«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

Με ομιχλώδες πιο πολύ από ποτέ το διεθνές περιβάλλον, ύστερα από την εκλογή Τραμπ, επαναλαμβάνεται ένα ψυχολογικό μοτίβο που στη σύγχρονη τέχνη και λογοτεχνία κατέχει εξέχουσα θέση. Η δυστοπία, με την έννοια όμως μιας οδυσσεϊκής περιπλάνησης, διόλου ονειρικής. Ενας άνθρωπος μόνος του προσπαθεί να επιβιώσει, τέτοιο είναι το ταξίδι του, μια μάχη με το εσωτερικό του σκοτάδι, μα κυρίως με τη ρημαγμένη γύρω του γη. Την αντικειμενικά καμένη χώρα. Την αποσύνθεση του γνωστού μας μέχρι πρότινος κόσμου, που μπορεί και να πεθαίνει σαν πλανήτης. Μα, κυρίως, ο εφιαλτικός φόβος μας γι’ αυτό. Αν και την ανθρωπινότητά μας, την ανθρωπιά μας, τη διασφαλίζει το γεγονός ότι μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα παρατηρητές των γεγονότων, της Ιστορίας, έτσι ο παρατηρητής, εκτός από παρατηρούμενος, μπορεί να αλλάξει θέση και να παρέμβει στα τεκταινόμενα.

Χωρίς να ξέρουμε ακόμη πώς θα εκπληρωθούν οι προθέσεις της διακυβέρνησης Τραμπ τόσο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής όσο και σε ενεργειακά και οικονομικά ζητήματα που αναμένεται να καθορίσουν και τις εξελίξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη –ύστερα κι από οκτώ χρόνια χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και τις έπληξαν δραματικά, με εκατομμύρια άνεργους και άστεγους πολίτες και με τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών, προσφυγικού κύματος, που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία προς την ευρωπαϊκή ήπειρο–, ήδη έχουν απλώσει τη βαριά σκιά τους οι φόβοι για την οπισθοδρόμηση σε θέματα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκοσμίως. Το κλίμα δυσαρέσκειας στο φιλελεύθερο κομμάτι του κόσμου αποκτά διαστάσεις ζόφου, όταν προστίθενται σε αυτό οι πανηγυρισμοί από τη μερίδα εκείνων που επιχαίρουν και τυγχάνει να είναι υπέρ της οπλοχρησίας, των ρατσιστικών διακρίσεων, φιλοφασιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Το ντόμινο ελλοχεύει.

Την ατμόσφαιρα αυτή, οι συγγραφείς και οι ποιητές και οι σκηνοθέτες, την ξέρουν καλά, τη μελετούν πιο διαισθητικά από όλους –ιδίως όταν ο ορθολογισμός μας φτάσει σε αδιέξοδο και μας προδίδει– και μπορούν να την αποδώσουν σε πολλαπλές διαστάσεις. Αδιάφορο εάν αποτυπώνει τον εσωτερικό τους κόσμο ή, εντέλει, εάν αρχίζει να αποτελεί προάγγελο ενός συλλογικού ασυνείδητου που εκπληρώνεται μπροστά στα έκπληκτα(;) μάτια μας. Μόνο που πια δεν είναι κινηματογραφική ταινία, υποκριτική ερμηνεία και μυθιστορηματική πραγματικότητα. Είναι όλο και πιο κοντά στη ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής μας. Με μία σταθερά: ότι όλα συνεχώς αλλάζουν και το παρόν εμπεριέχει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον σε μια διαδοχή που είναι ίσως το μόνο ανακουφιστικά ίδιο μοτίβο επανάληψης, το πώς δηλαδή προσλαμβάνουμε τον κόσμο μας στον καιρό μας, ακόμη κι αν φοβόμαστε τόσο πολύ.

Το αγωνιώδες παραλήρημα του συνταγματάρχη Κουρτς στο «Αποκάλυψη τώρα» (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα –ανασκευασμένο το «Στην καρδιά του σκότους» (1899) του Τζόζεφ Κόνραντ–, στην ουσία «Οι κούφιοι άνθρωποι» (1925) του Τ.Σ. Ελιοτ. Ο Ελιοτ βεβαίως, ο οποίος έκρυψε μέσα στα υποστρώματα της ποίησής του από τα πρώτα γνωστά μας έπη, χαμένα χιλιάδες χρόνια πίσω από εμάς, τα θρησκευτικά κείμενα και τις φιλοσοφικές παραδόσεις όλης της ανθρωπότητας, μέχρι τον πιο κοντινό Δάντη, τον Σαίξπηρ, αλλά και δύο παγκοσμίους πολέμους του 20ού αιώνα.

Δύο πεζογράφοι, δύο συμβολισμοί

Δύο πολύ σπουδαίοι, όμως, συγκαιρινοί μας πεζογράφοι έχουν αναπαραστήσει αυτή την απονενοημένη διαδρομή μέσα από το κακό, με τον πιο αποφασιστικά απτό τρόπο. Η ιστορία του καθενός είναι αυτόνομα δυνατή, αλλά οι αναπόφευκτοι συμβολισμοί δεν μπορούν να μην καίνε με την επικαιρότητά τους.

Ο J. M. Coetzee, βραβευμένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003, το 1983 είχε λάβει το Booker για το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2004, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου). Ενα βιβλίο με κεντρικό ήρωα έναν άνθρωπο, με ορατή τη διαφορετικότητά του, που περνάει ανάμεσα από όλα τα στρατόπεδα και επιχειρεί να δραπετεύσει, να γλιτώσει από παντός είδους συρματοπλέγματα και διακρίσεις. Το μόνο που ζητάει είναι η ελευθερία του να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. «Τι κρίμα που το να ζεις σε καιρούς σαν κι αυτόν προϋποθέτει να είσαι προετοιμασμένος να ζήσεις σαν το ζώο. Ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει δεν μπορεί να ζήσει σε σπίτι με φωτισμένα παράθυρα. Πρέπει να ζήσει μέσα σε μια τρύπα και τη μέρα να κρύβεται. Πρέπει να ζει έτσι ώστε να μην αφήνει το παραμικρό ίχνος της ζωής του. Εδώ έχουμε φτάσει».

Και ύστερα ο περιβόητος «Δρόμος», που βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ) του Κόρμακ Μακ Κάρθι. Εδώ ο ήρωας δεν κουβαλά στην πλάτη του την ανήμπορη μητέρα του, όπως ο Μάικλ Κ, τη ρίζα του παρελθόντος, αλλά τον μικρό του γιο. Θέλει να προστατέψει το μέλλον, το παιδί.

Διασχίζει τον καμένο τόπο, την ερειπωμένη χώρα του με σκοπό να φτάσει στη θάλασσα, στο νερό, στη ζωή, γιατί όχι στην πεμπτουσία της. «Χάρτες και λαβύρινθοι. Για έναν τόπο που δεν επιστρέφει και δεν επανορθώνεται. Που ποτέ δεν θα γίνει όπως πριν».

Και η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν πενθήσουμε για ό,τι χάνεται, όσο κι αν φοβηθούμε την αλλαγή, δεν θα την αποφύγουμε και η μόνη μας διέξοδος είναι το πέρασμα παρακάτω, που δεν κρύβει ούτε δυστοπίες ούτε παραδείσους. Μόνο ένα άνοιγμα κι ένα βήμα όπου εκεί δεν υπάρχει ούτε φως ούτε σκοτάδι, μόνο κίνηση.

Advertisements

Στο δρόμο προς ένα μετά-ανθρωπισμό

Ο Κουτσί σε αφήνει γυμνό. Από τα πάντα. Όχι μόνο τα ρούχα σου. Αυτή είναι η λέξη. Γυμνός. Έχοντας περιπλανηθεί στις λέξεις του, δεν έχεις βρει παρηγοριά. Δεν σου λέει παραμύθια. Παρά σου έχει τείνει απλόχερα το δάχτυλο στον ουρανό. Σου έχει πει να κοιτάξεις ψηλά, να θυμηθείς ότι όσο άνω θρώσκεις, είσαι άνθρωπος δηλαδή, άλλο τόσο είσαι αναγκασμένος να βυθίζεσαι μέσα στη θνητότητά σου, να βουλιάζεις στη λάσπη σου. Δεν μιλάω ποιητικά. Μιλάω απολύτως ρεαλιστικά.  Αναφέρομαι στο «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ». Ένα βιβλίο που έχει κυκλοφορήσει στα αγγλικά το 1983, περίπου τριάντα χρόνια πίσω, κέρδισε και το βραβείο Bookerεκείνης της χρονιάς, μάλιστα. Μεταφράστηκε στη γλώσσα μας από την Αθηνά Δημητριάδου και κυκλοφόρησε το 2006, τρία χρόνια μετά το Νόμπελ του συγγραφέα.

Είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα. Με στιγμές αδιόρατης τρυφερότητας. Χρωστάω τη γνωριμία μου μαζί του, στον εξαιρετικά ταλαντούχο συγγραφέα αλλά και πολύτιμο αναγνώστη Νίκο Αδάμ Βουδούρη, εκείνος μου μίλησε πρώτη φορά με τόσον ενθουσιασμό και για το βιβλίο και για το συγγραφέα που το αγόρασα και το διάβασα άμεσα. Είχε δίκιο. Το βιβλίο αυτό στα μάτια μου δικαίωσε και το Νόμπελ του Κουτσί. Αρκούσε αυτό το βιβλίο για να το πάρει. Από τις γραμμές του ξεπηδάει με έναν άλλον τρόπο «Ο πρώτος άνθρωπος» του Καμύ.  Με έναν άλλον τρόπο. Πιο βίαιο. Ο Μάικλ Κ, ένας γεννημένος ιδιαίτερος άνθρωπος, με ένα λαγόχειλο, μια δυσμορφία στα χείλη, στα 31 του χρόνια, κηπουρός του δήμου, θα παραιτηθεί από τη δουλειά του και θα πάρει τη μητέρα του στην πλάτη –μεταφορικά και κυριολεκτικά-, να την πάει στην εξοχή όπου έζησε στα νιάτα της για να ησυχάσει από τα φρικτά της αρθριτικά. Καθόλου εύκολο. Γύρω γίνεται πόλεμος, όλοι είναι χωρισμένοι σε στρατόπεδα. Όπως λέει ο ίδιος, «το στρατόπεδο είναι ένας τόπος που ακουμπάνε τους ανθρώπους για να τους ξεχάσουν», οποία επικαιρότητα… Επανέρχομαι στην υπόθεση: Ισχύουν απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Χρειάζονται ειδικές άδειες για να ταξιδεύεις. Δια πυρός και σιδήρου, αυτός ο άνθρωπος σέρνοντας ένα καρότσι που κουβαλάει μέσα εκεί την άρρωστη μάνα του, αρχίζει να καταδιώκει και να καταδιώκεται από την ίδια του την τύχη. Ξέρετε τυχαία υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα πραγματικό γεγονός από την ειδησεογραφία. Η φωτογραφία της Kelly, μιας γυναίκας ενός ακρωτηριασμένου αμερικανού στρατιώτη στο Αφγανιστάν, του JesseCottle, να τον κρατάει στους ώμους της, χωρίς τα τεχνητά του μέλη. Σκέφτηκα αμέσως τον Κουτσί και την αλήθεια της αφήγησής του. Πόσο η πραγματικότητα ξεπερνάει κάθε μυθιστορηματική συνθήκη.

Ο ήρωας λοιπόν του Κουτσί, ο Μάικλ Κ, ένας ιδιότυπος σύγχρονος Οδυσσέας, Ροβινσώνας (χωρίς το δικό τους πολυμήχανο χαρακτήρα, με μόνο του εφόδιο την αγαθότητα) επιχειρεί να επιβιώσει στον κόσμο, θέλει να γλιτώσει από τα στρατόπεδα και τα συρματοπλέγματα, τις σαρωτικές διακρίσεις. Να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. Το μόνο που θέλει, είναι να φροντίζει τη γη, να κερδίζει την τροφή του από το μόχθο του αυτό με το χώμα. Θέλει να πάει στο αγρόκτημα εκείνο που θα του επιτρέψει να βιώσει τον προσωπικό του παράδεισο. Μόνο που μπορεί να είναι μαζί και η ίδια η κόλαση. Ο πόλεμος μαίνεται. Κι εκείνος δεν θα μείνει αλώβητος. Θα καταβάλει τον φόρο αίματος που του αντιστοιχεί, λαμβάνοντας αυτή την αλλόκοτη απόφαση να μην τον αγγίξει ο πόλεμος που άλλωστε δεν τον καταλαβαίνει. Εκείνος ποθεί την ειρήνη, τη γαλήνη. Να γυρίσει στη μητέρα-γη. Και να ζει εκεί, με λίγο χώμα, λίγο νερό, λίγους σπόρους να μπορεί να καλλιεργήσει. Αλλά είναι τρομερά επικίνδυνο να θέλεις μόνο αυτά σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν σε πιστεύει κανένας και τους έχεις όλους εν δυνάμει εχθρούς σου. Είσαι πάντα εσύ και η ουτοπία σου. Με τη διαφορά ότι όλη η περιπλάνηση του Μάικλ Κ είναι μια τρομερή δυστοπία από μόνη της. Μια δυστοπία μέσα κι έξω του. Νιώθεις την ανάσα του φόβου δίπλα σου να εκβάλλεται στον κρόταφό σου. Θυμίζει εκείνη την ατμόσφαιρα από το «Δρόμο» του Κόρμακ ΜακΚάρθι, με τη διαφορά ότι ο Μάικλ Κ έχει προηγηθεί και θα συνεχίσει να υφίσταται και μετά την κάθε καμένη γη. Είναι ένα βήμα μετά το κακό. Είναι πέρα από το καλό και το κακό. Μακριά από οποιονδήποτε μανιχαϊσμό. Δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο. Στην παλέτα ο συγγραφέας τονίζει το πράσινο, ένα χρώμα που στην Ανατολή αντιπροσωπεύει την καρδιά και το συναίσθημα. Εκεί είναι ο χάρτης με τις σαφείς οδηγίες για τον κάθε Μάικλ Κ. Το συναίσθημα. Ένα ασφαλές καταφύγιο. Νομίζω ότι σε αυτό κάνει επίκληση ο Κουτσί, προκειμένου να σωθούμε από τα λογής Απαρτχάιντ που στήνουμε. Και δεν γίνεται διόλου συναισθηματικός ο ίδιος στη γραφή του, μιλάει όσο πραγματιστικά του επιτρέπει το ανυπόφορο της ανθρώπινης κατάστασης. Σας διαβάζω ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

«…Επίτρεψέ μου να σου πω ποιο είναι το νόημα του ιερού και σαγηνευτικού κήπου που βλασταίνει στην καρδιά της ερήμου και γεννάει την τροφή της ζωής. Ο κήπος προς τον οποίο κατευθύνεσαι τώρα είναι πουθενά και παντού, εκτός από τα στρατόπεδα. Είναι ένα άλλο όνομα του μοναδικού τόπου στον οποίο ανήκεις, Μάικλς, εκεί όπου δεν νιώθεις ανέστιος. Δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη, κανένας δρόμος που είναι απλώς δρόμος δεν σε οδηγεί εκεί, μόνο εσύ ξέρεις πώς πάνε εκεί…»

Ο Μάικλ Κ, λοιπόν, είναι ένας άνθρωπος απόλυτα λογικός και συνεπής. Θέλει να πάει στο κτήμα και να καλλιεργεί τη γη. Τι πιο απλό, τι πιο φυσικό; Και μόνο φοβάται αυτούς που απειλούν το σκοπό του: είτε αυτούς που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ή το ακόμη σοβαρότερο γι’ αυτόν, τους σπόρους του είτε αυτούς που σώνει και καλά θέλουν να βγάλουν πάνω του κάθε αίσθημα φιλανθρωπίας, αναγκάζοντάς τον να γίνει ό,τι θέλουν εκείνοι. Διόλου φιλάνθρωπο. Στο τέλος θα τους παραδοθεί. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου, σε πλήρη διάσταση με το βιβλικό «Εν αρχή ην ο λόγος». Πάει πέρα από το λόγο, πριν και μετά το λόγο ο Κουτσί σ’ αυτόν τον κόσμο που ζούμε:

«…Ήμουνα μουγγός και χαζός στην αρχή, μουγγός και χαζός θα είμαι και στο τέλος. Δεν είναι ντροπή να είσαι κουτός. Τα κουτορνίθια τα κλείσανε μέσα πριν από όλους τους άλλους. Τώρα έχουνε στρατόπεδα για τα παιδιά που οι γονείς τους το έσκασαν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που βγάζουν αφρούς από το στόμα και βαράνε κλοτσιές στον αέρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους με μεγάλο κεφάλι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους με μικρό κεφάλι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν φαίνεται να έχουν τρόπο να συντηρηθούν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τη χώρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζουν στους υπονόμους, στρατόπεδα για τα κορίτσια του δρόμου, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πόσο κάνει δύο και δύο, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ξεχνάνε τα χαρτιά τους στο σπίτι, στρατόπεδα για  τους ανθρώπους που ζούνε στα βουνά και ανατινάζουνε γεφύρια τις νύχτες. Ίσως τελικά αρκεί και με το παραπάνω να είσαι έξω από τα στρατόπεδα, έξω από όλα τα στρατόπεδα, ταυτόχρονα. Ίσως από μόνο του αυτό είναι για την ώρα μεγάλος άθλος. Πόσοι άνθρωποι έχουν μείνει που να μην είναι κλεισμένοι πίσω από τα σύρματα ή που να μην φυλάνε σκοπιά στην πύλη; Εγώ τη γλίτωσα από τα στρατόπεδα· ίσως αν κάνω τον ψόφιο, να τη γλιτώσω και από τη φιλανθρωπία…»

Πολύ βαθύ κείμενο, αρπάζει τον αναγνώστη μαζί του, τον πηγαίνει ένα μακρύ ταξίδι στον εαυτόν του και τον ενώνει με τους άλλους.

Ωστόσο, τριάντα χρόνια μετά το «Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ», ο Κουτσί στο μυθιστόρημά του με τον σχεδόν παραπλανητικό τίτλο «Η παιδική ηλικία του Ιησού» που το έχει μεταφράσει στα ελληνικά η Κατερίνα Σχινά, καταφεύγει σε μια πιο ερμητική γραφή. Με χωνεμένη όλη την ιστορία της ωριμότητας ενός άντρα, του Σιμόν, και την ιστορία παιδικότητας ενός μικρού αγοριού, του Νταβίντ,  θα μιλήσει για το σύγχρονο περιπλανώμενο άνθρωπο. Χωρίς ρίζες. Με ζωές που πρέπει να επανεφευρίσκει διαρκώς από την αρχή. Χωρίς αναμνήσεις. Χωρίς ό,τι θα μπορούσε να τον κρατάει πίσω. Πού πίσω; Ας πούμε στην Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο. Όπως γράφει ο Κουτσί, «η ιστορία δεν εκδηλώνεται στο παρόν. Η ιστορία είναι απλώς το σχέδιο που διακρίνουμε σε όσα έχουν παρέλθει. Δεν έχει τη δύναμη να φθάσει ως το παρόν…». Είναι σαν να προϊωνίζεται έναν κόσμο μετά την Ιστορία ο συγγραφέας. Και το πράττει με τον αντίστοιχο λογοτεχνικό τρόπο: δηλαδή μια αφήγηση διαρρηγμένη που φαινομενικά διατηρεί την κλασική της φόρμα, αλλά έχει στόχο να σπάσει την όποια νοηματοδοσία. Δεν καταλήγεις κάπου. Μένεις στο παρόν. Χωρίς να μπορείς να το ερμηνεύσεις, χωρίς να μπορείς να το ντύσεις με άλλα πιο γιορτινά, πιο καινούρια ρούχα. «Η αλλαγή», λέει ο συγγραφέας, «είναι σαν την παλίρροια που ανεβαίνει. Όσα φράγματα κι αν στήσουμε, πάντα θα τα διαπερνάει, θα τρυπώνει μέσα από τις ρωγμές».

Ερμηνεύω αυθαίρετα τον τίτλο του έργου ως μια προσπάθεια να ανακαλύψουμε μια νέα μετά-αφήγηση, ύστερα από εκείνη τη μεγάλη που εξέθρεψε το δυτικό πολιτισμό για 2.000 και πλέον χρόνια. Ίσως να βρισκόμαστε στα σπάργανα ενός καινούριου κόσμου, πάντα έτσι γίνεται, ο καινούριος κόσμος που ολοένα έρχεται και ο Κουτσί με το δικό του τρόπο τον οσμίζεται και θέλει να μας τον πει. Πάντα η Τέχνη προπορεύεται της ζωής. Δεν ξέρω εάν μας μιλάει για τη νέα μετανάστευση, για τις συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, από την Ανατολή στη Δύση, για τον καινούριο περιπλανώμενο άνθρωπο που για να επιβιώσει και να βρει δουλειά αναγκάζεται να γυρνά από το ένα μητροπολιτικό κέντρο στο άλλο. Δεν ξέρω εάν μας μιλάει για τον περιπλανώμενο άνθρωπο του διαδικτύου. Εκείνο που επισημαίνει, είναι ότι ο καινούριος αυτός άνθρωπος είναι σαν να προσπαθεί να απαλλαγεί από τη μνήμη, ακόμη κι όταν επιχειρεί μανιωδώς να την διατηρήσει. Δεν θυμάμαι ,για να αντέξω να ζήσω. Ωστόσο, τι αξία έχει η ζωή χωρίς τη μνήμη; Χωρίς την ανάμνηση;

Αυτός ο καινούριος άνθρωπος που βγαίνει από τις σελίδες του Κουτσί ως αίσθηση, μοιάζει με μια οντότητα που κολυμπάει χωρίς σαφή πλαίσιο, χωρίς όρια, χωρίς εκείνα τα στρατόπεδα που λέγαμε και νωρίτερα, χωρίς διαχωριστικές γραμμές, μέσα σε μια θάλασσα αμνιακού υγρού ακόμα. Κυοφορείται. Το μόνο σίγουρο είναι η πείνα του. Όλα αυτά ισχύουν και σε ρεαλιστική και σε μεταφορική βάση. Ακόμη και ο καινούριος άνθρωπος, ο επερχόμενος, σ’ αυτό το ασχημάτιστο ακόμα στο μυαλό μας περίγραμμα, θα πεινάει. Γράφει ο δημιουργός, «…Η πείνα είναι σαν σκυλί μέσα στην κοιλιά σου: όσο το ταΐζεις, τόσο σου ζητάει…». Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, λοιπόν, μόνο για τα ένστικτά μας. Δεν ξέρουμε πού οδηγούμαστε. Ξέρουμε μόνο ότι θα πεινάμε. Ότι θα χρειαζόμαστε τον άλλον άνθρωπο, ότι έχουμε ανάγκη να αγαπάμε και να μας αγαπάνε ότι τέλος πάντων, θέλουμε να ζούμε. Λέει στην αρχή του έργου του ο συγγραφέας, «…Μας δόθηκε μια ευκαιρία να ζήσουμε, κι εμείς την έχουμε αποδεχτεί αυτή την ευκαιρία. Είναι σπουδαίο πράγμα να ζεις. Είναι το πιο σπουδαίο πράγμα απ’ όλα…».

Σκέφτομαι ότι δέκα χρόνια μετά το Νόμπελ και τριάντα μετά το «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» ο συγγραφέας συνεχίζει να διερευνά την κατάσταση του ανθρώπου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «…όλοι θέλουμε περισσότερα απ’ όσα μας οφείλονται. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Επειδή όλοι θέλουμε περισσότερα απ’ όσα αξίζουμε…». Νομίζω ότι ο ίδιος οδηγείται σε έναν κόσμο μετά το θεό, μετά την ιστορία, μετά τη λογική. Δεν μπορεί παρά να μου φέρει στο νου τον Καμύ και πάλι. Αναρωτιέμαι πού θα είχε οδηγηθεί κι εκείνος εάν είχε ζήσει λίγο ακόμα. Προσπαθώ να δω εάν τα μονοπάτια του Κουτσί είναι ένας καινούριος ανθρωπισμός. Ένας μετά-ανθρωπισμός, άμα μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω εάν δίνει παρηγοριά στον άνθρωπο ο Κουτσί, εάν θέλει με τις αφηγήσεις του να λειτουργήσει παραμυθητικά, εάν εντέλει προσπαθεί να παρηγορήσει τον εαυτόν του δια της γραφής. Ο καινούριος άνθρωπος είναι κοντά στον πρώτο άνθρωπο. Χωρίς μανδύες ιδεολογημάτων, χωρίς περιττά φτιασίδια, χωρίς πολλά πολλά. Αρκεί ένας άντρας, μια γυναίκα, ένα παιδί. Και η περιπλάνησή τους. Στον κόσμο. Εάν είχε ζήσει ο Καμύ δέκα χρόνια και πλέον μετά το νόμπελ, δεν ξέρουμε πού θα είχε φτάσει τον ανθρωπισμό του. Ο Κουτσί πάντως μια δεκαετία μετά την κορυφαία τιμητική λογοτεχνική διάκριση πηγαίνει προς έναν κόσμο ακόμα πιο απελευθερωμένο από τα σύνορα, τα όρια, τα στρατόπεδα. Ασχημάτιστο ακόμα στα μάτια μας. Εκείνο που δεν ξέρουμε, είναι εάν αυτός ο καινούριος άνθρωπος της λογοτεχνίας του οδεύει προς έναν κόσμο μεγαλύτερης ελευθερίας. Δεν ξέρουμε, εάν αυτός ο κόσμος με τα πιο ασαφή όρια, θα είναι ένας κόσμος μεγαλύτερης ευτυχίας, μεγαλύτερης απόλαυσης, μεγαλύτερης δυνατότητας να είμαστε κι άλλο πιο άνθρωποι κι ανθρώπινοι. Εάν δηλαδή στην προσπάθειά μας να επιζήσουμε, θα συνεχίσουμε να επιτρέπουμε στον εαυτόν μας να είμαστε ευάλωτοι, ευπαθείς, ευσυγκίνητοι. Και πρωτίστως στις αφηγήσεις, στα ωραία παραμύθια του καιρού μας. Στο καλύτερο παραμύθι του κόσμου, που τελικά είναι η προσωπική μας αφήγηση, δηλαδή, η ίδια μας η ζωή.

 (Ομιλία στον Πολυχώρο Μεταίχμιο, 20 Μαΐου 2014)

photo: scalidi

photo: scalidi