Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα

«Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα»

Χάριν ευθυμίας, τον ρώτησα εάν ζούσε από τα βιβλία του, εάν θα άφηνε τη Σουηδία και την επιτυχημένη του καριέρα ως δικηγόρου, για να έρθει –ας πούμε– σε ένα ελληνικό νησί και να γράφει τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Γέλασε και απάντησε ότι ήδη εδώ και τέσσερις μήνες, παραιτήθηκε από τη δουλειά του, κατέθεσε τη νομική του ταυτότητα, και θα φύγει με τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά για τη Μαγιόρκα. Εκεί θα αφιερωθεί στη γραφή, στα σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, στα μυθιστορήματά του που ακροβατούν ανάμεσα στο θρίλερ και το μυστήριο.

Ο Γενς Λαπίντους, ένας από τους εκπροσώπους της έκρηξης της αστυνομικής λογοτεχνίας από τη σκανδιναβική χερσόνησο, ήρθε στην Ελλάδα, με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά από το Μεταίχμιο του έργου του «Στοκχόλμη», σε μετάφραση από τα σουηδικά του Γρηγόρη Κονδύλη.

Ευγενής, εύστροφος, επικοινωνιακός, άνθρωπος του σήμερα –από τους προνομιούχους στη χώρα του, όπως δεν θα σταματήσει να τονίζει ο ίδιος με ειλικρίνεια–, προσγειωμένος στην τωρινή πραγματικότητα, ζει το όνειρο της απογείωσης της συγγραφικής του καριέρας, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική επιτυχία. Αποδίδει την άνθηση αυτή –στην οποία ο ίδιος συμμετέχει ενεργά– στη διάσταση, την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στις πολύ «ασφαλείς» κοινωνίες του ευρωπαϊκού Bορρά και της ύπαρξης τους εγκλήματος εντός τους, κάτι που δεν θα το δούμε στο Μεξικό ή στη Νότια Αφρική.

Εκεί, μέσα σ’ αυτή τη σύγκρουση της ασφάλειας και της νομιμότητας με την παραβατικότητα και το έγκλημα, βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί και η λογοτεχνία. Μας το εξηγεί εκ των έσω, ως δικηγόρος εγκληματιών στη χώρα του. Επισημαίνει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης είναι υποχρεωμένος να είναι απόλυτα ειλικρινής μόνο απέναντι στον πελάτη του και όχι αναγκαστικά προς τον νόμο, την πολιτεία ή τη δικαιοσύνη. Αυτό το φέρνει και στα μέτρα της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας οφείλει να είναι έντιμος απέναντι στον εαυτό του και άρα τον αναγνώστη του. Δίνει βέβαια και την «εύκολη», όπως την ονοματίζει μόνος του, απάντηση για την τεράστια αυτή άνοδο της αστυνομικής λογοτεχνίας από τα μέρη του, αποδίδοντάς την στο φαινόμενο Στιγκ Λάρσον και τη θρυλική του πια τριλογία που πυροδότησε την περαιτέρω εξέλιξη.

Ο «μύθος» της παιδείας

Τα σκανδιναβικά αστυνομικά βιβλία στέκονται πολύ κριτικά απέναντι στην κοινωνία, με άλλους συγγραφείς όπως ο Aρνε Νταλ να έχουν αυτό το στοιχείο πολύ έντονο και άλλους λιγότερο, όπως η Καμίλα Λάκμπεργκ, θεωρεί ο Γενς Λαπίντους. Μιλάει διεξοδικά για τις αντιφάσεις της σουηδικής κοινωνίας, καταρρίπτοντας και τον μύθο του σούπερ εκπαιδευτικού συστήματος, όταν λέγοντας τόσο πολλά για το έγκλημα και τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που αναπτύσσονται στη χώρα, τολμώ να του πω «Και το σχολείο; Πού είναι σε όλα αυτά; Το σούπερ σύστημα που νομίζουμε εμείς εδώ ότι έχετε;».

Για να πάρω την απάντηση «Μα, αυτό είναι μόνο για τους προνομιούχους». Του αναπτύσσω μια μικρή θεωρία που έχω, ότι το νουάρ και το σύγχρονο ευρωπαϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα, είτε γαλλικό είτε ιταλικό είτε σκανδιναβικό, είναι σήμερα ό,τι ήταν για τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα το μυθιστόρημα. Το σκέφτεται λίγο και συμφωνεί. Το δικαιολογεί στην πορεία, γιατί βλέπει ότι τα αστυνομικά ιχνηλατούν τις τοιχογραφίες των σύγχρονων κοινωνιών, αναρωτιούνται, ψάχνουν το γιατί, αλλά παρακάτω ξαναστέκεται στο «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, όταν θα μιλήσει για τους αγαπημένους του συγγραφείς και τα έργα που τον σημάδεψαν. Αυτό είναι ένα απ’ αυτά.

Ο ίδιος έχει λάβει την τακτοποιημένη, συγκροτημένη κλασική παιδεία του δυτικού πολιτισμού και φαίνεται αυτό στον δομημένο τρόπο σκέψης του, αν και όταν γράφει, είναι πιο χαοτικός, αποκαλύπτει. Είναι εντυπωσιακό να τον ακούς να περιγράφει πώς η σουηδική κοινωνία βασίστηκε, δομήθηκε πάνω στο ξύλο και τον χάλυβά της. Σαν στοιχείο που φέρνει στο φως και πλευρές της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων του Βορρά.

Ο συγγραφέας, ωστόσο, αποδεικνύεται πιο μεσογειακός στην αίσθηση που αφήνει με την πιο ζεστή του στάση και την προσήνειά του. Αλλωστε στα βιβλία του αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες, το αίμα βράζει και χύνεται, οι καταστάσεις ξεφεύγουν από τον έλεγχο, οι εξελίξεις εκρήγνυνται κυριολεκτικά. Ποιος ξέρει, ίσως η σουηδική κοινωνία ως αντίβαρο –βαλβίδα στη χύτρα ταχύτητας της κοινωνίας τους– στην όλη παροιμιώδη συγκρότησή της να χρειάζεται τη λογοτεχνία ως αντισταθμιστικό παράγοντα που φέρνει στο φως τις απορρυθμίσεις και αφήνει τους ανθρώπους να ανασάνουν λίγο πιο ελεύθεροι, όσο άναρχα και χαοτικά θέλουν μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

«Ενωμένοι μπροστά στο αβέβαιο μέλλον»

«Ενωμένοι μπροστά στο αβέβαιο μέλλον»

Ένα μικρό κορίτσι, η Αννα, η ηρωίδα του Νικολό Αμανίτι στο ομώνυμο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, επωμίζεται το βάρος να μας πει την ιστορία του συγκαιρινού ανθρώπου αλλά και του κάθε ανθρώπου, απέναντι στην άγνωστη και χαοτική περιπέτεια της ζωής, με τον ισχυρότερο αντίπαλο «παίκτη»: τον θάνατο.

Η μικρούλα σηκώνει τον κόσμο στα χέρια της, περπατώντας προς το μέλλον. Δεν είναι ο ενήλικος ήρωας του «Δρόμου» του Κόρμακ Μακάρθι, που θέλει να διασώσει τον γιο του. Η Αννα είναι ένα παιδί που κάνει το παν να προστατεύσει τον αδερφό του. Η αλληλεγγύη, η αδερφοσύνη, η ένωση με τον κόσμο αναβλύζουν μέσα από τις αλληγορίες ενός σκληρού και άγριου μυθιστορήματος που έγραψε ο Ιταλός συγγραφέας. Το αρνητικό της κινηματογραφικής και ασθμαίνουσας ιστορίας του Αμανίτι φέρνει στο φως το καλό, την ομορφιά, την αθωότητα, την ελπίδα, τη ζωή. Ενα κοριτσάκι με σπίρτα στο χέρι για να βάλει φωτιά και να κάψει την ασχήμια. Ο Αμανίτι δίνει φωνή σ’ αυτή τη μικρούλα να μιλήσει για λογαριασμό όλων μας, σ’ αυτόν τον κόσμο που η δυστοπία και η καταστροφή δεν είναι πια μόνο λογοτεχνική πραγματικότητα, αλλά συχνά κοντινό μας παρόν. Ο συγγραφέας βάζει το φως στα χέρια ενός παιδιού για να το μεταλαμπαδεύσει στις καρδιές μας.

– Τι είναι για εσάς η Αννα; Για τον κάθε αναγνώστη αντιπροσωπεύει κάτι άλλο. Για μένα είναι η αναγεννητική δύναμη του ανθρώπου, εκείνο το κομμάτι του που τον κρατάει στη ζωή.

– Το ίδιο ισχύει και για μένα. Είναι αυτή η πίστη, αυτή η ελπίδα στο μέλλον που κρατάει ενωμένο το ανθρώπινο είδος και το βοηθάει να πιστεύει ότι υπάρχει μέλλον.

– Ενα κορίτσι μπορεί να σώσει τον κόσμο, σώζοντας τον εαυτό του; Γιατί διαλέξατε να είναι κορίτσι η ηρωίδα σας;

– Μπορεί να ξεκινήσει σώζοντας κατ’ αρχάς τον εαυτό του. Αυτό που με ενδιέφερε στον χαρακτήρα της ήταν να αποτυπώσω το σθένος της, την αποφασιστικότητα με την οποία αγωνίζεται για να επιβιώσει και να βοηθήσει τον αδερφό της να ζήσει και να τα καταφέρει μόνος του. Στη διάρκεια αυτού του αγώνα, της τυχαίνει ακόμα και να οργιστεί, είναι όμως ικανή να βιώσει και μια μεγάλη τρυφερότητα.

– Πέρα από τη δύναμη της ιστορίας του βιβλίου, αναδύεται και μια σοβαρή αλληγορία για τον «πεθαμένο» κόσμο των μεγάλων, με τις τεράστιες αυταπάτες τους. Ποια είναι τα όπλα μας για να επιβιώσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο; Τι είδους βοήθεια μας παρέχει σ’ αυτή τη «μάχη» η λογοτεχνία;

– Η λογοτεχνία μάς δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε έναν διαφορετικό κόσμο, να επαναπροσδιορίσουμε αυτόν στον οποίο ζούμε και να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη μας σε ό,τι μπορούμε να κάνουμε στον πραγματικό κόσμο.

– Πώς φαντάζεστε ότι συνεχίζει το ταξίδι της στον κόσμο η Αννα;

– Προτιμώ να φαντάζονται οι αναγνώστες μου πώς συνεχίζει το ταξίδι της. Εμένα με ενδιέφερε να αφηγηθώ την πορεία της προς την ωριμότητα, τις διάφορες φάσεις της ζωής που διανύει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, μέχρι την τελική συνειδητοποίηση, ότι δηλαδή το να μένουμε ενωμένοι απέναντι σε ένα αβέβαιο μέλλον είναι πιο σημαντικό από οτιδήποτε, ακόμα και από τη εβεβαιότητα ότι θα σωθούμε.

«Η συγγραφή είναι ένα καταφύγιο»

– Ποιες είναι οι λογοτεχνικές επιδράσεις στο έργο σας;

– Είμαι «παμφάγος» αναγνώστης και τα βιβλία που με έχουν επηρεάσει είναι πάρα πολλά. Στην περίπτωση της «Aννας» συγκεκριμένα, τα βιβλία της δυστοπικής και μετα-αποκαλυπτικής λογοτεχνίας αναμφίβολα επηρέασαν τη φαντασία μου: από τον «Aρχοντα των μυγών» του Γκόλντινγκ μέχρι τον «Δρόμο» του Μακάρθι. Oμως το μυθιστόρημα αυτού του είδους που αγάπησα περισσότερο απ’ όλα ήταν το «Ζωντανός θρύλος» του Ρίτσαρντ Μάθεσον.

– Τι είδους καταφύγιο –ή καμιά φορά και φυλακή– είναι η συγγραφή για εσάς;

– Η συγγραφή είναι το δίχως άλλο ένα καταφύγιο και όχι φυλακή. Αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι μη τυχόν χάσω την επαφή μου με την πραγματικότητα και άρα να μην μπορώ να την αφηγηθώ.

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ

«Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ»

Εφυγε από την Ελλάδα στα 18 της για να πάει να μελετήσει ψυχολογία στην Αγγλία· μου αφηγείται πώς λιποθύμησε στο πρώτο ηλεκτροσόκ που αντίκρισε τότε μπροστά της. Βρέθηκε στην Αγγλία, στην Αφρική, στην Ελβετία, με αυτήν τη σειρά. Στην Αφρική παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Ανθρωπολογία, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ιστορίας της Μέσης Ανατολής.

Επέστρεψε στη βάση της, το Ρέθυμνο, και το 2010 ίδρυσε τις εκδόσεις Ισις –από την Ισιδα, θεά της αιγυπτιακής μυθολογίας– με σκοπό την προώθηση και την πρακτική κατανόηση του έργου του μεγάλου Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχολόγου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (1875-1961). H Αργυρώ Εμμανουήλ, με δύο μάστερ ψυχολογίας –απόφοιτος και η ίδια του Ινστιτούτου Γιουνγκ στη Ζυρίχη– τα τελευταία έξι χρόνια έχει να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο σύνολο ως προς την έκδοση του έργου του Γιουνγκ, των μαθητών του και άλλων αναλυτών της ίδιας σχολής.

Εχει να παρουσιάσει 25 βιβλία ακριβής έκδοσης και παραγωγής, πανόδετα, με προσεγμένη επιμέλεια και μετάφραση. Η ίδια κάνει τις μεταφράσεις και η Αμαλία Ζουμπουλάκη βρίσκεται πίσω από τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων. Η άλλη σοβαρή προσπάθεια που είχε γίνει για την έκδοση του Γιουνγκ στην Ελλάδα πάει πολύ πίσω στον χρόνο και την είχε κάνει η Σοφία Αντζακα, που διατηρούσε και προσωπική αλληλογραφία με τον Γιουνγκ. Ο εκδοτικός οίκος Ισις ειδικεύεται αποκλειστικά στα βιβλία του Γιουνγκ, της Marie-Louise von Franz, παλαιών και νέων αναλυτών της ίδιας σχολής, με θέματα που εκτείνονται από την ψυχολογική ανάλυση των συμβόλων, της μυθολογίας, των παραμυθιών, της λογοτεχνίας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας μέχρι τη σύγχρονη εμβάθυνση της γυναικείας και ανδρικής ψυχολογίας.

Το εγχείρημα της Αργυρώς Εμμανουήλ είναι κάτι παραπάνω από παράτολμο. Και μάλιστα είναι ασυνήθιστο και δύσκολο ένας εκδοτικός οίκος να επιβιώνει στην ελληνική περιφέρεια, κάνοντας τόσο αφοσιωμένο και εκλεπτυσμένο αισθητικά έργο. Η ίδια προσδιορίζεται ως Ελληνίδα της διασποράς που, επιστρέφοντας στην πατρίδα της, ήθελε κάτι να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε. Στην κουβέντα μαζί της, θυμήθηκε τα χρόνια που διάβαζε μικρή στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.

Απολαυστική συνομιλήτρια, σε αφήνει με μια γεύση ότι οσμίστηκες το τι σημαίνει κάποιος να αγωνίζεται να εκπληρώσει τον εαυτό του. «Θυμηθείτε ότι η ψυχολογία είναι η αρχαιολογία της ψυχής», μου είπε μέσα στα πολλά. «Δεν είναι ορθολογισμός πια αυτό που ζούμε, είναι υλισμός». Το ενδιαφέρον για το έργο του Γιουνγκ έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δοθεί ιδιαίτερη ώθηση στη μελέτη του μετά και την έκδοση του περίφημου «The Red Book» το 2010, 80 ολόκληρα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Μου τονίζει στη συνομιλία μας ότι ο ίδιος ο Γιουνγκ συνεχώς επισήμαινε ότι είναι ένας εμπειρικός επιστήμονας και από εκεί και πέρα το πεδίο ανήκει στις θρησκείες.

Από τις αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιουνγκ γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Πρόκειται για «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού – Σχόλια πάνω στα σύγχρονα γεγονότα» και αποτελεί ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μελέτες πάνω στην ψυχολογία του βάθους». Κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Ισις τα μνημειώδη έργα του: «Αναμνήσεις, όνειρα και στοχασμοί» (2015), «Ονειρα παιδιών» (2015), «Αιών» (2014), «Απάντηση στον Ιώβ» (2014), «Η αρχετυπική πορεία της εξατομίκευσης» (2013).

Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου βιβλίο των εκδόσεων Ισις ήταν πριν από δύο χρόνια περίπου. Αφορούσε παλαιότερη έκδοση του 2012, «Το μέσο πέρασμα – Από τη μιζέρια στο νόημα της μέσης ηλικίας» του James Hollis. Το μέσο πέρασμα δεν έχει να κάνει με την ηλικιακή ωρίμανση, αλλά με το σημείο της συνειδητότητας όπου βρίσκεται ο καθένας. Από τα τελετουργικά της μύησης για τη δύσκολη μετάβαση από την παρατεταμένη εφηβεία της πρώτης ενηλικίωσης μέχρι το δεύτερο κομμάτι της προσωπικής πορείας του καθενός που έρχεται αντιμέτωπος με το γήρας αλλά και με τον θάνατο.

Ενα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για την κατανόηση της σχέσης με τον εαυτό μας και το σώμα μας είναι και αυτό της Marion Woodman «Η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη – Παχυσαρκία, νευρική ανορεξία και καταπιεσμένη θηλυκότητα». Εργο που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές που βιώνουν οι γυναίκες σε σχέση με την εικόνα τους αλλά κυρίως με την ψυχή τους. Διερευνά διεξοδικά την έννοια της Μητέρας Γης και της Θηλυκής Αρχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα προβλήματα βάρους και οι διαταραχές θρέψης έχουν νόημα, είναι σκόπιμα συμπτώματα και όχι απλώς αποτελέσματα μιας κατάστασης.

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Το να λειτουργείς με το σώμα σε κάνει συμβατό με τη ζωή… Αυτή είναι η υγεία του χορού. Βάζει φρένο στο μυαλό. Το σώμα είναι η πράξη, το υγιές όριο…», αποκρυσταλλώνει κανείς φράσεις-κλειδιά από τη συνομιλία με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Καλαμάτας Κατερίνα Κασιούμη. Ανέλαβε καθήκοντα στο τέλος Φεβρουαρίου, μετά την ηχηρή παραίτηση της κ. Βίκυς Μαραγκοπούλου, επί 21 χρόνια στην ίδια θέση και με εγνωσμένο έργο.

Η ίδια, μιλώντας με μεγάλο σεβασμό για την προκάτοχό της, πέφτει στα βαθιά, αναγνωρίζοντας τη δυσκολία τού να αναλαμβάνεις κάτι που έχει φτάσει στην ακμή του. Ανήκει στη γενιά των χορογράφων που έχει προσκαλέσει για να παρουσιάσουν το έργο τους φέτος. Γνωρίζει εκ των έσω τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χορός στη χώρα, πρακτικά ζητήματα, επιβίωσης, υποδομής αλλά και σε επίπεδο ευκαιριών μόρφωσης, καλλιέργειας. Θέλησε να δώσει χώρο στους χορογράφους της Ελλάδας και οι συμμετέχουσες ομάδες καλύπτουν όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» Eλλήνων καλλιτεχνών, όπως λέει η ίδια. Το φεστιβάλ δεν θέλει να είναι κάτι «φορεμένο» στον κόσμο, αλλά να είναι μια γιορτή που να ζωντανεύει την πόλη. Αυτό είναι και το στοίχημα τον καιρό της κρίσης, να πειστεί και η τοπική κοινωνία των 40.000 να συμμετάσχει με την τρόπο της, να πλησιάσει τον χορό και να την πλησιάσει κι αυτός. Η κ. Κασιούμη κάνει λόγο για «εξωστρέφεια με ποιότητα, δεν πιστεύω ότι το καλό πράγμα το καταλαβαίνουν μόνο οι λίγοι, η ποιότητα έχει σημασία, κι αυτή δεν έχει να κάνει με το είδος που υπηρετείται κάθε φορά».

Βγαίνει μέσα από τα σπλάγχνα του χορού και η ίδια, όταν 13 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα, ζώντας μόνη, προκειμένου να σπουδάσει στην κρατική σχολή χορού. Πιστεύει ότι, με οργάνωση και ανοιχτό μυαλό, υπάρχει χώρος για όλους. Τονίζει ότι όσο πιο πολύ προχωράς μέσα στην καλλιέργεια της τέχνης τόσο βλέπεις ότι ο χορός είναι ένας. Γι’ αυτό και η πρόθεση για το φετινό φεστιβάλ είναι ο χορός να είναι για όλους και να επιχειρηθεί μια επανασύνδεση και επανατροφοδότηση από το παρελθόν ως μέσον να δει κανείς και να πάρει δύναμη για το μέλλον, μακριά από αρχαιολαγνεία, αλλά με γνώση του παρελθόντος. Μιλάει για προσοχή και επανεξέταση του τι είναι σύγχρονο και τι είναι διεθνές και ποια είναι η θέση του ελληνικού χορού σήμερα μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Οι ανατροπές γίνονται όταν τα πράγματα φτάνουν σε μια ωριμότητα, λέει. Το καλλιτεχνικό έργο βασίζεται στην ισορροπία των αντιθέσεων και της ροής, συστατικά της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Ο χορός έχει μια δύναμη από την κατασκευή του: μαθαίνεις να αγωνίζεσαι, να σέβεσαι και να ψάχνεις δημιουργικούς τρόπους να λύσεις προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα δείχνεις και την ομορφιά. Στόχος είναι να μπορούν να αντλήσουν έμπνευση από τον χορό και όσοι δεν έχουν ενασχόληση μαζί του. Πιστεύει άλλωστε και η ίδια στην ψυχική, πνευματική και σωματική ισορροπία, αρμονία που επιφυλάσσει ο χορός για τον καθένα μας.

Στάσεις σε έργα

Διατρέχοντας τον προγραμματισμό του φεστιβάλ κι επιχειρώντας μια εκ των προτέρων ανάγνωση, φαίνεται να ξεχωρίζει ως κοινός άξονας που διαπερνά τη φετινή προσπάθεια η ανάγκη να εκφραστεί η πλευρά εκείνη (ίσως θηλυκή, τολμώντας μια προσωπική θέαση) του κόσμου που έχει να κάνει με την έννοια της δημιουργίας, της ζωής, της αναπνοής της ίδιας (έργο «10.000 Litres» της Ευαγγελίας Κολύρα), αλλά και της πάλης μέσα στις συνθήκες («Στην άκρη του βατήρα», έργο της Ομάδας Αμάλγαμα και της Μαρίας Γοργία). Μιλώντας, μάλιστα, με τους καλλιτέχνες επαναλήφθηκε συχνά η φράση «τροφή και πνευματική θρέψη».

Η έννοια της σύνδεσης επίσης, της οικοδόμησης μιας γέφυρας ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μέσα από τις μουσικές του Μπαχ και του Χέντελ, προβάλλει έντονα με το έργο «LINKS» του Αντώνη Φωνιαδάκη, νέου διευθυντή του Μπαλέτου της ΕΛΣ, με το οποίο ανοίγει και το φεστιβάλ.

Ο ίδιος, έχοντας παρουσιάσει την πρώτη του χορογραφική δημιουργία το 2003 στον ίδιο θεσμό, δηλώνει την ικανοποίησή του για την έντονα ελληνική χροιά που έχει φέτος η διοργάνωση, με το σκεπτικό ότι είναι ευκαιρία αυτή τη στιγμή να δούμε τι υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας ως προς το πεδίο του χορού και να κάνουμε τον απολογισμό μας.

Συμμαθητής με την κ. Κασιούμη στην κρατική σχολή χορού, στην κουβέντα μας μαζί του, λέει ότι ζούμε σε εποχές που χρειάζεται μια υπέρβαση, να βλέπει κανείς πιο μεγαλεπήβολα, καμιά φορά μόνο και μόνο για να πετύχει το κανονικό. Το μουσικό ερέθισμα από το Μπαρόκ αποτελεί πρόκληση για τον ίδιο να οπτικοποιηθεί στο «LINKS» και, μέσα από το συναισθηματικό στοιχείο της μουσικής και την πολυπλοκότητα της σύνθεσης, εντέλει κάτι να αγγίξει τις χορδές του κοινού, ένα στοιχείο σαγήνης υψηλότερο από την προτίμηση, μια σύνδεση εσωτερική και, γιατί όχι, πνευματική.

Ο ίδιος πιστεύει στις χημικές αντιδράσεις, τις ανεξιχνίαστες αλληλεπιδράσεις που προκαλούν μέσα μας τα έργα τέχνης.

Ιδιότυπο «κρυφτό»

Επιχειρεί να ενώσει, να μιλήσει για τη σύνδεση όλων των στοιχείων της φύσης και το έργο «Drops of Peace», το οποίο προέκυψε μετά το πέρας του λίαν θεαματικού «Drops of Βreath» όπως μας αφηγείται η μία από τις τρεις δημιουργούς του –οι άλλες δύο είναι η Σοφί Μπουλμπουλιάν (Γαλλία) και η Λία Χαράκη (Κύπρος)–, η Αποστολία Παπαδαμάκη, για το «παιχνίδι», ένα ιδιότυπο «κρυφτό», που θα στηθεί στην είσοδο του Δημοτικού Πάρκου Σιδηροδρόμων της Καλαμάτας. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους και περικλείει τη συμμετοχή τους. Προέκυψε μετά την ολοκλήρωση του υποβρύχιου «Drops of Breath»· τότε που σταμάτησαν οι πρόβες κάτω από το νερό, οι χορευτές βγήκαν από το υγρό στοιχείο και ένιωθαν πια μια θλίψη. Είχαν ζήσει στη διάρκεια του ταξιδιού της υποβρύχιας παράστασης μια φυγή από το εγώ, ένα είδος διαλογισμού συμπαντικού κι ανθρώπινου, όπως καταθέτει παθιασμένα η κ. Παπαδαμάκη. Αυτή λοιπόν την αίσθηση του νερού, για την ακρίβεια τη μνήμη της, τη μετουσιώνουν πάνω στη γη με το νέο τους έργο, θέλοντας να «πουν» ότι όλα έχουν ζωή, νοημοσύνη, όλα μας περιέχουν και τα περιέχουμε, σε μια προσπάθεια να νιώσουμε όλοι ότι μπορούμε να βγούμε από την απομόνωση. Το υγρό στοιχείο εμφανίζεται με έναν άλλον καταλυτικό τρόπο ως προς τη σύλληψη της ιδέας και στο έργο «Europium» της ομάδας RootlessRoot – Λίντα Καπετανέα & Γιόζεφ Φρούτσεκ, που επιχειρεί να ψηλαφίσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από έμμεσες αναφορές στο ναυάγιο «Μέδουσα» (1816), με τη γνωστή φόρτιση που αφήνει σε όλους μας το παιδικό τραγούδι «Ηταν ένα μικρό καράβι».

Επιλογές παραστάσεων: «LINKS», 15 & 16 Ιουλίου «10.000 Litres», 16 Ιουλίου «Opus», 17 & 18 Ιουλίου «Drops of Peace», 19 Ιουλίου «Europium», 24 Ιουλίου
Πληροφορίες: http://www.kalamatadancefestival.gr/

Έντυπη

Ερβέ Λε Τελιέ: Πεπρωμένο των βιβλίων να διαβάζονται

Ερβέ Λε Τελιέ: Πεπρωμένο των βιβλίων να διαβάζονται

Υπονομευτικός, παιγνιώδης και ανατρεπτικός. Πολυσχιδής προσωπικότητα ο Ερβέ Λε Τελιέ. Κατάφερε να παραπλανήσει την παγκόσμια διαδικτυακή κοινότητα τουλάχιστον για τρία χρόνια, φτιάχνοντας σχετικό λήμμα στη Wikipedia για έναν ανύπαρκτο συγγραφέα από τη Βραζιλία, αποκύημα της φαντασίας του Λε Τελιέ· σε τέτοιο σημείο που αντιγραφείς της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας δεν δίστασαν να συμπεριλάβουν τις πληροφορίες του λήμματος σε διεθνώς αναγνωρισμένο τουριστικό οδηγό για τον επινοημένο λογοτέχνη Μοντεστρέλα.

Στο ίδιο μήκος κύματος ως προς την ευρηματικότητά του κινείται κι ένα θεατρικό έργο που έγραψε ο δημιουργός με βασική του υπόθεση έναν πολίτη που αποφασίζει να στείλει ένα συγχαρητήριο μήνυμα στον Φρανσουά Μιτεράν, όταν ανέλαβε την προεδρία. Η τυποποιημένη επιστολή από το αρμόδιο κυβερνητικό γραφείο που λαμβάνει ως απάντηση, θα τον ενθουσιάσει. Κι έτσι θα αρχίσει να στέλνει γράμματα στην ηγεσία της χώρας, παίρνοντας πάντα πίσω την ίδια τυπική απάντηση. Εκείνος όμως, ο ήρωας, θα την ερμηνεύει κατά το δοκούν.

Και οι παρεξηγήσεις και παρερμηνείες δεν έχουν τέλος. Οπως μας αφηγήθηκε ο Λε Τελιέ από κοντά, ένα βράδυ στο κοινό της παράστασης, ένας θεατής σηκώθηκε πάνω και φώναξε «Μα, εγώ έχω γράψει αυτό το γράμμα». Οι άνθρωποι του θεάτρου τον προσέγγισαν διακριτικά, φοβούμενοι ότι ο παραλογισμός του έργου μεταφερόταν και στο κοινό, για να ανακαλύψουν ότι την εν λόγω επιστολή την είχε γράψει όντως ο θεατής που ήταν διευθυντής εκείνου του αρμόδιου γραφείου για την προεδρική αλληλογραφία. Ενα από τα ευτράπελα που μπορεί να προκαλέσει το χιούμορ του Λε Τελιέ.

Το σίγουρο είναι ότι δεν γράφει ποτέ το ίδιο βιβλίο. Παίζει με τις λέξεις, με τις σημασίες, με τις αφηγήσεις. Ο μικρός παράδεισος του συγγραφέα είναι για τον Ερβέ Λε Τελιέ οι ίδιες οι λέξεις, ούτε η φόρμα ούτε η ιστορία έχουν τόση σημασία, το αποδεικνύουν άλλωστε τα ίδια τα έργα του. Από θέατρο και λιμπρέτα και όπερα μέχρι αφηγήματα, μυθιστορήματα, αποφθεγματικά δημιουργήματα. Η κουζίνα του λογοτέχνη θεωρεί ότι είναι εκεί που αναμειγνύονται όλες οι επιρροές του αρχικά ως αναγνώστη και αναπόφευκτα ως δημιουργού.

Ο ίδιος διαβάζει συνεχώς και ενώνει εν τέλει με τη γραφή όλες τις ενδιαφέρουσες πτυχές του: έχει υπάρξει μαθηματικός, κριτικός γευσιγνωσίας, είναι μέλος της θρυλικής λογοτεχνικής ομάδας OuLiPo -που πέρασαν από τους κόλπους της συγγραφείς όπως ο Ιταλο Καλβίνο-, έχει δουλέψει ως δημοσιογράφος καλύπτοντας επιστημονικά θέματα. Απ’ αυτή την τελευταία του ιδιότητα αντλεί και το υλικό για να σχολιάσει το πώς η τέχνη πρωτοπορεί έναντι ακόμη και τον επιστημονικών επιτευγμάτων πολλές φορές. Το πώς οι καλλιτέχνες κατορθώνουν να «προβλέπουν» το μέλλον ακολουθώντας τη φαντασία τους, ακόμη κι αν θεωρούνται «τρελοί» -κάποιοι και για αιώνες- προτού αποδειχθούν επιστημονικά οι ισχυρισμοί τους.

– Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο το στοιχείο του χιούμορ στα βιβλία σας. Γιατί διαλέγετε αυτόν τον τρόπο έκφρασης;

– Θεωρώ πολύ σημαντικό να μπορεί να εμπλέκεται ο αναγνώστης, να υπάρχει η συμμετοχή του στο έργο. Η εμπλοκή πολύ συχνά προέρχεται από το χαμόγελο, από το να μοιράζεσαι κάτι με τον άλλον. Και το χιούμορ είναι ακριβώς αυτό που σου επιτρέπει να μοιραστείς. Σε αντίθεση με το δράμα. Το δράμα είναι πολύ προσωπική υπόθεση του καθενός, ενώ το χαμόγελο είναι κάτι συλλογικό, κοινό με τον άλλον. Στην OuLiPo, στο Παρίσι, παρίσταμαι σε αναγνώσεις εδώ και είκοσι χρόνια, μια φορά τον μήνα, που έχουν να κάνουν με το χιούμορ και αφορούν πολύ τη φιλία. Το κοινό βρίσκεται πολύ κοντά μας και αναπτύσσεται μια τέτοια σχέση. Τα αστεία στοιχεία είναι συνήθως αυτά που μας συνδέουν. Η ζωή είναι από μόνη της δραματική άλλωστε, αρκεί αυτό στην πραγματικότητα, κατά τα άλλα ας μοιραζόμαστε ένα χαμόγελο. Βλέπετε, ο αγαπημένος μου σεναριογράφος είναι ο Χίτσκοκ, την πιο δραματική στιγμή στις ταινίες του, βάζει κάτι πολύ αστείο να συμβαίνει. Είναι ένα είδος ευγένειας να οικοδομείς μια τέτοια σχέση με τον κόσμο, μέσω του γέλιου, του χιούμορ.

– Στο έργο σας «Ενα τραμ στη Λισαβόνα», που θυμίζει πορτογαλέζικο φάντο, έχουμε δύσκολους έρωτες και ατυχή ειδύλλια. Είναι η μοίρα τους να γίνονται έργα τέχνης;

– Το πεπρωμένο των βιβλίων είναι να διαβάζονται. Εάν δεν διαβαστούν δεν μπορούν να γίνουν τίποτα. Είμαι σίγουρος ότι σπουδαία μυθιστορήματα ανά τον κόσμο, δυστυχώς για κάποιο αδιερεύνητο λόγο δεν κατορθώνουν να διαβαστούν. Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα, από συγγραφείς που αγνοήθηκαν ή ξεχάστηκαν. Δεν μπορούμε ποτέ να πούμε με σιγουριά γιατί. Ενα μυθιστόρημα γράφεται για να διαβαστεί. Ως προς το τι είναι Τέχνη, ο μόνος ορισμός που μου φαίνεται πιο αξιόπιστος είναι ότι Τέχνη συνιστά ό,τι μπορεί να δώσει αξιοπρέπεια στη ζωή. Εάν ένα βιβλίο μπορεί να φέρει αυτή την αξιοπρέπεια, τότε είναι εντάξει. Υπάρχει αυτή η δυσκολία με την τέχνη, γιατί χρειάζεσαι συχνά εκπαίδευση για να την προσεγγίσεις. Ας πούμε, δεν ξέρω πολλά για τη ζωγραφική, οπότε μπορώ να παρακολουθήσω μόνο εύκολα πράγματα. Χρειάζομαι γνώσεις και παιδεία για να προχωρήσω. Το ίδιο ισχύει και για τη λογοτεχνία. Για να πας πιο βαθιά, πρέπει να διαθέτεις τα εφόδια. Αλλά και το χιούμορ θέλει εκπαίδευση.