Η φλεγόμενη βάτος της λογοτεχνίας

«Η φλεγόμενη βάτος της λογοτεχνίας»

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΝΤΙΡΑΣ
Ο εραστής
μτφρ.: Εφη Κορομηλά
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 132

Γράφοντας
μτφρ.: Χρύσα Τσαμαδού
εκδ. Εξάντας, σελ. 142

ΛΟΡ ΑΝΤΛΕΡ
Ζωή σαν μυθιστόρημα
μτφρ.: Μαρία Κράλλη
εκδ. Ηλέκτρα, σελ. 736

Το πρώτο της βιβλίο αρνήθηκε να το εκδώσει ο Gallimard. Το έργο που την έκανε διάσημη διεθνώς, την καθιέρωσε και την απογείωσε, που της έφερε στα χείλη την αναγνώριση και που πια θα ένιωθε ενοχλημένη κι απ’ αυτό, δεν ήρθε πριν από τα 70 της χρόνια, παρά την ενεργή της παρουσία, την πολυτάραχη ζωή της, την αφοσίωσή της στη γραφή. Παρακινημένη από μια μακρινή επίγευση του «Εραστή» της που έχει ξεπεράσει το ενάμιση εκατομμύριο αντίτυπα κι έγινε ταινία το 1992 από τον Ζαν-Ζακ Ανό, ξεκίνησα να γράψω ένα κείμενο για τον εξωτισμό και τον αισθησιασμό ελέω θέρους, όμως η πολυσύνθετη συγγραφική φιγούρα της το κατάπιε και με περιγέλασε.

Δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση. Η Μαργκερίτ Ντιράς. Δεν μπήκε σε κανένα καλούπι. Το περιβόητο «Ζω για να τη διηγούμαι» του Μάρκες αυτή το διέστρεψε σε ένα δικό της «ζω και επειδή γράφω». Οπως καταθέτει η ίδια στο «Γράφοντας» (εκδ. Εξάντας, μτφρ. Χρύσα Τσαμαδού, 1996), «Η γραφή ήταν το μοναδικό πράγμα που γέμιζε τη ζωή μου και τη γοήτευε. Το έκανα. Η γραφή δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ». Είχε δίκιο. Επειτα από 21 χρόνια από τον θάνατό της, οι λέξεις της είναι ζωντανές, παρούσες, φλεγόμενες.

Ερωτας και γοητεία

Κι έτσι, το 1984, το κορίτσι που είχε γεννηθεί σε ένα χωριό της Ινδοκίνας λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το πραγματικό όνομα Marguerite Germaine Marie Donnadieu, θα γυρίσει καμιά εξηνταριά χρόνια πίσω, στην εφηβεία της, για να πει μια ιστορία που θα εξάψει το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Οχι εύκολη ιστορία. «Ο εραστής» που κυκλοφορεί πάλι από το Μεταίχμιο –μετά την πρώτη έκδοση το 2011 από τον Εξάντα– σε μετάφραση Εφης Κορομηλά και με πρόλογο της Χριστίνας Ντουνιά.

Η πραγματική ερωτική σχέση της δεκαπεντάχρονης τότε Μαργκερίτ με έναν πολύ πλούσιο Κινέζο έγινε το υλικό του θρυλικού της βιβλίου. Ενα κορίτσι, με ένα μεταξένιο λιωμένο φουστάνι, στο χρώμα της αιθάλης, μια δερμάτινη αντρική ζώνη στη μέση, ένα ζευγάρι φορεμένα λαμέ ψηλοτάκουνα, βραδινά σανδάλια κι ένα επίσης αντρικό καπέλο, τριανταφυλλί, μαλακό, με μεγάλο μπορ, με μαύρη φαρδιά κορδέλα. Η φιγούρα της στη γέφυρα ενός ποταμόπλοιου να ανεμίζει. Κι ο κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της άντρας με τη μαύρη λιμουζίνα που θα την ποθήσει.

Κι όμως, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα διυλίσει όλη της τη ζωή, την οικογενειακή της ιστορία που είναι γραμμένη μέσα στο σκοτάδι και στο δράμα, τη θέση στη ζωή τής μητρικής αγάπης και του πόνου, της αδερφικής παρουσίας και εγκατάλειψης, της προδοσίας, του πατρικού θανάτου που συνέβη πολύ νωρίς. Ολα εκείνα που σημάδεψαν την πορεία της, μα, κυρίως που διαμόρφωσαν την τέχνη και τη γραφή της. Σε κείνη την αποικιακή Ινδοκίνα του Μεσοπολέμου, η Ντιράς βρίσκει το πρόσφορο έδαφος για να ανθίσει την υψηλή της λογοτεχνία, για να ασκήσει την πιο μεγάλη της γοητεία και τελικά δεν εκμαυλίζει απλώς έναν νεαρό εκατομμυριούχο, αλλά το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό, όταν το σώμα της δεν είναι εκείνο της ισχνής παιδούλας, αλλά το γερασμένο κορμί μιας γυναίκας που ταλαιπωρήθηκε από το ποτό και τις καταχρήσεις. Σε μια κινούμενη άμμο. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα του «Εραστή». Αυτή είναι η μαγεία της λογοτεχνίας, να βάζει υποστρώματα που δεν τα υποψιάζεσαι και να αφαιρεί τα προφανή.

Η Λορ Αντλέρ, ιστορικός, κοινωνιολόγος, συγγραφέας και δημοσιογράφος και κυρίως με φιλικούς δεσμούς με την Ντιράς για τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια, το 1998 κέρδισε το βραβείο «Femina Essai» για τη βιογραφία της Μαργκερίτ, με τίτλο «Ζωή σαν μυθιστόρημα» (εκδόσεις Ηλέκτρα, μτφρ. Μαρία Κράλλη, επιμέλεια Γιώργος Μπλάνας, β΄ έκδοση Οκτώβριος 2004). Η Αντλέρ, λοιπόν, περιγράφει εκείνη την περίοδο που η Ντιράς έγινε σταρ (δεν ήταν άλλωστε από όταν γεννήθηκε;), μετά και το κερδισμένο βραβείο Γκονκούρ. Μιλά για το εκδοτικό φαινόμενο, για τους βιβλιοπώλες να θυμούνται την εμμονή των πελατών τους να αγοράζουν πολλά αντίτυπα του «Εραστή», λες και υπήρχε έλλειψη… Ηταν η πρώτη φορά που το Newsweek αφιέρωσε μια ολόκληρη σελίδα του σε Γάλλο συγγραφέα.

Η συναλλαγή

Η Αντλέρ βάζει πιο βαθιά το νυστέρι στην ιστορία για να δώσει την εκδοχή που θεωρεί ότι η Ντιράς «διόρθωσε» μυθοπλαστικά προς το τέλος της ζωή της και να μας πει για τη βία από τον μεγάλο αδερφό και τη μάνα που στην ουσία έκαναν την οικονομική συναλλαγή με τον πλούσιο Κινέζο. Και με τα χρήματα γύρισαν πίσω στη Γαλλία. Επώδυνα πράγματα τόσο για ένα δεκαπεντάχρονο παιδί όσο και για τη λογοτεχνία μιας σταρ.
Εδώ, λοιπόν, στα μάτια όλων αποκαλύφθηκε η πληγή του καλλιτέχνη, η αδυναμία του, ίσως η ρωγμή εκείνη στα σκοτάδια της ψυχής που άφησε να μπει το φως και να τη μεταπλάσει σε κάτι άλλο, ας πούμε ένα λογοτεχνικό διαμάντι. Η αλχημεία της τέχνης που έφερε την Ντιράς να γίνει μια επαγγελματίας της εξομολόγησης, ικανή να αυτοβιογραφείται θολώνοντας τα νερά, σαν εκείνες τις υγρές εκτάσεις της Ανατολής που εξέθρεψαν το ταλέντο της. Η Ντιράς θα παίζει με τις αναμνήσεις της, με τη διαρκή μεταγραφή τους, θα αναμοχλεύει τα βαθιά στρώματα μέσα της.

«Είναι αλήθεια, υπάρχει η αθωότητα της ζωής. Μια αθωότητα που σε κάνει να κλαις… Αν δεν υπήρχαν πράγματα σαν αυτά, δεν θα υπήρχε γραφή… Αυτό σημαίνει γραφή. Είναι η αμαξοστοιχία που περνά πάνω απ’ το σώμα σας. Το διασχίζει» («γράφοντας», 1993).

Σταθμοί στο «ταξίδι» της

1914: Γέννηση κοντά στη Σαϊγκόν.
1918: Θάνατος του πατέρα της.
1918-1932: Εγκατάσταση της οικογένειάς της στο Σαντέκ. Η μητέρα της αγοράζει ένα κτήμα στην Καμπότζη. Η Ντιράς ζει ως οικότροφη στο λύκειο της Σαϊγκόν.
1932: Επιστροφή στη Γαλλία όπου θα σπουδάσει νομικά, μαθηματικά και πολιτικές επιστήμες.
1939: Παντρεύεται ον Ρομπέρ Αντέλμ.
1942: Πεθαίνει στη γέννα το παιδί της και ο μικρότερος αδελφός της.
1943: Γνωρίζει τον Φρανσουά Μιτεράν και γίνονται φίλοι.
1944: Ο άντρας της συλλαμβάνεται και ζει για ένα χρόνο σε στρατόπεδο εργασίας. Θα χωρίσουν το 1946. Γίνεται η ίδια μέλος το 1944 του Κομμουνιστικού Κόμματος το οποίο θα εγκαταλείψει αργότερα.
1947: Αποκτά τον γιο της Ζαν από τον Ντιονίς Μασκολό.
1968: Υπογράφει μανιφέστα και ζει από κοντά ενεργά το Μάη του ’68.
1980: Ο Γιαν Αντρέα εγκαθίσταται στο διαμέρισμά της, δεν θα την εγκαταλείψει μέχρι το τέλος της ζωής της το 1996. Εκείνος είναι μεγάλος της θαυμαστής, 28 ετών, ομοφυλόφιλος, κι εκείνη 66 ετών, όταν θα αρχίσουν να ζουν μαζί. Θα είναι ο τελευταίος της σύντροφος, επίσης συγγραφέας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2014.
1982: Κάνει θεραπεία αποτοξίνωσης λόγω του αλκοολισμού της.
1984: Ο «Εραστής» απογειώνει τη συγγραφική της καριέρα.

 

Advertisements

Ειρηνική επανάσταση με το σώμα

«Ειρηνική επανάσταση με το σώμα»

Τι μπορεί να είναι επαναστατικό στις μέρες μας; Πώς το σώμα γεφυρώνει τις διαφορές μας; Η σχέση της παράδοσης με τη σύγχρονη χορευτική γραφή μπορεί να διευκολύνει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού ταυτοτήτων και εννοιών σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται ραγδαία; Ερωτήματα τέτοιας φύσεως επιχειρεί να εγείρει η διοργάνωση του 23ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας στο κοινό και στους θεατές που θα βρεθούν στην πόλη από τις 14 έως και τις 23 Ιουλίου.

Επιβεβαιώνοντας τον διεθνή χαρακτήρα του θεσμού, το πρόγραμμα φέτος περιλαμβάνει οκτώ ξένες και τέσσερις ελληνικές ομάδες σύγχρονου χορού, ένα σεμινάριο, τρία εργαστήρια, δύο masterclass και έξι ανοικτές παράλληλες διοργανώσεις, σε 24 συνολικά εκδηλώσεις, απλωμένες στις γωνιές της πόλης του ελληνικού νότου. Τα έργα των ξένων συμμετοχών παρουσιάζονται για πρώτη φορά.

Το στοίχημα φέτος για την κ. Κατερίνα Κασιούμη, καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ, είναι να αναδειχθεί η επένδυση στον άνθρωπο, στην ομορφιά, στο θετικό. Νιώθοντας δικαιωμένη η ίδια από τις επιλογές και την έκβαση της περυσινής της θητείας και κρίνοντας απόλυτα επιτυχημένο το εγχείρημα –με τον κόσμο να συμμετέχει και να στηρίζει με την παρουσία του τον θεσμό– φέτος τονίζει την επιτακτική ανάγκη να δοθεί ένα αισιόδοξο μήνυμα. Αν και δεν είναι προφανής η «χρησιμότητα» της τέχνης, πρέπει να έχει όμως χώρο για όλους, να αγκαλιάζει τον καλλιτέχνη γιατί είναι αυτός που με τα διαχρονικά ερωτήματα που θέτει, μπορεί να εμπνέει τον θεατή, να τον συνδέει με τον εαυτό του και τους άλλους γύρω του.

Μου μιλά με μεγάλη αγάπη για τους χορευτές και τους χορογράφους, για τις ευαισθησίες τους, πόσο «φτερό στον άνεμο είναι», έχει βγει από το δικό τους κόσμο άλλωστε, αλλά διαθέτει η ίδια και μια άλλη πιο αρραγή και οργανωτική πλευρά που κρίνει απαραίτητη και σημαντική τη συνεργασία των φεστιβάλ μεταξύ τους, στήνοντας μια «ομπρέλα» προστασίας και φροντίδας για τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Γι’ αυτή την απόλυτα επαγγελματική στάση που οφείλει να έχει ένας χορευτής, εξαίρει τη συμβολή της Ζουζούς Νικολούδη που το Φεστιβάλ φέτος τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννησή της. Εξηγεί πώς αυτή η σπουδαία προσωπικότητα έθεσε ψηλά τον πήχυ για όλους, πόσο επαναστατική ήταν με τον τρόπο της στην εποχή της, δείχνοντας πάθος και αγάπη, καθαρή ματιά για τον χορό και τους νέους.

Η Κατερίνα Κασιούμη θυμάται με συγκίνηση πως ένα μήνα πριν από τον θάνατό της, η Ζουζού Νικολούδη –της οποίας απολάμβανε την αγάπη και την εμπιστοσύνη– πήγε να δει παράστασή της για να της πει τη γνώμη της, ενώ μου μιλά για τη σημασία των δασκάλων και της μαθητείας στον χορό· δακρύζει όταν φτάνει η κουβέντα στους σπάνιους δασκάλους της στο μπαλέτο, αλλά και στη Μαρία Χορς, υποστηρίζοντας ότι της δίδαξαν τον κώδικα της ζωής. Πώς οι σπουδαίοι δάσκαλοι διακρίνουν τον μαθητή που διαθέτει όχι τα εξωτερικά προσόντα, αλλά την ψυχή και το πνεύμα και τη δύναμη για να ασχοληθεί σοβαρά με την τέχνη του. Ενας χορευτής πρέπει να είναι και διανοούμενος, αλλά σε μια πολύ λεπτή ισορροπία, χωρίς να καταργεί το σώμα, λέει η ίδια.

Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του θεσμού. Ενα από τα σεμινάρια είναι και «Οι επαναστατικοί χοροί της Ισιδώρας Ντάνκαν» που διεξάγουν οι Barbara Kane με τη Françoise Rageau και τη Σάντρα Βούλγαρη. Με θέρμη για το πνεύμα της Ντάνκαν μιλά η Barbara Kane, για την επίδραση της εμβληματικής αυτής φιγούρας στην κοινωνία, στον χορό, στη θέση της γυναίκας, στο ντύσιμο. Στο πώς άλλαξε το πρόσωπο του χορού η Ισιδώρα Ντάνκαν και το επέβαλε ως αποδεκτή μορφή τέχνης. Μια γυναίκα που άλλαξε τη ροή της χορευτικής τέχνης.
Οταν τη ρωτάω πώς μπορεί να εμπνεύσει πια τον σύγχρονο άνθρωπο, εστιάζει στην εντιμότητα και στην απλότητα του χορού της Ντάνκαν και τονίζει ότι δεν είναι μια εύκολη άποψη, η οπτική αυτή, ούτε για τον χορό αλλά ούτε και για τη ζωή την ίδια. Μου εξομολογείται ότι πέρυσι στην Καλαμάτα στο πλαίσιο εκδήλωσης των μαθητών, την πλησίασε μια γυναίκα και της είπε ότι εκείνο το απόγευμα ήταν ένα δώρο για εκείνη.
Η Barbara Kane πορεύεται με το ήθος που δίδαξε η Ισιδώρα Ντάνκαν και γι’ αυτό επιδιώκει να κρατά τον χορό ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους στην κοινωνία, χορευτές, παιδιά, ενήλικες, ανθρώπους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα χορού, ηλικιωμένους, ανθρώπους με αναπηρίες.

Γέφυρα με τον «Αλλον»

Μια ξεχωριστή, ιδιαίτερη περίπτωση είναι κι αυτή του Adi Boutrous. Ενας πολύ νέος άνθρωπος χορεύει, χορογραφεί και με το έργο του αφηγείται τη ζωή του ως Αραβα που ζει στην ισραηλινή κοινότητα του Τελ Αβίβ. Δεν τρέφει αυταπάτες ότι ο χορός μπορεί σε ευρύτερο πολιτικό επίπεδο να γεφυρώσει χάσματα, παραδέχεται ότι δυστυχώς ο χορός δεν έχει τη δύναμη να φέρει μια τέτοια μεγάλη αλλαγή, αλλά πιστεύοντας στο σώμα και στη δυναμική του, την ενέργειά του, βλέπει τη δυνατότητα να ξεπεραστεί ο φόβος για τον «Αλλον». Ο ίδιος εργάζεται ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης, δεν λαμβάνει κρατικές ενισχύσεις ή επιχορήγηση και ο τρόπος του να δημιουργεί τις δουλειές του, να της χρηματοδοτεί, προκύπτει από τα καλέσματα των διεθνών φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας συμμετέχει με το έργο του «It’s always here», σε μια ενιαία παράσταση με τον Andrea Costanzo Martini και το έργο του «Scarabeo, Angles and The Void», με τον σκαραβαίο του που συμβολίζει την αναγέννηση και τον κύκλο της ζωής, αλλά και που λεκτικά ονομάζεται έτσι το παιχνίδι scrabble στα ιταλικά.

«Στάση» σε έργα:

• «Rose-variation», 14 και15 Ιουλίου
• «Ανύποπτος χρόνος», 16 Ιουλίου
• «Αλάσκα», 17 Ιουλίου
• «Yama», 18 Ιουλίου
• «Απόγειος», 19 Ιουλίου
• «Romeo & Juliet / REBELLION & JOHANNESBURG», 21 Ιουλίου
• «Three Times Rebel», 22 και 23 Ιουλίου
• «One One One», 23 Ιουλίου

Πληροφορίες: http://www.kalamatadancefestival.gr/

Νέα ρότα για τον «Εξάντα»

Νέα ρότα για τον «Εξάντα»

Με πυρετώδεις ρυθμούς προχωρούν οι διαδικασίες αναγέννησης και ανανέωσης των εκδόσεων «Εξάντας». Δύο χρόνια σχεδόν μετά τον θάνατο, το 2015, της ιδρύτριάς τους, Μάγδας Κοτζιά, της ιστορικής αυτής προσωπικότητας των Γραμμάτων που μαζί με τη Νανά Καλλιανέση του Κέδρου και την Ιωάννα Χατζηνικολή των ομώνυμων εκδόσεων άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στη σύγχρονη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική εκδοτική δημιουργία.

Η εξαγορά ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το Πάσχα του 2017. Οι εκδόσεις Μίλητος του Νίκου Χαϊδεμένου απέκτησαν το brandname και το απόθεμα των βιβλίων του «Εξάντα». Το στοίχημα και η πρόκληση τώρα είναι όχι μόνο να διατηρηθεί αξιοπρεπώς η αχλύς της αίγλης του «Εξάντα», το όνομά του, ως προς την ποιότητα και τα σημεία αναφοράς του, από το 1974 κι ύστερα που διαδραμάτισε τον δικό του ξεχωριστό ρόλο στα εκδοτικά πεπραγμένα της χώρας, αλλά και να δοθεί το στίγμα της νέας του πορείας, ο επαναπροσανατολισμός του, σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη και για τον χώρο του βιβλίου.

Επικεφαλής σε αυτό το εγχείρημα είναι η Μαρία Γυπαράκη, με σπουδές στη Γαλλία στην ιστορία, την αρχαιολογία και το θέατρο και παρουσία στη σκηνοθεσία σε έργα του λυρικού θεάτρου. Ισχυρό χαρτί στα χέρια του εκδοτικού είναι η αλησμόνητη για τους βιβλιόφιλους «Λευκή Σειρά» με τα κλασικά κείμενα του «Εξάντα».

Σύμβουλος για τη «Λευκή Σειρά» έχει αναλάβει ο Αγης Αθανασιάδης, συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου Booktalks στο Παλαιό Φάληρο. Προσεχώς αναμένονται, σύμφωνα με τους υπεύθυνους του εκδοτικού οίκου, οι πρώτες επανεκδόσεις της «Λευκής Σειράς» στα έργα των: Ντε Σαντ («120 μέρες των Σοδόμων»), Μπαλζάκ («Χαμένες ψευδαισθήσεις», «Η γεροντοκόρη», «Ο οίκος Νυσενζέν»), Ντίκενς («Ιστορία δύο πόλεων»), Σταντάλ («Το μοναστήρι της Πάρμας»), Φλομπέρ («Μαντάμ Μποβαρί»), Ουίλιαμ Θάκερεϊ (Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας»), αλλά και η «Πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη, τα «Ποιήματα και πεζά» του Διονυσίου Σολωμού και «Τα ρόδινα ακρογιάλια» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Tο πρώτο νέο βιβλίο που σηματοδοτεί και το καινούργιο ξεκίνημα της «Λευκής Σειράς» είναι η έκδοση ενός μεταφραστικού άθλου διάρκειας είκοσι ετών και έργου ζωής από τον Ιωάννη Κοιλή: πρόκειται για το «Simplicius Simplicissimus», ένα μπαρόκ γερμανικό μυθιστόρημα του Hans Jacob Christoffel von Grimmelshausen. Σύμφωνα με τη Μαρία Γυπαράκη, θα κυκλοφορήσει και σε εκατό συλλεκτικά δερματόδετα αντίτυπα.

Εκτός «Λευκής Σειράς» ξανακυκλοφορούν από τα κλασικά έργα ο δίτομος «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, καθώς και «Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς» και «Η επιστροφή του Σέρλοκ Χολμς» του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ. Για την ερχόμενη χρονιά, αναμένεται ο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» του Ντίκενς σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ, αλλά και η τετραλογία του Φορντ Μάντοξ Φορντ, «Parade’s end», σε μετάφραση της Αντωνίας Μπελίκα-Κουμπαρέλη.

Και νέα σειρά «Black Velvet»…

Μια νέα σειρά που προστίθεται στον νέο, «αναγεννημένο» Εξάντα είναι αυτή της νουάρ αστυνομικής λογοτεχνίας που θα φέρει το όνομα «Black Velvet» (Μαύρο Βελούδο) και θα εγκαινιαστεί με το βιβλίο του Γάλλου Emile Gaboriau «Η υπόθεση Λερούζ» σε μετάφραση του Γιώργου Ξεναρίου.

Η ίδια η Μαρία Γυπαράκη μεταφράζει και το αστυνομικό «Τεκίλα φραπέ» (Nadine Monfils) για τη σειρά της αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ μιλάει με πολλή φροντίδα για τα απομνημονεύματα της Μάρθα Γκράχαμ, που ετοιμάζονται για τη σειρά των βιβλίων Τέχνης σε μετάφραση της Παρασκευής Ματσούκα. Στον τομέα του δοκιμίου, θα κυκλοφορήσει επίσης «Ο Πούτιν από το Α ως το Ω» του Vladimir Fédorovski πάλι σε μετάφραση της Μαρίας Γυπαράκη.

Στόχος της διεύθυνσης του εκδοτικού οίκου, που προς το παρόν λειτουργεί στον Αγιο Δημήτριο, στην έδρα των εκδόσεων Μίλητος, είναι να δοθεί και η απαιτούμενη σημασία στα πανεπιστημιακά βιβλία, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση για την ελληνική λογοτεχνία

Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα

«Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα»

Χάριν ευθυμίας, τον ρώτησα εάν ζούσε από τα βιβλία του, εάν θα άφηνε τη Σουηδία και την επιτυχημένη του καριέρα ως δικηγόρου, για να έρθει –ας πούμε– σε ένα ελληνικό νησί και να γράφει τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Γέλασε και απάντησε ότι ήδη εδώ και τέσσερις μήνες, παραιτήθηκε από τη δουλειά του, κατέθεσε τη νομική του ταυτότητα, και θα φύγει με τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά για τη Μαγιόρκα. Εκεί θα αφιερωθεί στη γραφή, στα σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, στα μυθιστορήματά του που ακροβατούν ανάμεσα στο θρίλερ και το μυστήριο.

Ο Γενς Λαπίντους, ένας από τους εκπροσώπους της έκρηξης της αστυνομικής λογοτεχνίας από τη σκανδιναβική χερσόνησο, ήρθε στην Ελλάδα, με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά από το Μεταίχμιο του έργου του «Στοκχόλμη», σε μετάφραση από τα σουηδικά του Γρηγόρη Κονδύλη.

Ευγενής, εύστροφος, επικοινωνιακός, άνθρωπος του σήμερα –από τους προνομιούχους στη χώρα του, όπως δεν θα σταματήσει να τονίζει ο ίδιος με ειλικρίνεια–, προσγειωμένος στην τωρινή πραγματικότητα, ζει το όνειρο της απογείωσης της συγγραφικής του καριέρας, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική επιτυχία. Αποδίδει την άνθηση αυτή –στην οποία ο ίδιος συμμετέχει ενεργά– στη διάσταση, την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στις πολύ «ασφαλείς» κοινωνίες του ευρωπαϊκού Bορρά και της ύπαρξης τους εγκλήματος εντός τους, κάτι που δεν θα το δούμε στο Μεξικό ή στη Νότια Αφρική.

Εκεί, μέσα σ’ αυτή τη σύγκρουση της ασφάλειας και της νομιμότητας με την παραβατικότητα και το έγκλημα, βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί και η λογοτεχνία. Μας το εξηγεί εκ των έσω, ως δικηγόρος εγκληματιών στη χώρα του. Επισημαίνει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης είναι υποχρεωμένος να είναι απόλυτα ειλικρινής μόνο απέναντι στον πελάτη του και όχι αναγκαστικά προς τον νόμο, την πολιτεία ή τη δικαιοσύνη. Αυτό το φέρνει και στα μέτρα της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας οφείλει να είναι έντιμος απέναντι στον εαυτό του και άρα τον αναγνώστη του. Δίνει βέβαια και την «εύκολη», όπως την ονοματίζει μόνος του, απάντηση για την τεράστια αυτή άνοδο της αστυνομικής λογοτεχνίας από τα μέρη του, αποδίδοντάς την στο φαινόμενο Στιγκ Λάρσον και τη θρυλική του πια τριλογία που πυροδότησε την περαιτέρω εξέλιξη.

Ο «μύθος» της παιδείας

Τα σκανδιναβικά αστυνομικά βιβλία στέκονται πολύ κριτικά απέναντι στην κοινωνία, με άλλους συγγραφείς όπως ο Aρνε Νταλ να έχουν αυτό το στοιχείο πολύ έντονο και άλλους λιγότερο, όπως η Καμίλα Λάκμπεργκ, θεωρεί ο Γενς Λαπίντους. Μιλάει διεξοδικά για τις αντιφάσεις της σουηδικής κοινωνίας, καταρρίπτοντας και τον μύθο του σούπερ εκπαιδευτικού συστήματος, όταν λέγοντας τόσο πολλά για το έγκλημα και τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που αναπτύσσονται στη χώρα, τολμώ να του πω «Και το σχολείο; Πού είναι σε όλα αυτά; Το σούπερ σύστημα που νομίζουμε εμείς εδώ ότι έχετε;».

Για να πάρω την απάντηση «Μα, αυτό είναι μόνο για τους προνομιούχους». Του αναπτύσσω μια μικρή θεωρία που έχω, ότι το νουάρ και το σύγχρονο ευρωπαϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα, είτε γαλλικό είτε ιταλικό είτε σκανδιναβικό, είναι σήμερα ό,τι ήταν για τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα το μυθιστόρημα. Το σκέφτεται λίγο και συμφωνεί. Το δικαιολογεί στην πορεία, γιατί βλέπει ότι τα αστυνομικά ιχνηλατούν τις τοιχογραφίες των σύγχρονων κοινωνιών, αναρωτιούνται, ψάχνουν το γιατί, αλλά παρακάτω ξαναστέκεται στο «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, όταν θα μιλήσει για τους αγαπημένους του συγγραφείς και τα έργα που τον σημάδεψαν. Αυτό είναι ένα απ’ αυτά.

Ο ίδιος έχει λάβει την τακτοποιημένη, συγκροτημένη κλασική παιδεία του δυτικού πολιτισμού και φαίνεται αυτό στον δομημένο τρόπο σκέψης του, αν και όταν γράφει, είναι πιο χαοτικός, αποκαλύπτει. Είναι εντυπωσιακό να τον ακούς να περιγράφει πώς η σουηδική κοινωνία βασίστηκε, δομήθηκε πάνω στο ξύλο και τον χάλυβά της. Σαν στοιχείο που φέρνει στο φως και πλευρές της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων του Βορρά.

Ο συγγραφέας, ωστόσο, αποδεικνύεται πιο μεσογειακός στην αίσθηση που αφήνει με την πιο ζεστή του στάση και την προσήνειά του. Αλλωστε στα βιβλία του αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες, το αίμα βράζει και χύνεται, οι καταστάσεις ξεφεύγουν από τον έλεγχο, οι εξελίξεις εκρήγνυνται κυριολεκτικά. Ποιος ξέρει, ίσως η σουηδική κοινωνία ως αντίβαρο –βαλβίδα στη χύτρα ταχύτητας της κοινωνίας τους– στην όλη παροιμιώδη συγκρότησή της να χρειάζεται τη λογοτεχνία ως αντισταθμιστικό παράγοντα που φέρνει στο φως τις απορρυθμίσεις και αφήνει τους ανθρώπους να ανασάνουν λίγο πιο ελεύθεροι, όσο άναρχα και χαοτικά θέλουν μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

«Στις αντιφάσεις του αραβικού κόσμου»

«Στις αντιφάσεις του αραβικού κόσμου»

MAHI BINEBINE
Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν
μτφρ.: Ελγκα Καββαδία
εκδ. Αγρα, σελ. 160

ΙΜΠΡΑΧΙΜ ΑΛ ΚΟΥΝΙ
Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου
μτφρ.: Ελένη Καπετανάκη
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 176

Μια ομάδα αγοριών μεγαλώνει στην επίγεια κόλαση του Σιντί Μουμέν, στα περίχωρα της θρυλικής πόλης του Μαρόκου. Η υπόσχεση του παραδείσου, σε ένα γκαράζ ανάμεσα σε ουρανό και γη, θα πιάσει τόπο και ένας ένας θα ανατινάζονται στο όνομα του Θεού. Πώς γεννιέται ο καμικάζι; Τι θρέφει και τρώει την ψυχή του; Το κύλισμα στο αίμα είναι ένα τόσο δα λοξοδρόμισμα, σαν να αλλάζεις βρώμικο σοκάκι… Στον αντίποδα όλης τούτης της φτώχειας, στις λιβυκές ερήμους ανθεί ο πνευματικός πλούτος των αρχαίων μύθων, του μυστικισμού του Ισλάμ, της φιλοσοφίας των σούφι, ακόμη κι ο ρώσικος υπαρξισμός. Δύο συγγραφείς, ιδιαίτεροι εκπρόσωποι της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας και του πολιτισμού, σκιαγραφούν, μέσα από τα δικά τους μοναδικά φίλτρα, τις όψεις του κόσμου που η Δύση αντιμετωπίζει με αμηχανία και φόβο και κυρίως με άγνοια και απορία.

Με γλύκα, τρυφερότητα και ανθρωπιά ο Mahi Binebine στο βιβλίο του «Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα σε μετάφραση Ελγκας Καββαδία, βάζει το νυστέρι στο κόκκαλο και αποκαλύπτει όλη εκείνη τη βία της ανέχειας που αναπτύσσεται σε μια άκρη της Καζαμπλάνκας. Πώς τα ανυποψίαστα αγόρια που κλωτσούν υποτυπώδεις αυτοσχέδιες μπάλες στις βρωμερές παραγκουπόλεις των χωματερών, μιά ημέρα ζώνονται εκρηκτικά και σκορπούν τον θάνατο. Μιά χούφτα χαμίνια, αλητάκια των δρόμων, αγόρια με εύθραυστες καρδιές που κατέληξαν να αφήσουν πίσω τους την αγάπη, τη ζωή, τους ανθρώπους, την ομορφιά και να βυθιστούν στο σκοτάδι και το κακό, στο βίαιο τέλος το δικό τους και των άλλων, ακολουθώντας μια δελεαστική υπόσχεση για ένα υποτιθέμενα σίγουρο επέκεινα. «Ετσι, βρεθήκαμε αφημένοι μέσα στη φύση, σαν τους πεινασμένους λύκους, έτοιμοι να κατασπαράξουμε ολόκληρο τον πλανήτη». Το βιβλίο έχει τιμηθεί με το Βραβείο Καλύτερου Αραβικού Μυθιστορήματος για το 2010. Ο συγγραφέας, ζωγράφος και γλύπτης, γεννημένος το 1959 στο Μαρακές, όπου και ζει, έχει σπουδάσει μαθηματικά στο Παρίσι, αλλά στράφηκε στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Οι πίνακές του ανήκουν στη μόνιμη συλλογή του Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη. Διαβάζοντας «Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν», ξεπηδάνε σαν φαντάσματα και στοιχειώνουν την ατμόσφαιρα του βιβλίου οι φιγούρες από τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα· σιγουρεύοντας την αίσθηση ότι η καρδιά της λογοτεχνίας ανασαίνει και χτυπά όπου ασφυκτιά και δεν βολεύεται η ψυχή του ανθρώπου.

Το «μπλε» τραγούδι

Κι όταν πάει να σπάσει το στήθος από κείνο το βάρος του μοναχικού λύκου, κάποιος πρέπει να πει τα ξόρκια να λύσει τα μάγια, να πει την ιστορία και η αφήγηση να ανοίξει ένα παράθυρο στη λύτρωση. Ποιος θα το αναλάβει; Ενας «μπλε» άνδρας. Ο Ιμπραχίμ αλ Κούνι, που γεννήθηκε το 1948, στη νοτιοδυτική Λιβύη, Τουαρέγκ ο ίδιος, έμαθε αραβικά στα δώδεκά του, στη συνέχεια σπούδασε φιλοσοφία και συγκριτική λογοτεχνία στη Μόσχα, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Ενας άνθρωπος με εντυπωσιακή ζωή και παιδεία που έχει λάβει τα περισσότερα βραβεία από κάθε άλλον εν ζωή Αραβα συγγραφέα και το 2015 ήταν υποψήφιος για το Booker. Στο μυθιστόρημά του «Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση και εξαιρετικό επίμετρο από την Ελένη Καπετανάκη, μας ψιθυρίζει ένα τραγούδι για τη ζωή, τον θάνατο, τη μοναξιά, την αξία, την αγάπη, το ψέμα, την αλήθεια, την ερημιά, την προδοσία, την πίστη. Ενα βιβλίο, ακριβό φυλακτό στην καρδιά του αναγνώστη. «Ποιος δεν τον έστειλε εξόριστο μακριά απ’ τη γη του; Αυτή ήταν η αναπόδραστη μοίρα των ανθρώπων της ερήμου. Τα τραγούδια τους αυτά ακριβώς εξέφραζαν: τη θλίψη, την ξηρασία, τον διωγμό απ’ τις πατρίδες τους. Θέματά τους είχαν την ατέλειωτη μετανάστευση, την αδιάκοπη επιθυμία για επιστροφή στην πλήρωση που έρχεται απ’ τον Θεό και την αρχή των πάντων». Ο Ιμπραχίμ αλ Κούνι, λέγοντας την ιστορία ενός αγοριού και την αγάπη του για την ξεχωριστή του καμήλα, Μάχρι, μιλάει για τον κάθε άνθρωπο από μας, για ό,τι κουβαλάμε στην ψυχή μας, για ό,τι κατατρώει το μυαλό μας, για τον πλούτο και τη φτώχεια που φέρουμε εντός μας. Είναι η άλλη όψη του αραβικού κόσμου, η εσωτερική φωνή απέναντι στη βίαιη πραγματικότητα που βιώνεται. Πιο επίκαιρος από ποτέ, δίνει φωνή με το δικό του υπόγειο τρόπο σε όλα τα καραβάνια των ξενιτεμένων απανταχού στον πλανήτη. «Να φέρεσαι στους ξένους σαν ίσος προς ίσον. Οι άντρες δεν ξενιτεύονται χωρίς λόγο. Κάθε ξένος έχει κρυμμένο στο στήθος του ένα μυστικό». Μόνο που τούτη η αφήγηση τρίζει σαν άμμος στα μάτια, λάμπει σαν χρυσάφι, ξεδιψάει σαν νερό στην έρημο, συγκινεί σαν αλμυρό δάκρυ.

«Ενωμένοι μπροστά στο αβέβαιο μέλλον»

«Ενωμένοι μπροστά στο αβέβαιο μέλλον»

Ένα μικρό κορίτσι, η Αννα, η ηρωίδα του Νικολό Αμανίτι στο ομώνυμο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, επωμίζεται το βάρος να μας πει την ιστορία του συγκαιρινού ανθρώπου αλλά και του κάθε ανθρώπου, απέναντι στην άγνωστη και χαοτική περιπέτεια της ζωής, με τον ισχυρότερο αντίπαλο «παίκτη»: τον θάνατο.

Η μικρούλα σηκώνει τον κόσμο στα χέρια της, περπατώντας προς το μέλλον. Δεν είναι ο ενήλικος ήρωας του «Δρόμου» του Κόρμακ Μακάρθι, που θέλει να διασώσει τον γιο του. Η Αννα είναι ένα παιδί που κάνει το παν να προστατεύσει τον αδερφό του. Η αλληλεγγύη, η αδερφοσύνη, η ένωση με τον κόσμο αναβλύζουν μέσα από τις αλληγορίες ενός σκληρού και άγριου μυθιστορήματος που έγραψε ο Ιταλός συγγραφέας. Το αρνητικό της κινηματογραφικής και ασθμαίνουσας ιστορίας του Αμανίτι φέρνει στο φως το καλό, την ομορφιά, την αθωότητα, την ελπίδα, τη ζωή. Ενα κοριτσάκι με σπίρτα στο χέρι για να βάλει φωτιά και να κάψει την ασχήμια. Ο Αμανίτι δίνει φωνή σ’ αυτή τη μικρούλα να μιλήσει για λογαριασμό όλων μας, σ’ αυτόν τον κόσμο που η δυστοπία και η καταστροφή δεν είναι πια μόνο λογοτεχνική πραγματικότητα, αλλά συχνά κοντινό μας παρόν. Ο συγγραφέας βάζει το φως στα χέρια ενός παιδιού για να το μεταλαμπαδεύσει στις καρδιές μας.

– Τι είναι για εσάς η Αννα; Για τον κάθε αναγνώστη αντιπροσωπεύει κάτι άλλο. Για μένα είναι η αναγεννητική δύναμη του ανθρώπου, εκείνο το κομμάτι του που τον κρατάει στη ζωή.

– Το ίδιο ισχύει και για μένα. Είναι αυτή η πίστη, αυτή η ελπίδα στο μέλλον που κρατάει ενωμένο το ανθρώπινο είδος και το βοηθάει να πιστεύει ότι υπάρχει μέλλον.

– Ενα κορίτσι μπορεί να σώσει τον κόσμο, σώζοντας τον εαυτό του; Γιατί διαλέξατε να είναι κορίτσι η ηρωίδα σας;

– Μπορεί να ξεκινήσει σώζοντας κατ’ αρχάς τον εαυτό του. Αυτό που με ενδιέφερε στον χαρακτήρα της ήταν να αποτυπώσω το σθένος της, την αποφασιστικότητα με την οποία αγωνίζεται για να επιβιώσει και να βοηθήσει τον αδερφό της να ζήσει και να τα καταφέρει μόνος του. Στη διάρκεια αυτού του αγώνα, της τυχαίνει ακόμα και να οργιστεί, είναι όμως ικανή να βιώσει και μια μεγάλη τρυφερότητα.

– Πέρα από τη δύναμη της ιστορίας του βιβλίου, αναδύεται και μια σοβαρή αλληγορία για τον «πεθαμένο» κόσμο των μεγάλων, με τις τεράστιες αυταπάτες τους. Ποια είναι τα όπλα μας για να επιβιώσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο; Τι είδους βοήθεια μας παρέχει σ’ αυτή τη «μάχη» η λογοτεχνία;

– Η λογοτεχνία μάς δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε έναν διαφορετικό κόσμο, να επαναπροσδιορίσουμε αυτόν στον οποίο ζούμε και να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη μας σε ό,τι μπορούμε να κάνουμε στον πραγματικό κόσμο.

– Πώς φαντάζεστε ότι συνεχίζει το ταξίδι της στον κόσμο η Αννα;

– Προτιμώ να φαντάζονται οι αναγνώστες μου πώς συνεχίζει το ταξίδι της. Εμένα με ενδιέφερε να αφηγηθώ την πορεία της προς την ωριμότητα, τις διάφορες φάσεις της ζωής που διανύει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, μέχρι την τελική συνειδητοποίηση, ότι δηλαδή το να μένουμε ενωμένοι απέναντι σε ένα αβέβαιο μέλλον είναι πιο σημαντικό από οτιδήποτε, ακόμα και από τη εβεβαιότητα ότι θα σωθούμε.

«Η συγγραφή είναι ένα καταφύγιο»

– Ποιες είναι οι λογοτεχνικές επιδράσεις στο έργο σας;

– Είμαι «παμφάγος» αναγνώστης και τα βιβλία που με έχουν επηρεάσει είναι πάρα πολλά. Στην περίπτωση της «Aννας» συγκεκριμένα, τα βιβλία της δυστοπικής και μετα-αποκαλυπτικής λογοτεχνίας αναμφίβολα επηρέασαν τη φαντασία μου: από τον «Aρχοντα των μυγών» του Γκόλντινγκ μέχρι τον «Δρόμο» του Μακάρθι. Oμως το μυθιστόρημα αυτού του είδους που αγάπησα περισσότερο απ’ όλα ήταν το «Ζωντανός θρύλος» του Ρίτσαρντ Μάθεσον.

– Τι είδους καταφύγιο –ή καμιά φορά και φυλακή– είναι η συγγραφή για εσάς;

– Η συγγραφή είναι το δίχως άλλο ένα καταφύγιο και όχι φυλακή. Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι μη τυχόν χάσω την επαφή μου με την πραγματικότητα και άρα να μην μπορώ να την αφηγηθώ.

«Και από κει βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα»

«Και από κει βγήκαμε να ξαναδούμε τ’ άστρα»

Σάββατο του Λαζάρου. Σε ένα βιομηχανικό χώρο στο Μοσχάτο. Αδειος, γκρίζος, ουδέτερος. Μόνο το φως εισβάλλει και αρχίζει να στήνει το σκηνικό: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Αυτά τα διατρέχουμε μαζί με τους ηθοποιούς. Σε άσπρο και μαύρο, πάνω στον άχρωμο καμβά. Εκείνοι σε πατίνια στο υποτυπώδες σκηνικό της πρόβας, εμείς στο αδιαχώριστο παρασκήνιο: ένα τραπέζι με τα υπάρχοντα των συντελεστών να υπενθυμίζει την πραγματική ζωή κι ένα βάζο με κλωνάρια από ανθισμένες κουτσουπιές από την άνοιξη που βράζει και μας φέρνει στο πέρασμα, το Πάσχα, που κυοφορείται και διανοίγεται μέσα στον καθένα.

Ο Δάντης ξεπροβάλλει από τη μεσαιωνική του αχλύ, ανοίγοντας τον φεγγίτη προς την Αναγέννηση, διαπερνά τους αιώνες κι έρχεται μπροστά σου να σου θέσει τα ερωτήματα. Τι ’ναι ζωή, τι μη ζωή και τι τ’ ανάμεσό τους. Αυτή τη φορά, με την κουστωδία των υποκριτών να στροβιλίζεται με ροδάκια εμπρός σου. Η τεχνολογία στην υπηρεσία της ενέργειας και κυρίως της ποίησης. Ενα απροσπέλαστο κείμενο για το ευρύ κοινό, η «Θεία Κωμωδία» λίγο πριν ανέβει στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.

Η σκηνοθέτης Αργυρώ Χιώτη δίνει οδηγίες αθόρυβα σχεδόν ψιθυριστά, γνέφοντας και υποδεικνύοντας. Υπό το άγρυπνο βλέμμα φροντίδας του δραματουργού της παράστασης, του ποιητή και μεταφραστή Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου, δημιουργού του έργου «Σύσσημον ή Τα κεφάλαια». Η ορχήστρα κουρδίζεται –και κυριολεκτικά, αφού επί σκηνής παίζει ζωντανά ένα κουαρτέτο εγχόρδων– και η ομάδα των Vasistas από 22 Απριλίου έως 7 Μαΐου «ρολάρει» πάνω και μέσα από τις λέξεις του Δάντη, του Εντγκαρ Λι Μάστερς, του Εζρα Πάουντ, τις μουσικές του Φίλιπ Γκλας και του Στιβ Ράιχ.

Ο διάλογος

Ο ήρωας καταβυθίζεται μόνος ζωντανός στο μελαγχολικό ταξίδι του. Συναντά τον Ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο, ας πούμε τη δική του σκιά, και αρχίζουν ένα διάλογο με τα πεθαμένα όνειρά τους, τις προσδοκίες, τις χαρές, τις χαμένες ή κερδισμένες μάχες τους, τις λύπες, εντέλει όλα εκείνα που συνιστούν την κόλαση και τον παράδεισο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Ενα διάλογο διακειμενικό και διαχρονικό, μια μεφιστοφελική διαπραγμάτευση υπαρξιακής ενηλικίωσης: ποιο είναι το κόστος για ό,τι αποκτάς, γίνεσαι, αφήνεις πίσω σου. Θυμίζει παράλληλο προσωπικό μονόλογο, ένα tango μισό, παράλυτο που ψάχνει ταίρι για να στηριχτεί. Το άλλο μισό πρέπει να το βρει και να το συμπληρώσει ο θεατής.

Η παράσταση χειμαρρώδης, μελετημένη υπερπλούσια, είναι ένας στροβιλισμός ποιητικών ροών. Πρέπει να σταθείς ακίνητος, αλλά όχι αμετακίνητος μέσα σου, να καταφέρεις να καταλαγιάσουν τα κύματα που σου ξυπνάει, προκειμένου να κατασταλάξουν τα λόγια, να φιλτράρεις τα δικά σου ωφέλιμα, να αφεθείς στην κίνηση και τη δίνη που συνεπαίρνει και να βγεις απ’ αυτό το παιχνίδι φρέσκος, καινούργιος και λίγο πιο έτοιμος να βλέπεις τη ζωή σου και κυρίως να τη ζεις.

Η Βεατρίκη, η αγαπημένη του ποιητή, θα αναδυθεί· το νόημα της αγάπης, της ζωής, της αλήθειας ζητάει δικαίωση. «Σιωπηλοί και μόνοι κι ασυντρόφευτοι πηγαίναμε, ο ένας μπροστά κι ο άλλος ξοπίσω, όπως πηγαίνουν οι καλόγεροι σε δρόμο». Η σκηνική δημιουργία και δράση –ακόμη και οι ήχοι από τα πατίνια πατούν πάνω σε αρμονικές γραμμές– σε βάζει στο κείμενο, σε μυεί στο σκηνοθετικό, δραματουργικό όραμα και στην πορεία σε ξαναβγάζει έξω στο δικό σου απόσταγμα, καταστάλαγμα. Δίνει μια ελευθερία που προσιδιάζει σε αυτή της λογοτεχνίας, μόνο που το επιτυγχάνει με έναν άλλον ιδιότυπο τρόπο, που μοιάζει με χοροθέατρο, αλλά τελικά είναι κάτι άλλο, δικό του. Μια performance που επιτρέπει στην ποίηση και στις λέξεις να κινηθούν, να πλανηθούν στον χώρο και στον άχρονο χρόνο, χάρη στην ταχύτητα και στο πάγωμά της.

Η ομάδα Vasistas –που στα γαλλικά σημαίνει φεγγίτης– πραγματικά στηρίζοντας ο ένας τον άλλον υποδειγματικά πάνω στη σκηνή, χωρίς να χάνουν τη μοναδικότητα και την προσωπικότητά τους, σκαρφαλώνουν, φτάνουν στον φεγγίτη και τον ανοίγουν για να δούμε το φως, όποιο φέρει ο καθένας και είναι σε θέση να αναγνωρίσει εντέλει. Μια ξεχωριστή αισθητική εμπειρία, που ο καθένας μπορεί να νοηματοδοτήσει για τον εαυτό του.

​​«Θεία Κωμωδία» από την Αργυρώ Χιώτη και την ομάδα Vasistas. Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, Κεντρική Σκηνή, 22 Απριλίου – 7 Μαΐου 2017, 8.30 μ.μ.

Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Ευθύμης Θέου, Ελένη Βεργέτη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Αντώνης Αντωνόπουλος, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ματίνα Περγιουδάκη και Γιάννης Κλίνης.

Κουαρτέτο εγχόρδων: Αλέξης Καραϊσκάκης Νάστος (τσέλο), Φαίδων Μηλιάδης / Μιγκέν Σελμάνι (πρώτο βιολί), Αγγελική Κασδά (δεύτερο βιολί), Γιάννης Ρωμανός / Ηλίας Λιβιεράτος (βιόλα).

Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι

«Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι»

ΖΑΚ ΕΜΠΡΑΧΙΜ & ΤΖΕΦ ΤΖΑΪΛΣ
Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗ
μτφρ.: Πηνελόπη Τριαδά
εκδ. Key Books
σελ. 112

«Ενσυναίσθηση, ειρήνη, μη βία – μπορεί να μοιάζουν ακατάλληλα εργαλεία στον κόσμο της τρομοκρατίας που ο πατέρας μου βοήθησε να δημιουργηθεί», πόσο θάρρος θέλει για να αρθρώσεις αυτές τις λέξεις δημοσίως. Ιδίως σε μια ομιλία TED. Και να πεις ποιος είσαι, ενώ κρυβόσουν μια ζωή, άλλαζες τόπους και ταυτότητες για να μη μάθουν οι άλλοι τη δυσβάσταχτή σου αλήθεια.

«Ο γιος του τρομοκράτη» ονομάζεται το βιβλίο του Ζακ Εμπραχίμ που έχει γράψει μαζί με τον δημοσιογράφο Τζεφ Τζάιλς και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Key Books», σε μετάφραση της Πηνελόπης Τριαδά. Ο επεξηγηματικός υπότιτλός του «Η αληθινή ιστορία μιας επιλογής», είναι εκεί για να τονίζει όχι μόνο τις φονικές επιλογές του πατέρα του Εμπραχίμ, αλλά κυρίως την επιλογή τη δική του να απεμπλακεί από τον κύκλο του μίσους, του αίματος, του φόβου, της φρίκης. Και για να θυμίζει σε όλους ότι υπάρχει η πιθανότητα της επιλογής.

Είσαι μικρούλης, λοιπόν, εφτά χρονών, έχεις γεννηθεί το 1983, ζεις στον κόσμο εκείνο που είναι όλα πλασμένα από το υλικό της παιδικότητάς σου και ξαφνικά το οικοδόμημα γκρεμίζεται. Ο αγαπημένος σου πατέρας, εκείνος που θα γίνει στη συνέχεια το τεράστιο τραύμα εντός σου κι εκτός σου, εκείνος που δεν θα του μιλήσεις πάλι μετά τα 18 σου χρόνια, πυροβολεί και σκοτώνει στις 5 Νοεμβρίου του 1990 τον αρχηγό του Συνδέσμου Εβραϊκής Αμυνας. Το δράμα για την οικογένεια του θύματος έχει ξεκινήσει, αλλά υπάρχουν και τα άλλα αφανή θύματα, τα μέλη της οικογένειας του τρομοκράτη. Η βία μόλις εκδηλωθεί, σκάει στα χέρια όλων κι έχει μόνο ηττημένους και πληγωμένους. Εκτός κι αν κάποιος, όπως αυτός ο μικρούλης γιος του τρομοκράτη, αναλάβει να πάρει μια θεμελιώδη απόφαση: να μετουσιώσει, όσο γίνεται, αυτό το κακό που βιώνει σε μια μεγάλη φωτεινή λεωφόρο αγάπης και ανθρωπιάς. Πρώτα για να αντέξει ο ίδιος τα δεινά της ζωής του, από τη μεγάλη εσωτερική πληγή, μέχρι τον σχολικό εκφοβισμό και τον μεγάλο κυρίαρχο φόβο της βίας και του κυνηγητού και στη συνέχεια για να δώσει ένα νόημα στον δικό του δρόμο, κάνοντας μια ισχυρά πάμφωτη επιλογή έναντι του σκοταδιού και του θανάτου που σκόρπισε η πατρική φιγούρα.

Είχε να διαλέξει το όνομα του πατέρα του από τη μία που αναφερόταν θριαμβευτικά σε διάγγελμα του Μπιν Λάντεν και από την άλλη τα λόγια του Γκάντι: «Ο άνθρωπος είναι προϊόν των σκέψεών του. Γίνεται αυτό που σκέφτεται», που είχε μιλήσει και για τον κόσμο που θα ερχόταν. Ο Ελ-Σέιντ Νοσέρ, ο πατέρας του μικρούλη Ζι, όσο ήταν στη φυλακή εκτίοντας την ποινή για τη δολοφονία που είχε διαπράξει, συνέχισε την καταστροφική τρομοκρατική του δράση. Βοήθησε, ακόμη και έγκλειστος, στον σχεδιασμό του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993. Οπως γράφει χαρακτηριστικά ο Εμπραχίμ, με το να μην έχει καμία επαφή πια με τον πατέρα του, απέφυγε να γίνει αποδέκτης των βέβαιων πανηγυρισμών του Νοσέρ, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Τότε που η Αμερική βυθιζόταν στο πένθος, η καρδιά του συγγραφέα πια ράγιζε και όλο δυνάμωνε μέσα του η απόφαση, η επιλογή να κάνει ό,τι μπορεί για τη διάδοση της ειρήνης και της ανεκτικότητας. Ως παιδί, μετακόμισε πάνω από είκοσι φορές με τη μητέρα του και ό,τι απέμεινε από την οικογένειά του για να μπορέσει να επιβιώσει.

Η μητέρα του, μια Αμερικανίδα που είχε ασπαστεί το Ισλάμ και η αγάπη της αυτή για τη θρησκεία στάθηκε το συνδετικό στοιχείο με τον Νοσέρ. Τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε όταν εκείνος ήταν ένας γλυκός και μειλίχιος άντρας. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Η κραυγή της, η κούραση μιας γυναίκας με μαντίλα που τα έχασε όλα, πλην της αγάπης που διακηρύττει πια ο γιος της. Εζησε στο πετσί της τη μισαλλοδοξία και τον φόβο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Εμπραχίμ πώς η ίδια της η μητέρα δεν την αποδεχόταν για τη θρησκευτική της επιλογή και που πια, όταν έπαθε γεροντική άνοια, το είχε πια ξεχάσει, μαζί με τη συνήθεια του καπνίσματος.

Για να επανέλθουμε στα λόγια του Γκάντι, «ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων», ταιριάζει πια μ’ αυτό που διάλεξε να γίνει, όχι εύκολα και σίγουρα, όχι χωρίς τίμημα και κόστος, ο Ζακ Εμπραχίμ. Μια αφήγηση κόστους, αυτό που συνήθως είναι η γενναιότητα.

Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις

«Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις»

Είναι μια μάγισσα της γραφής. Ο μύθος της ενισχύεται όσο περνάει ο καιρός. Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920 – 1977) ακούγεται πια δίπλα δίπλα με τον Τζόις, τον Μπόρχες και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το έργο της «Η ώρα του αστεριού» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το πρώτο μέρος του βιβλίου σε πιάνει από το λαιμό, δεν σ’ αφήνει να ανασάνεις και σου κλέβει για πάντα την καρδιά. Ποια είναι αυτή που τολμά να γράφει έτσι; Ιδίως στην εποχή της; Στη βιτρίνα, η καλογυαλισμένη σύζυγος διπλωμάτη, στα ενδότερα μια σκαπανέας της γραφής.

«Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά». Εκείνη που ξέρει πώς είναι «το βλέμμα ανθρώπου με πληγωμένο φτερό», εκείνη που αναρωτιέται «πόσο ζυγίζει το φως», εκείνη που αποφαίνεται ότι «κανείς δεν μπορεί να μπει στην καρδιά κανενός», χρησιμοποιώντας τον άντρα αφηγητή της ιστορίας της.

Μεταφυσική, αλλά και υπεργειωμένη, με γραφίδα πότε γυαλιστερό νυστέρι και πότε φτερό κύκνου, έχει γράψει «μαγικό» μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, πριν ακόμα και από το μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Υπήρξε πριν την εποχή της, γι’ αυτό διαβάζεται και ως πιο σημερινή από τους σημερινούς. «Το να σκέφτεσαι είναι πράξη. Το να αισθάνεσαι είναι γεγονός… Θεός είναι ο κόσμος. Η αλήθεια είναι πάντα μια εσωτερική και ανεξήγητη επαφή. Η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να τη σημαίνει… Η κίνηση είναι πνεύμα… Ενας τρόπος να αποκτάς είναι μη γυρεύεις, ένας τρόπος να έχεις είναι να μη ζητάς και μόνο να πιστεύεις πως η σιωπή που, το πιστεύω, υπάρχει μέσα μου είναι απάντηση στο δικό μου – το δικό μου μυστήριο».

Μιλώντας με τον μεταφραστή και βιογράφο της Benjamin Moser, επιβεβαιώθηκε απλώς η λατρεία στο αμφιλεγόμενο πρόσωπό της και η γητεία που πετυχαίνει με όποιον τη νιώσει συγγενή του.

– Πώς αποφασίσατε να μεταφράσετε την Κλαρίσε Λισπέκτορ και φυσικά να γίνετε ο βιογράφος της;

– «Συνάντησα» την Κλαρίσε στο Πανεπιστήμιο στην Αμερική, όταν σπούδαζα πορτογαλικά. Κατά λάθος έγινε αυτό: ήθελα να μάθω κινέζικα, αλλά μετά από μια αλληλουχία γεγονότων κατέληξα να κάνω πορτογαλικά. Μετά από ένα χρόνο περίπου, αρχίσαμε να μελετούμε μικρά έργα από τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και συγκλονίστηκα από την «Ωρα του αστεριού». Χαίρομαι που μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ηταν το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα για κείνη. Αλλά η εξαίσια συμφωνική εισαγωγή της –η αφιέρωση στους μουσικούς που πλούτισαν τη ζωή της– ήταν τόσο όμορφη που αμέσως την ερωτεύτηκα. Κι όταν ερωτεύεσαι κάποιον, θέλεις να μάθεις γι’ αυτόν. Πού μεγάλωσε; Ποια ήταν η οικογένειά του; Τι βιβλία διάβασε; Και αυτή η περιέργεια μεγάλωνε και μεγάλωνε, μέχρι που έγινε η βιογραφία της κι ύστερα όλη η έκδοση στα αγγλικά του συνολικού της έργου. Ηταν μεγάλη τιμή για μένα να βλέπω ότι η δουλειά μου την οδήγησε σε μια θέση τόσο ξεχωριστή στην αγγλική γλώσσα –ήταν η πρώτη συγγραφέας από τη Βραζιλία που βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο του New York Times Book Review – και να την παρακολουθώ να διαβάζεται σε όλο τον κόσμο και τώρα στην Ελλάδα.

– Ποια στοιχεία του βίου και του έργου της θεωρείτε εσείς τα πιο αξιοπρόσεκτα;

– Το απίστευτο με τη ζωή της είναι ότι ήταν ένα μωρό Εβραίων προσφύγων από το χειρότερο μέρος στον κόσμο εκείνη την εποχή, την Ουκρανία μετά τον Α΄ Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέρος μαζικής πείνας και τρομακτικών θρησκευτικών διώξεων. Από ένα θαύμα, οι γονείς της κατάφεραν να την πάρουν στη Βραζιλία. Εκεί, μεγάλωσε, έγινε μια όμορφη νέα γυναίκα κι ύστερα εξελίχθηκε σ’ αυτή την εξαιρετική μορφή που λατρεύτηκε στη Βραζιλία σαν αγία. (Εάν νομίζετε ότι υπερβάλλω, δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το μνημείο της στο Ρίο ντε Τζανέιρο που είναι ένας τόπος προσκυνήματος για τους αναγνώστες της από ολόκληρο τον πλανήτη.) Πώς αυτό το κορίτσι έγινε αυτή που έγινε; Είναι ένα μυστήριο που τυλίγει κάθε εξαιρετικό καλλιτέχνη. Δεν είμαι όμως ο μόνος που αισθάνεται αυτή τη σχεδόν θρησκευτική γοητεία. Είναι δύσκολο να εξηγήσω γιατί η γραφή της είναι τόσο υπέροχη, αλλά γι’ αυτούς που το αισθάνονται, είναι από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής τους. Κι εμένα μου συνέβη στη ζωή μου.

– Τι αγαπάτε περισσότερο στην προσωπικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ αλλά και στο έργο της;

– Μου αρέσει η αίσθηση ότι μιλάει σε μένα απευθείας, ότι με ξέρει πολύ καλύτερα από μένα τον ίδιο. Εχω κλείσει τα σαράντα, οπότε τη διαβάζω εδώ και είκοσι χρόνια, περισσότερο από το μισό της ζωής μου. Και ενθουσιάζομαι από το πόσο τα όσα πιστεύω για τον κόσμο, για την αγάπη, για τη ζωή, για τον θάνατο και τον Θεό, προέρχονται από την Κλαρίς. Νιώθω στοιχειωμένος απ’ αυτήν, αλλά με έναν τρόπο που σε στοιχειώνουν οι άνθρωποι που πραγματικά έχεις αγαπήσει, όπως η γιαγιά μου· άνθρωποι που με βοήθησαν να κατανοήσω το πώς να ζω. Στη Βραζιλία –αλλά και παγκοσμίως– είναι γνωστή με το μικρό της όνομα κι αυτό γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι νιώθουν για κείνη το ίδιο.

– Τι αισθάνεστε να σας συνδέει με τη λογοτεχνία της;

– Πέρα από τη συναισθηματική εγγύτητα, υπάρχει μια διανοητική σύνδεση με τη γραφή της που ποτέ δεν παύει να με συναρπάζει. Για να τη μεταφράσω είχα να καταλάβω πόσο περίεργα είναι τα πορτογαλικά της, πόσο ούτε μια απλή πρότασή της δεν είναι διατυπωμένη με «κανονικό» τρόπο. Σε κάνει να σκέφτεσαι για κάθε λέξη που αρθρώνεις. Και το να τη μεταφράσεις είναι πολύ δύσκολο γιατί συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι να μην λες το οτιδήποτε «φυσιολογικά», «κανονικά». Προσπαθείς να το απαλύνεις, προσπαθείς να το κάνεις να ακουστεί πιο φυσικό και καταλήγεις να θαυμάζεις ένα πρόσωπο που κατάφερε να αντισταθεί σε κάθε συμβατικότητα τόσο άγρια, όπως εκείνη. Είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο αυτό γιατί, επί πολλά χρόνια, ήταν μια καθωσπρέπει σύζυγος διπλωμάτη, μια πανέμορφη ξανθιά γυναίκα που καθόταν απλώς και χαμογελούσε. Και κάτω από όλη αυτή την επιφάνεια υπήρχε μια ατσάλινη αντίσταση σε κάθε σύμβαση, μια μαχητής, μια επαναστάτρια.

​​Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μάριου Χατζηπροκοπίου, το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ «Η ώρα του αστεριού».

Ταξίδι προς τη γνώση με παιχνίδι και κέφι…

«Ταξίδι προς τη γνώση με παιχνίδι και κέφι»

Με ινδική μουσική ως υπόκρουση, μαθητές της Γ΄ ή της Δ΄ Δημοτικού, αντίστοιχα, σε διάταξη μικρού τρένου μπαίνουν στο εργαστήριο της Σχολής Χιλλ στο κέντρο της Αθήνας. Εφοδιασμένοι με τα υλικά τους για να γνωρίσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει –και άρα τον εαυτόν τους– μέσα από τα κάτοπτρα της επιστήμης. Εν προκειμένω, της Φυσικής. Ενα κουτάκι γάλα, ένα πλαστικό άδειο μπουκάλι, ένα χαρτί, μαρκαδόροι, μία μπαταρία, ένα κινητηράκι που μπορεί να έχει αφαιρεθεί από ένα αποσυναρμολογημένο παλιό παιχνίδι, ένας φακός, καλώδια, λαμπάκια.

Τα πιτσιρίκια ανασκουμπώνονται και εκπαιδευμένα από τη δασκάλα τους Φυσικό, κ. Τίνα Νάντσου, να αναζητούν λύσεις, να επιχειρούν μόνα τους και να θέτουν ερωτήσεις, ξεκινούν την περιπέτεια του ταξιδιού προς τη γνώση. Αφοσιωμένα εργάζονται και μαθαίνουν να δουλεύουν βοηθώντας τον διπλανό τους, ενώ γύρω τους ένας ηλιακός φούρνος αναπαύεται και περιμένει να τον τελειοποιήσουν, πλανήτες αυτοσχέδιοι κρέμονται στο σύμπαν που ξεκουράζεται σε ένα ράφι, ένα μοντέλο πειράματος του CERN τα παρατηρεί από ψηλά. Η παιδική μαγεία είναι εδώ, όσο η επιστήμη δουλεύει υπόγεια εντός τους. «Πειράματα Φυσικής με απλά υλικά» διδάσκονται παίζοντας και διασκεδάζοντας. Πιο πέρα μια συσκευή, αποτέλεσμα πειράματος παλιότερου μαθητή, εξηγεί την ύλη και την αντι-ύλη, με ένα κύκλωμα που αναβοσβήνει, τη φωτογραφία του ίδιου του μικρού ως εαυτού και αντι-εαυτού που όταν αυτοί οι δύο συναντιούνται, τότε παράγεται φως. Ο Γιουνγκ θα χαμογελούσε με μια τέτοια διατύπωση, ιδίως άμα άκουγε τον ορισμό του βραχυκυκλώματος. Αλλωστε, παραδίπλα βλέπεις ένα φορητό «Bing Bang», που όποιος θέλει μπορεί να κατασκευάσει και να πάρει στο σπίτι του…

Επιφωνήματα του τύπου «αριστούργημα», «είναι τέλειο», ακολουθούν τη δραστηριότητα του «Κύκλου περιβάλλοντος», όπου με ένα φακό, λίγο νερό και ένα διάφανο ποτήρι, τα παιδιά μελετούν το φως, το φάσμα του, την ατμόσφαιρα, το γιατί ο ουρανός είναι μπλε και το ηλιοβασίλεμα κόκκινο.

Η πρόσκληση να παρακολουθήσουμε το εργαστήριο των πειραμάτων αφορούσε τις πολλαπλές δραστηριότητες της δασκάλας τους που διατηρεί και ομώνυμο ιστολόγιο (http://tinanantsou.blogspot.gr) και η οποία έχει την παιδαγωγική επιμέλεια στην εκπαιδευτική πρωτοβουλία, «Playing with Protons» (http://playingwithprotons.web.cern.ch), στο πλαίσιο των δράσεων του πειράματος CMS του CERN. Η τεχνολογία, η καινοτομία και η επιστήμη είναι διαθέσιμες στα δάχτυλα πια των δραστήριων εκπαιδευτικών αλλά και των παιδιών που έχουν την τύχη να λαμβάνουν κίνητρα και ερεθίσματα να έρθουν κοντά τους και να αγαπήσουν την έρευνα, την αναζήτηση, τη δημιουργία. Ηδη, στο πλαίσιο του παραπάνω προγράμματος, δέκα υποτροφίες δόθηκαν σε εκπαιδευτικούς και δημόσιων σχολείων από την Ελευσίνα, τη Χίο, τη Ραφήνα, τα Σπάτα, την Ελευσίνα, την Κρήτη, τη Θεσσαλονίκη, τη Σαντορίνη προκειμένου να διαχυθεί αυτή η προσπάθεια γνώσης και πειραματισμού για τα παιδιά, ενώ μια βόλτα στο Διαδίκτυο σε κάνει να εκπλήσσεσαι για το πόσο κάτι που πριν από χρόνια θα φάνταζε τόσο μακρινό και άπιαστο στα μάτια μας, όπως το CERN, έχει έρθει τόσο κοντά στα παιδιά της Ελλάδας και της Ευρώπης, με προγράμματα, επισκέψεις και πολλές πρωτοβουλίες διάδοσης των οραμάτων της επιστήμης.

Έντυπη

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

Με ομιχλώδες πιο πολύ από ποτέ το διεθνές περιβάλλον, ύστερα από την εκλογή Τραμπ, επαναλαμβάνεται ένα ψυχολογικό μοτίβο που στη σύγχρονη τέχνη και λογοτεχνία κατέχει εξέχουσα θέση. Η δυστοπία, με την έννοια όμως μιας οδυσσεϊκής περιπλάνησης, διόλου ονειρικής. Ενας άνθρωπος μόνος του προσπαθεί να επιβιώσει, τέτοιο είναι το ταξίδι του, μια μάχη με το εσωτερικό του σκοτάδι, μα κυρίως με τη ρημαγμένη γύρω του γη. Την αντικειμενικά καμένη χώρα. Την αποσύνθεση του γνωστού μας μέχρι πρότινος κόσμου, που μπορεί και να πεθαίνει σαν πλανήτης. Μα, κυρίως, ο εφιαλτικός φόβος μας γι’ αυτό. Αν και την ανθρωπινότητά μας, την ανθρωπιά μας, τη διασφαλίζει το γεγονός ότι μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα παρατηρητές των γεγονότων, της Ιστορίας, έτσι ο παρατηρητής, εκτός από παρατηρούμενος, μπορεί να αλλάξει θέση και να παρέμβει στα τεκταινόμενα.

Χωρίς να ξέρουμε ακόμη πώς θα εκπληρωθούν οι προθέσεις της διακυβέρνησης Τραμπ τόσο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής όσο και σε ενεργειακά και οικονομικά ζητήματα που αναμένεται να καθορίσουν και τις εξελίξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη –ύστερα κι από οκτώ χρόνια χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και τις έπληξαν δραματικά, με εκατομμύρια άνεργους και άστεγους πολίτες και με τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών, προσφυγικού κύματος, που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία προς την ευρωπαϊκή ήπειρο–, ήδη έχουν απλώσει τη βαριά σκιά τους οι φόβοι για την οπισθοδρόμηση σε θέματα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκοσμίως. Το κλίμα δυσαρέσκειας στο φιλελεύθερο κομμάτι του κόσμου αποκτά διαστάσεις ζόφου, όταν προστίθενται σε αυτό οι πανηγυρισμοί από τη μερίδα εκείνων που επιχαίρουν και τυγχάνει να είναι υπέρ της οπλοχρησίας, των ρατσιστικών διακρίσεων, φιλοφασιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Το ντόμινο ελλοχεύει.

Την ατμόσφαιρα αυτή, οι συγγραφείς και οι ποιητές και οι σκηνοθέτες, την ξέρουν καλά, τη μελετούν πιο διαισθητικά από όλους –ιδίως όταν ο ορθολογισμός μας φτάσει σε αδιέξοδο και μας προδίδει– και μπορούν να την αποδώσουν σε πολλαπλές διαστάσεις. Αδιάφορο εάν αποτυπώνει τον εσωτερικό τους κόσμο ή, εντέλει, εάν αρχίζει να αποτελεί προάγγελο ενός συλλογικού ασυνείδητου που εκπληρώνεται μπροστά στα έκπληκτα(;) μάτια μας. Μόνο που πια δεν είναι κινηματογραφική ταινία, υποκριτική ερμηνεία και μυθιστορηματική πραγματικότητα. Είναι όλο και πιο κοντά στη ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής μας. Με μία σταθερά: ότι όλα συνεχώς αλλάζουν και το παρόν εμπεριέχει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον σε μια διαδοχή που είναι ίσως το μόνο ανακουφιστικά ίδιο μοτίβο επανάληψης, το πώς δηλαδή προσλαμβάνουμε τον κόσμο μας στον καιρό μας, ακόμη κι αν φοβόμαστε τόσο πολύ.

Το αγωνιώδες παραλήρημα του συνταγματάρχη Κουρτς στο «Αποκάλυψη τώρα» (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα –ανασκευασμένο το «Στην καρδιά του σκότους» (1899) του Τζόζεφ Κόνραντ–, στην ουσία «Οι κούφιοι άνθρωποι» (1925) του Τ.Σ. Ελιοτ. Ο Ελιοτ βεβαίως, ο οποίος έκρυψε μέσα στα υποστρώματα της ποίησής του από τα πρώτα γνωστά μας έπη, χαμένα χιλιάδες χρόνια πίσω από εμάς, τα θρησκευτικά κείμενα και τις φιλοσοφικές παραδόσεις όλης της ανθρωπότητας, μέχρι τον πιο κοντινό Δάντη, τον Σαίξπηρ, αλλά και δύο παγκοσμίους πολέμους του 20ού αιώνα.

Δύο πεζογράφοι, δύο συμβολισμοί

Δύο πολύ σπουδαίοι, όμως, συγκαιρινοί μας πεζογράφοι έχουν αναπαραστήσει αυτή την απονενοημένη διαδρομή μέσα από το κακό, με τον πιο αποφασιστικά απτό τρόπο. Η ιστορία του καθενός είναι αυτόνομα δυνατή, αλλά οι αναπόφευκτοι συμβολισμοί δεν μπορούν να μην καίνε με την επικαιρότητά τους.

Ο J. M. Coetzee, βραβευμένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003, το 1983 είχε λάβει το Booker για το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2004, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου). Ενα βιβλίο με κεντρικό ήρωα έναν άνθρωπο, με ορατή τη διαφορετικότητά του, που περνάει ανάμεσα από όλα τα στρατόπεδα και επιχειρεί να δραπετεύσει, να γλιτώσει από παντός είδους συρματοπλέγματα και διακρίσεις. Το μόνο που ζητάει είναι η ελευθερία του να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. «Τι κρίμα που το να ζεις σε καιρούς σαν κι αυτόν προϋποθέτει να είσαι προετοιμασμένος να ζήσεις σαν το ζώο. Ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει δεν μπορεί να ζήσει σε σπίτι με φωτισμένα παράθυρα. Πρέπει να ζήσει μέσα σε μια τρύπα και τη μέρα να κρύβεται. Πρέπει να ζει έτσι ώστε να μην αφήνει το παραμικρό ίχνος της ζωής του. Εδώ έχουμε φτάσει».

Και ύστερα ο περιβόητος «Δρόμος», που βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ) του Κόρμακ Μακ Κάρθι. Εδώ ο ήρωας δεν κουβαλά στην πλάτη του την ανήμπορη μητέρα του, όπως ο Μάικλ Κ, τη ρίζα του παρελθόντος, αλλά τον μικρό του γιο. Θέλει να προστατέψει το μέλλον, το παιδί.

Διασχίζει τον καμένο τόπο, την ερειπωμένη χώρα του με σκοπό να φτάσει στη θάλασσα, στο νερό, στη ζωή, γιατί όχι στην πεμπτουσία της. «Χάρτες και λαβύρινθοι. Για έναν τόπο που δεν επιστρέφει και δεν επανορθώνεται. Που ποτέ δεν θα γίνει όπως πριν».

Και η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν πενθήσουμε για ό,τι χάνεται, όσο κι αν φοβηθούμε την αλλαγή, δεν θα την αποφύγουμε και η μόνη μας διέξοδος είναι το πέρασμα παρακάτω, που δεν κρύβει ούτε δυστοπίες ούτε παραδείσους. Μόνο ένα άνοιγμα κι ένα βήμα όπου εκεί δεν υπάρχει ούτε φως ούτε σκοτάδι, μόνο κίνηση.

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ

«Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ»

Εφυγε από την Ελλάδα στα 18 της για να πάει να μελετήσει ψυχολογία στην Αγγλία· μου αφηγείται πώς λιποθύμησε στο πρώτο ηλεκτροσόκ που αντίκρισε τότε μπροστά της. Βρέθηκε στην Αγγλία, στην Αφρική, στην Ελβετία, με αυτήν τη σειρά. Στην Αφρική παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Ανθρωπολογία, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ιστορίας της Μέσης Ανατολής.

Επέστρεψε στη βάση της, το Ρέθυμνο, και το 2010 ίδρυσε τις εκδόσεις Ισις –από την Ισιδα, θεά της αιγυπτιακής μυθολογίας– με σκοπό την προώθηση και την πρακτική κατανόηση του έργου του μεγάλου Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχολόγου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (1875-1961). H Αργυρώ Εμμανουήλ, με δύο μάστερ ψυχολογίας –απόφοιτος και η ίδια του Ινστιτούτου Γιουνγκ στη Ζυρίχη– τα τελευταία έξι χρόνια έχει να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο σύνολο ως προς την έκδοση του έργου του Γιουνγκ, των μαθητών του και άλλων αναλυτών της ίδιας σχολής.

Εχει να παρουσιάσει 25 βιβλία ακριβής έκδοσης και παραγωγής, πανόδετα, με προσεγμένη επιμέλεια και μετάφραση. Η ίδια κάνει τις μεταφράσεις και η Αμαλία Ζουμπουλάκη βρίσκεται πίσω από τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων. Η άλλη σοβαρή προσπάθεια που είχε γίνει για την έκδοση του Γιουνγκ στην Ελλάδα πάει πολύ πίσω στον χρόνο και την είχε κάνει η Σοφία Αντζακα, που διατηρούσε και προσωπική αλληλογραφία με τον Γιουνγκ. Ο εκδοτικός οίκος Ισις ειδικεύεται αποκλειστικά στα βιβλία του Γιουνγκ, της Marie-Louise von Franz, παλαιών και νέων αναλυτών της ίδιας σχολής, με θέματα που εκτείνονται από την ψυχολογική ανάλυση των συμβόλων, της μυθολογίας, των παραμυθιών, της λογοτεχνίας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας μέχρι τη σύγχρονη εμβάθυνση της γυναικείας και ανδρικής ψυχολογίας.

Το εγχείρημα της Αργυρώς Εμμανουήλ είναι κάτι παραπάνω από παράτολμο. Και μάλιστα είναι ασυνήθιστο και δύσκολο ένας εκδοτικός οίκος να επιβιώνει στην ελληνική περιφέρεια, κάνοντας τόσο αφοσιωμένο και εκλεπτυσμένο αισθητικά έργο. Η ίδια προσδιορίζεται ως Ελληνίδα της διασποράς που, επιστρέφοντας στην πατρίδα της, ήθελε κάτι να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε. Στην κουβέντα μαζί της, θυμήθηκε τα χρόνια που διάβαζε μικρή στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.

Απολαυστική συνομιλήτρια, σε αφήνει με μια γεύση ότι οσμίστηκες το τι σημαίνει κάποιος να αγωνίζεται να εκπληρώσει τον εαυτό του. «Θυμηθείτε ότι η ψυχολογία είναι η αρχαιολογία της ψυχής», μου είπε μέσα στα πολλά. «Δεν είναι ορθολογισμός πια αυτό που ζούμε, είναι υλισμός». Το ενδιαφέρον για το έργο του Γιουνγκ έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δοθεί ιδιαίτερη ώθηση στη μελέτη του μετά και την έκδοση του περίφημου «The Red Book» το 2010, 80 ολόκληρα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Μου τονίζει στη συνομιλία μας ότι ο ίδιος ο Γιουνγκ συνεχώς επισήμαινε ότι είναι ένας εμπειρικός επιστήμονας και από εκεί και πέρα το πεδίο ανήκει στις θρησκείες.

Από τις αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιουνγκ γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Πρόκειται για «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού – Σχόλια πάνω στα σύγχρονα γεγονότα» και αποτελεί ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μελέτες πάνω στην ψυχολογία του βάθους». Κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Ισις τα μνημειώδη έργα του: «Αναμνήσεις, όνειρα και στοχασμοί» (2015), «Ονειρα παιδιών» (2015), «Αιών» (2014), «Απάντηση στον Ιώβ» (2014), «Η αρχετυπική πορεία της εξατομίκευσης» (2013).

Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου βιβλίο των εκδόσεων Ισις ήταν πριν από δύο χρόνια περίπου. Αφορούσε παλαιότερη έκδοση του 2012, «Το μέσο πέρασμα – Από τη μιζέρια στο νόημα της μέσης ηλικίας» του James Hollis. Το μέσο πέρασμα δεν έχει να κάνει με την ηλικιακή ωρίμανση, αλλά με το σημείο της συνειδητότητας όπου βρίσκεται ο καθένας. Από τα τελετουργικά της μύησης για τη δύσκολη μετάβαση από την παρατεταμένη εφηβεία της πρώτης ενηλικίωσης μέχρι το δεύτερο κομμάτι της προσωπικής πορείας του καθενός που έρχεται αντιμέτωπος με το γήρας αλλά και με τον θάνατο.

Ενα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για την κατανόηση της σχέσης με τον εαυτό μας και το σώμα μας είναι και αυτό της Marion Woodman «Η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη – Παχυσαρκία, νευρική ανορεξία και καταπιεσμένη θηλυκότητα». Εργο που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές που βιώνουν οι γυναίκες σε σχέση με την εικόνα τους αλλά κυρίως με την ψυχή τους. Διερευνά διεξοδικά την έννοια της Μητέρας Γης και της Θηλυκής Αρχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα προβλήματα βάρους και οι διαταραχές θρέψης έχουν νόημα, είναι σκόπιμα συμπτώματα και όχι απλώς αποτελέσματα μιας κατάστασης.

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Το να λειτουργείς με το σώμα σε κάνει συμβατό με τη ζωή… Αυτή είναι η υγεία του χορού. Βάζει φρένο στο μυαλό. Το σώμα είναι η πράξη, το υγιές όριο…», αποκρυσταλλώνει κανείς φράσεις-κλειδιά από τη συνομιλία με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Καλαμάτας Κατερίνα Κασιούμη. Ανέλαβε καθήκοντα στο τέλος Φεβρουαρίου, μετά την ηχηρή παραίτηση της κ. Βίκυς Μαραγκοπούλου, επί 21 χρόνια στην ίδια θέση και με εγνωσμένο έργο.

Η ίδια, μιλώντας με μεγάλο σεβασμό για την προκάτοχό της, πέφτει στα βαθιά, αναγνωρίζοντας τη δυσκολία τού να αναλαμβάνεις κάτι που έχει φτάσει στην ακμή του. Ανήκει στη γενιά των χορογράφων που έχει προσκαλέσει για να παρουσιάσουν το έργο τους φέτος. Γνωρίζει εκ των έσω τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χορός στη χώρα, πρακτικά ζητήματα, επιβίωσης, υποδομής αλλά και σε επίπεδο ευκαιριών μόρφωσης, καλλιέργειας. Θέλησε να δώσει χώρο στους χορογράφους της Ελλάδας και οι συμμετέχουσες ομάδες καλύπτουν όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» Eλλήνων καλλιτεχνών, όπως λέει η ίδια. Το φεστιβάλ δεν θέλει να είναι κάτι «φορεμένο» στον κόσμο, αλλά να είναι μια γιορτή που να ζωντανεύει την πόλη. Αυτό είναι και το στοίχημα τον καιρό της κρίσης, να πειστεί και η τοπική κοινωνία των 40.000 να συμμετάσχει με την τρόπο της, να πλησιάσει τον χορό και να την πλησιάσει κι αυτός. Η κ. Κασιούμη κάνει λόγο για «εξωστρέφεια με ποιότητα, δεν πιστεύω ότι το καλό πράγμα το καταλαβαίνουν μόνο οι λίγοι, η ποιότητα έχει σημασία, κι αυτή δεν έχει να κάνει με το είδος που υπηρετείται κάθε φορά».

Βγαίνει μέσα από τα σπλάγχνα του χορού και η ίδια, όταν 13 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα, ζώντας μόνη, προκειμένου να σπουδάσει στην κρατική σχολή χορού. Πιστεύει ότι, με οργάνωση και ανοιχτό μυαλό, υπάρχει χώρος για όλους. Τονίζει ότι όσο πιο πολύ προχωράς μέσα στην καλλιέργεια της τέχνης τόσο βλέπεις ότι ο χορός είναι ένας. Γι’ αυτό και η πρόθεση για το φετινό φεστιβάλ είναι ο χορός να είναι για όλους και να επιχειρηθεί μια επανασύνδεση και επανατροφοδότηση από το παρελθόν ως μέσον να δει κανείς και να πάρει δύναμη για το μέλλον, μακριά από αρχαιολαγνεία, αλλά με γνώση του παρελθόντος. Μιλάει για προσοχή και επανεξέταση του τι είναι σύγχρονο και τι είναι διεθνές και ποια είναι η θέση του ελληνικού χορού σήμερα μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Οι ανατροπές γίνονται όταν τα πράγματα φτάνουν σε μια ωριμότητα, λέει. Το καλλιτεχνικό έργο βασίζεται στην ισορροπία των αντιθέσεων και της ροής, συστατικά της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Ο χορός έχει μια δύναμη από την κατασκευή του: μαθαίνεις να αγωνίζεσαι, να σέβεσαι και να ψάχνεις δημιουργικούς τρόπους να λύσεις προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα δείχνεις και την ομορφιά. Στόχος είναι να μπορούν να αντλήσουν έμπνευση από τον χορό και όσοι δεν έχουν ενασχόληση μαζί του. Πιστεύει άλλωστε και η ίδια στην ψυχική, πνευματική και σωματική ισορροπία, αρμονία που επιφυλάσσει ο χορός για τον καθένα μας.

Στάσεις σε έργα

Διατρέχοντας τον προγραμματισμό του φεστιβάλ κι επιχειρώντας μια εκ των προτέρων ανάγνωση, φαίνεται να ξεχωρίζει ως κοινός άξονας που διαπερνά τη φετινή προσπάθεια η ανάγκη να εκφραστεί η πλευρά εκείνη (ίσως θηλυκή, τολμώντας μια προσωπική θέαση) του κόσμου που έχει να κάνει με την έννοια της δημιουργίας, της ζωής, της αναπνοής της ίδιας (έργο «10.000 Litres» της Ευαγγελίας Κολύρα), αλλά και της πάλης μέσα στις συνθήκες («Στην άκρη του βατήρα», έργο της Ομάδας Αμάλγαμα και της Μαρίας Γοργία). Μιλώντας, μάλιστα, με τους καλλιτέχνες επαναλήφθηκε συχνά η φράση «τροφή και πνευματική θρέψη».

Η έννοια της σύνδεσης επίσης, της οικοδόμησης μιας γέφυρας ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μέσα από τις μουσικές του Μπαχ και του Χέντελ, προβάλλει έντονα με το έργο «LINKS» του Αντώνη Φωνιαδάκη, νέου διευθυντή του Μπαλέτου της ΕΛΣ, με το οποίο ανοίγει και το φεστιβάλ.

Ο ίδιος, έχοντας παρουσιάσει την πρώτη του χορογραφική δημιουργία το 2003 στον ίδιο θεσμό, δηλώνει την ικανοποίησή του για την έντονα ελληνική χροιά που έχει φέτος η διοργάνωση, με το σκεπτικό ότι είναι ευκαιρία αυτή τη στιγμή να δούμε τι υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας ως προς το πεδίο του χορού και να κάνουμε τον απολογισμό μας.

Συμμαθητής με την κ. Κασιούμη στην κρατική σχολή χορού, στην κουβέντα μας μαζί του, λέει ότι ζούμε σε εποχές που χρειάζεται μια υπέρβαση, να βλέπει κανείς πιο μεγαλεπήβολα, καμιά φορά μόνο και μόνο για να πετύχει το κανονικό. Το μουσικό ερέθισμα από το Μπαρόκ αποτελεί πρόκληση για τον ίδιο να οπτικοποιηθεί στο «LINKS» και, μέσα από το συναισθηματικό στοιχείο της μουσικής και την πολυπλοκότητα της σύνθεσης, εντέλει κάτι να αγγίξει τις χορδές του κοινού, ένα στοιχείο σαγήνης υψηλότερο από την προτίμηση, μια σύνδεση εσωτερική και, γιατί όχι, πνευματική.

Ο ίδιος πιστεύει στις χημικές αντιδράσεις, τις ανεξιχνίαστες αλληλεπιδράσεις που προκαλούν μέσα μας τα έργα τέχνης.

Ιδιότυπο «κρυφτό»

Επιχειρεί να ενώσει, να μιλήσει για τη σύνδεση όλων των στοιχείων της φύσης και το έργο «Drops of Peace», το οποίο προέκυψε μετά το πέρας του λίαν θεαματικού «Drops of Βreath» όπως μας αφηγείται η μία από τις τρεις δημιουργούς του –οι άλλες δύο είναι η Σοφί Μπουλμπουλιάν (Γαλλία) και η Λία Χαράκη (Κύπρος)–, η Αποστολία Παπαδαμάκη, για το «παιχνίδι», ένα ιδιότυπο «κρυφτό», που θα στηθεί στην είσοδο του Δημοτικού Πάρκου Σιδηροδρόμων της Καλαμάτας. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους και περικλείει τη συμμετοχή τους. Προέκυψε μετά την ολοκλήρωση του υποβρύχιου «Drops of Breath»· τότε που σταμάτησαν οι πρόβες κάτω από το νερό, οι χορευτές βγήκαν από το υγρό στοιχείο και ένιωθαν πια μια θλίψη. Είχαν ζήσει στη διάρκεια του ταξιδιού της υποβρύχιας παράστασης μια φυγή από το εγώ, ένα είδος διαλογισμού συμπαντικού κι ανθρώπινου, όπως καταθέτει παθιασμένα η κ. Παπαδαμάκη. Αυτή λοιπόν την αίσθηση του νερού, για την ακρίβεια τη μνήμη της, τη μετουσιώνουν πάνω στη γη με το νέο τους έργο, θέλοντας να «πουν» ότι όλα έχουν ζωή, νοημοσύνη, όλα μας περιέχουν και τα περιέχουμε, σε μια προσπάθεια να νιώσουμε όλοι ότι μπορούμε να βγούμε από την απομόνωση. Το υγρό στοιχείο εμφανίζεται με έναν άλλον καταλυτικό τρόπο ως προς τη σύλληψη της ιδέας και στο έργο «Europium» της ομάδας RootlessRoot – Λίντα Καπετανέα & Γιόζεφ Φρούτσεκ, που επιχειρεί να ψηλαφίσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από έμμεσες αναφορές στο ναυάγιο «Μέδουσα» (1816), με τη γνωστή φόρτιση που αφήνει σε όλους μας το παιδικό τραγούδι «Ηταν ένα μικρό καράβι».

Επιλογές παραστάσεων: «LINKS», 15 & 16 Ιουλίου «10.000 Litres», 16 Ιουλίου «Opus», 17 & 18 Ιουλίου «Drops of Peace», 19 Ιουλίου «Europium», 24 Ιουλίου
Πληροφορίες: http://www.kalamatadancefestival.gr/

Έντυπη

Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί

«Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί»

Δαιμόνια, πνευματώδης, σπιρτόζα, αεικίνητη. Καταλαβαίνεις στα πρώτα λεπτά ήδη της κουβέντας μαζί της γιατί τη διάλεξε για πρώτη του χορεύτρια και εν συνέχεια για δασκάλα στη σχολή του και εντέλει για να συνεχίσει το έργο του ο Ιγκόρ Μοϊσέγιεφ. Καλλιτεχνική διευθύντρια και με τη συνολική ευθύνη του ομώνυμου μπαλέτου, η Ελένα Σερμπακόβα (Elena Shcherbakova) υπερασπίζεται παθιασμένα το έργο του δασκάλου και μέντορά της. Δεν διστάζει να σηκωθεί πάνω κατά την κουβέντα μας για να μου δείξει τι εννοεί. Δεν είναι η φιγούρα της εύθραυστης μπαλαρίνας που περίμενα να συναντήσω. Χειμαρρώδης, ξεχειλίζει από ζωντάνια, ακόμη και τα αγγλικά που μιλάει είναι αυτά που ταιριάζουν στο ταμπεραμέντο της, σου δίνει πράγματι να καταλάβεις με όλη αυτήν τη σφύζουσα σωματική της έκφραση αρκετά παραπάνω απ’ αυτά που λέει. Την είδα πριν από τις παραστάσεις του Ηρωδείου της περασμένης εβδομάδας, ενώ στις 4, 5 και 6 Ιουλίου η φημισμένη ομάδα των χορευτών της θα παρουσιάσει το έργο της στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Σε λίγο καιρό θα αρχίσει το μπαλέτο τούς εορτασμούς των 80 ετών λειτουργίας του και εκείνη βρίσκεται με τρεις διαφορετικούς ρόλους στους κόλπους του από το 1969. Το καινούργιο, λέει, είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί. Η αρχέγονη δύναμη της μουσικής, τα ασφαλή μονοπάτια της κάθε εντόπιας παράδοσης, αναδημιουργημένα μέσα από τη χορογραφική σφραγίδα και φιλοσοφία του Μοϊσέγιεφ και γαλουχημένα με ιδανικά πανανθρώπινης σύνδεσης, αγάπης, αλληλεγγύης. Η Ελένα Σερμπακόβα πιστεύει ότι η σκηνή ανήκει στους νέους, παραδέχεται την τραυματική και επίπονη, σωματικά, ζωή του χορευτή. Από το χωνευτήρι του διονυσιακού χορογραφικού συγκρητισμού του Μοϊσέγιεφ έχουν ξεφύγει οι ινδικοί χοροί που λένε μια ολόκληρη ιστορία με κάθε τους συμβολική κίνηση και δεν μπορούν να «περάσουν» στο κοινό που δεν είναι μυημένο στην αλήθεια τους.

Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες

«Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες»

Στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 7 Ιουλίου, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς και σε σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ (γνωστού από τη συνεργασία του με τα αδέλφια Ουατσόφσκι στο «Cloud Atlas» και την τηλεοπτική σειρά «Sense8»). Μπορούμε να φανταστούμε άνετα τον Τομ Χανκς σε αυτό τον ρόλο: του Αλαν, του κεντρικού ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του 45χρονου Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς (Dave Eggers) με τίτλο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» (στα ελληνικά από τις εκδ. Κέδρος).

Θαυμάστρια του Εγκερς ήδη από το σπαρακτικό του βιβλίο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου), ζήτησα να του απευθύνω λίγες ερωτήσεις. Ο ίδιος έχει μια συγκινητική προσωπική ιστορία ζωής που αφορά την απώλεια και τη διαχείριση του πένθους, ενώ έχει αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και παροχής πρακτικής βοήθειας σε άτομα για να κατορθώσουν να σπουδάσουν.

Το μυθιστόρημά του «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» είναι μια ιστορία ενός πλήρως ηττημένου μεσήλικα από την Αμερική, που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για να εκπληρώσει το εκπεσμένο του αμερικανικό όνειρο και να σωθεί. Η αφήγηση του Εγκερς αιχμαλωτίζει. Παράδοξη και τόσο αληθινή, καυτηριάζει σε δεύτερο επίπεδο τον οικονομικό ξεπεσμό της δυτικής νοοτροπίας που απλώνει τα πλοκάμια της μέχρι την έρημο της Μέσης Ανατολής. «Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι ύλη; Αισθανόταν κάτι λιγότερο από αυτό». Η ιστορία κωμικοτραγική ξεσκεπάζει τα έλη που ελλοχεύουν στις ζωές των ενηλίκων που περνούν τη γραμμή του μέσου της πορείας τους.

– Ο ήρωάς σας είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας του δυτικού κόσμου που τα έχει χάσει όλα, ιδίως τον εαυτό του, ίσως την ψυχή του, τη χαρά του, την όρεξή του για τη ζωή. Μεταφορικά μιλάτε για την κοινωνία μας και την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω του πρωταγωνιστή;

– Ο Αλαν Κλέι ήταν συνεργός στη μετανάστευση της βιομηχανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ασία. Εργαζόταν σε μια εταιρεία κατασκευής ποδηλάτων, τη «Schwinn», και ήταν από τα στελέχη που για λόγους κόστους σταμάτησαν να φτιάχνουν ποδήλατα στο Σικάγο και ξεκίνησαν να τα εισάγουν από την Κίνα. Ετσι, η «Schwinn» έπαψε πια να αξίζει και πολλά ως επιχείρηση και ο Αλαν έχασε τη δουλειά του. Είναι, λοιπόν, ένας άντρας που χωρίς επίγνωση έφερε τον εαυτό του σε μια απελπιστική κατάσταση: να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του. Και φυσικά αυτό για έναν μεσήλικα, το να ξεκινήσει από την αρχή στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα.

– Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε το «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά»; Ποια ήταν η πρώτη πρώτη πρόθεση;

– Με συνεπήρε η ιδέα του πού θα μπορούσε ένας άντρας σαν τον Αλαν να βρεθεί τώρα. Μόλις ξεριζώνεται, μόλις χάνει την επαφή του με τη ζωή που είχε, πού μπορεί να πάει; Αποφάσισα να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας πουλήσει υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας στον βασιλιά. Ηταν αρκετά παράδοξο για να το βρω απόλυτα σωστό…

– Γιατί, λοιπόν, τοποθετείτε την πλοκή στη Σαουδική Αραβία; Θέλατε να μιλήσετε για τη βία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, για τον φόβο για την ισλαμική βία;

– Εχει να κάνει μερικώς με τις υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε έναν Αμερικανό κι ένα Σαουδάραβα. Είναι δύο έθνη που έχουν αρκετή καχυποψία το ένα για το άλλο. Αλλά αμέσως ο Αλαν συναντά τον Γιουσέφ, ο οποίος θα μπορούσε με πολλούς τρόπους να είναι γιος του. Γιατί ο Γιουσέφ έχει μεγαλώσει με τη δυτική κουλτούρα, έχει αίσθηση του χιούμορ, μοιάζουν πολύ και τελικά βρίσκουν ένα κοινό μήκος κύματος να συνεννοηθούν. Στο τέλος, ο Αλαν συναντά τη Ζάχρα με την οποία επίσης το υποτιθέμενο πολιτισμικό χάσμα αμέσως καταρρέει. Εχω ανακαλύψει ότι κάθε φορά επαληθεύεται αυτό, όποτε έχω περάσει χρόνο από τη ζωή μου μέσα σε κάποια –υποτίθεται– κλειστή κοινωνία.

– Γράφοντας για τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, η βία, η απώλεια, επικεντρώνεστε στους ανθρώπους, στις προσωπικές τους μικρές ιστορίες, στους εσωτερικούς τους μονολόγους, στα αισθήματά τους την ίδια ώρα που εξελίσσεται η Ιστορία, η μεγάλη ιστορία του κόσμου. Τι πιστεύετε ότι διασώζει η λογοτεχνία εντέλει; Ισως την ανθρωπιά μας, τη συμπονετικότητά μας;

– Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει τη μοναδική ικανότητα να ανοίγει πόρτες σε κόσμους όπου αλλιώς δεν θα είχαμε πρόσβαση. Διαβάζοντας ειδησεογραφικές αναλύσεις για τη Σαουδική Αραβία, για τους διωγμούς και τους περιορισμούς που υφίστανται οι γυναίκες, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι ένας δραστικά διαφορετικός τρόπος ζωής και ότι οι καθημερινοί συνηθισμένοι Σαουδάραβες υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις πρακτικές. Αυτό όμως είναι μόνο ένα σενάριο. Ετσι, στο μυθιστόρημά μου επιτρέπεται χαρακτήρες όπως η Ζάχρα και ο Γιουσέφ να αποκτούν ζωή και μια πιο πλατιά ανθρωπότητα να αναδύεται.

– Γιατί διαλέξατε για την προμετωπίδα του βιβλίου τη φράση του Σάμιουελ Μπέκετ από το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται»;

– Είναι ένα πεσιμιστικό απόσπασμα από ένα πιο αισιόδοξο κομμάτι. Μου άρεσε γιατί είναι αυτό που τελικά πιστεύει ο Αλαν στις πιο σκοτεινές του ώρες: ότι δηλαδή είναι άχρηστος. Ομως έχει να ανακαλύψει ότι είναι απαραίτητος και πάλι.

– Θεωρώ ότι το μυθιστόρημά σας «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες. Μάλιστα πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα που βιώνει την απόγνωσή τους από κοντά. Ποια είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, πώς μπορεί να βοηθήσει;

– Σπάνια δίνεται ο λόγος στους πρόσφυγες. Συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως μια μάζα ανθρώπων μέσα σε μια ετοιμόρροπη βάρκα. Ή σε μια συστάδα από τέντες μέσα στην έρημο. Αλλά εάν επιτρέψουμε σε έναν πρόσφυγα, στον κάθε πρόσφυγα να ακουστεί, εάν ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει πλήρως την ιστορία τους, τότε μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτούς. Και όταν το κάνουμε αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να τα χάνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να βρίσκεσαι στο έλεος κάθε περίπλοκου προσφυγικού συστήματος, να μην έχεις τον έλεγχο της μοίρας σου. Πιστεύω ότι οι πρόσφυγες –και όσοι μεταναστεύουν γι’ αυτόν τον λόγο– είναι βαθιά γενναίοι και αξίζουν τον σεβασμό και τη συμπόνια μας.

Το βιβλίο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» του Ντέιβ Εγκερς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου. Κυριότερα βιβλία του στα ελληνικά: «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο), «Τα αγρίμια» (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου, εκδ. Τόπος), «Ο κύκλος» (μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Η ταινία «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Εγκερς, θα προβάλλεται  στις  αίθουσες  από τις 7 Ιουλίου.

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Στα εξήντα οκτώ της χρόνια –έχοντας ξεπεράσει προ πολλού την τριακονταετία συνεχούς δράσης– γυρίζει τον πλανήτη, με φορεμένο το μπλε γιλέκο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «για να μεταφέρει το μήνυμα», όπως λέει η ίδια και όπως μεταφράζεται άλλωστε στα γερμανικά ο τίτλος της. Η Μπάρμπρα Χέντρικς (Barbara Hendricks) θα μπορούσε να μείνει στις δάφνες της λαμπερής κι αισθαντικής της φωνής, ως διεθνούς φήμης σοπράνο, περιχαρακωμένη με την άνεση των βαρύτερων μουσικών σκηνών του πλανήτη. Ομως, όχι.

Επιλέγει να είναι στις εστίες του ανθρώπινου πόνου, ως η μακροβιότερη επίτιμη πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNHCR και μοναδική στον κόσμο που φέρει ισοβίως αυτόν τον τίτλο. Στην περίπτωσή της, είναι μια φωτισμένη γυναίκα από τη δοτικότητα και το πνεύμα αλληλεγγύης, με απλότητα και καταδεκτικότητα, που η ίδια τροφοδοτεί με σημασία και νόημα αυτόν τον τίτλο. Οταν της είπα ότι στις αρχαίες τραγωδίες σκοτώνουν τον αγγελιοφόρο των δυσοίωνων ειδήσεων, μου απάντησε: «Ναι, μα δεν μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια». Σε κοιτάει στα μάτια και σε γεμίζει με σπίθες μαχητικότητας κι αγάπης. Το ίδιο βλέμμα έχει συναντήσει τόσους ανθρώπους που ζουν στην απόγνωση της προσφυγιάς και της αβεβαιότητας· είναι ποτισμένο με την αλήθεια της παραμικρής ιστορίας των ανθρώπων που της εμπιστεύτηκαν την ανάγκη τους. Και γι’ αυτούς μιλάει.

Είχε επιστρέψει από τα Διαβατά Θεσσαλονίκης, όταν τη βρήκα στο ξενοδοχείο της. Από τον ρόλο της μεγάλης ντίβας του τραγουδιού, κρατούσε μόνο τη φινέτσα και την αρχοντιά του ανθρώπου που εκπληρώνει τον σκοπό του σε αυτή τη ζωή με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Είχε συναντήσει πρόσφυγες από τη Συρία και το Ιράκ, ασυνόδευτα ανήλικα παιδιά, ανθρώπους που περιμένουν να μετεγκατασταθούν κάπου αλλού στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Μεταφέρει τις τραυματικές εμπειρίες των παιδιών, τις τραγικές ιστορίες των οικογενειών που χωρίστηκαν, τις απροσπέλαστες δυσκολίες τους, μα κυρίως την ελπίδα τους. Ανθρωποι που έφυγαν για να γλιτώσουν τη ζωή τους από την καταστροφή και τον πόλεμο. Η Χέντρικς μιλάει με αγωνία κι έγνοια γι’ αυτούς, θυμάται τα ονόματά τους και μου περιγράφει την περιπέτεια μιας από τις χωρισμένες από τις δραματικές συνθήκες οικογένειας: πώς τα παιδιά –αν και με ουλές και σημάδια από τους βομβαρδισμούς– ήταν τόσο όμορφα, γεμάτα με ελπίδα, δύο από τους πιο εμπνευστικούς ανθρώπους που είδε, με το φως της ζωής να μην έχει σβήσει μέσα τους, με τον ενθουσιασμό για την επιβίωση να καίει.

Τη ρώτησα πώς διαχειρίζεται μέσα της όλες αυτές τις ιστορίες. «Κάπου ανάμεσα στη ματαιότητα, στον θυμό, στην έμπνευση. Παίρνω πολλή δύναμη από τους πρόσφυγες. Ιδίως από τις γυναίκες, που είναι και οι πιο ευάλωτες σε αυτή την κατάσταση. Συνήθως έχουν υπό την προστασία τους παιδιά και ηλικιωμένους, συγγενείς. Είναι τόσο δύσκολο γι’ αυτές. Αλλά βλέπω οι άνθρωποι να υπερβαίνουν τις αντιξοότητες… Είναι τόσο λίγες πόρτες ανοιχτές γι’ αυτούς», μου είπε, αναφέροντας τις προσωπικές μαρτυρίες τόσων ανθρώπων που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, δεν υπάρχει δρόμος μετεγκατάστασης και βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μετάβασης που δεν ξέρουν τι θα απογίνουν. Βάζει τον εαυτό μας στη θέση τους, σε μισή ώρα από τώρα να τρέξουμε ξαφνικά για να σώσουμε τη ζωή μας, όλοι εμείς με τα καθημερινά μας προβλήματα και τις γκρίνιες, που όμως διαθέτουμε ακόμη το προνόμιο της ζωής σε μια ειρηνική χώρα.

Η λύση στα χέρια των λαών

Ως λύση στο πρόβλημα προκρίνει την πολιτική λύση η ίδια. Τη βούληση οι 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης να επωμιστούν τον αριθμό προσφύγων που αντέχει η κάθε μία και να βοηθηθούν οι άνθρωποι. Μιλάει για τους πολιτικούς της Γηραιάς Ηπείρου που «έχουν τον νου τους μόνο στις επόμενες εσωτερικές τους εκλογές και όχι στην ευθύνη που έχουν αναλάβει έναντι των λαών τους». Για να υποκινηθεί η πολιτική λύση, όμως, ως μόνο τρόπο βλέπει τη δύναμη της κοινής γνώμης, να το απαιτήσουν οι πολίτες από τους πολιτικούς τους. «Εχουμε τους πολιτικούς που αξίζουμε», τόνισε.

Παραλληλίζει την Ευρώπη με μια οικογένεια και θεωρεί ότι τώρα είναι ώρα να δείξει τι την ενώνει. «Είναι όπως ένας γάμος», λέει, «με τις καλές και τις δύσκολες ημέρες. Δεν μπορείς να είσαι επιλεκτικός. Δεν μπορείς να είσαι μέλος μόνο στις καλές ώρες… Το μέλλον της Ευρώπης είναι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία έχει θεμελιωθεί πάνω στις αρχές της ειρήνης και της αξιοπρέπειας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Χωρίς αυτά το μέλλον μας είναι αβέβαιο».

Η Χέντρικς, με σουηδική υπηκοότητα μετά τον γάμο της, έχει ζήσει και μεγαλώσει στην Αμερική, όπου βίωνε το δικό της απαρτχάιντ, χωρισμένη στα δύο από τον ρατσισμό. Στα σχολεία, στο δρόμο, στα νοσοκομεία. «Εάν είχες ένα αυτοκινητικό ατύχημα και δεν βρισκόσουν κοντά στο νοσοκομείο που ήταν για μαύρους, τότε μπορούσες να πεθάνεις. Γιατί δεν υπήρχε χρόνος να πας στο σωστό νοσοκομείο, δεν σε δέχονταν, ακόμη κι αν το νοσοκομείο για τους λευκούς ήταν απέναντι». Αφηγείται ότι δεν μπορούσες να πιεις νερό από τη δημόσια βρύση, λόγω του χρώματός σου. Πιστεύει στον Θεό, κόρη πάστορα, είχε τα πάνω και τα κάτω της με τους φορείς της θρησκείας, όμως κυρίως πιστεύει στους ανθρώπους και στην πνευματικότητά τους, άλλωστε η ίδια είναι βαθιά κοινωνός της.

Παλεύει για κοινά δικαιώματα για όλους τους ανθρώπους, μέχρι να πεθάνει, όπως λέει. «Αν δεν έχεις γαλήνη με τη δική σου καρδιά, πού να τη βρεις με τους έξω από σένα; Δεν χρειάζεται να πας σε καταυλισμούς στη Σομαλία και στο Σουδάν για να βοηθήσεις. Είναι πιο απλό. Μπορείς να ξεκινήσεις μέσα από το σπίτι σου, με τον άντρα και τα παιδιά σου, με τους φίλους σου, με τους συναδέλφους σου, με τη γειτονιά σου, για να κάνεις το σωστό… Ολοι είμαστε πολίτες αυτού του κόσμου… Οι διαφορές μας είναι ο πλούτος μας…», σημειώνει η ίδια.

«Φτου ξελευτερία» από την οθόνη

MICHELE SERRA
ΟΙ ΑΡΑΧΤΟΙ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδ. Ικαρος

Σου μιλάει σε όλη την αφήγηση. Με χιούμορ, με σπαραγμό, με ένταση. Μήπως και σε ξυπνήσει. Μήπως και σε κάνει να πετάξεις το έξυπνό σου τηλέφωνο από το χέρι και ζήσεις τη ζωή σου. Μήπως και αφήσεις την οθόνη του υπολογιστή σου να τρεμοσβήσει μόνη της και να βυθιστεί, επιτέλους, στο σκοτάδι που της αναλογεί.

Ο Michele Serra, γνωστός δημοσιογράφος στην Ιταλία, με τη σατιρική του διάθεση να καυτηριάζει βαθιά την καθημερινότητά μας, βρίσκει τον τρόπο να σε γρονθοκοπήσει στο στομάχι, μήπως και παραδεχτείς τη διαρκή απουσία της ζωής που βιώνεις σε αυτήν την κοινωνία της κόπωσης, της διαρκούς διαφάνειας, που τίποτα δεν μένει κρυμμένο και τίποτα ουσιαστικό, τελικά, δεν αποκαλύπτεται.

Σε αυτή την κοινωνία που η οικειότητα γίνεται χάιδεμα πλήκτρων, που οι ρυθμοί όλων επιταχύνονται προς ένα χαοτικό άγνωστο μετά, που η πληροφορία τα καταλαμβάνει όλα και σπεύδει με ραγδαία ετοιμότητα να καλύψει κάθε κενό. Αυτό το κενό που απεχθάνεται η φύση.

Ο Μικέλε Σέρα, λοιπόν, παίρνει το σαρκαστικό του ύφος και επευλαύνει. Γράφει μια νουβέλα «Οι αραχτοί» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ικαρος) απευθυνόμενος σε έναν απόντα, έναν διαρκώς απόντα. Στον γιο του, στον εαυτόν του, στην ίδια τη ζωή που κυλάει μέσα από τα δάχτυλά μας. Νομίζεις ότι μιλάει σε έναν πεθαμένο. Κατά μία έννοια, ναι. Απευθύνεται στην τρωτότητα και στη θνητότητά μας, στο αέναο εφήμερο που δεν κατορθώνουμε κιόλας να αδράξουμε.

Το χλιαρό εξώφυλλο αδικεί το βιβλίο, αν και ο Ικαρος έχει καταφέρει μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα να φτιάξει με ωραίες επιλογές μια ταυτότητα αναφοράς με τίτλους ξένης λογοτεχνίας. Ο Μικέλε Σέρα όμως είναι καταιγιστικός, ευρηματικός, καταφέρνει να φέρει στο κέντρο τον άνθρωπο, όσο κι αν η τεχνολογία τον εξοβελίζει σε μια κεντρόφυγο άγνωστη δύναμη. Μιλώντας στη γενιά που ακολουθεί τη δική του, ξεμπροστιάζει τους πάντες.

Κυρίως τον φόβο των γηρατειών σε αυτήν την κοινωνία που αποθεώνει την αιώνια νεότητα, αλλά δεν ξέρει να βιώσει την απώλεια, νιώθει αμηχανία μπροστά στο κάθε τέλος, ενώ παροτρύνεται να μη σταματάει να προχωράει μπροστά, καταναλώνοντας εντέλει τον ίδιο της τον εαυτό.

«Σκέφτομαι πόσο εύκολο ήταν να σε αγαπήσω όταν ήσουν μικρός. Πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσω, αν το κάνω τώρα που είμαστε ίσοι και όμοιοι στο ύψος, η φωνή σου μοιάζει με τη δική μου κι επομένως διεκδικεί τους ίδιους τόνους, την ίδια ένταση, ο όγκος του κορμιού μας είναι ο ίδιος».

Ο συγγραφέας δεν φοβάται την ειλικρίνεια. Αυτό είναι η δύναμή του. Ακροβατεί με τον κυνισμό σαν κοντάρι στο χέρι, αλλά δεν πέφτει από το σχοινί.

Μένει όρθιος διασώζοντας την τρυφερότητα, τη βαθιά αγάπη, την ομορφιά, όλα εκείνα που μας συνδέουν από μέσα, όλα εκείνα που μας κρατούν σε εγρήγορση, ακόμη κι όταν φαινόμαστε αραχτοί πίσω από φωτεινές οθόνες που σκοτεινιάζουν την ψυχή μας σε μια μετα-εποχή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, να ορίσουμε να οσμιστούμε. «Δεν μπορώ να πιστέψω πια στην εξουσία, έτσι όπως διαμορφώθηκε πριν από εσένα κι εμένα. Επομένως δεν μπορώ, εξαπατώντας τον ίδιο μου τον εαυτό, να εξαπατήσω κι εσένα».

Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής

«Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής»

SUSANA NOEMI ABIGADOR
Οταν το σώμα μιλάει
εκδ. Γιαλός

Η ιερότητα του σώματος έχει αποτελέσει για όλους τους πολιτισμούς μια ισχυρή βάση για να δομήσουν την ύπαρξή τους, να φτιάξουν τελετουργικά, εντέλει να το υμνήσουν το ίδιο με κάθε μορφή τέχνης, προκειμένου να του αποδώσουν τη σημασία που του αξίζει. Πώς αλλιώς;

Ο ιδιότυπος αυτός «ναός» που κατοικεί ο καθένας τη ζωή του, στην καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων αρχίζει να ασθμαίνει, να εξασθενεί, συχνά να νοσεί. Η αποκοπή από τη φύση, από το χώμα, από το νερό, από το φυσικό φως και τον καθαρό αέρα, η στασιμότητα σε γραφεία και καρέκλες, η επιβάρυνση με τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τηλεφώνων, η λιγότερη χρήση του σώματος το μαραζώνουν. Τον καιρό της κρίσης, δεν είναι τυχαία η άνθηση τόσο πολλών κέντρων και ομάδων που ασχολούνται με το σώμα, με την ευεξία του, με την εύρυθμη λειτουργία του. Οχι μόνο τα γυμναστήρια και οι εναλλακτικοί τρόποι άσκησης, μα και ο χορός και το θέατρο και οτιδήποτε θα μπορούσε να κινητοποιήσει το κορμί. Προκειμένου να αποφορτιστεί ο άνθρωπος από το άγχος του, το στρες, την καταθλιπτική διάθεση που ελλοχεύει. Το σώμα είναι ο πιο ισχυρός μηχανισμός που διαθέτουμε οι ίδιοι. Εχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς ο τρόπος που του φερόμαστε, καθορίζει σημαντικά το ποιοι είμαστε, τι πετυχαίνουμε, το πώς βιώνουμε τελικά την ίδια μας τη ζωή.

Η Susana Noemi Abigador, γεννημένη στο Μπουένος Αϊρες το 1956, μελέτησε χορό και θέατρο, στη Βραζιλία και τη Μαδρίτη, και βρέθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στην Ελλάδα όπου έχει αναπτύξει ένα δικό της σύστημα, το Danza Vital, το οποίο και διδάσκει μαζί με τη μεθοδολογία της σωματικής έκφρασης. Το απόσταγμα της προσωπικής της πείρας και ενασχόλησης συνέλεξε στο βιβλίο της με τίτλο «Οταν το σώμα μιλάει – Μεθοδολογία και ασκήσεις για τη σωματική έκφραση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γιαλός. Πρόκειται για ένα πρακτικό εγχειρίδιο που έχει στόχο να ενθαρρύνει εκείνον που θέλει να ενεργοποιήσει μέσω της κίνησης, την καρδιά του, τον νου του και να διευρύνει τα ατομικά όρια της καθημερινότητάς του. Το βιβλίο απευθύνεται στους επαγγελματίες της εκπαίδευσης, δασκάλους, νηπιαγωγούς, εμψυχωτές, σε χοροθεραπευτές, ηθοποιούς, δασκάλους υποκριτικής, παρέχοντάς τους εργαλεία εργασίας με τις ομάδες τους. Η συγγραφέας δίνει την απολύτως δική της βιωματική διάσταση με μια εικόνα: «Το σώμα είναι το κουκούλι της ψυχής. Πλάθοντας με την κίνηση το περίβλημα, αφήνεις την ψυχή να πετάξει. Κι εκείνη, επιστρέφοντας, σου προσφέρει βαθιά αρμονία».

Ενα αίτημα, η αρμονία, που έχει διατυπωθεί και αποτυπωθεί πάνω στην ίδια την κίνηση από όλα τα πανάρχαια συστήματα και σωματικής εξέλιξης του ανθρώπου, από τη γιόγκα και το κουνγκ φου μέχρι τα πιο πρόσφατα, το μπαλέτο, το πιλάτες, τη μέθοδο Φέλντεκραϊς. Οταν το σώμα μιλάει, οφείλουμε να το ακούσουμε, να διδαχθούμε απ’ αυτό, να οδηγηθούμε σε νέα μονοπάτια θεώρησης του εαυτού μας.

Η Susana Noemi Abigador με άξονες τη διερεύνηση, την έκφραση, τη δημιουργικότητα και την επικοινωνία, μας ενθαρρύνει με την υφή των ασκήσεων που προτείνει, αφού προηγουμένως έχει δοκιμάσει και δουλέψει για χρόνια στις ομάδες της, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας από την αρχή, με ευαισθησία και πλήρη υπευθυνότητα, ενεργοποιώντας όλες εκείνες τις πτυχές μας που παρέμεναν υποφωτισμένες ή ανενεργές.

Το σώμα, ο ρυθμός, η ακοή, η όραση, η αφή, ο σωματικός διάλογος, όλα αυτά ως λειτουργίες μέσα σε μια ομάδα, με στόχο να γλυκάνουν, να ζεσταθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, να είναι σε θέση –πιο ανοιχτοί– να δίνουν και να λαμβάνουν αγάπη, αναθαρρημένοι. Ας το φανταστούμε στην πράξη, από μια ομάδα παιδιών νηπιαγωγείου μέχρι εφήβους και ενηλίκους.

Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες

«Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες«

 

Ασχολούμενη για δεκαπέντε και πλέον χρόνια με τα θέματα διεθνούς οικονομίας ως προς τη δημοσιογραφική τους κάλυψη, το θαύμα της κινεζικής οικονομίας, αλλά και το παράδοξο του ιαπωνικού αποπληθωρισμού, μου κίνησαν την περιέργεια να ψάξω τους αντίστοιχους πολιτισμούς, τη φιλοσοφία τους, τις κοινωνικές συνθήκες. Η πληροφόρηση από την αγγλική γλώσσα ήταν πάντοτε η κύρια πηγή. Αρχικά από το Διαδίκτυο, αλλά και από τόσο καλαίσθητες εκδόσεις που θέλεις να τις έχεις ανεξαρτήτως περιεχομένου, όπως η σειρά Watkins με τα εκπληκτικά εξώφυλλα λουλουδιών που τα θαυμάζεις και μόνο για τέρψη αισθητική.

Οταν όμως θέλησα να αναζητήσω βιβλία για τη θρησκεία και τη φιλοσοφία τους στα ελληνικά, ήρθα αντιμέτωπη με άλλο ένα κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας. Σε επιστημονικό επίπεδο η καταγραφή είναι ελλιπής, παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες. Ας πούμε, βρήκα βιβλία που έχει εκδώσει κατά καιρούς ο Κέδρος, αλλά και άγνωστες περιφερειακές εκδόσεις που δεν σε ενέπνεε το χαρτί και η προχειρότητά τους, και σίγουρα δεν είχες τη δυνατότητα να ελέγξεις την εγκυρότητά τους. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση, ανακάλυψα μεταφρασμένους σουφικούς ποιητικούς θησαυρούς και άλλα που ποτέ δεν φανταζόμουν.

Τότε, χαριτολογώντας, έλεγα ότι εντόπισα το χρυσοφόρο κενό της ελληνικής εκδοτικής παραγωγής που κάποιος καλείται να το καλύψει και θα ανταμειφθεί ανάλογα από τους βιβλιόφιλους. Στο μεταξύ, παρακολουθώντας μια ημερίδα για τον ιαπωνικό πολιτισμό στο ΕΚΠΑ, μου έκανε εντύπωση η άνεση με την οποία οικονομολόγοι αμερικανοσπουδαγμένοι, κυρίως καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, μιλούσαν για την κοινωνία και τις φιλοσοφικές καταβολές των χωρών της Ανατολής, όταν αντιστοίχως δεν διαπίστωνα το ίδιο σε φιλολογικούς κύκλους, όπου κυριαρχούσε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα η προκατάληψη ότι οτιδήποτε έρχεται από εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος είναι δαιμονοποιημένα μαγικό ή θρησκευτικό ή, τέλος πάντων, μη άξιο επιστημονικής παρακολούθησης και εξέτασης, ενώ ό,τι έρχεται από τη Δύση είναι καλώς καμωμένο εξαρχής. Οι άνθρωποι της οικονομίας και της παραγωγής ήταν πάλι πιο μπροστά. Εβλεπαν πιο μακριά και βαθύτερα.

Οι ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν έκτοτε, με την Ανατολή να προσπαθεί βίαια κατατρεγμένη και ταλαιπωρημένη να μετοικήσει στη Δύση για να σωθεί, κάνουν πιο φλέγον το ζήτημα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Αλλον, αυτόν τον άνθρωπο που φτάνει από τη Συρία, από το Πακιστάν, από το Αφγανιστάν. Εχει ενδιαφέρον να μπούμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τον κόσμο από τον οποίο ήρθαμε, με τα τόσο πολλά υποστρώματά του, με τη φιλοσοφία και τη θρησκεία που ξεπηδούν σε κάθε τόπο γεννημένες από τις συνθήκες και συχνά η μία πάνω στα συντρίμμια ή τα σπάργανα της άλλης. Η ανοχή καλλιεργείται μόνο με τη γνώση. Το καταλαβαίνουμε όλο και πιο αδρά αυτό, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ., η Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ μελετά και συστήνει το τάι τσι και τον διαλογισμό (http://www.health.harvard.edu/staying-healthy/the-health-benefits-of-tai-chi) και διαπιστώνει τα οφέλη τους στον οργανισμό μας, ενώ εμείς ακόμη βρισκόμαστε στην καταδίκη από την Εκκλησία πολεμικών τεχνών (ζίου ζίτσου), που βασίζονται στην ανατολική κοσμοθεωρία, ως φορέων του κακού. Η διεθνής τάση άλλωστε εδώ και χρόνια είναι να ενσωματώσει ακόμη και στη βιομηχανία του fitness και της ευζωίας στοιχεία τόσο από τη γιόγκα όσο και από τις πολεμικές τέχνες, που αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν κυρίως στην Κίνα και την Ιαπωνία.

Εξαιρετικά διαφωτιστική είναι και δίνει με την αμεσότητά της το κίνητρο σε όποιον την παρακολουθήσει, να θελήσει να μελετήσει περισσότερο και να ψάξει –αν μη τι άλλο– το παρελθόν του κόσμου που ζούμε, η κυρία Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που εθελοντικά προσφέρει διαλέξεις για την παγκόσμια ιστορία. Είχα την τύχη να την παρακολουθήσω στα μαθήματά της στην ΕΣΗΕΑ πριν από μερικά χρόνια. Η ίδια συμμετέχει και στα διαδικτυακά μαθήματα που προσφέρουν online οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Μέχρι το τέλος της άνοιξης, θα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg το βιβλίο του καθηγητή Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου, με τίτλο «Ανατολικές θρησκείες». Ο ίδιος είναι θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέσα στο 2005, ο καθηγητής εγκαινίασε αυτή την επιστημονική σειρά των εκδόσεων με τα βιβλία του «Βουδισμός – Η ινδική περίοδος» και «Ινδουισμός – Ιστορική εισαγωγή», τα οποία κυκλοφορούν σε επανέκδοση. Ο κ. Παπαλεξανδρόπουλος έχει σπουδάσει Θεολογία στην Αθήνα και την Ελβετία, αλλά και Ιαπωνικό Βουδισμό στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, έχει ασχοληθεί δε και με την ιαπωνική λογοτεχνία κάνοντας μεταφράσεις από το έργο του Κόμπο Αμπέ.

Τα δύο βιβλία για τον ινδουισμό και τον βουδισμό, εξαιρετικά φροντισμένα από τις εκδόσεις Gutenberg, αποτελούν και επισκόπηση της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης πάνω στα ζητήματα αυτά. Γίνεται εισαγωγή στη θρησκεία, που έχει διαμορφώσει τεράστιο μέρος του ινδικού αλλά και άλλων πολιτισμών και που επηρεάζει τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Ο ινδουισμός διαμορφώθηκε σαν μια διαδοχική σειρά μορφών που πήρε στη διάρκεια της ιστορίας και που συνυπάρχουν σήμερα ονομαζόμενες με αυτό το συλλογικό όνομα. Ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση του αρχαίου η ινδικού βουδισμού και των προβλημάτων που υπάρχουν γύρω απ’ αυτόν, το πώς η σύγχρονη σκέψη επιχειρεί να προσεγγίσει το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια σαφής και βέβαιη γνώση, αλλά μια διαρκής προσπάθεια να αντιληφθούμε όρους όπως «νιρβάνα», «μη ουσιαστικότητα» κ.λπ.