Γέφυρες και χάσματα, πετράδια και λιπ-άσματα

Τον τελευταίο καιρό όλο αναρωτιέμαι πώς γεφυρώνονται τα χάσματα. Παρατηρώ γύρω μου τη μεγάλη ταχύτητα που ταξιδεύουν όλα και κλονίζουν το στέρεο έδαφος. Βλέπω τον παλιό κόσμο. Με τα ρήγματα και τις ρίζες του. Με τους καρπούς που δεν ξέρω εάν κάποτε σαπίζουν στο χώμα, άλλοτε κάποιος τους δρέπει και τους γεύεται. Και τον καινούριο αέρινο να προωθείται άυλα, να προχωρά εμπρός, άλλοτε με κόστος άλλοτε με κέρδη.

Πώς ισορροπούμε σ’ αυτό το άλμα των γενεών, της τεχνολογίας, της ζωής, σ’ αυτόν τον κύκλο που ανοίγει κάποτε γίνεται σπείρα και τους αγκαλιάζει όλους κι ύστερα αυτοφυώς κλείνει για να γεννηθούν καινούριοι. Με απασχολεί που λέει η καλή φίλη ότι έγινε πιο ευαίσθητη. Η κουβέντα της έχει ριζώσει στο μυαλό μου. Μέσα από τα χάσματα, νομίζω ότι αναδύεται η ενσυναίσθηση. Κάνω χώρο μέσα μου για να χωρέσεις κι εσύ, ανεξαρτήτως ηλικίας, παιδείας, προέλευσης, πηγαιμού, τέλους.

Τι μου λείπει πιο πολύ; Η αίσθηση ότι δεν θυμόμαστε το τέλος, κυριολεκτικά ως τέρμα αλλά και τελολογικά, ως σκοπός. Το να αποσκοπείς. Ρεαλιστικά. Νομίζω ότι οι ροές πληροφοριών και ερεθισμάτων, δημιουργούν τέτοιο θόρυβο σε όλα τα επίπεδα που οφείλεις συνεχώς να επιστρέφεις στα βασικά και στοιχειώδη για να είσαι άνθρωπος. Η κοπέλα που κάνει decluttering και το διδάσκει πια, δεν γίνεται τυχαία διάσημη σε όλον τον πλανήτη. Έχουμε τόσο ανάγκη να διώχνουμε τα περιττά για να ανακαλύπτουμε μέσα από τα σκουπίδια τους πολύτιμους μικρούς, μεγάλους θησαυρούς της ζωής μας.

Το τέλος το προσεγγίζουμε μόνο ως φόβο να ζήσουμε τη ζωή μας, αλλά είναι ένα καταπληκτικό όριο για να θυμόμαστε ότι δεν είναι για χόρταση. Κι αυτό το ερώτημα, εάν αξίζει κάθε φορά το πού αφιερώνεις το χρόνο, την προσοχή σου, τη διάθεσή σου, τον εαυτόν σου, είναι τόσο απελευθερωτικό. Καθρεφτίζομαι στα μάτια του νέου κόσμου και βλέπω μόνο τη ζωή, καθρεφτίζομαι στα μάτια του παλιού και βλέπω το χώμα, το λίπασμα για το καινούριο. Βλέπω το παρηγορητικό κενό του χάσματος που μου ζητάει να ισορροπήσω, να ανακαλύψω νέα μονοπάτια, νέες λεωφόρους, νέα ταξίδια. Νέους δρόμους.

Βλέπω τα σημεία συνοχής, όχι ως κόμπους, καμιά φορά μπορεί να είναι και λυγμοί δακρύων, αλλά ως σημεία στάσης. Ξαποσταίνω σ’ αυτή την αρτηρία για να ανοίξω το βλέμμα μου, να ησυχάσω το μυαλό μου, να διαπλατύνω την καρδιά μου. Στέκομαι σ’ αυτό το σταθμό λοιπόν για να φορτίσω για το παρακάτω. Που απλώνεται άγνωρο μπροστά, μού κλείνει το μάτι πονηρά με την αβεβαιότητα και ζητάει το θάρρος μου. Πώς αλλιώς θα είχε αξία η ζωή;

Χωρίς τα χάσματα και τις γέφυρές της; Χωρίς τα πολύτιμα άνθη στην άκρη τους δρόμου; Χωρίς το σταμάτημα; Χωρίς τις ολοένα νέες αρχές που κάπου αποσκοπούν; Και συνειδητοποιώ ότι κάθε εποχή έχει το λίπ-ασμά της να την λαδώνει για να συνεχίζει, ένα τραγουδάκι εσωτερικό που δεν το ακούει κανείς, μόνο άμα σταθεί πολύ προσεκτικά και ήσυχα και το αφουγκραστεί…

Advertisements

Στο ένα πόδι, με απλωμένα φτερά

«Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που πριν ακόμη πάει στο σχολείο, είχε μάθει να διαβάζει, από τους μεγάλους τίτλους των δύο διαφορετικών εφημερίδων κάθε μέρα που διάβαζαν ο μπαμπάς και ο παππούς της και η μαμά τις κρατούσε πάνω στο πλυντήριο. Τα μεσημέρια, ιδίως του καλοκαιριού, που εκείνη βρυκολάκιαζε, όπως της έλεγαν στο σπίτι, και δεν κοιμόταν, πήγαινε πατώντας στις μύτες των ποδιών της σαν μπαλαρίνα και τραβούσε αθόρυβα την εφημερίδα από τα χέρια του κοιμισμένου της μπαμπά που ροχάλιζε και όλο χαρά, έτρεχε την άπλωνε στο πάτωμα και μπρούμυτα ξαπλωμένη, στηριγμένη στους αγκώνες της την ξεκοκάλιζε. Κάπως έτσι θα άρχισε να φτιάχνει και τους υψηλούς βαθμούς μυωπίας της…

Τα χρόνια πέρασαν, το κοριτσάκι διάβασε όλα τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης, αγόραζε και δικά της και ονειρευόταν μια μέρα το όνομά της να μπει στο Ανθολόγιο μαζί με το βιογραφικό της ως συγγραφέα. Για να ζήσει, γιατί όλο διάβαζε ότι οι συγγραφείς πέθαιναν στην ψάθα, είχε σκεφτεί από πολύ νωρίς ότι θα γινόταν δημοσιογράφος, καθότι γλωσσού και ξεροκέφαλη κατά τη μαμά της, επίμονη και πολύ μαχήτρια, δεν έκανε πίσω πουθενά. Αυτό θα το πλήρωνε παρακάτω, αλλά πολύ περισσότερο ένας σοφός δάσκαλος θα της έδειχνε ότι υπήρχε τρόπος να κάνει πίσω χωρίς να κάνει…

Κάθε μέρα, λοιπόν, διάβαζε και διάβαζε και διάβαζε. Γιατί αυτό ήταν που της άρεσε να κάνει περισσότερο, εκτός από το ότι της άρεσε να ισορροπεί στο ένα πόδι, να απλώνει τα χέρια στο πλάι και να σκύβει μπροστά σαν πετούμενο αεροπλάνο. Έλεγε ότι έτσι ήταν μαζί και μπαλαρίνα και αεροσυνοδός. Αυτά όταν ήταν δημοτικάκι. Πολύ αργότερα θα μάθαινε ότι αυτή η στάση ήταν χιλιάδων χρόνων στάση της γιόγκα και μάλιστα μια στάση πολεμιστή.

Εξαιτίας αυτού του χαρακτηριστικού της, λοιπόν, παρακάτω θα τα έβρισκε μπαστούνια κάποιες φορές, αλλά και πολλές πολλές άλλες θα κέρδιζε πολύ δύσκολες μάχες. Έπρεπε να μάθει να ξεχωρίζει πότε οι μάχες ήταν δικές της και πότε των άλλων. Πολύ δύσκολο. Και πολύ γοητευτικό μαζί. Γιατί ώρες ώρες παρασυρόταν κι έδινε όλες τις μάχες όλων. Έπρεπε ως δια μαγείας να εμφανίζεται πάντα ένας πολύ φωτεινός πολεμιστής και να της θυμίζει, αυτό είναι δικό σου, αυτό είναι δικό μου, άστο. Μην πολεμάς τις μάχες όλων. Συνήθως αυτός ο πολεμιστής ψιθύριζε μαζί και κατευναστικά λόγια καλοσύνης και αγάπης. Γιατί το κοριτσάκι της ιστορίας μας μάνιαζε και δεν καταλάβαινε πού να σταματήσει.

Το πιο αστείο ήταν ότι το κοριτσάκι που είχε πια μεγαλώσει κι είχε φτάσει στο μέσον την ζωής της, νόμιζε ότι ήταν πολύ αθόρυβη -όπως όταν έκλεβε την εφημερίδα του μπαμπά της, γίνεται να κλέψεις αθόρυβα εφημερίδα;- και πολύ ήσυχη και πολύ ακίνητη και επίσης νόμιζε ότι περνούσε πολύ απαρατήρητη. Τα φαινόμενά της την απατούσαν και θα της το αποδείκνυε στην πράξη η ίδια η ζωή. Απλώς αυτή όλο εκπλήσσονταν, άνοιγε διάπλατα τα μάτια της και συνέχιζε να βλέπει κάθε μέρα τον κόσμο καινούριο από την αρχή. Σαν παιδί.

Στις τελευταίες της πολεμικές περιπέτειες, από τότε που έπαψε να είναι στο παλιό γραφείο της, δημοσιογράφος θα παρέμενε πάντα γιατί αυτό ήταν στάση ζωής απέναντι στον κόσμο όχι μόνο δουλειά -γιατί δεν το είπαμε, αλλά κατάφερε κι αυτό να γίνει και συγγραφέας να γίνει, μόνο το Ανθολόγιο δεν πέτυχε ακόμα- ήταν να πηγαίνει σε διάφορες δουλειές να γνωρίζει κάθε καρυδιάς καρύδι, να ακούει το μακρύ τους και το κοντό τους μέχρι και «Σκάσε και κάνε τη δουλειά» άκουσε και να συνεχίζει να είναι ο φωτεινός εαυτός της, περιμαζεύοντας και την καημένη τη σκιά που ζούσε χάρη στο φως της. Η κοινή διαπίστωση από όλες αυτές τις περιπέτειες ήταν ότι όλοι αυτοί που γνώριζε κάθε τόσο, δεν ήξεραν ποιοι ήταν, τι ήθελαν και πώς να το πετύχουν. Αυτό τους έκανε δυσάρεστους, κουραστικούς και θαμπούς στα μάτια της όχι πια μικρής μαχήτριας. Εκείνη συνέχιζε να στέκεται στο ένα πόδι και να απλώνει τα χέρια της στο πλάι σαν πουλί και να πετάει. Καμιά φορά με τα φτερά της που ήταν τα λόγια της, έδινε και καμία ξανάστροφη σε όλους αυτούς τους τύπους και την έλεγαν αλαζονική και ανυπόταχτη.

Μάλιστα, σκεφτόταν ότι δεν υπήρχε και λέξη καλή ακόμη για να την περιγράψει, όλες οι ιδιότητες που είχε διαλέξει για τον εαυτόν της, δημοσιογράφος, συγγραφέας, πολεμιστής, μαχητής, όλες αυτές είχαν αρσενικό γένος και στο θηλυκό έμπαιναν μόνο όταν τις κατακτούσαν οι γυναίκες… Βέβαια, είχε και μια ιδιότητα από πάντα που ήταν ολόδική της και του φύλου της. Μαμά. Όχι βιολογική. Αλλά μητρική φιγούρα για κάθε κατατρεγμένο και περιπλανώμενο. Και τώρα που μεγάλωσε και για τους ίδιους της τους γονείς. Αυτό κι αν δημιουργούσε μεγαλύτερες παρεξηγήσεις.
Σε όλες εκείνες τις δουλειές που πήγαινε και έφευγε, ήταν χαρακτηριστικό ότι της έλεγαν με μένος ότι τους μιλάει σαν δασκάλα. Εμ, μήπως ήταν πια;

Μέχρι που στο τέλος, λοιπόν, η ηρωίδα μας με το αόρατο φωτεινό σπαθί της μπορούσε να κουμαντάρει όλους τους ρόλους και τις ιδιότητές της, μπορούσε όποτε ήθελε να γίνεται αθόρυβη και όποτε ήθελε σαματατζού, μόνο όποτε το ήθελε εκείνη όμως. Μπορούσε να είναι πολύ ήρεμη και ακίνητη, όπως και πολύ σίφουνας μαζί. Μπορούσε άμα ήθελε να είναι μαμά των άλλων και πάντα του εαυτού της, να είναι πολεμιστής που δεν δέχεται μύγα στο σπαθί της, αλλά και τρυφερό λουλούδι ενός κήπου που η ίδια είχε αποφασίσει να καλλιεργεί. Γιατί ξεχάσαμε να πούμε πόσο καλή κηπουρός ήταν. (Να πάλι αρσενικού γένους ιδιότητα!) Κι αυτό ξεγελούσε τον κόσμο, γιατί πίστευαν ότι αυτός που χαϊδεύει ένα τριαντάφυλλο δεν μπορεί να σε κόψει φέτες με λόγια σαν σπαθί. Η κηπουρός μας όμως ανθίζει, όπως όλα τα λουλούδια όπου την αγαπάνε, την εκτιμάνε, την αφήνουν δηλαδή στην ησυχία της και να είναι το μικρό κοριτσάκι που δεν έχει σταματήσει μέσα της να στέκεται στο ένα πόδι και να απλώνει τα φτερά του και να πετάει πότε σαν αετός και πότε σαν πεταλούδα.»

Υπνωτισμένοι στο Εδιμβούργο

«Όσο πιο βαθιά μπαίνεις τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις – τόσο για σένα τον ίδιο όσο και για οτιδήποτε άλλο». Ο Ίαν Ράνκιν είναι από τις περιπτώσεις των συγγραφέων που δεν απομυθοποιείς, όταν συναντάς από κοντά. Έτσι όταν ξαναβυθίζεσαι σε ένα βιβλίο του, υπάρχει εκεί όλη η μαγεία και η σαγήνη. Μέσα στους μαιάνδρους των μυστηρίων του, πλέκει ιστορίες που σε υπνωτίζουν να τις ακολουθήσεις με αγωνία και ενδιαφέρον και σασπένς μέχρι το τέλος.

Με χαρακτήρες ζηλευτούς, δομημένους τόσο στέρεα μέσα στο σύμπαν της δικής του αφήγησης, παρακολουθείς μαζί με τους ήρωες την πλοκή να συμβαίνει μπροστά σου, στις ομίχλες και τα σκοτάδια του Εδιμβούργου. Με αναθυμιάσεις αλκοόλ και μισοτελειωμένα παγωμένα σάντουιτς σε κρύα αστυνομικά γραφεία. Ο γνωστός μας από τα παλιά επιθεωρητής Τζον Ρέμπους φλερτάρει με την αποστρατεία, αλλά πριν φύγει έχει να δώσει μια τελευταία παράσταση, μια τελική μάχη. Με τους δαίμονες του παρελθόντος. Που ξαναζωντανεύουν. Η Σιβόν Κλαρκ και ο Μάλκολμ Φοξ δίπλα του αγωνίζονται και διαφεντεύουν τη φήμη του και τη δική τους. Στο μυθιστόρημα του Ίαν Ράνκιν, «Ακόμα και τα άγρια σκυλιά» (εκδόσεις Μεταίχμιο), σε μετάφραση από την Νάντη Σακκά.

Η πόλη του Ρέμπους κρατάει σφραγισμένα τα μυστικά της, αλλά το οργανωμένο έγκλημα φροντίζει να εξάψει τις καταστάσεις. Μια παλιά υπόθεση ζητά εκδίκηση και εντέλει λύση. Ποιος θα υπερασπιστεί την αλήθεια και το δίκαιο; Ο κόσμος των γκάνγκστερ και ο κόσμος των καπιταλιστών από τη μία. Και ο κόσμος αυτών που θέλουν την αλήθεια, την αναζητούν, από την άλλη. Ρίχνουν φως και φέρνουν στην επιφάνεια τα πιο βαθιά κρυμμένα ένστικτα, σαπισμένες επιθυμίες, σκοτεινά κομμάτια μέσα σε «ευυπόληπτους» πολίτες της τοπικής κοινωνίας. Ο Ράνκιν με μαεστρία ενορχηστρώνει την ιστορία του, μαγνητίζει τον αναγνώστη και τον κερδίζει για πάντα, χωρίς εντυπωσιασμούς και κόλπα. Με απλότητα και ειλικρίνεια. Στη γραφή του. Όπως είναι και ο ίδιος από κοντά, προσηνής και μυστηριώδης μαζί, αληθινός και διάφανος από τη μία, απροσπέλαστος σαν τα μυστικά των ιστοριών του από την άλλη.

Χριστουγεννιάτικο Μπαζάρ 2018 – Δρόμοι Ζωής

Μαζί, 17 χρόνια Χριστούγεννα στο Γκάζι- “Δρόμοι Ζωής”

Στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2018 θα πραγματοποιηθεί το δέκατο έβδομο
Χριστουγεννιάτικο Μπαζάρ των Δρόμων Ζωής. Στο φιλόξενο  87ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Ορφέως 58,  118  54, Σταθμός Μετρό «Κεραμεικός», έξοδος Κων/πόλεως).

Η γειτονιά άλλαξε. Τα παιδιά μεγαλώνουν κι έρχονται άλλα. Από το Βοτανικό, τον Κεραμεικό, το Γκάζι. Εκείνο που έμεινε αναλλοίωτο είναι το κέφι για γιορτή και προσφορά. Για την ετήσια καθεριωμένη μας συνάντηση. Τέτοιες μέρες, οι κατσαρόλες μας κοχλάζουν, οι συνεννοήσεις και οι ετοιμασίες μας παίρνουν φωτιά. Δεκάδες εθελοντές των “Δρόμων Ζωής” ενώνουν τις δυνάμεις τους για τη διεξαγωγή του Μπαζάρ που εξασφαλίζει και τη λειτουργία της Οργάνωσης. Ο αμιγώς εθελοντικός κι αυτόνομος χαρακτήρας της υποστηρίζει μια ανοιχτή κοινωνία και προσιτή γνώση για τα παιδιά που ζουν στην ευρύτερη περιοχή του Γκαζιού, κάτω από συνθήκες αποκλεισμού. Με “Φροντίδα” για τις οικογένειές τους, το μικρό αλλά πάντα γεμάτο κοινωνικό παντοπωλείο μας κάνει τα μαγικά του. Σκοπός να βρίσκουν όλοι το δικό τους δρόμο, με αξιοπρέπεια.

Το παλαιοβιβλιοπωλείο μας για φανατικούς αναγνώστες, το μικρό “Μοναστηράκι” από ιδιαίτερα αντικείμενα από δεύτερο χέρι, οι μοναδικές πρωτότυπες χειροποίητες δημιουργίες μας σας περιμένουν για τα φετινά σας γιορτινά δώρα. Προσιτά για όλους. Κρατήστε χώρο στον ουρανίσκο σας για να δοκιμάσετε τις ασύγκριτες προσεγμένες γεύσεις του φημισμένου γκουρμέ μπουφέ μας, αλλά και όρεξη να γευτούν τα μάτια και η καρδιά σας από τα εκατοντάδες χρωματιστά βαζάκια με γλυκά και αλμυρά. “Χίπστερ” κουραμπιέδες, αρωματικά λάδια και ξύδια, ιδιαίτερα γλυκίσματα, μεθυστικά λικέρ, ξεχωριστές γεύσεις να τις μοιραστείτε με τους αγαπημένους σας. Αγνά υλικά και αντίστοιχες προθέσεις. Μπαχάρια και αρώματα. Μέλια και βότανα. Μουσικές και γέλια.

Για όλους, μικρούς και μεγάλους φίλους, θα έχουμε την καθιερωμένη και τόσο αγαπημένη παράσταση Καραγκιόζη, όπως και ιδιαίτερα ξεχωριστή αφήγηση παραμυθιών για όσους μαγεύονται από τις ιστορίες. Η ψυχή γεμίζει με το φως και τη ζεστασιά της συνεργασίας τόσων ανθρώπων.

(Επικοινωνία με δημοσιογράφους: Γιώργος Γάγγας 6974 550649)

Bazaar info:
Ωράριο: Σάββατο 15 Δεκεμβρίου: 10:00-22:00,
Κυριακή 16 Δεκεμβρίου: 10:00-20:00

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής:

www.dromoi-zois.gr
www.facebook.com/dromoizois
twitter.com/dromoizois

Για περισσότερες πληροφορίες για το bazaar 

www.bazaar-dromoizois.gr,
https://www.facebook.com/events/560733897730067/

Κατεβάστε το Δελτίο Τύπου
https://gallery.mailchimp.com/92dd559c124933531c0090c5a/images/d6aea34c-d09e-43b2-a72f-24b34479f86b.jpg

Όταν αλλάζει η ώρα…

Είχα γράψει τρία βιβλία διατυπώνοντας παντού την αγανάκτησή μου για τον κόσμο στον οποίο ζούσα. Για 13 χρόνια από το 2000 έγραφα κάθε μέρα χιλιάδες λέξεις, που έθιγαν τα κακώς κείμενα, διαπίστωνα την έλλειψη, το ελάττωμα, το πρόβλημα. Βάλε με σε οποιοδήποτε περιβάλλον και θα φέρω στην επιφάνεια αυτό που δεν λειτουργεί καλά, είμαι μανούλα σ’ αυτό. Φυσικά και δεν μου αρκούσε και με έπνιγε συχνά ο κόμπος στο λαιμό, ιδίως τη δεκαετία που έζησα στα Πατήσια, με την καθημερινότητα γύρω μου να με αδειάζει και να με θυμώνει. Μου φαινόταν ότι η όποια δυνατότητα παρέμβασης εξαντλούνταν σε ένα πληκτρολόγιο. Κι αυτό έχει πίσω του μια μεγάλη ματαίωση, του γραφιά.

Υπήρχε όμως άλλος δρόμος; Έστω ένα μικρό μονοπατάκι; Υπήρχε, αλλά δεν το έβλεπα. Ένα βράδυ, μια τυχαία συνάντηση στο σταθμό του τρένου, «Σταυρούλα, θα έρθεις; Ζυμώνουμε ψωμί», ακολούθησα έναν άνθρωπο που ήξερα μόλις ελάχιστο καιρό και είδα ένα μικρό θαύμα που ψήνεται σιωπηλά, αθόρυβα, στα σπίτια, σε παρέες, κατά μόνας, τέλος πάντων, δεν ήταν κραυγαλέο όπως το περιρρέον κακό της κρίσης. Και πήγα, με κέρασαν ένα τσάι που άνθισε κυριολεκτικά και μου θύμισε μια κοινότητα που εγώ επισκεπτόμουν κάθε Χριστούγεννα, πήγαινα και σε καμιά θεατρική παράσταση του Ιουνίου, τέλος πάντων ήμουν θεατής και αποδέκτης της. Τους Δρόμους Ζωής. Λίγο ζυμάρι που φουσκώνει και ψήνεται είναι καμιά φορά πιο αποτελεσματικό από όλα τα λόγια του κόσμου. Το Σεπτέμβριο, πήγα και τους βρήκα, αναμείχθηκα. Κι άρχισε μια περιπέτεια που στάθηκε μέσα μου μεγάλο στήριγμα αυτόν τον καιρό της ματαίωσης, της ανεργίας, της μη εκπλήρωσης κανενός πράγματος που με αφορούσε.

Για πρώτη φορά συγκεντρώθηκα σε κάτι πολύ άγνωρό μου που απαιτούσε μεν τα εύκολα δικά μου, συνέπεια, παρουσία, επιμονή, όμως ζήταγε κι από μένα να ανακαλύψω τι είμαι εγώ μέσα σε ένα σύνολο, να συνεργαστώ χωρίς να διατάζω, να υπάρχω με έναν εντελώς καινούριο τρόπο, να φτάσω να λέω πόσο ευεργετική είναι η παρουσία σε μια ομάδα. Δεν ήταν εύκολο. Αλλά στο τέλος έσταζε μέλι, βλέποντας ένα τόσο δα απτό αποτέλεσμα, κάτι να ολοκληρώνεται, να έχει επίδραση, να κινεί τη ζωή και τα νήματα. Όχι χωρίς προσωπικές τριβές μέσα μου, όχι χωρίς να μου αλλάζει τον αδόξαστο στις αντιλήψεις και τα μέχρι τώρα δεδομένα μου.

Στο ταξίδι του Μπαζάρ μπήκα σιγά σιγά, στην αρχή χωρίς να το καταλάβω με μια τοσοδούλα συμμετοχή της τελευταίας στιγμής, στην πορεία, αυτό επεκτεινόταν λίγο λίγο. Εμένα που σίγουρα δεν με λες ακτιβίστρια, είδα να ασκούν τον πιο γλυκό κι ανθρώπινο ιδιότυπο «ακτιβισμό» άνθρωποι που μαγειρεύουν, πλέκουν, φυτεύουν, φροντίζουν, νοιάζονται, ενδιαφέρονται, κάτι αλλάζουν στην καθημερινότητα κάποιου. Κι επιτέλους άρχισα να καταλαβαίνω και πάλι «Χριστούγεννα», απομακρυσμένη πια από τις παιδικές χαρές. Φέτος, ένας κύκλος, ένας μαγειρικός κύκλος από γυναίκες που ενώνουν την ανάσα τους πάνω από ένα γλυκό ή φαγητό, ένα πλεκτό που αβγατίζει, συναντήσεις με γέλιο και εκμυστηρεύσεις, έσωσαν την ψυχική μου υγεία, όταν δοκιμάζονταν τόσο τα όρια της αντοχής μου με την αναδουλειά και την ανεργία. Ένιωσα χρήσιμη, ικανή, άξια να μοιράζομαι κάτι από μένα με τους άλλους. Η ενεργοποίηση των δυνάμεων που δεν ξέρουμε καν ότι έχουμε, πριν μας χρειαστούν, είναι ένα μυστικό που με μαγεύει.

Τα γραναζάκια της ατμομηχανής του Μπαζάρ καλολαδωμένα, γυρίζουν και πάλι. Οι μηχανές ανεβάζουν στροφές, οι παρέες βρίσκονται, τα βαζάκια γεμίζουν, τα μπουκάλια διάφανα λαμπυρίζουν και οι ματιές μας καθρεφτίζονται και γεμίζουν νόημα. Διαβάστε για να ζεσταθεί η καρδιά σας, το περυσινό ταξίδι προς το χριστουγεννιάτικο χαρμόσυνο φως κι ακολουθήστε μας στις νέες περιπέτειες. Αυτή η ώρα που κερδήθηκε σήμερα, μην πάει χαμένη. Ο εσωτερικός μυστήριος χρόνος του καθενός ας βρίσκει δρόμους ζωής να πορεύεται και να εναρμονίζεται μ’ αυτό το εξωτερικό μέτρημα του καιρού που περιμένει να του δώσουμε ένα νόημα για να ομορφύνει και να γλυκάνει την ψυχή μας.

 

Δρόμοι Ζωής- Μοιραζόμαστε 2018

Γιορτή του Φθινοπώρου και της Συμμετοχής

 

Ένα νόστιμα μαγειρεμένο πιλάφι μπορεί να “κρύβει” μέσα του εκτός από μπαχαρικά και προσωπική ευθύνη; Η αγάπη σερβίρεται σε πλαστικά ποτηράκια; Η έγνοια για τον διπλανό Άλλο μήπως είναι το φύλαγμα μιας θέσης στον κήπο της μουσικής; Εκείνη η μαγική λέξη “Μοιραζόμαστε” μήπως απηχεί το αίτημα για μια πιο συμμετοχική κοινωνία;

Κανέλα και αγάπη, μοσχοκάρυδο και ανυπομονησία για τη γιορτή, πιπέρι και φωτεινή χαρά, κόκκινες σάλτσες και φιλία, πικάντικα και γλυκόξινα, πίτες και σαλάτες, εδέσματα από όλον τον κόσμο σας περιμένουν στο τραπέζι μας. Ελάτε να ενώσουμε το βλέμμα μας στον άνθρωπο, με νοστιμιά και φροντίδα. Για έκτη χρονιά, οι εκλεκτές μας γεύσεις από την Πόλη μέχρι το Μπαγκλαντές, από την Ινδία μέχρι την Αίγυπτο κι από την Ιταλία μέχρι το Μεξικό, σας αναμένουν στο φιλόξενο κήπο των “Δρόμων Ζωής”.

Στις  22 Σεπτεμβρίου, στις 9.00 το βράδυ,  ανοίγουν οι πύλες του Κέντρου,  Γαργηττίων 12 στο Γκάζι, σε μια γιορτή αφθονίας, κεφιού, καλής διάθεσης και κυρίως επιθυμίας να μοιραστούμε μεταξύ μας και να υποστηρίξουμε οικονομικά τη λειτουργία της αμιγώς εθελοντικής οργάνωσης και για τη σχολική χρονιά που μόλις άρχισε.  Η είσοδος για το πλούσιο γεύμα κοστίζει 10 ευρώ και για τους φοιτητές 5 ευρώ, μαζί με τα ποτά.  Σας υποδεχόμαστε στην αυλή με μουσική, χαμόγελο και κυρίως την ανάγκη να ζεστάνουμε και να ανοίξουμε την καρδιά μας στον διπλανό. Ας μας βρει το ξημέρωμα της φθινοπωρινής ισημερίας, γιορτάζοντας τη ζωή, μαζί.

INFO
————————————————————
ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΣΤΕ

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018, 9.00μ.μ.
Γαργηττίων 12, Γκάζι
Είσοδος με ποτό 10€, για φοιτητές 5€

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής
Website: http://www.dromoi-zois.gr
Facebook: dromoizois (https://www.facebook.com/dromoizois/)
Event page: https://www.facebook.com/events/1924575604295191/

 

 

«κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει»

IMG_20180819_122000_108.jpg

Η δύναμη και η αγάπη. Ο θάνατος και η ζωή. Ο άντρας και η γυναίκα. Η θάλασσα κι η στεριά. Η διαύγεια κι η ζάλη. Όλα τα δίπολα. Ζευγαρωμένα στο λιμάνι τους. Ένα πλοίο κολλημένο στη Μασσαλία. Ο καπετάνιος του. Κι ο δεύτερός του καπετάνιος, σαν σκιά του πρώτου, το φως που πέφτει στο σκοτάδι. Κι ένας ναύτης.

Ένας Λιβανέζος, ένας Έλληνας κι ένας Τούρκος. Η Μεσόγειος φλεγόμενη μέσα στις καρδιές ηττημένων ανδρών και λαβωμένων γυναικών. Και ανάμεσά τους η τρυφερότητα. Ο Ζαν-Κλωντ Ιζζό, αυτός ο μάγος του γαλλικού νουάρ, πλέκει ένα μυθιστόρημα βαθύ και συναρπαστικό, νοσταλγικό και άγριο, γλυκό και ερωτικό, πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. «Οι βατσιμάνηδες της Μασσαλίας» (εκδόσεις Μεταίχμιο) σε μετάφραση Μαριλένας Κοραντζάνη. «Δεν υπάρχει απάντηση, Αμπντούλ. Την ευτυχία ή την πιστεύουμε ή όχι, αυτό είναι όλο. Γιατί δεν πίστεψες ποτέ;»

Όλα τα αρώματα της ζωής κι οι μυρωδιές των ανθρώπων, όλες οι αποχρώσεις, οι λάμψεις, τα σκοτάδια, τα θαμπώματα, όλες οι γεύσεις, οι ήχοι, τα τραγούδια, τα γέλια και τα δάκρυα αυτής της λεκάνης, της …μέσης γης που κυκλώνεται από έναν ήλιο που φέγγει αλλιώς σε κάθε της κομμάτι. Όλη η Μεσόγειος χωράει σε ένα πλοίο χωρίς πλοιοκτήτη, το «Αλντεμπαράν» και ξεδιπλώνει τα χούγια της, τις χάρες και τις πληγές της. Με μαεστρία ο Ιζζό στήνει μια ανθρώπινη ιστορία, τραγική, για να μας πει ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από τη ζωή και το πώς θα αποφασίσουμε να την ζήσουμε, παρά τα κρίματα, παρά τη μοίρα, παρά το προσωπικό άχθος που κουβαλά ο καθένας στην ψυχή του, παρά όλα.

Είναι ένα βιβλίο που λες, ξεπηδά από κείνη τη φωτογραφία της Αλεξάνδρειας της δεκαετίας του ’60, ο Στρατής Τσίρκας καθιστός και δίπλα του ο Νίκος Καββαδίας, σαν να συνεχίζει ο Ιζζό (1945-1999) αυτό που ξεκίνησαν αυτοί οι δύο. Εάν χωράει άλλος ένας στο πλάνο, είναι ο Μαρσεγέζος αυτός, γιος ενός ιταλού μπάρμαν και μιας ισπανίδας κομμώτριας. Ένα εκμαυλιστικό μυθιστόρημα που σε ξελογιάζει με τα βάθη και τα ύψη του, με τις ματιές στην ψυχή, όσο το βλεφάρισμα δυο ανθρώπων που συναντήθηκαν πραγματικά έστω για μια στιγμή, στην κουπαστή ενός πλοίου με το όνομα ζωή.

«Ακυβέρνητες πολιτείες»

20180714_100128

Ένα σπουδαίο και τόσο σκληρό βιβλίο του κολομβιανού συγγραφέα Σαντιάγο Γκαμπόα. Σκληρό γιατί είναι τόσο οικείο και σύγχρονό μας. Οι γενιές του διαδικτύου, όλα όσα ζουν λίγα πίξελ πιο κάτω από μας, αλλά ειδωμένα μέσα από τον κοσμοπολιτισμό του Γκράχαμ Γκρην και του Τζον Λε Καρρέ. «Νυχτερινές ικεσίες» από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση Βασιλικής Κνήτου.

«Οι μεγαλόπρεπες πολιτείες. Εκεί συμβαίνουν ιστορίες, ίσως την αυγή ή μπορεί και αργά το απόγευμα, όπως και να ‘χει, μακριά απ’ τον καυτό ήλιο του μεσημεριού. Θα φτάσουμε ποτέ ώς αυτές; Ίσως μπούμε σ’ αυτή την καινούργια πόλη το χάραμα ή πριν νυχτώσει.» Ένας νέος θα βρεθεί με ναρκωτικά στις αποσκευές του στην Μπανγκόκ. Πολύ γνώριμή μας ιστορία. Τι κρύβεται όμως κάτω απ’ τα υποστρώματα που δεν θα αποκαλυφθούν ποτέ;

Ούτε αστυνομικό ούτε ιστορία αγάπης δεν είναι τούτο το μυθιστόρημα για να πειράξουμε και τους ισχυρισμούς του συγγραφέα. Είναι μια χαρτογράφηση του σύγχρονου Κακού. Αριστοτεχνική. Μπογκοτά, Δελχί, Μπανγκόκ, Τόκιο, Τεχεράνη, Παρίσι. Οι εξαφανισμένοι από το καθεστώς της Κολομβίας, οι εξαφανισμένοι από το αραχνένιο δίχτυ της πορνείας και των ναρκωτικών. Οι «εξαφανισμένοι» από αγάπη.

Ένας πιτσιρικάς που θα ζωγραφίσει την ψυχή του στους τοίχους με γκράφιτι κι εντέλει με αίμα σε μια φυλακή την ανθρώπινη τραγωδία, μια ανθρώπινη κατάσταση, εκείνο το κενό που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος.  Αξιοδιάβαστο και απολαυστικό.

 

 

 

Μυστικός Κήπος

Φέτος ήταν η τρίτη χρονιά. Ξεκίνησε από «Ονειρόδρομος» και μετατράπηκε σε «Μυστικός Κήπος». Ολοκληρώθηκε ένας βαθύς και αδιερεύνητος σπειροειδής κύκλος. Με μεγάλα ταξίδια σε εσωτερικούς χώρους. Σε ψυχικά τοπία που κουβαλάμε όλοι μας.

Σε ένα τόσο δα κηπάκι, γύρω από έναν κύκλο. Ακούγοντας τις ανάσες μας. Μια χούφτα άνθρωποι. Φυτεύοντας μια ελιά, πόσους σπόρους που δεν καρποφόρησαν και πόσα άλλα λουλούδια που άνθισαν. Μεγάλη ανταμοιβή ο μικρός λουλουδοπαραγωγός που κουβαλάει ένα γλαστράκι στην καρδιά του και ανθίζει για χάρη μας όλο τον σύμπαν εκεί μέσα. Και στα μάτια όλων που σπιθίζουν λουλούδια.

Ένας πάπυρος που του έτρωγαν το φως του τα ζιζάνια, μια βοκαμβίλια ξερή που αναστήθηκε, ένας έρωτας που ξαναβλασταίνει.

Ένας μυστικός δείπνος μέσα στα χώματα, με νερό και φως και ψυχή.

Που γίνεται σφιχτή αγκαλιά που καρποφορεί.

Αντί μνήμης

Δεν θα ξεχάσω την αίσθηση από τα τηλεφωνήματά του: του απαριθμούσα τις «τρελές» μου ιδέες για την ομάδα, όλα τα σχέδια που μου κατέβαιναν στο κεφάλι, μου έλεγε πάντα «ναι» και πήγαινε λίγο παρακάτω την ιδέα μου, σε μια υλοποίηση ακόμα πιο δυνατή και όμορφη. «Κι άμα γίνει;», μου έλεγε. Εγώ ένας φύσει μη ομαδικός τύπος που κοίταζα πάντα από την άκρη, το ιδιότυπο περιθώριό μου -που ακόμη δεν ξέρω εάν είναι εσωστρέφεια, φόβος, αδυναμία ή τελικά η ατομική μου ενέργεια και η προσωπική μου δύναμη, ο τρόπος μου τέλος πάντων- και παρατηρούσα, βρέθηκα στη μέση να ενορχηστρώνω ομάδες και να ανασαίνω μαζί τους… Είδε την παιδική μου ορμή, τον ενθουσιασμό μου, τον αυθορμητισμό που δεν έχει κατορθώσει τίποτα να σταματήσει και τα πήρε να τα πάει σε άλλα παιδιά, χωρίς διάθεση ελέγχου, με ενθάρρυνση μου έδειχνε μια κατεύθυνση, πού να πάει η όρεξή μου, η χαρά μου, για να πιάσουν τόπο και να μην χαραμιστούν, κάπου να ανθίσουν που τα χρειάζεται κάποιος άλλος. Ό, τι είχα γίνει, μέχρι τώρα, δεν πήγαινε χαμένο, κάποιος το χρειαζόταν. Πώς να μην ανθίσεις μετά; Γι’ αυτό και πρώτα απ’ όλα νιώθω ένα μικρό παιδί του κέντρου των Δρόμων Ζωής, όχι ένας από τους μεγάλους.

Ωστόσο, ο κύριος Κώστας δεν είναι μια ανάμνηση, αυτό θα ήταν πολύ λίγο. Είναι ένας εσωτερικός οδοδείκτης για μένα που μου υπενθυμίζει ότι με αγάπη, εμπιστοσύνη, απλότητα, ειλικρίνεια, ευγένεια και ευαισθησία, απαλότητα, μπορώ άφοβα να ακολουθώ τη φωνή μέσα μου. Σε όποιον δρόμο μου λέει να πάω και μ’ αρέσουν πολύ οι δρόμοι και τα ταξίδια.

Κι αυτό είναι μεγάλη ελευθερία και ζώσα ύπαρξη. Να γίνεσαι, ε, η ελευθερία του άλλου… Κι οι άνθρωποι τρεφόμαστε με την ελευθερία, είναι το φως μας, το νερό, η γη και ο άνεμός μας για να προχωράμε προς τα μέσα και προς τα πάνω. Αντί μνήμης, λοιπόν, ζώσα ύπαρξη στις καρδιές τόσων πολλών ανθρώπων.

Δεν φοβάμαι πια να λερώνω τα μεταξένια μου ρούχα στο πεζοδρόμιο της Γαργηττίων που καθόμαστε με κάθε ευκαιρία, ούτε να βρέξω τα φουστάνια μου από την ξαφνική μπόρα στο «Μοιραζόμαστε» του Σεπτεμβρίου.

Αυτό το «ευχαριστούν όλοι όλους» ανθίζει και το τρέφουν ήλιοι στα βλέμματα των παιδιών, μουσικές στα γέλια τους, χοροί στην κίνησή τους, ζεστασιά στις ψυχές όλων μας που μας δόθηκε η χαρά να βρεθούμε κοντά του και να ανασάνουμε από το σπινθηροβόλο πνεύμα του κυρίου Κώστα. Μας τρέφει και μας εμπνέει. Και συνεχίζουμε τις καλλιέργειές μας στο δικό του μυστικό κήπο ο καθένας.

Εμ-ψύχωση

Τα τελευταία πέντε χρόνια, ανακάλυψα ότι όλη μου τη ζωή εμψύχωνα ανθρώπους που δεν μπορούσαν να λάβουν την ενθάρρυνση, ήμουν απελπιστικά αισιόδοξη ενώ νόμιζα ότι απελπιζόμουν εγώ, κοίταζα όλο κατά το φως ενώ γύρω σκοτείνιαζε το σύμπαν, δεν μπορούσα να σταθώ σε ένα σημείο ενώ νόμιζα ότι είμαι πλήρως ακίνητη, γνώριζα άπειρο κόσμο και κυλούσε από τη χούφτα μου σαν νερό, ενώ πίστευα ότι ήμουν αντικοινωνική, όλο κάτι επεδίωκα και καλό θα ήταν να κάθομαι και στα αυγά μου καμιά φορά, όλο εξέφραζα τα ανέκφραστα, όλο, όλο, όλο. Όλο φοβόμουν ότι δεν ήμουν αρκετή, όλο δεν ήμουν ευχαριστημένη κυρίως με μένα, όλο μπορούσα και καλύτερα.

Μπήκα λοιπόν μέσα από τον καθρέφτη κι εκεί τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μόλις μου ζητήθηκε να σταθώ ακίνητη, ξεδιπλώθηκε η πλήρης αδυναμία μου να είμαι στάσιμη. Μόλις καθάρισα το τοπίο από κοινωνικές γνωριμίες, φάνηκε ποιοι άνθρωποι έρχονταν για να μείνουν και κυρίως ποιους γύρευα εγώ. Και πόσους είχα απαλλάξει δίνοντας χρόνο και προσοχή. Μόλις δεν ήταν αρκετά τα πάντα γύρω μου, βρήκα πόσο αρκετή ήμουν εγώ και ξάφνου όλα έφταναν και περίσσευαν. Αφθονία. Μόλις σηκώθηκα από την καρέκλα και βημάτισα, δεν μπορούσα να ξανακαθίσω. Άρον το κρεβατάκι σου. Μόλις έδειξα εγώ εμπιστοσύνη και πίστη, ωπ, τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Εκείνη η αίσθηση μόνο δεν σταμάτησε. Εκείνη που φέρνει στη  επιφάνεια ό,τι συμβαίνει όπου μπω, όπου σταθώ, όπου βρεθώ. Η στάση του παρατηρητή βλέπεις. Μόλις έδιωξα και την επίκριση που με κατέτρωγε, έγινε ακόμη πιο αποτελεσματική. Μόνο που θα κοιτάξω προς μια κατεύθυνση, ήδη ανοίγει ο δρόμος και ξεδιπλώνει τα παρακλάδια του. Κι εκείνη η μόνωση από τους άλλους ήταν απλώς η απόσταση, ο χώρος του παρατηρητή που μου επιτρέπει να ανασαίνω. Και που τη βάζω μπρος μόλις η εμπλοκή δεν δουλεύει πια.

16 χρόνια Χριστούγεννα στο Γκάζι

Δρόμοι Ζωής -Bazaar 2017

Στις 16 και 17 Δεκεμβρίου 2017, στο Γκάζι, πραγματοποιείται για δέκατη έκτη χρονιά το Χριστουγεννιάτικο Bazaar της εθελοντικής οργάνωσης «Δρόμοι Ζωής».Το 87ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών (Ορφέως 58,  118  54, Σταθμός Μετρό «Κεραμεικός», έξοδος Κων/πόλεως) φιλοξενεί για ακόμη μια φορά την εκδήλωση.

Το Bazaar, θεσμός πλέον για τους εθελοντές και τους φίλους μας, αποτελεί τη μοναδική χρηματοδοτική πηγή της Οργάνωσης και εξασφαλίζει την ετήσια λειτουργία του Κέντρου Επικοινωνίας των Δρόμων Ζωής (Γαργηττίων 12, Γκάζι) που ασχολείται εδώ και 21 χρόνια με τη στήριξη ων παιδιών και οικογενειών που αντιμετωπίζουν συνθήκες αποκλεισμού και ανέχειας στον Κεραμεικό, το Γκάζι, το Βοτανικό, το Μεταξουργείο. Ένα Bazaar «Γιορτή» για τους εθελοντές, τα παιδιά του Κέντρου και τους επισκέπτες, δίνει την ευκαιρία για χριστουγεννιάτικες αγορές, καλαίσθητες και ποιοτικές, με έμφαση στον γαστρονομικό του χαρακτήρα. Οι εθελοντές εργάζονται όλο το χρόνο για τα κοσμήματα, τα πλεκτά, τα αξεσουάρ, τα γλυκίσματα, τα λικέρ και όλες τις ξεχωριστές σπιτικές παρασκευές που προσφέρονται σε συσκευασία δώρου για τα Χριστούγεννα. Το μπαρ του μπαζάρ αποτελεί σημείο συνάντησης των επισκεπτών που ανανεώνουν ετησίως το ραντεβού τους για να γιορτάσουν με αλμυρές και γλυκές γεύσεις, εδέσματα ελληνικής, ανατολίτικης, ιταλικής, μεξικάνικης κι εν γένει έθνικ κουζίνας, καφέ, τσάι, ζεστό κρασί, με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος.

Προσεγμένα αντικείμενα από «δεύτερο χέρι» διατίθενται  σε πολύ προσιτές τιμές. Το «Μικρό βιβλιοπωλείο» μας, ευκαιρία για βιβλιόφιλους να ανακαλύψουν πολύτιμους θησαυρούς από μεταχειρισμένα βιβλία κάθε γούστου.

Στο πλαίσιο του Bazaar, και τις δυο ημέρες διοργανώνονται για τους μικρούς επισκέπτες μας, στον πρώτο όροφο του Σχολείου, πολλές παράλληλες εκδηλώσεις, δωρεάν.  Το «Εργαστήρι των Ξωτικών» με εργαστήρια και δημιουργική απασχόληση, Παράσταση Καραγκιόζη το Σάββατο 6.00-7.00μ.μ., Θεατρική παράσταση από τα παιδιά των Δρόμων Ζωής την Κυριακή 1.00-2.00μ.μ. .

(Επικοινωνία με δημοσιογράφους: Γιώργος Γάγγας 6974 550649)

Bazaar info:
Ωράριο: Σάββατο 16 Δεκεμβρίου: 10:00-22:00,
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου: 10:00-20:00

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής:

www.dromoi-zois.gr 
www.facebook.com/dromoizois
twitter.com/dromoizois

Για περισσότερες πληροφορίες για το bazaar και τις παράλληλες εκδηλώσεις:

www.bazaar-dromoizois.gr,
https://www.bazaar-dromoizois.gr/παράλληλες-εκδηλώσεις/

Κατεβάστε το Δελτίο Τύπου (.doc)

Δρόμοι Ζωής- Χριστουγεννιάτικο Μπαζάρ 2017

Τα φωτεινά πνεύματα δουλεύουν ακατάπαυστα για να νιώσουμε λίγο καλύτερες κι ομορφότερες γιορτές, με ζεστασιά, αγάπη, γεμάτη την ψυχή μας.
Ακολουθείστε τους για να γλυκαθείτε, σαν κέρασμα πορφυρό σε κρυστάλλινο πιατάκι με δροσερό νερό και σεμενδάκι δαντελένιο ολόλευκο.

http://www.bazaar-dromoizois.gr/

 

Προσδοκία ανά(σ)τασης

Είναι φρέσκοι, πολύ νέοι -μόλις στα είκοσι κάτι τους-, κοιτούν τον κόσμο γύρω τους ως ποιητές και τον τραγουδούν. Προβληματισμένοι για την κοινωνία, με ειρωνεία, μαύρο χιούμορ, ευαισθησία, αναμενόμενη αντιδραστικότητα που παρακάτω ελπίζω θα μετουσιωθεί σε δημιουργία, με μουσική που σε παρασέρνει, στίχους που σου δείχνουν τι συμβαίνει γύρω και πώς το λαμβάνουν οι δέκτες με τεταμένες τις πιο λεπτοφυείς κεραίες τους. Συναίσθημα, θυμικό, ενορχηστρωμένα με νότες. Κάποτε πικροί -από κούνια-, μελαγχολικοί αλλά όχι «νεκροί» όπως ισχυρίζεται το όνομά τους. Ωραίοι -της ώρας κατάλληλοι δηλαδή γι’ αυτό που ζούμε τώρα και ικανοί να το αφηγηθούν- τύποι που αγάπησα πολύ το βαλσάκι τους, κρατάει άλλωστε σκυτάλη από τη τρυφεράδα του Λοϊζου και μας τη φέρνει στο σήμερα. Η ταυτότητά τους; Νομίζω είναι η δυνατότητα να πουν ιστορίες, μικρές ανθρώπινες, γι’ αυτό πολύ μεγάλες, «Εξαιρετικά Χημικά Άσματα», άλλωστε τιτλοφορείται ο δίσκος τους. Η οπτική τους είναι πολύτιμη: πίσω από το τζάμι σε ένα λεωφορείο της γραμμής, βλέποντας τον Ξένο, τον Άλλον. Είναι οι «Νεκροί από Κούνια». Μέσα στην αλήθεια τους και τα ψυχικά μουσικά τους τοπία κρύβεται ένας σπόρος προσδοκίας ανά(σ)τασης και αναγέννησης μακάρι να ανθίσει. Ακούστε τους.

«Το βαλς του 790»

Το «θεώρημα» της Αντέλ

Η ζωή του αξεπέραστου επιστήμονα Κουρτ Γκέντελ μέσα από τα μάτια της γυναίκας του

 

ΓΙΑΝΙΚ ΓΚΡΑΝΕΚ

Η ΘΕΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΘΡΙΑΜΒΩΝ

Μτφρ.: Τεύκρος Μιχαηλίδης

Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σελ. 456

 

 

Είναι ένα βιβλίο που σου χαράζει ένα πλαγιαστό οχτάρι στην καρδιά, το άπειρο με όλους τους συμβολισμούς του. Καταφεύγει στα ανώτερα μαθηματικά, στη φυσική από θεωρία της σχετικότητας και πάνω, στη φιλοσοφία, μα, κυρίως ανασκάπτει την ψυχή. Ένα μυθιστόρημα πλούσιο, απολαυστικό. «Η θεά των μικρών θριάμβων» της Γιανίκ Γκρανέκ, σε μετάφραση Τεύκρου Μιχαηλίδη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Ο Κουρτ Γκέντελ, πολύ φίλος του Άλμπερτ Αϊνστάιν, έφευγαν μαζί από το Πρίνστον για τους παροιμιώδεις περιπάτους τους στα τελευταία χρόνια της ζωής του δεύτερου.

Η ζωή του μεγάλου αυστριακού μαθηματικού μέσα από το πρίσμα της μυθοπλασίας και φυσικά τη ματιά της γυναίκα του, Αντέλ, μιας χορεύτριας από τη Βιέννη που του αφιέρωσε τη ζωή της. «Τα μαθηματικά δεν τον τρέλαναν· έσωσαν τον άνδρα μου από τον εαυτό του και μετά τον σκότωσαν». Με ειρωνεία, χιούμορ, σαρκασμό, άλλοτε γλυκύτητα κι άλλοτε πίκρα η γυναίκα αυτή χαρτογραφεί την ψυχική δυστοπία μιας διανοητικής ιδιοφυίας. Το τίμημα για έναν άνθρωπο που σημάδεψε την επιστήμη του 20ου αιώνα. Τα περίφημα θεωρήματά του απέναντι στο διαχρονικό «θεώρημα» της Αντέλ: δεν αποδυναμώνεται ποτέ και ισχύει πάντα το να λες σε μια γυναίκα πόσο όμορφα είναι τα μαλλιά της και σε έναν άνδρα πόσο δυνατός είναι… Η κοινή λογική απέναντι στη μεγάλη Λογική και τον ισχυρό θεμελιωτή της. Εκλαϊκευμένη η ουσία της εργασίας του Γκέντελ λέει ότι «ένα σύστημα δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τον εαυτό του. Είναι πολύ δύσκολο να αυτοαναλυθείς. Δεν μπορείς να δεις τον εαυτό σου παρά μόνο μέσα από τη ματιά των άλλων». Κάτι που απέδειξε ο Γκέντελ, τι τραγική ειρωνεία, με την ίδια του τη ζωή και το θάνατο. Το βιβλίο κατέκτησε το Βραβείο των Βιβλιοπωλών στη Γαλλία και πραγματικά απορροφά τον αναγνώστη.

Η Γιανίκ Γκρανέκ, αν και είναι μόλις το πρώτο της μυθιστόρημα, γεννημένη το 1969 στη Γαλλία, κατορθώνει να αναπλάσει υποδειγματικά τη ζωή του Μεσοπολέμου στη Βιέννη, στη συνέχεια τη ναζιστική απειλή που έπεσε πάνω από την Ευρώπη κι ύστερα τη διαφυγή του ζεύγους στην Αμερική, διασχίζοντας την Ανατολή με τον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο. Η μεταπολεμική Νέα Γη, το «ασφαλές» καταφύγιο του Πανεπιστημίου Πρίνστον και φυσικά η σύγχρονη ματιά των αρχών της δεκαετίας του ’80 στην αμερικανική ακαδημαϊκή κοινότητα, η κριτική της θεώρηση μέσα από την άλλη ηρωίδα, την Άννα Ροθ, μια καλοσπουδαγμένη αρχειοθέτρια που αποστέλλεται από το Ινστιτούτο Προχωρημένων Μελετών στο γηροκομείο που ζει η χήρα του Κουρτ Γκέντελ για να εξασφαλίσει το αρχείο του. Κι έτσι αρχίζει να πέφτει φως σ’ αυτή την ερμητική προσωπικότητα μέσα από τη σχέση των δύο γυναικών που αφηγούνται τη ζωή τους γύρω από τον παράξενο και ιδιότυπο αυτό άξονα, τον Κουρτ Γκέντελ. «Συγύριζα τα πάντα για να εμποδίσω αυτή την καταραμένη εντροπία να τα καταπιεί όλα. Ίδια δεν είναι η μοίρα όλων των γυναικών; Σαλπάρουν, είτε από έρωτα είτε από ανάγκη για ασφάλεια, και τελικά καταλήγουν να κρατάνε με τα ίδια τους τα χέρια αυτόν που υποτίθεται πως θα ήταν ο βράχος τους. Αυτό το πεπρωμένο έχουμε όλες; Αυτούς τους αδελφούς, πατεράδες, εραστές, φίλους, είμαστε εδώ για να σώζουμε; Μήπως γι’ αυτόν τον αλλόκοτο σκοπό μας έδωσε ο θεός στήθη και γοφούς; Είμαστε απλώς σωσίβια; Και τι μας απομένει όταν πια δεν έχουμε κανέναν να σώσουμε; Να τακτοποιήσουμε τις αναμνήσεις».

Η θρυλική επιστημονική μορφή του από τη μία κι από την άλλη, ένας κοινό θνητός που κύλησε στα μαρτύρια της παράνοιας, ταλαιπωρήθηκε από νευρική ανορεξία και διαταραχή προσωπικότητας και κατέληξε δέσμιος της ψυχικής του νόσου, όταν ο «βράχος» του, η Αντέλ, δεν κατόρθωσε να τον κρατήσει γερά δεμένο στη γη, στους ανθρώπους, στην ίδια του τη φύση, στην τροφή. Μια γυναίκα αντιμέτωπη με τη μεγάλη της επιλογή: να αγαπήσει μέχρι τέλους αυτόν τον άντρα, να του αφιερώσει την καθημερινότητά της κυριολεκτικά, να αποφασίσει να ταυτίσει τον εαυτόν της, τη δική της ζωή, με έναν άνθρωπο που ζούσε τόσο πολύ μέσα στο μυαλό του, κι εκείνη σχεδόν έγινε φορέας του σώματός του, των αισθημάτων του, των αισθήσεών του, της απόλαυσης που εντέλει αρνήθηκε και που κανείς δεν θα μάθει πώς ποτέ βίωσε. Ο έρωτας, η τρέλα, η λογική, η ζωή και ο θάνατος, ο πόλεμος και η ειρήνευση, η συμφιλίωση με ό,τι είναι ο καθένας: η μεγάλη συνεχής διακύβευση στην πορεία ενός ανθρώπου.

Ρίζες στη ζωή της περιπλάνησης

Μια αφήγηση συμφιλίωσης μέσα από δύο πολέμους και τρεις ηπείρους

 

ΜΙΡΙΑΜ ΦΡΑΝΚ

ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ       

Μετάφραση: Καρίνα Λάμψα

Εκδόσεις Καπόν

Σελ. 352

 

Στα καραβάνια των προσφύγων του 21ου αιώνα, στις κοινότητες των εκπατρισμένων, στις μοναχικές πορείες των εκδιωγμένων σκέφτομαι πάντα αυτόν τον αφανή, τον σχεδόν αόρατο παρατηρητή του κόσμου του, συνήθως ένα μικρό παιδί, που ρουφάει όσα του συμβαίνουν και μια μέρα θα γίνει εκείνος που θα αφηγηθεί την Ιστορία όλων, μέσα από τη δική του μικρή ιστορία. Σκέφτομαι πώς θα είναι τα δικά του λόγια, σε ποια γλώσσα, τι θα λένε, πώς θα βλέπουν τα μάτια του μέσα από τις δικές μας λέξεις. Περιμένω τη λογοτεχνία που θα ξεπηδήσει από όλα εκείνα τα παιδιά που έχουν εισρεύσει στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, οπουδήποτε στον κόσμο από άλλα μέρη, με άλλες γλώσσες, άλλες αποσκευές ψυχικές και πολιτισμικές, άλλα συναισθηματικά φορτία και εσωτερικές φορτίσεις.

Μια τέτοια μικρούλα, λοιπόν, ανοίγει τη ροή της δικής της ατομικής οδύσσειας, τόσο βαθιά συνυφασμένης με τις παγκόσμιες εξελίξεις, και σε ένα κείμενο μαρτυρία μεν, αλλά με ζωντάνια κι απόλαυση λογοτεχνίας για τον αναγνώστη, ξεδιπλώνει την περιπετειώδη ζωή της. Η Μίριαμ Φρανκ που είχε την τύχη να επιζήσει από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –σε αντίθεση με τη συνονόματή της Άννα. Αφηγείται τη ζωή της, «Εξόριστη σε τρεις ηπείρους- Ιστορίες μιας νομαδικής ζωής», ένα βιβλίο μεταφρασμένο από την Καρίνα Λάμψα που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καπόν. Βαρκελώνη, Μασσαλία, Καζαμπλάνκα, Μεξικό, Νέα Ζηλανδία, Αγγλία, Ιταλία, με τόσες πολλές διαδρομές και σταθμούς και ανθρώπους. Ο βίος μιας γυναίκας, με τις πάμπολλες διαστάσεις της φύσης της, απλώνεται μπροστά μας για να μας πει ένα τραγούδι για την ίδια τη ζωή, την αξία της, τη σημασία της, την ομορφιά της, τη λείανση του ανθρώπου μέσα από τα σκληρά, απροσδόκητα κύματα της πορείας του.  Και φυσικά για την τόλμη, τη δύναμη, την επιμονή, την αντοχή, τη δυνατότητα. Τις άπειρες άδηλες πιθανότητες που διανοίγονται μπροστά στον καθένα.

Εβραία που γεννήθηκε στη Βαρκελώνη η Μίριαμ Φρανκ, από μητέρα Γερμανίδα και πατέρα πολιτογραφημένο αμερικανό που είχε αλλάξει το όνομά του, διέφυγε από την Ισπανία του Φράνκο, έζησε στη Γαλλία υπό το καθεστώς του Βισύ, και όταν ήταν πέντε χρονών με το πλοίο «Serpa Pinto» έφτασε μέσω Μασσαλίας και Καζαμπλάνκας στο Μεξικό. Κι αργότερα Νέα Ζηλανδία. Έχει γλιτώσει το Ολοκαύτωμα κι όταν αυτή η μικρούλα το συνειδητοποιεί σιγά σιγά, αποφασίζει να γίνει γιατρός. Και μετά Λονδίνο. Μια αναισθησιολόγος που θα παντρευτεί αργότερα τον γερμανό ζωγράφο Κόρτοκρακς που εκείνος με τη σειρά του θα στήσει και θα διδάξει σε ένα σχολείο στην Ιταλία. Σε αδρές γραμμές αυτή είναι η πραγματικότητα της Μίριαμ. Βαθιά ανθρώπινη, συγκινητική, προσωπική που ξεφυλλίζει τόσες πολλές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας. «Κατάλαβα πως τελικά οι ρίζες μου δεν βρίσκονταν σε κάποια γεωγραφική τοποθεσία έξω απ’ τον εαυτό μου, αλλά μπλεγμένες στην ίδια μου τη φύση, ενσωματωμένες μέσα μου, σε όλη τη διαδρομή από το ξεκίνημά μου στη ζωή… Υπάρχει ένα κεντρικό σημείο σε μένα που αναδεύεται πάντα από την επίμονη μεγαλοπρέπεια των βουνών, μια ήρεμη λίμνη, μια ορμητική θάλασσα, τα ταραχώδη χρώματα του ήλιου που δύει ή τη σαγηνευτική φινέτσα ενός λουλουδιού, τους αγνούς ρυθμούς του Μπαχ και το θυελλώδες πάθος του Μπετόβεν, την ομορφιά στη γραμμή και τις αναλογίες μιας ετρουσκικής στεγασμένης εισόδου ή ενός ναού Μάγια».

Τραυματική φυγή

Όσο διάβαζα την αφήγησή της, δεν ήταν δυνατόν να μην περάσουν από το νου μου οι «Χαμένοι- Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου) του Daniel Mendelsohn. Μα, κυρίως ένα βιβλίο μιας άλλης γυναίκας που η περιπετειώδης φυγή της επίσης στην Αμερική για να σωθεί κι εκείνη από τη ναζιστική σφαγή, την έκανε ψυχαναλύτρια. Πρόκειται για την Kathleen Kelley-Lainé που στο βιβλίο της «Πήτερ Παν ή Το θλιμμένο παιδί» (εκδ. Άγρα, σε μετάφραση Βάνας Χατζάκη) ξεδιπλώνει την προσωπική της αφήγηση, λέγοντας μαζί την ιστορία του παραμυθένιου ήρωα καθώς και του δημιουργού του James M. Barrie. Εκεί η συγγραφέας παίρνει τον κάθε αναγνώστη από το χέρι και τον γυρνάει πίσω στη δική του παιδική ηλικία, φέρνει στο φως τυχόν δικές του τραυματικές φυγές ή έστω στα δικά του μάτια καθοριστικές για τη ζωή του και τον φέρνει γλυκά, ανθρώπινα, με χάρη, με συμπόνια, δίπλα στον ενήλικο εαυτό του, προκειμένου να τους συμφιλιώσει. Όπως λέει και η Μίριαμ Φρανκ, το αμετάβλητο, σταθερό κέντρο της συνυφαίνεται -στο απόσταγμα όλης της ροής της ζωής της- με το εφήμερο του εαυτού της. Κι εκείνες οι στιγμές της συμφιλίωσης που αναπόφευκτα σε οδηγεί σ’ αυτές και η δυναμική της λειτουργίας της αφήγησης, της ολόδικής σου κάθε φορά αφήγησης, είναι πολύτιμες.

«Ο λογάριθμος του e»

Η Ελένη Μαϊστρέλλη έχει γεννηθεί το 1980 και έχει σπουδάσει Μαθηματικά. Ζωγραφίζει την τελευταία πενταετία συστηματικά. Ανακαλύπτοντας τις εικόνες της, μαγεύτηκα. Μια απλότητα και χάρη, μια βαθιά ανθρωπιά. Κι οι φιγούρες των ανθρώπων που χρωματίζει, καρφώνονται στην καρδιά και τους κουβαλάς μαζί σου σαν να είναι μυθιστορηματικοί ήρωες. Έχουν να σου πουν μια ιστορία, δική τους και δική σου. Δεν ξέρω εάν είναι ναϊφ τέχνη, πάντως δεν είναι καθόλου αφελής. Τρυπά το περίβλημα του συνειδητού κόσμου και εισχωρεί βαθιά σε διασυνδέσεις άγνωρες της σκέψης και της ψυχής. Κι αναδύονται κόσμοι που δεν είχες υποψιαστεί, από τον άντρα που κάθεται απέναντί σου στο βαγόνι του τρένου, αλλά μοιάζει με φιγούρα από σούφικο τεκέ, από τη γυναίκα του κάτω πατώματος που τη βλέπεις να απλώνει νοερά την τράπουλα με τις κάρτες του ασυνείδητου σου, από το κορίτσι στην Αφρική με τις αράχνες της που σου θυμίζει εκείνη την αράχνη του Νταλί, από τη γιαγιά που μοιάζει γιαγιά όλου του κόσμου, μπροστά στη μπουγάδα της, λευκό μαντηλάκι ειρήνευσης.

Οι άνθρωποι της Ελένης Μαϊστρέλλη είναι αυτοί που κυκλοφορούν και ζουν δίπλα σου, αυτοί που αναπνέουν κοντά σου, αυτοί που αποφεύγουν ή καρφώνονται στο βλέμμα σου. Τους δίνει φωνή, υπόσταση, μια νέα ύπαρξη πάνω σε ξύλο και καμβά με χρώματα. Η φρεσκάδα της ματιάς της, η προσωπική της οπτική γωνία σε κεντρίζουν. Αυτό που την ενδιαφέρει, είναι οι αντιθέσεις, οι αντιφάσεις της ζωής. Και, ω του θαύματος, τις συμφιλιώνει με τα πινέλα της, γράφοντας ένα λογάριθμο ανθρωπινότητας, όπως είναι και η υπογραφή της, lne. Η ζωή όπως είναι, με μαθηματική τάξη μέσα στην αταξία της, να μας σκάει ένα χαμόγελο ειρωνικά με βλέμμα που λάμπει.

Πέντε χρόνια «Μοιραζόμαστε»

Πέντε χρόνια «Μοιραζόμαστε»

Πέντε χρόνια «Μοιραζόμαστε»

Με αρώματα μοσχοκάρυδου, κανέλας, γαρύφαλλου, με πιπέρια, κόκκινες σάλτσες, γλυκόξινες και πικάντικες, με πίτες, πιλάφια και σαλάτες, ιδιαίτερα γλυκά, κάθε λογής εδέσματα και εκλεκτές γεύσεις από την Πόλη, την Ανατολή αλλά και από τις κουζίνες του κόσμου, από Μεξικό και Ινδία μέχρι Κίνα, και φυσικά μεσογειακή κουζίνα, οι «Δρόμοι Ζωής» υποδέχονται το φθινόπωρο.

Στις 16 Σεπτεμβρίου, στις 9.00 το βράδυ, ανοίγουν οι πύλες του Κέντρου μας,Γαργηττίων 12 στο Γκάζι, σε μια γιορτή αφθονίας, κεφιού, καλής διάθεσης και κυρίως επιθυμίας να μοιραστούμε μεταξύ μας και να υποστηρίξουμε οικονομικά τη λειτουργία της αμιγώς εθελοντικής οργάνωσης και για τη σχολική χρονιά που μόλις άρχισε. Η είσοδος για το πλούσιο γεύμα κοστίζει 10 ευρώ και για τους φοιτητές 5 ευρώ, μαζί με τα ποτά. Σας υποδεχόμαστε στην αυλή με μουσική, χαμόγελο και κυρίως την ανάγκη να ζεστάνουμε και να ανοίξουμε την καρδιά μας στον διπλανό.

INFO

ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΣΤΕ

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου, 9.00μ.μ.
Γαργηττίων 12, Γκάζι
Είσοδος με ποτό 10€, για φοιτητές 5€

Για περισσότερες πληροφορίες για την εθελοντική δράση των Δρόμων Ζωής