Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες

«Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες»

Στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 7 Ιουλίου, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς και σε σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ (γνωστού από τη συνεργασία του με τα αδέλφια Ουατσόφσκι στο «Cloud Atlas» και την τηλεοπτική σειρά «Sense8»). Μπορούμε να φανταστούμε άνετα τον Τομ Χανκς σε αυτό τον ρόλο: του Αλαν, του κεντρικού ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του 45χρονου Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς (Dave Eggers) με τίτλο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» (στα ελληνικά από τις εκδ. Κέδρος).

Θαυμάστρια του Εγκερς ήδη από το σπαρακτικό του βιβλίο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου), ζήτησα να του απευθύνω λίγες ερωτήσεις. Ο ίδιος έχει μια συγκινητική προσωπική ιστορία ζωής που αφορά την απώλεια και τη διαχείριση του πένθους, ενώ έχει αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και παροχής πρακτικής βοήθειας σε άτομα για να κατορθώσουν να σπουδάσουν.

Το μυθιστόρημά του «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» είναι μια ιστορία ενός πλήρως ηττημένου μεσήλικα από την Αμερική, που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για να εκπληρώσει το εκπεσμένο του αμερικανικό όνειρο και να σωθεί. Η αφήγηση του Εγκερς αιχμαλωτίζει. Παράδοξη και τόσο αληθινή, καυτηριάζει σε δεύτερο επίπεδο τον οικονομικό ξεπεσμό της δυτικής νοοτροπίας που απλώνει τα πλοκάμια της μέχρι την έρημο της Μέσης Ανατολής. «Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι ύλη; Αισθανόταν κάτι λιγότερο από αυτό». Η ιστορία κωμικοτραγική ξεσκεπάζει τα έλη που ελλοχεύουν στις ζωές των ενηλίκων που περνούν τη γραμμή του μέσου της πορείας τους.

– Ο ήρωάς σας είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας του δυτικού κόσμου που τα έχει χάσει όλα, ιδίως τον εαυτό του, ίσως την ψυχή του, τη χαρά του, την όρεξή του για τη ζωή. Μεταφορικά μιλάτε για την κοινωνία μας και την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω του πρωταγωνιστή;

– Ο Αλαν Κλέι ήταν συνεργός στη μετανάστευση της βιομηχανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ασία. Εργαζόταν σε μια εταιρεία κατασκευής ποδηλάτων, τη «Schwinn», και ήταν από τα στελέχη που για λόγους κόστους σταμάτησαν να φτιάχνουν ποδήλατα στο Σικάγο και ξεκίνησαν να τα εισάγουν από την Κίνα. Ετσι, η «Schwinn» έπαψε πια να αξίζει και πολλά ως επιχείρηση και ο Αλαν έχασε τη δουλειά του. Είναι, λοιπόν, ένας άντρας που χωρίς επίγνωση έφερε τον εαυτό του σε μια απελπιστική κατάσταση: να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του. Και φυσικά αυτό για έναν μεσήλικα, το να ξεκινήσει από την αρχή στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα.

– Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε το «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά»; Ποια ήταν η πρώτη πρώτη πρόθεση;

– Με συνεπήρε η ιδέα του πού θα μπορούσε ένας άντρας σαν τον Αλαν να βρεθεί τώρα. Μόλις ξεριζώνεται, μόλις χάνει την επαφή του με τη ζωή που είχε, πού μπορεί να πάει; Αποφάσισα να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας πουλήσει υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας στον βασιλιά. Ηταν αρκετά παράδοξο για να το βρω απόλυτα σωστό…

– Γιατί, λοιπόν, τοποθετείτε την πλοκή στη Σαουδική Αραβία; Θέλατε να μιλήσετε για τη βία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, για τον φόβο για την ισλαμική βία;

– Εχει να κάνει μερικώς με τις υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε έναν Αμερικανό κι ένα Σαουδάραβα. Είναι δύο έθνη που έχουν αρκετή καχυποψία το ένα για το άλλο. Αλλά αμέσως ο Αλαν συναντά τον Γιουσέφ, ο οποίος θα μπορούσε με πολλούς τρόπους να είναι γιος του. Γιατί ο Γιουσέφ έχει μεγαλώσει με τη δυτική κουλτούρα, έχει αίσθηση του χιούμορ, μοιάζουν πολύ και τελικά βρίσκουν ένα κοινό μήκος κύματος να συνεννοηθούν. Στο τέλος, ο Αλαν συναντά τη Ζάχρα με την οποία επίσης το υποτιθέμενο πολιτισμικό χάσμα αμέσως καταρρέει. Εχω ανακαλύψει ότι κάθε φορά επαληθεύεται αυτό, όποτε έχω περάσει χρόνο από τη ζωή μου μέσα σε κάποια –υποτίθεται– κλειστή κοινωνία.

– Γράφοντας για τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, η βία, η απώλεια, επικεντρώνεστε στους ανθρώπους, στις προσωπικές τους μικρές ιστορίες, στους εσωτερικούς τους μονολόγους, στα αισθήματά τους την ίδια ώρα που εξελίσσεται η Ιστορία, η μεγάλη ιστορία του κόσμου. Τι πιστεύετε ότι διασώζει η λογοτεχνία εντέλει; Ισως την ανθρωπιά μας, τη συμπονετικότητά μας;

– Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει τη μοναδική ικανότητα να ανοίγει πόρτες σε κόσμους όπου αλλιώς δεν θα είχαμε πρόσβαση. Διαβάζοντας ειδησεογραφικές αναλύσεις για τη Σαουδική Αραβία, για τους διωγμούς και τους περιορισμούς που υφίστανται οι γυναίκες, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι ένας δραστικά διαφορετικός τρόπος ζωής και ότι οι καθημερινοί συνηθισμένοι Σαουδάραβες υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις πρακτικές. Αυτό όμως είναι μόνο ένα σενάριο. Ετσι, στο μυθιστόρημά μου επιτρέπεται χαρακτήρες όπως η Ζάχρα και ο Γιουσέφ να αποκτούν ζωή και μια πιο πλατιά ανθρωπότητα να αναδύεται.

– Γιατί διαλέξατε για την προμετωπίδα του βιβλίου τη φράση του Σάμιουελ Μπέκετ από το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται»;

– Είναι ένα πεσιμιστικό απόσπασμα από ένα πιο αισιόδοξο κομμάτι. Μου άρεσε γιατί είναι αυτό που τελικά πιστεύει ο Αλαν στις πιο σκοτεινές του ώρες: ότι δηλαδή είναι άχρηστος. Ομως έχει να ανακαλύψει ότι είναι απαραίτητος και πάλι.

– Θεωρώ ότι το μυθιστόρημά σας «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες. Μάλιστα πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα που βιώνει την απόγνωσή τους από κοντά. Ποια είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, πώς μπορεί να βοηθήσει;

– Σπάνια δίνεται ο λόγος στους πρόσφυγες. Συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως μια μάζα ανθρώπων μέσα σε μια ετοιμόρροπη βάρκα. Ή σε μια συστάδα από τέντες μέσα στην έρημο. Αλλά εάν επιτρέψουμε σε έναν πρόσφυγα, στον κάθε πρόσφυγα να ακουστεί, εάν ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει πλήρως την ιστορία τους, τότε μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτούς. Και όταν το κάνουμε αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να τα χάνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να βρίσκεσαι στο έλεος κάθε περίπλοκου προσφυγικού συστήματος, να μην έχεις τον έλεγχο της μοίρας σου. Πιστεύω ότι οι πρόσφυγες –και όσοι μεταναστεύουν γι’ αυτόν τον λόγο– είναι βαθιά γενναίοι και αξίζουν τον σεβασμό και τη συμπόνια μας.

Το βιβλίο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» του Ντέιβ Εγκερς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου. Κυριότερα βιβλία του στα ελληνικά: «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο), «Τα αγρίμια» (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου, εκδ. Τόπος), «Ο κύκλος» (μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Η ταινία «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Εγκερς, θα προβάλλεται  στις  αίθουσες  από τις 7 Ιουλίου.

Advertisements

Όταν διακυβεύεται η ιδιωτικότητα

Χωρίς μυστικά και ψέματα, μετα-διαδικτυακοί εφιάλτες από τον Dave Eggers

Μια κοπέλα. Σύγχρονη, νεαρή. Μπαίνει στην πολυπόθητη εταιρεία. Για να εργαστεί. Η νέα τεχνολογία είναι ενσωματωμένη στη ζωή της ήδη. Μόνο που αρκεί ένα τόσο δα βήμα για να πάψει η ζωή της να είναι δική της. Η Μέι κατρακυλά σε έναν κόσμο που δεν είχε διανοηθεί. Η προσωπική της ουτοπία για απόλυτη επιτυχία και ευτυχία θα καταλήξει ένας εφιάλτης. Θα βρεθεί να περιπλανιέται στη δυστοπία της μη ιδιωτικότητας. Εκεί που «τα μυστικά είναι ψέματα, μοιράζομαι σημαίνει νοιάζομαι, η ιδιωτικότητα είναι κλοπή».
Ο Ντέιβ Έγκερς, αυτός ο τόσο κοινωνικά ευαισθητοποιημένος και δραστήριος, ταλαντούχος συγγραφέας, που στο παρελθόν έχει συγκλονίσει με το έργο του «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου), παραδίδει ένα μυθιστόρημα για τον καιρό που ζούμε. Για την περιπλάνηση στο δάσος του διαδικτύου. Για τους κακούς λύκους, τις νεράιδες, τις μάγισσες, τους σαλτιμπάγκους, τους αφελείς, μα κυρίως εκείνον τον αδιερεύνητο –και συχνά ανυποψίαστο- εαυτό που περιφέρουμε ανάμεσα στους ιστούς. Πρόκειται για το βιβλίο του «Ο κύκλος» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση από την Ιλάειρα Διονυσοπούλου. Η έκθεση της ζωής μας σε κοινή θέα πού μπορεί να οδηγήσει; Οι προσωπικές μας πληροφορίες ποιον αφορούν; Πώς μπορούμε εμείς οι ίδιοι να στραφούμε εναντίον μας; Η τεχνολογία μας πηγαίνει σε μονοπάτια που δεν έχουμε περπατήσει πάλι, αλλά εκείνος ο αρχέγονος εαυτός πού θα βρει τόπο να χωρέσει ανάμεσα στις αλματώδεις εξελίξεις; Η προμετωπίδα του βιβλίου, λίγες φράσεις από το «Ανατολικά της Εδέμ» του Τζον Στάινμπεκ, είναι σπουδαίος οδηγός γι’ αυτά που έρχονται: «Κανένα όριο, απολύτως κανέναν φραγμό δεν είχε το μέλλον. Κι έτσι ο άνθρωπος δεν θα έβρισκε χώρο για να στριμώξει την ευτυχία του».
Η δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται στα χέρια του Έγκερς που την αξιοποιεί στο έπακρο για να μιλήσει για το νέο κόσμο που ζούμε και ιδίως γι’ αυτόν που περιμένουμε παρακάτω να εμφανιστεί. Στήνει μια ιστορία που σε υπνωτίζει. Τόσο κοντά στην πραγματικότητά σου που σε τρομάζει. Ακούς την ανάσα σου. Αυτό που δεν μπορεί ίσως να πετύχει το σινεμά, αλλά το μυθιστόρημα έχει στα κρυφά του χαρτιά. Τη δική σου ανάσα. Εάν είσαι χρήστης ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης, νιώθεις να σε σφίγγει θηλιά στο λαιμό ο φόβος που χαρτογραφεί ο δημιουργός. Ένας εύλογος φόβος. Για το τι θα συνέβαινε εάν μια μέρα οι λέξεις «το αληθινό εγώ», «άλλη οπτική», «διαφάνεια», «μυστικότητα» αποκτούσαν μια νέα διάσταση που δεν έχεις φανταστεί. Ο Έγκερς ασκεί κριτική στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος κάθε καινούρια κατάκτησή του, για το πόσο εύκολο είναι να κατρακυλήσει στην ψευδαίσθηση ότι γίνεται ένας μικρός θεός.
Γυρίζει το νόμισμα κι από την άλλη του όψη. Για να δούμε πώς μπορεί να χαθεί η ουσία, πώς ένας από μας είναι πολύ εύκολο να απωλέσει τον εαυτόν του, να απομακρυνθεί από την ανθρωπιά του. Και το πετυχαίνει αυτό ο συγγραφέας απλώς λέγοντας μια ιστορία, με συνεχή πλοκή, όπως η διαρκής παρουσία στο διαδίκτυο. Δεν δαιμονοποιεί εγκληματικές συνθήκες, ίσα ίσα. Φτιάχνει έναν ασφυκτικό κλοιό με υλικό που αντλεί από τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού· πώς η ανάγκη για ασταμάτητη δημοσιοποίηση, χωρίς περιορισμούς, ξεφεύγει και φτάνει στα όρια της τρέλας, της καταδίωξης και τελικά του θανάτου. Το αίτημα της απόλυτης διαφάνειας που δείχνει τόσο αθώο κι αγγελικό, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πηχτό σκοτάδι που βυθίζεσαι και δεν ξέρεις εάν θα κατορθώσεις να αναδυθείς.
Αντιστρέφει τον κόσμο. Ξεδιπλώνει ένα παράλληλο ψηφιακό σύμπαν. Αποκαλύπτει τις πτυχές της αποβλάκωσης που ελλοχεύει, όσο εσύ νομίζεις ότι είσαι ενεργός χρήστης, ίσως και πολίτης, ίσως και σκεπτόμενος άνθρωπος. Βγάζει στην επιφάνεια όλες εκείνες τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργείς, όσο νιώθεις ότι συμμετέχεις, ότι έχεις παρουσία, ότι «υπάρχεις» στο διαδίκτυο. Ο Έγκερς σε κυκλώνει από παντού για να σκεφτείς για τον εαυτόν σου, τι αξίζει στη ζωή σου, και σου μιλάει γι’ αυτές τις ατέλειωτες ψηφιακές περιττές θερμίδες στις οποίες εθίζεσαι, αλλά σιγά σιγά σε δηλητηριάζουν με την τοξικότητά τους. Τα όρια τα βάζεις εσύ.

Εμείς και τα θηρία μας

photo: scalidi

photo: scalidi

Αγορίστικη ορμή ξεχειλίζει από το ιδιόμορφο αφήγημα του Ντέιβ Έγκερς «Τα αγρίμια» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Τόπος, σε μετάφραση της Μαρίνας Τουλγαρίδου. Είχα διαβάσει το σπαρακτικό του μυθιστόρημα «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (2008, εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου) και νόμιζα ότι με περίμενε μια αντίστοιχη εμπειρία.

Όμως, όχι. Πρόκειται για ένα βιβλίο που βασίστηκε στο εικονογραφημένο «Where the Wild Things Are» (1963) του Maurice Sendak. Με ασύλληπτη φρεσκάδα, παρακολουθούμε το Μαξ ένα αγόρι κάπου εκεί στα πρόθυρα της εφηβείας να έρχεται αντιμέτωπος με τα θηρία μέσα και γύρω του. Και κυρίως με τη ζωή που τον περιμένει πάντα παρακάτω να έρχεται. «… κάθε αγόρι που είναι μισός λύκος και μισός άνεμος δεν κρυώνει ποτέ…», αλλά η μοναξιά που βιώνει αυτός ο μικρούλης μοναχικός λύκος είναι εκείνη που τον οδηγεί στα πέρατα της φαντασίας του. Χωρισμένοι γονείς, ανεπίσημος πατριός, μεγαλύτερη αδερφή, οι φίλοι της, οι παράξενοι γείτονες. Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν, ο αδυνατούλης Μαξ πρέπει να επιβιώσει. Η αρσενική ανάγνωση του κόσμου είναι εδώ. Τι κάνει ένα αγόρι για να βρει τον εαυτόν του; Μα, κυρίως έρχεται σε συνθηκολόγηση με τα τέρατα της φαντασίας του, αφού προηγουμένως έχει αφήσει να τον καταπιούν. «…Ο Μαξ ένιωσε κάτι να αλλάζει μέσα του. Οι σκέψεις του μπήκαν σε μια σειρά, το σχέδιό του ήταν καλά καταστρωμένο και ξεκάθαρο. Είχε ανάγκη να είναι αυτός ο κάποιος…».

Δεν περίμενα να μου αρέσει ένα βιβλίο σαν κι αυτό, δεν ξέρω ούτε καν γιατί διάλεξα να το διαβάσω. Κλείνοντάς το όμως, έμεινα με την αίσθηση ότι κάπως έτσι πρέπει να είναι τα αγόρια εγκλωβισμένα μέσα στην παιδικότητά τους: ζουν με τα πλάσματα της φαντασίας τους. Ένιωσα πόσο πολύ μπορούν να μας καταπιούν οι άλλοι, τάχα για να μας φροντίσουν, να μας υπερασπιστούν ή να μας βοηθήσουν. Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μείνουμε ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, ο εαυτός μας και ταυτόχρονα να επιβιώσουμε. Τα θηρία συνήθως μας τρώνε εκ των έσω. Αυτό που έχουμε να εξημερώσουμε, στην ουσία είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Μα, ποιοι είμαστε τελικά; Είμαστε η ανθρωπιά και η τρυφερότητά μας, η αέναη εφηβεία μας, η γλύκα μας, εκείνο το αεράκι που αφήνουμε γύρω μας όταν περνάμε, είμαστε η ορμή που αποφασίζουμε να ζήσουμε τη ζωή μας. Τότε στο διάβα μας, η σκοτεινή μας φαντασία μπορεί να χαλιναγωγηθεί. Μόλις αποφασίζουμε να κινηθούμε, να βγούμε από το στόμα του κήτους και να χυθούμε στο πέλαγος με ό,τι μας βρίσκεται. «…Έχεις ποτέ βρεθεί σε κάποιο μέρος όπου θα έπρεπε να νιώθεις όμορφα, αλλά αντίθετα αισθάνεσαι ότι όλα είναι εκτός ελέγχου, όπου εσύ μοιάζεις μικρός κι ανήμπορος; Σ’ ένα μέρος όπου όλοι οι άνθρωποι είναι θαρρείς φτιαγμένοι από αέρα και δεν ξέρεις τι σκοπεύουν να κάνουν στη συνέχεια;». Τι συνηθισμένη ενήλικη συνθήκη της ζωής μας που την παραδεχόμαστε ακόμα πιο δύσκολα, ίσως μόνο άμα βρεθούμε μόνοι μας στο σκοτάδι με τα δάκρυά μας… Τότε δεν είναι που ξεπηδούν από μέσα μας όλοι οι παιδιάστικοι φόβοι; Τότε δεν είναι που αντέχουμε να πούμε στον εαυτόν μας: «… Θέλω να φτιάξω έναν τόπο όπου μονάχα τα πράγματα που θέλεις να συμβούν θα συμβαίνουν…»; Τότε δεν είναι που η προσωπική μας μαγεία, ανασυρμένη από τα πιο δυσθεώρητα βάθη του ασυνείδητου εαυτού μας, αναλαμβάνει να κάνει την πιο βρώμικη δουλειά προκειμένου να επιβιώσουμε; Προκειμένου να γίνουμε αυτός ο «κάποιος» που ποθούμε; Φτάνει να θυμόμαστε να ονειρευόμαστε ότι θα μας περιμένει πάντα ένα ζεστό πιάτο φαγητό στο τραπέζι και κάποιος να κοιμάται δίπλα στον καναπέ, ξενυχτισμένος για χάρη μας. Για χάρη του κάθε μικρού Μαξ μέσα μας.