο.

Θυμήθηκα το 2001 στην Πορτογαλία τα σπινθηροβόλα ανδρικά βλέμματα και στην Ιταλία το 2013 την απίστευτη κομψότητα. Κι η μόδα αντανάκλαση της ζωής.

Της τέχνης της ζωής.

Στην πόρτα

Παρατηρώ τον κόσμο που ήξερα να φεύγει.

Δεν ξέρω εάν η παγκόσμια και πολύχρονη κρίση μας αφήνει καθαρή τη διάκριση μέσα μας να δούμε και αντικειμενικά τι γίνεται. Δεν είχα το άγχος στα είκοσί μου να γίνω όπως οι άλλοι γύρω μου, είχα όμως την αγωνία να επιβιώσω, να τα καταφέρω. Δεν ήταν εύκολο, αλλά ακολουθώντας ό,τι αγαπούσα και δουλεύοντας, μπορούσα. Μπορούσα να γίνω.

Όταν κλονίστηκε αυτή η βεβαιότητα, είχα τα ψυχικά αποθεματικά να στηρίξω ότι μπορώ απλώς να είμαι, χωρίς περαιτέρω διαπιστευτήρια. Βλέπω τα παιδιά που είναι είκοσι χρονών κι έχουν ζήσει στην ουσία μόνο μέσα στην κρίση κι αναρωτιέμαι πώς να αισθάνονται τους εαυτούς τους, πέρα από σέλφι και τικ τοκ βιντεάκια. Ποιοι είναι; Βλέπω να εκμεταλλεύονται τα νιάτα τους στις δουλειές, να τα έχουν για «βιτρίνα» στις εργασίες με την εξωτερική εμφάνιση φωτοτυπία και δεν θυμάμαι καν πώς να με έβλεπαν εμένα τότε οι σαραντάρηδες. Δεν είχε και σημασία. Θυμάμαι ότι τους κοίταζα εγώ για να μάθω, τον εαυτόν μου, τη δουλειά, τη ζωή. Έκανα κρυφή μαθητεία. Στη διαδοχή των γενεών. Κι ακόμα κάνω το ίδιο, μόνο που στρέφω το βλέμμα προς τις γενιές που έρχονται για να μάθω κι από κει. Κι ελπίζω, ανοίγω την πόρτα να περάσουν.

Πέρα από τα στατιστικά χρήσης που καταγράφουν όλα τα σόσιαλ μίντια, ποιοι είναι οι νέοι; Τι διαβάζουν; Τι σκέφτονται; Πώς ονειρεύονται το μέλλον; Τους καίνε τα ίδια πράγματα διαχρονικά, φαντάζομαι, αλλά πώς δημιουργούν τον εαυτόν τους; Πάνε πέρα από τη διαχείριση μιας μικρομιντιακής εικόνας; Αυτοί θα μας περάσουν απέναντι από το αυλάκι της κρίσης;

Ψυχή βαθιά, άγρια και μεταξωτή

Είχα καιρό να γράψω στο μπλογκ για βιβλία και πολύ περισσότερο να διαβάσω λογοτεχνία. Κοιτάζω ανόρεχτα “βιβλιοπαραγωγές” σε έναν κόσμο που βράζει. Δεν βρίσκω “συνδέσεις”, ενδιαφέρον, κίνητρο να ασχοληθώ. Όμως, κάτι έγινε.

Συνήθως αποφεύγω τη γνωριμία με το συγγραφέα, ό,τι “χρειάζομαι”, μου το λέει το βιβλίο που έχω μπροστά μου. Εδώ συνέβη ανάποδα. Την είδα πρώτη φορά σε μια σύσκεψη για την εφημερίδα, μια συνομήλικη όμορφη γυναίκα, εντυπωσιακά μαγνητική από την πλευρά της επικοινωνίας. Κάτι σπάνιο στους χώρους της … “Επικοινωνίας” όσο παράδοξο κι αν ακούγεται. Και ύστερα την “ξαναβρήκα” εκεί που άρχιζε η καραντίνα. Είχαν μεσολαβήσει τα βιβλία της. Και τη διάβασα. Από περιέργεια. Τι είναι αυτά που έγραψε ένα τέτοιο πλάσμα. Τι έχει να μας πει. Όταν πια καμιά τυπική συναδελφικότητα δεν μας ένωνε, κάποια άλλη υπόγεια κλωστή μας συνέδεσε.

Πρέπει να ξεπεράσει κανείς ακόμη και τα εξώφυλλά της, τις επιμέλειες, την εκδοτική ταυτότητα που την ντύνει, για να καταλάβει με τι έχει να κάνει. Εάν ήταν στη Γαλλία, θα είχε ρεύμα αποδοχής τύπου Annie Ernaux, -εκείνη την εμβληματική συγγραφέα που είχαν πρωτοβγάλει οι εκδόσεις Χατζηνικολή- αυτή άλλωστε μου θύμισε, με την τόλμη της, την ορμητικότητα, τους χυμούς και την ένταση της γραφής της, με τα βάθη της, με μιαν αδιόρατη δυνατότητα να απευθύνεται προσωπικά στον αναγνώστη.

Το “παιδικό” της, ψυχαναλυτικό παραμύθι “Ο μαγικός καθρέφτης” (2018, εκδόσεις Μεταίχμιο, εικονογράφηση Ντανιέλα Σταματιάδη και επίμετρο Θανάσης Χατζόπουλος) το διάβασα στο τρένο σε μια διαδρομή, κάτι μου λέει θα επιστρέψω ξανά και ξανά. Ένα τίτλος για τη μητρότητα, μια σύνοψη της σχέσης μάνας-παιδιού. Υπό το βλέμμα. Εκεί αρχίζεις να σκέφτεσαι και γιατί το “μάτι” ως σύμβολο έχει τόσο ξεχωρίσει μέσα στους πολιτισμούς ανά τις χιλιετίες. Τι σημαίνει για όλους μας. Πού πάει η ψυχή μας, μέσα από τα μάτια και το βλέμμα της μάνας μας. Πότε βρίσκουμε το δικό μας βλέμμα.

Κι ύστερα η νουβέλα της, “Ρου”(2016). Πρωτόλεια αλλά που έδειξε ποια είναι συγγραφικά η Μαριαλένα Σπυροπούλου. Έδωσε το στίγμα. Θα μιλήσει για τους ανθρώπους, εκ των έσω. Χωρίς ταμπού. Χωρίς προκαταλήψεις ή καλύτερα, μέσα απ’ αυτές, με εργαλείο κι εγχειρίδιό της τις προσχηματικές εικόνες του κόσμου, θα πάρει το μαχαιράκι, θα κόψει, θα βγάλει έξω κι ύστερα με ιώδιο και βαμβάκι θα κλείσει την πληγή. Θα δώσει τα άγρια βάθη της ψυχής και τα μεταξωτά ύψη της. Δεν ξέρω ποιοι πήραν τα βραβεία τότε, των πρωτοεμφανιζόμενων. Αυτό είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Με την καρδιά μου αναγνωστικά, το έδωσα. Γιατί; Γιατί με έκανε να “ξαναδιαβάσω” και να ξαναγράψω. Να πιστέψω ότι δεν είναι μάταιη αυτή η σύνδεση που σου επιφυλάσσει η λογοτεχνία, με την ψυχή κάποιου άλλου. Μόνο ιστορία ενηλικίωσης δεν είναι. Θα έλεγα το αντίθετο: πώς ένας “μεγάλος”, καμένος από την πρόωρη ενηλικίωση, ξαναβρίσκει την αθωότητά του. Μόνο μέσα από την ομορφιά. Είναι ένα βιβλίο αναγέννησης.

Και πάμε στο τελευταίο και πιο πρόσφατο βιβλίο, το “Τάισέ με” (2020). Εδώ μιλάμε για δύο μυθιστορήματα μέσα σε μια συσκευασία, με μια διαφορά: είναι αδιάσπαστα κι απαραίτητα το ένα για το άλλο. Εδώ η Μαριαλένα Σπυροπούλου -μακάρι να είχε μια άλλη πιο εμπνευσμένη επιμέλεια, στήσιμο, κι εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα βοηθούσε- σε κυκλώνει με μια “συνηθισμένη” ιστορία. Και σου σπάει τα κόκκαλα. Γιατί “βλέπε锨κι έναν κόσμο που έρχεται, εάν δεν έχει ήδη προηγηθεί.

Στο μυστικό της κήπο, καλλιεργεί μια αφήγηση για τη γυναικεία φύση, την ισχύ και την ευθραυστότητά της. Μάλλον αυτή είναι άλλωστε η δύναμη· να λυγίζεις, να σπας σε κομματάκια και να τα ξαναενώνεις σε μια νέα ζωή. Και η ανδρική φύση από δίπλα. Ο καμβάς για να κεντηθεί το κέντημα. Χύνει όλο το άσπρο για να δούμε το έρεβος και το σκότος, κι από την άλλη, όλο το μαύρο για να βγούμε στο φως. Οι αναγνώστες. Η Μαριαλένα έχει ψυχανεμιστεί αλλαγές που συντελούνται υπόγεια στους κόσμους μας και χρησιμοποιεί ως κώδικα τη λογοτεχνία για να μας το πει. Αφουγκραστείτε την. Αξίζει τον κόπο. Έχει κάτι να σας πει για σας. Φέρει νέο αέρα, πνοή, ουσία, στα προβλέψιμα λογοτεχνικά τεκταινόμενα. Είναι μη διαχειρίσιμη γραφή, δηλαδή απολύτως λογοτεχνία. Φυσάει σαν αεράκι ελευθερίας. Κι αυτό δεν ακούγεται πάντα, πρέπει και να μπορείς να το νιώσεις στο δέρμα σου και να ανατριχιάσεις.

«Και που λες, Ευτυχία…»την ευτυχία τη βρήκαμε…

Αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα τραγούδια του μπαμπά, όπως κι ο τραγουδιστής του, ο Αντώνης Καλογιάννης. Είχαν και μια κάποια ομοιότητα με τα μούσια. Το τραγούδι, βεβαίως, καταλήγει σε άλλα συμπεράσματα από τα δικά μου…

Μια φτηνή αναπαραγωγή ενός πολύ γνωστού πίνακα του Van Dael με λουλούδια, αντίκρυζα για ώρες, για μέρες και για μήνες, το 2017, έξω από τη μονάδα που νοσηλεύτηκε ο μπαμπάς τότε στο Άργος. Ορθοστασία, αγωνία, απελπισία που ένας βαρύς χειμώνας έξω τα έκανε όλα χειρότερα. Αλλά ο Van Dael διέσωζε την ομορφιά κι εγώ της επέτρεψα να μου δώσει τα μαθήματά της. Που μάλλον τα εφαρμόζω τώρα στην πράξη και πάλι.

Στα νοσοκομεία λοιπόν, έμαθα να επικεντρώνομαι στο τρέχον παρόν. Στη στιγμή. Να είμαι παρών. Να διακόπτω βαριές διαθέσεις και καταστάσεις, με έναν καφέ, έναν περίπατο, ένα τηλεφώνημα, μια άλλη κίνηση. Να μην βαλτώνω. Ήπια τόσους καφέδες που την τελευταία μέρα οι καφετζήδες με κέρασαν τον τελευταίο.

Η αδερφή μου λέει κάτι σοφό που μάλλον οι αρχαίοι κινέζοι σοφοί θα κουνούσαν με περίσκεψη το κεφάλι τους, εάν το άκουγαν: άλλο η λύπη με κρύο, άλλο με ζέστη, άλλο το πρωί, άλλο τη νύχτα, άλλο μόνος σου, άλλο με παρέα.

Όσο βυθιζόμουν πιο πολύ στα άνθη του Van Dael τόσο εμπέδωνα το τι είναι ευτυχία, εάν την είχα ήδη κι απλώς δεν το ήξερα… Όλο νόμιζα ότι η ευτυχία είναι κάτι πολύ μεγάλο, άπιαστο και ονειρικό, μέχρι που έζησα στο πετσί μου ότι η ευτυχία είναι κάτι πολύ πρακτικό, μετρήσιμο, ήσυχο πράγμα που μπορεί να σε συντροφεύει όλη σου τη ζωή και να μην το ξέρεις. Ένας καλός ύπνος. Ένα ανάλαφρο ξύπνημα. Ένα φαγάκι απλό που το μοιράζεσαι. Ένα τηλεφώνημα πραγματικού ενδιαφέροντος. Μια τυπική ευγένεια. Μια ωραία μουσική. Ένα άνετο ρούχο. Μια άσκηση. Ο λόφος και το πώς συνδέομαι με την ομορφιά του και τόσα άλλα τοπία. Διαπίστωσα για πρώτη φορά κι άρχισα να εκτιμώ στον εαυτόν μου το ότι δεν βαριέμαι. Έχω πάντα ένα ισχυρό κίνητρο για κάτι. Για κάτι δικό μου. Οι συνδέσεις μου με τους ανθρώπους. Επίσης σιγά σιγά από τότε -κάτι που πάντοτε έκαιγε μέσα μου, αλλά εκδηλώθηκε πιο έντονα- άρχισα να κάνω στην άκρη το θέμα της αποδοχής απέξω. Για χρόνια έτρωγα φρίκες, όταν δεν γινόμουν δεκτή σε προφανείς παρέες και ομάδες, μέχρι που κατάλαβα ότι εγώ δεν τους έκανα παρέα, δεν άντεχα την πολύ συνάφεια, τα διαπιστευτήρια που έπρεπε να καταθέτω, τα «διόδια» που πλήρωνα, ήταν ακριβότερα από τη χαρά και την ικανοποίηση της συναναστροφής. Άλλωστε δεν είχα διαλέξει τυχαία τη δουλειά που με βοηθούσε να εκφράσω καλύτερα τον εαυτόν μου, παραμένοντας ένας δίαυλος όσο πιο ξεκάθαρης επικοινωνίας. Κι όλα αυτά ζυμώθηκαν στους τοίχους του νοσοκομείου. Μαζί με πολλά που ξεχνάω.

Όπως την ανάγκη ουσιαστικής κοινότητας με τους ανθρώπους χωρίς προσκολλήσεις και στεγανά που άρχισε κι αυτή να ανθίζει μέσα μου σαν τα λουλούδια του ζωγράφου μας. Κι άρχισαν να προσέρχονται οι φίλοι οι πραγματικοί τότε. Ή τη διαπίστωση ότι δεν μπορώ να ελέγξω τίποτα άλλο παρά μόνο εμένα, τη σκέψη μου, τη στάση μου, τις πράξεις μου έναντι των συνθηκών, των άλλων, των καταστάσεων.

Όλα αυτά, μαζί με ένα ακατάβλητο πνεύμα που θέλω να δροσίζω σαν αεράκι ένα φλεγόμενο μυαλό ή να ζεσταίνω μια κρύα καρδιά ή να ποτίζω μια άνυδρη γη ή να καταλαγιάζω μια ταραγμένη ψυχή, απλώς με την παρουσία μου, αυτά είναι η πατρική μου κληρονομιά. Όπως κι ένα κεράκι σε ένα έρημο ξωκλήσι, ένα βύθισμα στην ιερότητα της ομορφιάς των τόπων που περνώ και των ανθρώπινων τοπίων που γνωρίζω.

Και που λες, την ευτυχία και την είχαμε και την βρήκαμε και όλο θα την ξαναβρίσκουμε, γιατί έχουμε τα υλικά της και την φτιάχνουμε για όσο χρειάζεται. Για όσο είναι.

Αστική Θερινή Κατασκήνωση 2020 — Μουσείο Ηρακλειδών


Μια εξαιρετική εμπειρία με τα παιδιά στον …Κήπο των Θαυμάτων.

Πολύ χαρούμενη που εμπνέομαι με και για τα παιδιά, σχεδιάζω γι’ αυτά και τελικά εμψυχώνω ομάδες παιδιών, με μέσο την κηπουρική και τη λογοτεχνία, αλλά απώτερο στόχο τη φιλαναγνωσία, την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της αυτοπεποίθησης, μαζί με τα έτσι κι αλλιώς ευεργετικά οφέλη της αφήγησης, της παραμυθίας των ιστοριών και της επαφής με τη φύση και τη γη.

Τα παιδιά μας θυμίζουν να βλέπουμε τον κόσμο από τη θαυματουργή, διαφορετική πάντοτε, οπτική τους γωνία, να χαιρόμαστε και να γιορτάζουμε τη ζωή, μα, κυρίως να ανοίγουμε ολοένα νέους δρόμους, κρατώντας γελαστή μέσα μας την παιδική μας ψυχή…

https://www.herakleidon.org/kids-activities/camp2020

17 χρονών… ενοποίηση αρχαιολογικών ψυχικών χώρων

Πριν το Πάσχα φύγαμε για πενταήμερη στην Κρήτη. Το μακρινό 1995. Επιστρέψαμε κι αφοσιώθηκα πλήρως στον “Ναπολέοντα” του Εμίλ Λούντβιχ, μια έκδοση του Πάπυρου που έδινε το Τηλέραμα τότε. Με τα θαμπά τυπωμένα του γράμματα μέσα σε λίγες μέρες είχα ανεβάσει τη μυωπία μου 3 βαθμούς και βρέθηκα με κρίση πονοκεφάλου στους γιατρούς. Προκειμένου να μην διαβάσω για τις Πανελλήνιες νόμιζα τότε, σαμποτάροντας και υποσκάπτοντας τον εαυτό μου, νόμιζα. Γ’ Λυκείου, 17 χρονών. Η αλήθεια είναι ότι μόλις άνοιγα έναν άλλο μεγάλο δρόμο.

Μου πήρε 25 χρόνια για να δω όλη την εικόνα. Στον 17χρονο εαυτό μου μόλις είχε αποκαλύφθεί μια μεγάλη αλήθεια, μια δύναμη, μια χαρά, μια απόλαυση, μια διέξοδος, ένας παράδρομος, με σκιές και τζακαράντες ανθισμένες που ο παππούς ο Όμηρος και ο θείος ο Ηράκλειτος και ο φλεγόμενος Σωκράτης και ο σύντροφος Οδυσσέας μου γνέφανε να ακολουθήσω. Θα συναντιόμουνα με την Τζέιν Ώστιν και τον Χαλίλ Γκιμπράν. Θα με προσπερνούσε ο Χέρμαν Έσσε λαχανιασμένος και θα άφηνα πίσω μου τον Καζαντζάκη. Ο Ντοστογιέφσκι κι ο Φλωμπέρ θα κουνούσαν από μακριά συγκαταβατικά το κεφάλι. Ο Στρατής Τσίρκας και ο Λόρενς Ντάρελ θα με περίμεναν με το ρολόι στο χέρι, αργοπορημένη να με περάσουν στην αίθουσα του δείπνου. Εκεί θα τρώγαμε με τον Ερνεστ Χέμινγουέι, τον Γκράχαμ Γκρην και τον Τζον Λε Καρρέ. Στο διπλανό τραπέζι θα μας σνόμπαρε ο Σάλιντζερ. Ο Ουμπέρτο Έκο θα γελούσε από απέναντι. Στην απομέσα τσέπη της καρδιάς μου θα ήταν ραμμένος για πάντα ο Ιούλιος Βερν και η Λουίζα Μέι Άλκοτ και ο Έκτωρ Μαλό.

Η ανάγνωση, το βιβλίο, η λογοτεχνία δεν είναι τίποτα άλλο από μια τεράστια ενοποίηση των ψυχικών …αρχαιολογικών χώρων μέσα μας. Όποτε συναντούσα, από τεσσάρων ετών που άρχισα να διαβάζω μόνη μου τους μεγάλους τίτλους των εφημερίδων, τις ψηφίδες του κατακερματισμένου κόσμου -σήμερα είναι και πιο προφανές από ποτέ- έτρεχα στα βιβλία μου, στις αφηγήσεις, στον παππού Όμηρο να μου πει το παραμύθι, τη συνέχεια, τη λύση του δράματος, για γιατρειά, για θεραπεία, για παρηγοριά, για παραμυθία, για ανακούφιση, για να λάβω τα οφέλη μιας ηδονής που παραμένει κλειδωμένη για όποιον δεν ακουμπήσει την παλάμη του πάνω της.

Πριν λίγους μήνες, με σπασμένο χέρι και ένα ράγισμα στην καρδιά, στο ημίφως, μιλούσα με το φωτεινό πνεύμα του Νότου, έναν άλλον σύγχρονο Όμηρο -ο μη οράν, αυτός που δεν βλέπει- αναζητώντας παρηγοριά. Κι εκεί είπε τη μαγική λέξη “Ναπολέων”, Εμίλ Λούντβιχ συμπλήρωσα. Μα, πού τον ξέρεις; ρώτησε. Γέλασα. Ήμουν η πρώτη γυναίκα στη μακραίωνη ζωή του που γνώριζε και τον είχε διαβάσει. Η ανάγνωση, η γραφή, η λογοτεχνία είναι μαγικές τέχνες, βαθύτατης κρυμμένης αλχημείας, οι μύστες τους αναγνωρίζονται από κάτι τέτοιες λεξούλες, ένα συγγραφέα, δυο λόγια του, την ψυχή δηλαδή του κόσμου. Για να τις διαβάσεις όμως, να τις ψαχουλέψεις και να τις γευτείς, πρέπει να τις ανακαλύψεις μόνος σου. Το χάρτη τον κρατάς στα χέρια σου. Φτιάχνεις τη διαδρομή όπως θέλεις. Είσαι ελεύθερος.