Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις

«Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις»

Είναι μια μάγισσα της γραφής. Ο μύθος της ενισχύεται όσο περνάει ο καιρός. Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920 – 1977) ακούγεται πια δίπλα δίπλα με τον Τζόις, τον Μπόρχες και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το έργο της «Η ώρα του αστεριού» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το πρώτο μέρος του βιβλίου σε πιάνει από το λαιμό, δεν σ’ αφήνει να ανασάνεις και σου κλέβει για πάντα την καρδιά. Ποια είναι αυτή που τολμά να γράφει έτσι; Ιδίως στην εποχή της; Στη βιτρίνα, η καλογυαλισμένη σύζυγος διπλωμάτη, στα ενδότερα μια σκαπανέας της γραφής.

«Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά». Εκείνη που ξέρει πώς είναι «το βλέμμα ανθρώπου με πληγωμένο φτερό», εκείνη που αναρωτιέται «πόσο ζυγίζει το φως», εκείνη που αποφαίνεται ότι «κανείς δεν μπορεί να μπει στην καρδιά κανενός», χρησιμοποιώντας τον άντρα αφηγητή της ιστορίας της.

Μεταφυσική, αλλά και υπεργειωμένη, με γραφίδα πότε γυαλιστερό νυστέρι και πότε φτερό κύκνου, έχει γράψει «μαγικό» μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, πριν ακόμα και από το μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Υπήρξε πριν την εποχή της, γι’ αυτό διαβάζεται και ως πιο σημερινή από τους σημερινούς. «Το να σκέφτεσαι είναι πράξη. Το να αισθάνεσαι είναι γεγονός… Θεός είναι ο κόσμος. Η αλήθεια είναι πάντα μια εσωτερική και ανεξήγητη επαφή. Η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να τη σημαίνει… Η κίνηση είναι πνεύμα… Ενας τρόπος να αποκτάς είναι μη γυρεύεις, ένας τρόπος να έχεις είναι να μη ζητάς και μόνο να πιστεύεις πως η σιωπή που, το πιστεύω, υπάρχει μέσα μου είναι απάντηση στο δικό μου – το δικό μου μυστήριο».

Μιλώντας με τον μεταφραστή και βιογράφο της Benjamin Moser, επιβεβαιώθηκε απλώς η λατρεία στο αμφιλεγόμενο πρόσωπό της και η γητεία που πετυχαίνει με όποιον τη νιώσει συγγενή του.

– Πώς αποφασίσατε να μεταφράσετε την Κλαρίσε Λισπέκτορ και φυσικά να γίνετε ο βιογράφος της;

– «Συνάντησα» την Κλαρίσε στο Πανεπιστήμιο στην Αμερική, όταν σπούδαζα πορτογαλικά. Κατά λάθος έγινε αυτό: ήθελα να μάθω κινέζικα, αλλά μετά από μια αλληλουχία γεγονότων κατέληξα να κάνω πορτογαλικά. Μετά από ένα χρόνο περίπου, αρχίσαμε να μελετούμε μικρά έργα από τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και συγκλονίστηκα από την «Ωρα του αστεριού». Χαίρομαι που μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ηταν το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα για κείνη. Αλλά η εξαίσια συμφωνική εισαγωγή της –η αφιέρωση στους μουσικούς που πλούτισαν τη ζωή της– ήταν τόσο όμορφη που αμέσως την ερωτεύτηκα. Κι όταν ερωτεύεσαι κάποιον, θέλεις να μάθεις γι’ αυτόν. Πού μεγάλωσε; Ποια ήταν η οικογένειά του; Τι βιβλία διάβασε; Και αυτή η περιέργεια μεγάλωνε και μεγάλωνε, μέχρι που έγινε η βιογραφία της κι ύστερα όλη η έκδοση στα αγγλικά του συνολικού της έργου. Ηταν μεγάλη τιμή για μένα να βλέπω ότι η δουλειά μου την οδήγησε σε μια θέση τόσο ξεχωριστή στην αγγλική γλώσσα –ήταν η πρώτη συγγραφέας από τη Βραζιλία που βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο του New York Times Book Review – και να την παρακολουθώ να διαβάζεται σε όλο τον κόσμο και τώρα στην Ελλάδα.

– Ποια στοιχεία του βίου και του έργου της θεωρείτε εσείς τα πιο αξιοπρόσεκτα;

– Το απίστευτο με τη ζωή της είναι ότι ήταν ένα μωρό Εβραίων προσφύγων από το χειρότερο μέρος στον κόσμο εκείνη την εποχή, την Ουκρανία μετά τον Α΄ Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέρος μαζικής πείνας και τρομακτικών θρησκευτικών διώξεων. Από ένα θαύμα, οι γονείς της κατάφεραν να την πάρουν στη Βραζιλία. Εκεί, μεγάλωσε, έγινε μια όμορφη νέα γυναίκα κι ύστερα εξελίχθηκε σ’ αυτή την εξαιρετική μορφή που λατρεύτηκε στη Βραζιλία σαν αγία. (Εάν νομίζετε ότι υπερβάλλω, δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το μνημείο της στο Ρίο ντε Τζανέιρο που είναι ένας τόπος προσκυνήματος για τους αναγνώστες της από ολόκληρο τον πλανήτη.) Πώς αυτό το κορίτσι έγινε αυτή που έγινε; Είναι ένα μυστήριο που τυλίγει κάθε εξαιρετικό καλλιτέχνη. Δεν είμαι όμως ο μόνος που αισθάνεται αυτή τη σχεδόν θρησκευτική γοητεία. Είναι δύσκολο να εξηγήσω γιατί η γραφή της είναι τόσο υπέροχη, αλλά γι’ αυτούς που το αισθάνονται, είναι από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής τους. Κι εμένα μου συνέβη στη ζωή μου.

– Τι αγαπάτε περισσότερο στην προσωπικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ αλλά και στο έργο της;

– Μου αρέσει η αίσθηση ότι μιλάει σε μένα απευθείας, ότι με ξέρει πολύ καλύτερα από μένα τον ίδιο. Εχω κλείσει τα σαράντα, οπότε τη διαβάζω εδώ και είκοσι χρόνια, περισσότερο από το μισό της ζωής μου. Και ενθουσιάζομαι από το πόσο τα όσα πιστεύω για τον κόσμο, για την αγάπη, για τη ζωή, για τον θάνατο και τον Θεό, προέρχονται από την Κλαρίς. Νιώθω στοιχειωμένος απ’ αυτήν, αλλά με έναν τρόπο που σε στοιχειώνουν οι άνθρωποι που πραγματικά έχεις αγαπήσει, όπως η γιαγιά μου· άνθρωποι που με βοήθησαν να κατανοήσω το πώς να ζω. Στη Βραζιλία –αλλά και παγκοσμίως– είναι γνωστή με το μικρό της όνομα κι αυτό γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι νιώθουν για κείνη το ίδιο.

– Τι αισθάνεστε να σας συνδέει με τη λογοτεχνία της;

– Πέρα από τη συναισθηματική εγγύτητα, υπάρχει μια διανοητική σύνδεση με τη γραφή της που ποτέ δεν παύει να με συναρπάζει. Για να τη μεταφράσω είχα να καταλάβω πόσο περίεργα είναι τα πορτογαλικά της, πόσο ούτε μια απλή πρότασή της δεν είναι διατυπωμένη με «κανονικό» τρόπο. Σε κάνει να σκέφτεσαι για κάθε λέξη που αρθρώνεις. Και το να τη μεταφράσεις είναι πολύ δύσκολο γιατί συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι να μην λες το οτιδήποτε «φυσιολογικά», «κανονικά». Προσπαθείς να το απαλύνεις, προσπαθείς να το κάνεις να ακουστεί πιο φυσικό και καταλήγεις να θαυμάζεις ένα πρόσωπο που κατάφερε να αντισταθεί σε κάθε συμβατικότητα τόσο άγρια, όπως εκείνη. Είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο αυτό γιατί, επί πολλά χρόνια, ήταν μια καθωσπρέπει σύζυγος διπλωμάτη, μια πανέμορφη ξανθιά γυναίκα που καθόταν απλώς και χαμογελούσε. Και κάτω από όλη αυτή την επιφάνεια υπήρχε μια ατσάλινη αντίσταση σε κάθε σύμβαση, μια μαχητής, μια επαναστάτρια.

​​Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μάριου Χατζηπροκοπίου, το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ «Η ώρα του αστεριού».

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ

«Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ»

Εφυγε από την Ελλάδα στα 18 της για να πάει να μελετήσει ψυχολογία στην Αγγλία· μου αφηγείται πώς λιποθύμησε στο πρώτο ηλεκτροσόκ που αντίκρισε τότε μπροστά της. Βρέθηκε στην Αγγλία, στην Αφρική, στην Ελβετία, με αυτήν τη σειρά. Στην Αφρική παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Ανθρωπολογία, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ιστορίας της Μέσης Ανατολής.

Επέστρεψε στη βάση της, το Ρέθυμνο, και το 2010 ίδρυσε τις εκδόσεις Ισις –από την Ισιδα, θεά της αιγυπτιακής μυθολογίας– με σκοπό την προώθηση και την πρακτική κατανόηση του έργου του μεγάλου Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχολόγου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (1875-1961). H Αργυρώ Εμμανουήλ, με δύο μάστερ ψυχολογίας –απόφοιτος και η ίδια του Ινστιτούτου Γιουνγκ στη Ζυρίχη– τα τελευταία έξι χρόνια έχει να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο σύνολο ως προς την έκδοση του έργου του Γιουνγκ, των μαθητών του και άλλων αναλυτών της ίδιας σχολής.

Εχει να παρουσιάσει 25 βιβλία ακριβής έκδοσης και παραγωγής, πανόδετα, με προσεγμένη επιμέλεια και μετάφραση. Η ίδια κάνει τις μεταφράσεις και η Αμαλία Ζουμπουλάκη βρίσκεται πίσω από τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων. Η άλλη σοβαρή προσπάθεια που είχε γίνει για την έκδοση του Γιουνγκ στην Ελλάδα πάει πολύ πίσω στον χρόνο και την είχε κάνει η Σοφία Αντζακα, που διατηρούσε και προσωπική αλληλογραφία με τον Γιουνγκ. Ο εκδοτικός οίκος Ισις ειδικεύεται αποκλειστικά στα βιβλία του Γιουνγκ, της Marie-Louise von Franz, παλαιών και νέων αναλυτών της ίδιας σχολής, με θέματα που εκτείνονται από την ψυχολογική ανάλυση των συμβόλων, της μυθολογίας, των παραμυθιών, της λογοτεχνίας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας μέχρι τη σύγχρονη εμβάθυνση της γυναικείας και ανδρικής ψυχολογίας.

Το εγχείρημα της Αργυρώς Εμμανουήλ είναι κάτι παραπάνω από παράτολμο. Και μάλιστα είναι ασυνήθιστο και δύσκολο ένας εκδοτικός οίκος να επιβιώνει στην ελληνική περιφέρεια, κάνοντας τόσο αφοσιωμένο και εκλεπτυσμένο αισθητικά έργο. Η ίδια προσδιορίζεται ως Ελληνίδα της διασποράς που, επιστρέφοντας στην πατρίδα της, ήθελε κάτι να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε. Στην κουβέντα μαζί της, θυμήθηκε τα χρόνια που διάβαζε μικρή στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.

Απολαυστική συνομιλήτρια, σε αφήνει με μια γεύση ότι οσμίστηκες το τι σημαίνει κάποιος να αγωνίζεται να εκπληρώσει τον εαυτό του. «Θυμηθείτε ότι η ψυχολογία είναι η αρχαιολογία της ψυχής», μου είπε μέσα στα πολλά. «Δεν είναι ορθολογισμός πια αυτό που ζούμε, είναι υλισμός». Το ενδιαφέρον για το έργο του Γιουνγκ έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δοθεί ιδιαίτερη ώθηση στη μελέτη του μετά και την έκδοση του περίφημου «The Red Book» το 2010, 80 ολόκληρα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Μου τονίζει στη συνομιλία μας ότι ο ίδιος ο Γιουνγκ συνεχώς επισήμαινε ότι είναι ένας εμπειρικός επιστήμονας και από εκεί και πέρα το πεδίο ανήκει στις θρησκείες.

Από τις αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιουνγκ γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Πρόκειται για «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού – Σχόλια πάνω στα σύγχρονα γεγονότα» και αποτελεί ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μελέτες πάνω στην ψυχολογία του βάθους». Κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Ισις τα μνημειώδη έργα του: «Αναμνήσεις, όνειρα και στοχασμοί» (2015), «Ονειρα παιδιών» (2015), «Αιών» (2014), «Απάντηση στον Ιώβ» (2014), «Η αρχετυπική πορεία της εξατομίκευσης» (2013).

Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου βιβλίο των εκδόσεων Ισις ήταν πριν από δύο χρόνια περίπου. Αφορούσε παλαιότερη έκδοση του 2012, «Το μέσο πέρασμα – Από τη μιζέρια στο νόημα της μέσης ηλικίας» του James Hollis. Το μέσο πέρασμα δεν έχει να κάνει με την ηλικιακή ωρίμανση, αλλά με το σημείο της συνειδητότητας όπου βρίσκεται ο καθένας. Από τα τελετουργικά της μύησης για τη δύσκολη μετάβαση από την παρατεταμένη εφηβεία της πρώτης ενηλικίωσης μέχρι το δεύτερο κομμάτι της προσωπικής πορείας του καθενός που έρχεται αντιμέτωπος με το γήρας αλλά και με τον θάνατο.

Ενα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για την κατανόηση της σχέσης με τον εαυτό μας και το σώμα μας είναι και αυτό της Marion Woodman «Η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη – Παχυσαρκία, νευρική ανορεξία και καταπιεσμένη θηλυκότητα». Εργο που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές που βιώνουν οι γυναίκες σε σχέση με την εικόνα τους αλλά κυρίως με την ψυχή τους. Διερευνά διεξοδικά την έννοια της Μητέρας Γης και της Θηλυκής Αρχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα προβλήματα βάρους και οι διαταραχές θρέψης έχουν νόημα, είναι σκόπιμα συμπτώματα και όχι απλώς αποτελέσματα μιας κατάστασης.

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Δίνουμε χώρο σε όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» των ελλήνων χορογράφων»

«Το να λειτουργείς με το σώμα σε κάνει συμβατό με τη ζωή… Αυτή είναι η υγεία του χορού. Βάζει φρένο στο μυαλό. Το σώμα είναι η πράξη, το υγιές όριο…», αποκρυσταλλώνει κανείς φράσεις-κλειδιά από τη συνομιλία με την καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Καλαμάτας Κατερίνα Κασιούμη. Ανέλαβε καθήκοντα στο τέλος Φεβρουαρίου, μετά την ηχηρή παραίτηση της κ. Βίκυς Μαραγκοπούλου, επί 21 χρόνια στην ίδια θέση και με εγνωσμένο έργο.

Η ίδια, μιλώντας με μεγάλο σεβασμό για την προκάτοχό της, πέφτει στα βαθιά, αναγνωρίζοντας τη δυσκολία τού να αναλαμβάνεις κάτι που έχει φτάσει στην ακμή του. Ανήκει στη γενιά των χορογράφων που έχει προσκαλέσει για να παρουσιάσουν το έργο τους φέτος. Γνωρίζει εκ των έσω τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο χορός στη χώρα, πρακτικά ζητήματα, επιβίωσης, υποδομής αλλά και σε επίπεδο ευκαιριών μόρφωσης, καλλιέργειας. Θέλησε να δώσει χώρο στους χορογράφους της Ελλάδας και οι συμμετέχουσες ομάδες καλύπτουν όλα τα διαφορετικά «ιδιώματα» Eλλήνων καλλιτεχνών, όπως λέει η ίδια. Το φεστιβάλ δεν θέλει να είναι κάτι «φορεμένο» στον κόσμο, αλλά να είναι μια γιορτή που να ζωντανεύει την πόλη. Αυτό είναι και το στοίχημα τον καιρό της κρίσης, να πειστεί και η τοπική κοινωνία των 40.000 να συμμετάσχει με την τρόπο της, να πλησιάσει τον χορό και να την πλησιάσει κι αυτός. Η κ. Κασιούμη κάνει λόγο για «εξωστρέφεια με ποιότητα, δεν πιστεύω ότι το καλό πράγμα το καταλαβαίνουν μόνο οι λίγοι, η ποιότητα έχει σημασία, κι αυτή δεν έχει να κάνει με το είδος που υπηρετείται κάθε φορά».

Βγαίνει μέσα από τα σπλάγχνα του χορού και η ίδια, όταν 13 χρόνων έφυγε από τα Γιάννενα, ζώντας μόνη, προκειμένου να σπουδάσει στην κρατική σχολή χορού. Πιστεύει ότι, με οργάνωση και ανοιχτό μυαλό, υπάρχει χώρος για όλους. Τονίζει ότι όσο πιο πολύ προχωράς μέσα στην καλλιέργεια της τέχνης τόσο βλέπεις ότι ο χορός είναι ένας. Γι’ αυτό και η πρόθεση για το φετινό φεστιβάλ είναι ο χορός να είναι για όλους και να επιχειρηθεί μια επανασύνδεση και επανατροφοδότηση από το παρελθόν ως μέσον να δει κανείς και να πάρει δύναμη για το μέλλον, μακριά από αρχαιολαγνεία, αλλά με γνώση του παρελθόντος. Μιλάει για προσοχή και επανεξέταση του τι είναι σύγχρονο και τι είναι διεθνές και ποια είναι η θέση του ελληνικού χορού σήμερα μέσα στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Οι ανατροπές γίνονται όταν τα πράγματα φτάνουν σε μια ωριμότητα, λέει. Το καλλιτεχνικό έργο βασίζεται στην ισορροπία των αντιθέσεων και της ροής, συστατικά της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Ο χορός έχει μια δύναμη από την κατασκευή του: μαθαίνεις να αγωνίζεσαι, να σέβεσαι και να ψάχνεις δημιουργικούς τρόπους να λύσεις προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα δείχνεις και την ομορφιά. Στόχος είναι να μπορούν να αντλήσουν έμπνευση από τον χορό και όσοι δεν έχουν ενασχόληση μαζί του. Πιστεύει άλλωστε και η ίδια στην ψυχική, πνευματική και σωματική ισορροπία, αρμονία που επιφυλάσσει ο χορός για τον καθένα μας.

Στάσεις σε έργα

Διατρέχοντας τον προγραμματισμό του φεστιβάλ κι επιχειρώντας μια εκ των προτέρων ανάγνωση, φαίνεται να ξεχωρίζει ως κοινός άξονας που διαπερνά τη φετινή προσπάθεια η ανάγκη να εκφραστεί η πλευρά εκείνη (ίσως θηλυκή, τολμώντας μια προσωπική θέαση) του κόσμου που έχει να κάνει με την έννοια της δημιουργίας, της ζωής, της αναπνοής της ίδιας (έργο «10.000 Litres» της Ευαγγελίας Κολύρα), αλλά και της πάλης μέσα στις συνθήκες («Στην άκρη του βατήρα», έργο της Ομάδας Αμάλγαμα και της Μαρίας Γοργία). Μιλώντας, μάλιστα, με τους καλλιτέχνες επαναλήφθηκε συχνά η φράση «τροφή και πνευματική θρέψη».

Η έννοια της σύνδεσης επίσης, της οικοδόμησης μιας γέφυρας ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μέσα από τις μουσικές του Μπαχ και του Χέντελ, προβάλλει έντονα με το έργο «LINKS» του Αντώνη Φωνιαδάκη, νέου διευθυντή του Μπαλέτου της ΕΛΣ, με το οποίο ανοίγει και το φεστιβάλ.

Ο ίδιος, έχοντας παρουσιάσει την πρώτη του χορογραφική δημιουργία το 2003 στον ίδιο θεσμό, δηλώνει την ικανοποίησή του για την έντονα ελληνική χροιά που έχει φέτος η διοργάνωση, με το σκεπτικό ότι είναι ευκαιρία αυτή τη στιγμή να δούμε τι υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας ως προς το πεδίο του χορού και να κάνουμε τον απολογισμό μας.

Συμμαθητής με την κ. Κασιούμη στην κρατική σχολή χορού, στην κουβέντα μας μαζί του, λέει ότι ζούμε σε εποχές που χρειάζεται μια υπέρβαση, να βλέπει κανείς πιο μεγαλεπήβολα, καμιά φορά μόνο και μόνο για να πετύχει το κανονικό. Το μουσικό ερέθισμα από το Μπαρόκ αποτελεί πρόκληση για τον ίδιο να οπτικοποιηθεί στο «LINKS» και, μέσα από το συναισθηματικό στοιχείο της μουσικής και την πολυπλοκότητα της σύνθεσης, εντέλει κάτι να αγγίξει τις χορδές του κοινού, ένα στοιχείο σαγήνης υψηλότερο από την προτίμηση, μια σύνδεση εσωτερική και, γιατί όχι, πνευματική.

Ο ίδιος πιστεύει στις χημικές αντιδράσεις, τις ανεξιχνίαστες αλληλεπιδράσεις που προκαλούν μέσα μας τα έργα τέχνης.

Ιδιότυπο «κρυφτό»

Επιχειρεί να ενώσει, να μιλήσει για τη σύνδεση όλων των στοιχείων της φύσης και το έργο «Drops of Peace», το οποίο προέκυψε μετά το πέρας του λίαν θεαματικού «Drops of Βreath» όπως μας αφηγείται η μία από τις τρεις δημιουργούς του –οι άλλες δύο είναι η Σοφί Μπουλμπουλιάν (Γαλλία) και η Λία Χαράκη (Κύπρος)–, η Αποστολία Παπαδαμάκη, για το «παιχνίδι», ένα ιδιότυπο «κρυφτό», που θα στηθεί στην είσοδο του Δημοτικού Πάρκου Σιδηροδρόμων της Καλαμάτας. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους και περικλείει τη συμμετοχή τους. Προέκυψε μετά την ολοκλήρωση του υποβρύχιου «Drops of Breath»· τότε που σταμάτησαν οι πρόβες κάτω από το νερό, οι χορευτές βγήκαν από το υγρό στοιχείο και ένιωθαν πια μια θλίψη. Είχαν ζήσει στη διάρκεια του ταξιδιού της υποβρύχιας παράστασης μια φυγή από το εγώ, ένα είδος διαλογισμού συμπαντικού κι ανθρώπινου, όπως καταθέτει παθιασμένα η κ. Παπαδαμάκη. Αυτή λοιπόν την αίσθηση του νερού, για την ακρίβεια τη μνήμη της, τη μετουσιώνουν πάνω στη γη με το νέο τους έργο, θέλοντας να «πουν» ότι όλα έχουν ζωή, νοημοσύνη, όλα μας περιέχουν και τα περιέχουμε, σε μια προσπάθεια να νιώσουμε όλοι ότι μπορούμε να βγούμε από την απομόνωση. Το υγρό στοιχείο εμφανίζεται με έναν άλλον καταλυτικό τρόπο ως προς τη σύλληψη της ιδέας και στο έργο «Europium» της ομάδας RootlessRoot – Λίντα Καπετανέα & Γιόζεφ Φρούτσεκ, που επιχειρεί να ψηλαφίσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από έμμεσες αναφορές στο ναυάγιο «Μέδουσα» (1816), με τη γνωστή φόρτιση που αφήνει σε όλους μας το παιδικό τραγούδι «Ηταν ένα μικρό καράβι».

Επιλογές παραστάσεων: «LINKS», 15 & 16 Ιουλίου «10.000 Litres», 16 Ιουλίου «Opus», 17 & 18 Ιουλίου «Drops of Peace», 19 Ιουλίου «Europium», 24 Ιουλίου
Πληροφορίες: http://www.kalamatadancefestival.gr/

Έντυπη

Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί

«Το νέο είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί»

Δαιμόνια, πνευματώδης, σπιρτόζα, αεικίνητη. Καταλαβαίνεις στα πρώτα λεπτά ήδη της κουβέντας μαζί της γιατί τη διάλεξε για πρώτη του χορεύτρια και εν συνέχεια για δασκάλα στη σχολή του και εντέλει για να συνεχίσει το έργο του ο Ιγκόρ Μοϊσέγιεφ. Καλλιτεχνική διευθύντρια και με τη συνολική ευθύνη του ομώνυμου μπαλέτου, η Ελένα Σερμπακόβα (Elena Shcherbakova) υπερασπίζεται παθιασμένα το έργο του δασκάλου και μέντορά της. Δεν διστάζει να σηκωθεί πάνω κατά την κουβέντα μας για να μου δείξει τι εννοεί. Δεν είναι η φιγούρα της εύθραυστης μπαλαρίνας που περίμενα να συναντήσω. Χειμαρρώδης, ξεχειλίζει από ζωντάνια, ακόμη και τα αγγλικά που μιλάει είναι αυτά που ταιριάζουν στο ταμπεραμέντο της, σου δίνει πράγματι να καταλάβεις με όλη αυτήν τη σφύζουσα σωματική της έκφραση αρκετά παραπάνω απ’ αυτά που λέει. Την είδα πριν από τις παραστάσεις του Ηρωδείου της περασμένης εβδομάδας, ενώ στις 4, 5 και 6 Ιουλίου η φημισμένη ομάδα των χορευτών της θα παρουσιάσει το έργο της στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Σε λίγο καιρό θα αρχίσει το μπαλέτο τούς εορτασμούς των 80 ετών λειτουργίας του και εκείνη βρίσκεται με τρεις διαφορετικούς ρόλους στους κόλπους του από το 1969. Το καινούργιο, λέει, είναι το παλιό που έχει ξεχαστεί. Η αρχέγονη δύναμη της μουσικής, τα ασφαλή μονοπάτια της κάθε εντόπιας παράδοσης, αναδημιουργημένα μέσα από τη χορογραφική σφραγίδα και φιλοσοφία του Μοϊσέγιεφ και γαλουχημένα με ιδανικά πανανθρώπινης σύνδεσης, αγάπης, αλληλεγγύης. Η Ελένα Σερμπακόβα πιστεύει ότι η σκηνή ανήκει στους νέους, παραδέχεται την τραυματική και επίπονη, σωματικά, ζωή του χορευτή. Από το χωνευτήρι του διονυσιακού χορογραφικού συγκρητισμού του Μοϊσέγιεφ έχουν ξεφύγει οι ινδικοί χοροί που λένε μια ολόκληρη ιστορία με κάθε τους συμβολική κίνηση και δεν μπορούν να «περάσουν» στο κοινό που δεν είναι μυημένο στην αλήθεια τους.

Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες

«Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες»

Στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 7 Ιουλίου, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς και σε σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ (γνωστού από τη συνεργασία του με τα αδέλφια Ουατσόφσκι στο «Cloud Atlas» και την τηλεοπτική σειρά «Sense8»). Μπορούμε να φανταστούμε άνετα τον Τομ Χανκς σε αυτό τον ρόλο: του Αλαν, του κεντρικού ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του 45χρονου Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς (Dave Eggers) με τίτλο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» (στα ελληνικά από τις εκδ. Κέδρος).

Θαυμάστρια του Εγκερς ήδη από το σπαρακτικό του βιβλίο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου), ζήτησα να του απευθύνω λίγες ερωτήσεις. Ο ίδιος έχει μια συγκινητική προσωπική ιστορία ζωής που αφορά την απώλεια και τη διαχείριση του πένθους, ενώ έχει αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και παροχής πρακτικής βοήθειας σε άτομα για να κατορθώσουν να σπουδάσουν.

Το μυθιστόρημά του «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» είναι μια ιστορία ενός πλήρως ηττημένου μεσήλικα από την Αμερική, που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για να εκπληρώσει το εκπεσμένο του αμερικανικό όνειρο και να σωθεί. Η αφήγηση του Εγκερς αιχμαλωτίζει. Παράδοξη και τόσο αληθινή, καυτηριάζει σε δεύτερο επίπεδο τον οικονομικό ξεπεσμό της δυτικής νοοτροπίας που απλώνει τα πλοκάμια της μέχρι την έρημο της Μέσης Ανατολής. «Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι ύλη; Αισθανόταν κάτι λιγότερο από αυτό». Η ιστορία κωμικοτραγική ξεσκεπάζει τα έλη που ελλοχεύουν στις ζωές των ενηλίκων που περνούν τη γραμμή του μέσου της πορείας τους.

– Ο ήρωάς σας είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας του δυτικού κόσμου που τα έχει χάσει όλα, ιδίως τον εαυτό του, ίσως την ψυχή του, τη χαρά του, την όρεξή του για τη ζωή. Μεταφορικά μιλάτε για την κοινωνία μας και την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω του πρωταγωνιστή;

– Ο Αλαν Κλέι ήταν συνεργός στη μετανάστευση της βιομηχανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ασία. Εργαζόταν σε μια εταιρεία κατασκευής ποδηλάτων, τη «Schwinn», και ήταν από τα στελέχη που για λόγους κόστους σταμάτησαν να φτιάχνουν ποδήλατα στο Σικάγο και ξεκίνησαν να τα εισάγουν από την Κίνα. Ετσι, η «Schwinn» έπαψε πια να αξίζει και πολλά ως επιχείρηση και ο Αλαν έχασε τη δουλειά του. Είναι, λοιπόν, ένας άντρας που χωρίς επίγνωση έφερε τον εαυτό του σε μια απελπιστική κατάσταση: να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του. Και φυσικά αυτό για έναν μεσήλικα, το να ξεκινήσει από την αρχή στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα.

– Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε το «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά»; Ποια ήταν η πρώτη πρώτη πρόθεση;

– Με συνεπήρε η ιδέα του πού θα μπορούσε ένας άντρας σαν τον Αλαν να βρεθεί τώρα. Μόλις ξεριζώνεται, μόλις χάνει την επαφή του με τη ζωή που είχε, πού μπορεί να πάει; Αποφάσισα να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας πουλήσει υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας στον βασιλιά. Ηταν αρκετά παράδοξο για να το βρω απόλυτα σωστό…

– Γιατί, λοιπόν, τοποθετείτε την πλοκή στη Σαουδική Αραβία; Θέλατε να μιλήσετε για τη βία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, για τον φόβο για την ισλαμική βία;

– Εχει να κάνει μερικώς με τις υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε έναν Αμερικανό κι ένα Σαουδάραβα. Είναι δύο έθνη που έχουν αρκετή καχυποψία το ένα για το άλλο. Αλλά αμέσως ο Αλαν συναντά τον Γιουσέφ, ο οποίος θα μπορούσε με πολλούς τρόπους να είναι γιος του. Γιατί ο Γιουσέφ έχει μεγαλώσει με τη δυτική κουλτούρα, έχει αίσθηση του χιούμορ, μοιάζουν πολύ και τελικά βρίσκουν ένα κοινό μήκος κύματος να συνεννοηθούν. Στο τέλος, ο Αλαν συναντά τη Ζάχρα με την οποία επίσης το υποτιθέμενο πολιτισμικό χάσμα αμέσως καταρρέει. Εχω ανακαλύψει ότι κάθε φορά επαληθεύεται αυτό, όποτε έχω περάσει χρόνο από τη ζωή μου μέσα σε κάποια –υποτίθεται– κλειστή κοινωνία.

– Γράφοντας για τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, η βία, η απώλεια, επικεντρώνεστε στους ανθρώπους, στις προσωπικές τους μικρές ιστορίες, στους εσωτερικούς τους μονολόγους, στα αισθήματά τους την ίδια ώρα που εξελίσσεται η Ιστορία, η μεγάλη ιστορία του κόσμου. Τι πιστεύετε ότι διασώζει η λογοτεχνία εντέλει; Ισως την ανθρωπιά μας, τη συμπονετικότητά μας;

– Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει τη μοναδική ικανότητα να ανοίγει πόρτες σε κόσμους όπου αλλιώς δεν θα είχαμε πρόσβαση. Διαβάζοντας ειδησεογραφικές αναλύσεις για τη Σαουδική Αραβία, για τους διωγμούς και τους περιορισμούς που υφίστανται οι γυναίκες, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι ένας δραστικά διαφορετικός τρόπος ζωής και ότι οι καθημερινοί συνηθισμένοι Σαουδάραβες υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις πρακτικές. Αυτό όμως είναι μόνο ένα σενάριο. Ετσι, στο μυθιστόρημά μου επιτρέπεται χαρακτήρες όπως η Ζάχρα και ο Γιουσέφ να αποκτούν ζωή και μια πιο πλατιά ανθρωπότητα να αναδύεται.

– Γιατί διαλέξατε για την προμετωπίδα του βιβλίου τη φράση του Σάμιουελ Μπέκετ από το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται»;

– Είναι ένα πεσιμιστικό απόσπασμα από ένα πιο αισιόδοξο κομμάτι. Μου άρεσε γιατί είναι αυτό που τελικά πιστεύει ο Αλαν στις πιο σκοτεινές του ώρες: ότι δηλαδή είναι άχρηστος. Ομως έχει να ανακαλύψει ότι είναι απαραίτητος και πάλι.

– Θεωρώ ότι το μυθιστόρημά σας «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες. Μάλιστα πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα που βιώνει την απόγνωσή τους από κοντά. Ποια είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, πώς μπορεί να βοηθήσει;

– Σπάνια δίνεται ο λόγος στους πρόσφυγες. Συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως μια μάζα ανθρώπων μέσα σε μια ετοιμόρροπη βάρκα. Ή σε μια συστάδα από τέντες μέσα στην έρημο. Αλλά εάν επιτρέψουμε σε έναν πρόσφυγα, στον κάθε πρόσφυγα να ακουστεί, εάν ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει πλήρως την ιστορία τους, τότε μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτούς. Και όταν το κάνουμε αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να τα χάνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να βρίσκεσαι στο έλεος κάθε περίπλοκου προσφυγικού συστήματος, να μην έχεις τον έλεγχο της μοίρας σου. Πιστεύω ότι οι πρόσφυγες –και όσοι μεταναστεύουν γι’ αυτόν τον λόγο– είναι βαθιά γενναίοι και αξίζουν τον σεβασμό και τη συμπόνια μας.

Το βιβλίο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» του Ντέιβ Εγκερς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου. Κυριότερα βιβλία του στα ελληνικά: «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο), «Τα αγρίμια» (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου, εκδ. Τόπος), «Ο κύκλος» (μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Η ταινία «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Εγκερς, θα προβάλλεται  στις  αίθουσες  από τις 7 Ιουλίου.

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Μια ντίβα, αγγελιαφόρος της ελπίδας

Στα εξήντα οκτώ της χρόνια –έχοντας ξεπεράσει προ πολλού την τριακονταετία συνεχούς δράσης– γυρίζει τον πλανήτη, με φορεμένο το μπλε γιλέκο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «για να μεταφέρει το μήνυμα», όπως λέει η ίδια και όπως μεταφράζεται άλλωστε στα γερμανικά ο τίτλος της. Η Μπάρμπρα Χέντρικς (Barbara Hendricks) θα μπορούσε να μείνει στις δάφνες της λαμπερής κι αισθαντικής της φωνής, ως διεθνούς φήμης σοπράνο, περιχαρακωμένη με την άνεση των βαρύτερων μουσικών σκηνών του πλανήτη. Ομως, όχι.

Επιλέγει να είναι στις εστίες του ανθρώπινου πόνου, ως η μακροβιότερη επίτιμη πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNHCR και μοναδική στον κόσμο που φέρει ισοβίως αυτόν τον τίτλο. Στην περίπτωσή της, είναι μια φωτισμένη γυναίκα από τη δοτικότητα και το πνεύμα αλληλεγγύης, με απλότητα και καταδεκτικότητα, που η ίδια τροφοδοτεί με σημασία και νόημα αυτόν τον τίτλο. Οταν της είπα ότι στις αρχαίες τραγωδίες σκοτώνουν τον αγγελιοφόρο των δυσοίωνων ειδήσεων, μου απάντησε: «Ναι, μα δεν μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια». Σε κοιτάει στα μάτια και σε γεμίζει με σπίθες μαχητικότητας κι αγάπης. Το ίδιο βλέμμα έχει συναντήσει τόσους ανθρώπους που ζουν στην απόγνωση της προσφυγιάς και της αβεβαιότητας· είναι ποτισμένο με την αλήθεια της παραμικρής ιστορίας των ανθρώπων που της εμπιστεύτηκαν την ανάγκη τους. Και γι’ αυτούς μιλάει.

Είχε επιστρέψει από τα Διαβατά Θεσσαλονίκης, όταν τη βρήκα στο ξενοδοχείο της. Από τον ρόλο της μεγάλης ντίβας του τραγουδιού, κρατούσε μόνο τη φινέτσα και την αρχοντιά του ανθρώπου που εκπληρώνει τον σκοπό του σε αυτή τη ζωή με ειλικρίνεια και ευθύτητα. Είχε συναντήσει πρόσφυγες από τη Συρία και το Ιράκ, ασυνόδευτα ανήλικα παιδιά, ανθρώπους που περιμένουν να μετεγκατασταθούν κάπου αλλού στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Μεταφέρει τις τραυματικές εμπειρίες των παιδιών, τις τραγικές ιστορίες των οικογενειών που χωρίστηκαν, τις απροσπέλαστες δυσκολίες τους, μα κυρίως την ελπίδα τους. Ανθρωποι που έφυγαν για να γλιτώσουν τη ζωή τους από την καταστροφή και τον πόλεμο. Η Χέντρικς μιλάει με αγωνία κι έγνοια γι’ αυτούς, θυμάται τα ονόματά τους και μου περιγράφει την περιπέτεια μιας από τις χωρισμένες από τις δραματικές συνθήκες οικογένειας: πώς τα παιδιά –αν και με ουλές και σημάδια από τους βομβαρδισμούς– ήταν τόσο όμορφα, γεμάτα με ελπίδα, δύο από τους πιο εμπνευστικούς ανθρώπους που είδε, με το φως της ζωής να μην έχει σβήσει μέσα τους, με τον ενθουσιασμό για την επιβίωση να καίει.

Τη ρώτησα πώς διαχειρίζεται μέσα της όλες αυτές τις ιστορίες. «Κάπου ανάμεσα στη ματαιότητα, στον θυμό, στην έμπνευση. Παίρνω πολλή δύναμη από τους πρόσφυγες. Ιδίως από τις γυναίκες, που είναι και οι πιο ευάλωτες σε αυτή την κατάσταση. Συνήθως έχουν υπό την προστασία τους παιδιά και ηλικιωμένους, συγγενείς. Είναι τόσο δύσκολο γι’ αυτές. Αλλά βλέπω οι άνθρωποι να υπερβαίνουν τις αντιξοότητες… Είναι τόσο λίγες πόρτες ανοιχτές γι’ αυτούς», μου είπε, αναφέροντας τις προσωπικές μαρτυρίες τόσων ανθρώπων που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω, δεν υπάρχει δρόμος μετεγκατάστασης και βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μετάβασης που δεν ξέρουν τι θα απογίνουν. Βάζει τον εαυτό μας στη θέση τους, σε μισή ώρα από τώρα να τρέξουμε ξαφνικά για να σώσουμε τη ζωή μας, όλοι εμείς με τα καθημερινά μας προβλήματα και τις γκρίνιες, που όμως διαθέτουμε ακόμη το προνόμιο της ζωής σε μια ειρηνική χώρα.

Η λύση στα χέρια των λαών

Ως λύση στο πρόβλημα προκρίνει την πολιτική λύση η ίδια. Τη βούληση οι 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης να επωμιστούν τον αριθμό προσφύγων που αντέχει η κάθε μία και να βοηθηθούν οι άνθρωποι. Μιλάει για τους πολιτικούς της Γηραιάς Ηπείρου που «έχουν τον νου τους μόνο στις επόμενες εσωτερικές τους εκλογές και όχι στην ευθύνη που έχουν αναλάβει έναντι των λαών τους». Για να υποκινηθεί η πολιτική λύση, όμως, ως μόνο τρόπο βλέπει τη δύναμη της κοινής γνώμης, να το απαιτήσουν οι πολίτες από τους πολιτικούς τους. «Εχουμε τους πολιτικούς που αξίζουμε», τόνισε.

Παραλληλίζει την Ευρώπη με μια οικογένεια και θεωρεί ότι τώρα είναι ώρα να δείξει τι την ενώνει. «Είναι όπως ένας γάμος», λέει, «με τις καλές και τις δύσκολες ημέρες. Δεν μπορείς να είσαι επιλεκτικός. Δεν μπορείς να είσαι μέλος μόνο στις καλές ώρες… Το μέλλον της Ευρώπης είναι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία έχει θεμελιωθεί πάνω στις αρχές της ειρήνης και της αξιοπρέπειας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Χωρίς αυτά το μέλλον μας είναι αβέβαιο».

Η Χέντρικς, με σουηδική υπηκοότητα μετά τον γάμο της, έχει ζήσει και μεγαλώσει στην Αμερική, όπου βίωνε το δικό της απαρτχάιντ, χωρισμένη στα δύο από τον ρατσισμό. Στα σχολεία, στο δρόμο, στα νοσοκομεία. «Εάν είχες ένα αυτοκινητικό ατύχημα και δεν βρισκόσουν κοντά στο νοσοκομείο που ήταν για μαύρους, τότε μπορούσες να πεθάνεις. Γιατί δεν υπήρχε χρόνος να πας στο σωστό νοσοκομείο, δεν σε δέχονταν, ακόμη κι αν το νοσοκομείο για τους λευκούς ήταν απέναντι». Αφηγείται ότι δεν μπορούσες να πιεις νερό από τη δημόσια βρύση, λόγω του χρώματός σου. Πιστεύει στον Θεό, κόρη πάστορα, είχε τα πάνω και τα κάτω της με τους φορείς της θρησκείας, όμως κυρίως πιστεύει στους ανθρώπους και στην πνευματικότητά τους, άλλωστε η ίδια είναι βαθιά κοινωνός της.

Παλεύει για κοινά δικαιώματα για όλους τους ανθρώπους, μέχρι να πεθάνει, όπως λέει. «Αν δεν έχεις γαλήνη με τη δική σου καρδιά, πού να τη βρεις με τους έξω από σένα; Δεν χρειάζεται να πας σε καταυλισμούς στη Σομαλία και στο Σουδάν για να βοηθήσεις. Είναι πιο απλό. Μπορείς να ξεκινήσεις μέσα από το σπίτι σου, με τον άντρα και τα παιδιά σου, με τους φίλους σου, με τους συναδέλφους σου, με τη γειτονιά σου, για να κάνεις το σωστό… Ολοι είμαστε πολίτες αυτού του κόσμου… Οι διαφορές μας είναι ο πλούτος μας…», σημειώνει η ίδια.

Diego Marani: «Οι γλώσσες ανήκουν σε αυτούς που τις μιλούν»

Diego Marani: «Οι γλώσσες ανήκουν σε αυτούς που τις μιλούν»

Ο Diego Marani, διευθυντής Πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης της Ε.Ε., υπεύθυνος για την πολιτιστική διπλωματία, έγραψε ένα βιβλίο για τη μνήμη και τη γλώσσα, για την αγάπη και την ανθρωπιά, για την ιερή ομορφιά της ζωής. Η δουλειά του είναι να αναπτύσσει στρατηγικές διαπολιτισμικού διαλόγου και συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τρίτες χώρες. Εχει εμπνευστεί άλλωστε και μια δική του γλώσσα, την Europanto. Πάντως, με τη λογοτεχνία του στο εξαίσιο μυθιστόρημα «Νέα φινλανδική γραμματική» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιώρα, σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, ο ίδιος κατορθώνει να ενώσει όλον τον κόσμο.

– Ποια ήταν η αρχική ιδέα και πρόθεση για να γράψετε αυτή την ιστορία;

– Hθελα να εξερευνήσω το ζήτημα της γλώσσας και της ταυτότητας. Η γλώσσα μάς καθορίζει; Σε ποιο βαθμό; Μπορούμε να είμαστε ανεξάρτητοι από τη γλώσσα μας; Μπορούμε ν’ αλλάξουμε γλώσσα στο πέρασμα της ζωής μας και να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας; Για όλες αυτές τις ερωτήσεις δεν βρήκα οριστικές απαντήσεις, αλλά μόνο ρωτώντας έχεις ήδη μια αναζήτηση.

– Πώς η μνήμη και η γλώσσα, λοιπόν, καθορίζουν τη ζωή μας;

– Η μνήμη είναι μια εφεύρεση. Ο καθένας μας έχει τη δική του. Οι αναμνήσεις μας συχνά δεν συμπίπτουν με αυτές των φίλων και των αγαπημένων μας. Επιλέγουμε από το παρελθόν ό,τι ασυνείδητα θέλουμε να είναι αλήθεια. Η γλώσσα είναι μια πρόχειρη και ντελικάτη δομή πάνω στην οποία βρίσκουμε την ταυτότητά μας. Ομως όπως η μνήμη είναι αλήθεια για μας με τον τρόπο που θυμόμαστε τα πράγματα, αντίστοιχα η γλώσσα είναι αλήθεια ως ένα εργαλείο αναγνώρισης. Χρειαζόμαστε τη γλώσσα για να είμαστε ο εαυτός μας. Το πρόσωπό μας σχηματίζεται από τη γλώσσα μας, από τις σκέψεις μας επίσης, από την αντίληψή μας για το τι είμαστε και το τι είναι ο κόσμος. Δεν συνειδητοποιούμε ότι η ταυτότητα δεν είναι ένα κλειστό μοτίβο με το οποίο γεννιόμαστε, αλλά μια διαδικασία που διαρκεί όσο ολόκληρη η ζωή μας.

Η παράμετρος έρωτας

– Λέτε στο βιβλίο ότι ο ήρωάς σας δεν θα γνωρίσει βαθιά μια γλώσσα, εάν δεν ερωτευτεί. Γιατί;

– Η αγάπη είναι μια βαθιά επίγνωση, μια ισχυρή κατάσταση συνειδητότητας. Δεν μπορείς να «εγκαταλείψεις» τον εαυτόν σου στην αγάπη, δεν μπορείς να δώσεις τον εαυτόν σου σε έναν άλλον, εάν δεν είσαι σίγουρος για το ποιος είσαι.

– Γιατί διαλέξατε τη Φινλανδία και τη γλώσσα της ως καμβά της πλοκής σας;

– Στην αρχή συμπτωματικά, αλλά στο τέλος ήταν η ίδια η Φινλανδία που με ενέπνευσε για το βιβλίο μου. Η χώρα αυτή είναι ένα νέο σχετικά θεμελιωμένο κράτος. Ολα τα έθνη-κράτη είναι τεχνητές κατασκευές, με τους μύθους και τα έπη και τις πατριωτικές αφηγήσεις τους. Σκεφτείτε οποιαδήποτε χώρα στην Ευρώπη: είναι μια επινόηση χτισμένη πάνω στη γλώσσα, τη γεωγραφική επικράτεια και τον μύθο. Ομως στη Φινλανδία ακόμη νιώθεις ότι είναι πολύ φρέσκο και καινούργιο αυτό. Και την ίδια ώρα μπορείς να αισθανθείς πόσο τεχνητό είναι. Ως ανεξάρτητο κράτος έχει να κάνει πολύ με την ταυτότητα. Στη Φινλανδία βρήκα το τέλειο περιβάλλον για το βιβλίο μου. Η Τεργέστη στην Ιταλία και η Φινλανδία είναι δύο περιφερειακά μέρη στην Ευρώπη, σε μια περιοχή με μπερδεμένη και όχι ξεκάθαρη ταυτότητα. Και οι δύο εξυπηρέτησαν τον σκοπό μου. Και στις δύο θέλει πολύ λίγο για να πέσεις μέσα στη μία ή την άλλη ταυτότητα.

– Τι σκέφτεστε για τους πρόσφυγες στην Ευρώπη σήμερα; Πόσο βίαιο ή επώδυνο είναι, προκειμένου να επιβιώσουν, να ξεριζώνονται και από τη γλώσσα τους; Ή μήπως είναι και «πλούτος» η κάθε νέα γλώσσα;

– Είναι πολύ επίκαιρο θέμα που του αξίζει περισσότερη σημασία. Το να μαθαίνεις μια γλώσσα και να υιοθετείς μια νέα κουλτούρα δεν είναι ποτέ εύκολο. Μπορεί να είναι εμπλουτισμός όταν γίνεται σε ιδανικές συνθήκες. Ομως δεν νομίζω ένας μετανάστης να βρίσκει αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες. Στο τέλος της διαδικασίας είναι αλήθεια ότι τα παιδιά των σημερινών προσφύγων θα είναι πλουσιότεροι άνθρωποι και θα έχουν περισσότερες ευκαιρίες στη ζωή τους, ακριβώς χάρη στις αναμεμειγμένες κουλτούρες και τις γλώσσες. Εάν μπορέσουν να διατηρηθούν μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία της υιοθέτησης. Υπάρχουν δύο τρόποι γι’ αυτό: να ενσωματωθούν ή να αφομοιωθούν. Η ενσωμάτωση αφορά τη σύνδεση σε μια νέα κοινωνία, διατηρώντας τον δικό σου πολιτισμό και τη δική σου γλώσσα, υιοθετώντας από την καινούργια κοινωνία αλλά χωρίς να γίνεται κανείς ποτέ απόλυτα μέρος της. Η αφομοίωση έχει να κάνει με την εξάλειψη της κουλτούρας και της γλώσσας του μετανάστη ως ένας τρόπος «εμβάπτισης» και εισδοχής στη νέα του χώρα. Η Γαλλία στο παρελθόν διέθετε μια πανίσχυρη κουλτούρα αφομοίωσης. Ομως μέσα σε αυτή τη διαδικασία προσέφερε ταυτόχρονα και απόλυτη αποδοχή. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Καμία χώρα στην Ευρώπη δεν έχει πια την απαραίτητη πολιτισμική ισχύ και γοητεία προκειμένου να αφομοιώσει τους άλλους ανθρώπους. Οπότε η κοινωνική ενσωμάτωση είναι το πιο σύνηθες σχήμα, αλλά με όλες τις αντιφάσεις και τα προβλήματά της. Η ενσωμάτωση δεν έχει να κάνει ποτέ με μια πλήρη πρόσβαση στη νέα κουλτούρα. Μπορεί να δουλέψει, όταν ο μετανάστης και η καινούργια του κοινωνία μοιράζονται έναν κοινό τόπο αποδεκτών αρχών. Αυτό πρέπει πια να είναι και η Ευρώπη.

H Europanto

– Μιλήστε μας για τη Europanto. Πόσες γλώσσες μιλάτε εσείς;

– H Europanto είναι ένα αστείο, όχι γλώσσα. Ενα είδος παιχνιδιού ή δήθεν γλώσσας που επινοήθηκε για να δείξει στους ανθρώπους πως η μελέτη μιας γλώσσας μπορεί να είναι διασκεδαστική και μια γλώσσα δεν είναι κάτι ιερό και ανέγγιχτο. Οι γλώσσες συνέχεια αλλάζουν, εξελίσσονται όπως κάθε πράγμα που αφορά τις ανθρώπινες συνθήκες. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις γλώσσες ούτε να τις λατρεύουμε ως θρησκείες και να θεωρούμε ότι ανήκουν στην κυβέρνηση ή το κράτος. Οι γλώσσες ανήκουν σε αυτούς που τις μιλούν, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους. Η Europanto δείχνει ακριβώς αυτό: πώς με την ανάμειξη μπορείς να επινοείς λέξεις και να γίνονται κατανοητές, πώς οι γλώσσες μας είναι μια διαρκής διαδικασία μόλυνσης και αλλαγής. Εγώ μιλάω πολύ καλά γαλλικά και αγγλικά, άνετα μερικά ολλανδικά, αυτοσχεδιάζοντας λίγα ισπανικά, θυμάμαι ότι κάποτε ήξερα φινλανδικά αλλά τώρα τα ξέχασα και έχω τη γεύση από μερικές άλλες ακόμα γλώσσες χωρίς ποτέ να τις έχω σπουδάσει.

– Πώς η δική σας γλώσσα, η ιταλική επηρεάζει τη δική σας ζωή και ύπαρξη;

– Η γλώσσα μου είναι σίγουρα η μητρική, αυτή η μόνη που μπορώ να εκφράσω τα πιο βαθιά μου συναισθήματα. Αλλά δεν είμαι πια ο Ιταλός που ήμουν, όταν μιλούσα μόνο μία γλώσσα. Τώρα χρειάζομαι όλες μου τις γλώσσες για να εκφράσω την ταυτότητά μου, χωρίς να ξεχνώ τη διάλεκτό μου.

– Υπάρχει ένα έξοχο απόσπασμα στο βιβλίο σας για τον Θεό, τον θάνατο και τη γαλήνη. Πιστεύετε στον Θεό;

– Οχι δεν πιστεύω στον Θεό. Ή καλύτερα, δεν πιστεύω στις εκκλησίες. Ομως νιώθω την ιερότητα της ζωής και την ανθρώπινη αγωνία για μια απάντηση.

Ζιλ Βενσάν: «Το νουάρ με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα»

Ζιλ Βενσάν: «Το νουάρ με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα»

Είναι από τις φορές που η αναγνωστική φαντασία και προηγουμένως η συγγραφική πρόθεση υποδαυλίζονται από την ακόμη πιο δραματική ιστορική πραγματικότητα. Το νουάρ μυθιστόρημα του Ζιλ Βενσάν που μόλις κυκλοφόρησε στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τον τίτλο «Το φιλί του θανάτου», σε πολύ καλή μετάφραση από τα γαλλικά της Ρίτας Κολαΐτη, καταπιάνεται με την υπόθεση της δολοφονίας του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στον βαθύ του καμβά. Η επικαιρότητα ξανάφερε στην επιφάνεια το ιστορικό γεγονός με νέες πληροφορίες για το πόσο το καθεστώς Φράνκο και ίσως ο ίδιος προσωπικά ήθελαν την εξόντωση του ποιητή.

Η ανατρεπτική μυθοπλασία του Ζιλ Βενσάν αγγίζει ίσως κάποτε και τα όρια της αλήθειας, αποκαλύπτοντας σκοτεινές πλευρές της διακυβέρνησης Γκονζάλες στην Ισπανία -υπόθεση GAL- αλλά και της σιωπηρής συνεργασίας από τη γαλλική πλευρά. Τα βρώμικα πολιτικά και παραστρατιωτικά παιχνίδια βγαίνουν στην επιφάνεια από σημερινούς αστυνομικούς που ασχολούνται με τρέχοντα εγκλήματα. Το σύγχρονο ευρωπαϊκό νουάρ ξεσκεπάζει όλη τη βία που ζει υπόγεια στην κοινωνία, καταφέρνοντας την ίδια στιγμή να διασώσει το συναίσθημα και την ανθρωπιά αλλά και να γεφυρώσει τα χάσματα που ανοίγει ο χρόνος και η Ιστορία.

– Ποιο ήταν το αρχικό κίνητρο για να γράψετε «Το φιλί του θανάτου»;

– Η αγάπη για τον Γκαρθία Λόρκα είναι ο πρώτος λόγος. Οταν πήγα στη νότια Ισπανία, ήθελα να εναποθέσω ένα λουλούδι στον τάφο του, αλλά δυστυχώς ο τάφος δεν υπάρχει… Κι εδώ μπαίνει η ελευθερία του συγγραφέα, να προσφέρω στον εαυτό μου μια ιδέα μυθοπλασίας από τη μη ύπαρξη του τάφου. Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός. Ηθελα να κατανοήσω τη λογική της δικτατορίας στην Ισπανία. Δεν φτάνει το ότι ανέβηκε στην εξουσία ένας σοσιαλιστής, ο Γκονζάλες, αργότερα, η χώρα κουβαλούσε μια σαραντάχρονη πορεία με αστυνομία, δικαιοσύνη που ήταν επηρεασμένες από το παλιό καθεστώς. Και ένα τρίτο στοιχείο που υπάρχει σε όλα αυτά τα μυθιστορήματα και με αφορά, είναι οι αποκλίσεις των ερωτικών συναισθημάτων.

– Τι σκέψεις σας δημιουργούν οι καινούργιες πληροφορίες που ήρθαν στη δημοσιότητα για τη δολοφονία του Λόρκα;

– Είναι ένα στοιχείο αυτό για τη διαταγή του Φράνκο για τη δολοφονία, αλλά μου φαίνεται λίγο περίεργο γιατί εκείνη την εποχή ο Φράνκο ήταν ακόμη εξόριστος στα Κανάρια Νησιά.

– Είναι τόσο επικίνδυνη η ποίηση, λοιπόν;

– Δεν ήταν μόνο η ποίηση ο λόγος της δολοφονίας του. Ηταν συμπαθών ο Λόρκα προς τους Δημοκρατικούς, αλλά ποτέ στρατευμένος. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ήταν ομοφυλόφιλος και το τρίτο στοιχείο είναι ότι έγραφε έργα στα οποία αποδομούσε τις μεγάλες οικογένειες της Ανδαλουσίας. Αυτοί είναι τρεις σοβαροί λόγοι για να τον δολοφονήσουν. Οι φίλοι του, ο Πικάσο και οι άλλοι, που ήταν πολιτικοποιημένοι και συνειδητοποιημένοι, κατάλαβαν τον κίνδυνο και έφυγαν στο εξωτερικό. Αυτός ήταν λίγο πιο αιθεροβάμων και έμεινε. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο.

– Τι φοβάται πιο πολύ ένας συγγραφέας όταν αναμετριέται με πραγματικά περιστατικά της Ιστορίας;

– Πριν αρχίσω να γράφω ένα βιβλίο, κάνω επισταμένη έρευνα. Μετά πηγαίνω επί τόπου για να οσφρανθώ την ατμόσφαιρα, να μιλήσω με ανθρώπους, να πιάσω τον ήχο της γλώσσας, να έχω μαρτυρίες για την περιοχή. Μόλις τελειώσω αυτή τη δουλειά, είμαι γεμάτος από την πραγματικότητα. Οταν αρχίζω να γράφω, σκίζω όλες τις σημειώσεις μου για να φύγω από την πραγματικότητα και να επιτρέψω στη μυθοπλασία να πάρει τη θέση της. Και μετά, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία μπλέκονται. Πιστεύω ότι η μυθοπλασία είναι ένα μεγάλο ψέμα, αλλά πρέπει να είναι ένα ψέμα αληθινό.

Στο μυθιστόρημα «Το φιλί του θανάτου» ένας ήρωας είναι ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας. Στη Γαλλία όλοι αναγνωρίζουν ποιος είναι. Του έστειλα ένα αντίτυπο μόλις βγήκε. Και μου έγραψε ένα σημείωμα ότι ακράγγιξα την πραγματικότητα ως προς τον χαρακτήρα του και την προσωπικότητά του…

– Ως προς την υποτιθέμενη μυστική συνάντηση και συμφωνία ανάμεσα στον Φελίπε Γκονζάλες και τον Ζακ Σιράκ για την υπόθεση των GAL, η οποία στο βιβλίο λαμβάνει χώρα στο Σεν Παλέ, σε ένα μοναστήρι, είναι αληθινό γεγονός ή όχι;

– Εδώ μπαίνει η μυθοπλασία. Κάποια συνάντηση κατά τη γνώμη μου έγινε και το επιβεβαίωσε -κατά κάποιον τρόπο- και η φράση του υπουργού Εσωτερικών που μου έγραψε «Ακράγγιξες την πραγματικότητα». Το Σεν Παλέ, ο τόπος της συνάντησης, είναι καθαρά μυθοπλαστικό στοιχείο, είναι ένα μέρος όπου διασταυρώνονται οι δρόμοι της Ευρώπης προς τον προσκυνηματικό προορισμό της Κομποστέλα.

– Πώς προέκυψε η αγάπη για την Ισπανία;

– Λατρεύω τη Μαδρίτη, πηγαίνω συχνά. Την ξέρω τόσο καλά που μου είναι πολύ εύκολο να τοποθετήσω εκεί τη δράση του βιβλίου. Οταν ήμουν παιδί, ο πατέρας μου, επειδή ήταν αριστερός και πολύ δημοκράτης, δεν μπορούσε να πάει στην Ισπανία επί Φράνκο. Οι φίλοι μου, οι συμμαθητές μου πήγαιναν εκεί, ενώ εγώ δεν μπορούσα. Μετά ήθελα με απληστία να κερδίσω τον χαμένο χρόνο, να δω αυτή τη χώρα, να τη γνωρίσω. Και η γυναίκα μου είναι καθηγήτρια Ισπανικών. Λατρεύω το φλαμένκο, τον Γκόγια, τον Βελάσκεζ.

– Το οικογενειακό σας παρελθόν, το πολιτικό, πώς επηρέασε τη συγγραφική σας ταυτότητα;

– Το αστυνομικό μυθιστόρημα, το νουάρ, με ενδιαφέρει όταν θέτει ερωτήματα, όχι απλώς όταν αφορά μόνο ένα αίνιγμα. Η ιστορία του παππού μου που ήταν βουλευτής του Δημοκρατικού Μετώπου, με επηρέασε στο μυθιστόρημά μου «Ντζεμπέλ». Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής ήταν αντιστασιακός, συνελήφθη, βασανίστηκε από τους ναζί και πέρασε δύο χρόνια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μπούχενβαλντ. Ο παππούς μου ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλες ηθικές αξίες. Ηταν από τους πρώτους που εναντιώθηκαν στα βασανιστήρια που έκαναν οι Γάλλοι στους Αλγερινούς. Αυτό ήταν ακριβώς το έναυσμα για να γράψω το «Ντζεμπέλ» που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλγερίας.

– Το νουάρ, τις δύο τελευταίες τουλάχιστον δεκαετίες, είναι για τη λογοτεχνία ό,τι έχει υπάρξει το μυθιστόρημα στον 19ο αιώνα;

– Το νουάρ μυθιστόρημα έχει αλλάξει τα τελευταία 25 χρόνια. Πριν ήταν κάτι το επίπεδο. Υπήρχε ο φόνος, η έρευνα και η λύση. Παράδειγμα η Αγκάθα Κρίστι που βλέπουμε την αστική βρετανική τάξη, περίπου τον ίδιο «χώρο» σε όλα της τα μυθιστορήματα. Μετά τον πόλεμο της Αλγερίας στη Γαλλία, αλλά και στην Αμερική μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ, αναδύθηκε μία γενιά συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων που ήθελαν όμως να αναρωτηθούν σχετικά με τη θέση τους στην κοινωνία. Σε σχέση με το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα στο αστυνομικό προέχει η δράση και λιγότερο το στυλ γραφής. Οι συγγραφείς της γενιάς μου όμως κατάλαβαν ότι έπρεπε να καταπιαστούν και με τη γραφή καθαυτή, για να έχει μια αξία το έργο.

Ράνκιν: «Δεν φτιαχτήκαμε για να είμαστε τέλειοι»

Ράνκιν: «Δεν φτιαχτήκαμε για να είμαστε τέλειοι»

Ξεκινάει συνήθως τις ιστορίες του από κάτι που έχει πραγματικά συμβεί. Αναρωτιέται γιατί έγινε και τι λέει αυτό για τον κόσμο μας. Δεν ξέρει τις απαντήσεις και ίσως να μη φτάνει ποτέ σε αυτές. Οι ερωτήσεις τού αρκούν. Η οικονομική κρίση τού φαίνεται δύσκολο θέμα για τη λογοτεχνία, θεωρεί ότι χρειάζεται να περάσουν πέντε με δέκα χρόνια για να μπορέσουν αποστασιοποιημένα οι συγγραφείς να γράψουν γι’ αυτό, αλλά βρίσκει ενδιαφέρον για τον συγγραφέα να ζει σε ταραχώδεις εποχές.

Ο πολυδιαβασμένος συγγραφέας Ιαν Ράνκιν εμπιστεύεται τη φαντασία των αναγνωστών του. Δεν αποκαλύπτει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των διάσημων πρωταγωνιστών του, Ρέμπους, Φοξ και Κλαρκ, αλλά τους κοιτάζει κατάματα, γνωρίζει το βλέμμα τους και το πώς σκέφτονται. Τα υπόλοιπα είναι «δουλειά» του αναγνώστη. Το ίδιο πιστεύει και για τη βία. Δεν χρειάζεται να την αφηγηθείς εξονυχιστικά· ένα στοιχείο που ενεργοποιεί τη φαντασία, είναι αρκετό.

Επειτα από 25 πολύ επιτυχημένα παγκοσμίως μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων, ένα graphic novel και ένα non-fiction βιβλίο, γράφει ακόμα γιατί τον διασκεδάζει, τον κρατάει νέο, τον θεραπεύει και θέλει να βρίσκει ένα νόημα σ’ αυτόν τον κόσμο. Οι συγγραφείς, ο ίδιος λέει, είναι σαν μικρά παιδιά που αρνούνται να μεγαλώσουν και συνεχίζουν να παίζουν με τους φανταστικούς τους φίλους.

Ο Ιαν Ράνκιν, ζεστός, με χιούμορ, με συγκροτημένη σκέψη, με φυσική περιέργεια, από κοντά είναι αυτό που γράφει: ενδιαφέρων δηλαδή, όπως ο τρόπος που αφηγείται και διερευνά την πραγματικότητα στα βιβλία του.

– Είναι το νουάρ για τον 21ο αιώνα ό,τι ήταν το μυθιστόρημα για τον 19ο αιώνα;

– Το μυθιστόρημα σήμερα έχει ανταγωνισμό. Τον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν ταινίες, δεν υπήρχε μουσική βιομηχανία, οι άνθρωποι δεν έπαιζαν βιντεοπαιχνίδια, δεν ξόδευαν ολόκληρη τη ζωή τους στο Διαδίκτυο. Ομως η βασική ανάγκη που έχουν οι άνθρωποι για ιστορίες είναι ακόμη εδώ. Αγαπάμε τις ιστορίες, είναι αλήθεια, από την εποχή των σπηλαίων. Μιλούν για τον εαυτό μας και για τον κόσμο, μαθαίνουμε για τη φύση του ανθρώπου. Από το αστυνομικό μυθιστόρημα μαθαίνουμε κάτι για την πολιτική, για τον πολιτισμό. Ωστόσο είναι αυτή την εποχή τόσο πολύ δημοφιλές, γιατί είναι διασκεδαστικό, μπορείς να δραπετεύσεις από την πραγματική σου ζωή και να βρεθείς σε έναν συναρπαστικό κόσμο όπου οι άνθρωποι διακινδυνεύουν, αλλά θέτει επίσης ερωτήματα ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά.

– Γιατί ένας αστυνομικός όπως ο Ρέμπους ή ο Φοξ είναι σε θέση να ενσαρκώσει καλύτερα τα ηθικά διλήμματα με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι;

– Οταν άρχισα να γράφω βιβλία, ήθελα να μιλήσω για τη σύγχρονη κοινωνία, για την πόλη εκείνης της εποχής, για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι τότε. Ο ντετέκτιβ ήταν το ιδανικό πρόσωπο για να εξερευνήσει όλον αυτό τον κόσμο, γιατί έχει πρόσβαση σε κάθε στρώμα της κοινωνίας, από τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες στην κορυφή μέχρι τους στερημένους, όλους όσους η κοινωνία ξεχνάει. Σε ρεαλιστική βάση, ο αστυνομικός μπορεί να τους επισκεφθεί και να τους ερευνήσει και ως χαρακτήρες, ενώ αλλιώς είναι τόσο δύσκολο να καλύψει κανείς μια τόσο ευρεία γκάμα. Γι’ αυτό άρχισα να γράφω αστυνομική λογοτεχνία. Ο ντετέκτιβ μπορεί να εξετάσει την κοινωνία από την κορυφή έως τη βάση της. Το πιο μεγάλο ηθικό ζήτημα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπη ξανά και ξανά η αστυνομική λογοτεχνία είναι γιατί ο άνθρωπος συνεχίζει να διαπράττει εγκλήματα. Αυτή είναι η βασική ερώτηση. Γιατί κάνουμε τόσο φοβερά πράγματα ο ένας στον άλλον. Είναι πολύ απλή ερώτηση, αλλά είναι τόσο σύνθετη η απάντηση.

– Να ερευνάς το κακό, να γράφεις γι’ αυτό, να μελετάς την εγκληματικότητα, να την αφηγείσαι, τι μπορεί να σου πει για την ανθρώπινη ψυχή;

– Πολύ συχνά η αστυνομική λογοτεχνία γυρίζει πίσω στα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα της Βίβλου, αναζητώντας τη ρίζα των εγκλημάτων. Μοιάζει κάποιες φορές με ιστορία ηθικού περιεχομένου, με διδακτικό παραμύθι ή μύθο. Λέει τότε στον αναγνώστη: «Τι θα έκανες σε μια τέτοια περίπτωση; Θα μπορούσες να σκοτώσεις κάποιον; Και πώς θα ένιωθες άμα είχες σκοτώσει κάποιον;». Τον βάζει σε μια κατάσταση που θα ήλπιζε να μη βρεθεί ο ίδιος στην πραγματική του ζωή. Ομως, την ίδια ώρα τον ρωτάει σε τι κόσμο ζει, τι είδους αστυνομία έχει, τι αστυνομία χρειάζεται, εάν η κοινωνία έχει το έγκλημα που της αξίζει. Για τον καπιταλισμό ως σύστημα, εάν δεν υπήρχε κεφάλαιο, δεν θα υπήρχε έγκλημα… Μπορείς να έχεις έναν τέλειο κόσμο; Και το θέμα είναι ότι οι άνθρωποι δεν είμαστε τέλειοι, δεν είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε τέλειοι. Και αυτό μας κάνει ενδιαφέροντες. Γι’ αυτό οι ντετέκτιβ στην αστυνομική λογοτεχνία τείνουν να είναι κατεστραμμένοι, σύνθετοι, σκοτεινοί, μελαγχολικοί. Χρειάζονται ανθρώπινα επίπεδα. Σκεφτείτε να ζούσαν σε απόλυτα ευτυχισμένους γάμους, να γυρνούσαν σπίτι το βράδυ με τα παιδιά τους και να δειπνούσαν, θα μας ήταν εντελώς αδιάφοροι.

– Η οικονομική κρίση αποκάλυψε για τον δυτικό κόσμο και τα αδιέξοδα του ορθολογισμού, δεν νομίζετε; Η λογοτεχνία αφουγκράζεται νωρίτερα το τι συμβαίνει στον κόσμο;

– Εξαρτάται από τη φύση του συγγραφέα. Κάποιοι γίνονται συγγραφείς γιατί θέλουν να διασκεδάσουν, άλλοι γιατί θέλουν να εξηγήσουν τον κόσμο ή να εξετάσουν τις διαστρωματώσεις της κοινωνίας, ή το τι πηγαίνει στραβά.

Συνταγή επιτυχίας

«Η αστυνομική λογοτεχνία δεν επιδοτείται από την πολιτεία. Πρέπει να πουλήσεις βιβλία, αλλιώς δεν έχεις θέση στον χώρο. Πρέπει να διασκεδάσεις τους άλλους. Δεν μπορείς να είσαι όπως ένας δοκιμιογράφος. Δεν μπορείς να πεις στους ανθρώπους απλώς “αυτό είναι κακό, μην το κάνεις”. Εχεις να αφηγηθείς μια περιπετειώδη διασκεδαστική ιστορία. Εάν θέλεις, μπορείς να μιλήσεις για σοβαρά ζητήματα. Εάν το θέλεις. Αν όμως αρχίσει να βαριέται ο αναγνώστης, γιατί δεν γράφεις με έναν τρόπο διασκεδαστικό, τότε απέτυχες. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να έχεις πραγματικά πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες και μια συναρπαστική ιστορία. Τα υπόλοιπα έρχονται μετά».

Η κουλτούρα νικάει και τη μοναξιά

«Η κουλτούρα νικάει και τη μοναξιά»

Τα βιβλία του κατάφεραν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον για την εκλαϊκευμένη εκδοχή της φιλοσοφίας, χωρίς απαραιτήτως να είναι εύπεπτα. Το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στη χώρα μας έργο του, που συνέγραψε με τον καθηγητή John Armstrong, « Η τέχνη ως θεραπεία» (εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη), τον έβαλε μέσα στα μουσεία κυριολεκτικά, με γνωστά ιδρύματα ανά τον κόσμο να διοργανώνουν εκθέσεις με αφορμή και αντικείμενο τις ιδέες του.

Οχι άδικα. Πρόκειται για τον Alain de Botton. Αυτή τη φορά, μετά τον έρωτα, την αρχιτεκτονική, τα ταξίδια, το σεξ και τον Προυστ, το πεδίο του διευρύνθηκε. Στο στόχαστρο τέθηκε η τέχνη. Ως τρόπος εξέλιξης, ως μέσο συμφιλίωσης με το ανοίκειο, ως εργαλείο αφύπνισης, εντέλει ως εγχειρίδιο να ζήσουμε καλύτερα τη ζωή μας, ανακαλύπτοντας σε όλα όσα μάς περιβάλλουν την αυταπόδεικτη αξία τους από τη μία, αλλά και την άλλη εκδοχή τους: τη χρησιμότητά τους στην καθημερινότητά μας λίγο πιο απρόβλεπτα και ασυνήθιστα.

Σχολή σκέψης

Η αδιαμφισβήτητη πολύπλευρη παιδεία του, η ευρύτητα των γνώσεων και το βάθος της μελέτης του στον δυτικό πολιτισμό τον προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα: να επιχειρήσει να προτείνει τη δική του βιοθεωρία και κοσμοθεωρία, εγκαθιδρύοντας και μια σχολή σκέψης. Οι επικριτές τού προσάπτουν την εμπορική επιτυχία του, την απλοποίηση που επιχειρεί –που δεν είναι και τόσο απλή τελικά– και ίσως το ότι κινείται έξω από τα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια των παραδοσιακών ακαδημαϊκών πεδίων. O Αλέν ντε Μποτόν τολμά να συστηματοποιήσει έννοιες κι ερωτήματα που έχουν λάβει στη σύγχρονη ζωή μας μια πιο αφηρημένη υπόσταση.

Αλλά με στόχο να βελτιώσει την καθημερινότητα. Εκεί βρίσκεται και το όποιο τρωτό του σημείο, βέβαια. Οποιος προτείνει έναν κόσμο, μπορεί και να αποκλείει κάποιον άλλον. Η πιο καίρια καινοτομία μπορεί να κρύβει εντός της κι ένα δραστικό συντηρητισμό. Ωστόσο, «Η τέχνη ως θεραπεία» είναι μια ευκαιρία να ανοίξουμε το μυαλό μας στους ορίζοντές της, που είναι απεριόριστοι, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να αναμετρηθούμε μαζί του και, γιατί όχι, να αλλάζουμε διαρκώς. Η τέχνη μπορεί να μας το προσφέρει αφειδώς αυτό, αρκεί να επαγρυπνούμε.

– Πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε κάποιον να μας διδάξει πώς να ζούμε; Δεν χάνουμε έτσι ένα ζωτικής σημασίας κομμάτι της ελευθερίας μας; Ποιος είναι ο στόχος του «The School of Life»;

– Αφού μπορούμε να διδαχτούμε μοριακή βιολογία, οικονομικά και μαθηματικά, γιατί να μην μπορούμε να μάθουμε πώς να αγαπάμε, πώς να διαλέγουμε μια δουλειά, πώς να είμαστε λιγότερο αγχωμένοι και ενοχλητικοί; Είναι όλα αυτά πράγματα που μπορούν να μεταφερθούν από τη μια γενιά στην άλλη. Οι αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι το ήξεραν αυτό καλύτερα από τον καθένα. Αριστοτέλης, Πλάτωνας, Επίκουρος… Ολοι θεμελίωσαν σχολές για να διδάξουν τη σοφία. Το «The School of Life» είναι απλώς μία ακόμα σχολή απ’ αυτές τις αρχαίες ελληνικές, στον σύγχρονο κόσμο.

– Στο βιβλίο «Η τέχνη ως θεραπεία» αναλύετε τις επτά χρήσεις της τέχνης. Ποιο είναι το όραμά σας για τη συμμετοχή τη δική σας σε αυτή τη θεραπευτική διαδικασία; Ποιος κρίκος της αλυσίδας θέλετε να είστε εσείς;

– Το βιβλίο ξεκίνησε από μια αίσθηση ότι παρόλο που η κουλτούρα μας είναι πολύ καλή στην αποθήκευση, διατήρηση και την επίδειξη της τέχνης, είναι πολύ κακή στο να ρωτάει γιατί, πραγματικά, η τέχνη είναι σημαντική. Η υπόθεση είναι ότι όλοι οι καλοί και έξυπνοι άνθρωποι ξέρουν ήδη την απάντηση στην ερώτηση αυτή και, επομένως, δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για καθοδήγηση ή δομή στον τρόπο που βλέπει κανείς την τέχνη. Ομως, εμένα μου εξάπτει το ενδιαφέρον και την περιέργεια ο τρόπος που οι θρησκείες χρησιμοποιούν την τέχνη. Χωρίς να είναι διόλου προσκολλημένες –το αντίθετο μάλιστα– στο μοντέρνο ρητό «η τέχνη για την τέχνη», επιφυλάσσουν έναν ξεκάθαρο ρόλο γι’ αυτή: ότι δηλαδή είναι ένα μέσο που μπορεί να δανείσει χρώμα και σπλαχνικό ή φρικιαστικό –έντονο, τέλος πάντων– συναίσθημα στις αλήθειες των ιερών κειμένων.

Αυτό με οδήγησε να σκεφτώ «κι αν μαθαίναμε να χρησιμοποιούμε την τέχνη για να μας οδηγεί σε συγκεκριμένες αλήθειες και ιδέες, όχι θεολογικές αλλά ψυχολογικές;». Φυσικά, η τέχνη το κάνει αυτό έτσι κι αλλιώς, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ρίχνει στο σκοτάδι την πιο χρηστική και διδακτική του πλευρά. Με λίγα λόγια, ο στόχος μου ήταν να δώσω έμφαση στο γεγονός ότι η τέχνη έχει την ικανότητα να καθοδηγεί, να εμψυχώνει, να δίνει παρηγοριά, να εξισορροπεί τους χαρακτήρες μας – πράγματα τα οποία οι φίλοι της τέχνης γνωρίζουν πολύ καλά, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν αναφέρονται και τόσο πολύ στους επίσημους καλλιτεχνικούς κύκλους.

Οι δικοί του μέντορες

– Ποιοι είναι οι δικοί σας μέντορες; Τι μπορεί να διδάξει εσάς για το πώς να ζείτε; Τι είναι θεραπευτικό και παρηγορητικό για εσάς;

– Συχνά ρωτάω τον εαυτό μου «τι θα έκανε ο Χ ή ο Ψ σε αυτή την περίπτωση;». Μερικές φορές αυτό το πρόσωπο είναι ο πατέρας μου ή το παιδί μου. Αλλες φορές είναι ο Αριστοτέλης, ο Προυστ ή ο Χάιντεγκερ. Το σπουδαίο πράγμα με την κουλτούρα είναι ότι γεμίζει το μυαλό σου με παραδείγματα, σου δίνει περισσότερες διεξόδους για να περιπλανηθούν οι σκέψεις σου, σε κάνει να νιώθεις λιγότερο μόνος με τα προβλήματά σου.

Στην Ελλάδα της κρίσης

– Στην Ελλάδα, οι άνθρωποι μένουν άνεργοι. Πώς μπορεί να τους βοηθήσει η τέχνη;

– Πρέπει να εξετάσουμε τους λόγους που η Ελλάδα βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση. Ο πρώτος λόγος είναι η ανικανότητα της πολιτικής ελίτ να λάβει σκληρές αποφάσεις όταν χρειάζονταν και να είναι ειλικρινής για τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας. Για πολύ καιρό επικράτησε μια απεγνωσμένη οικονομική αισθηματολογία όπως επίσης και η αίσθηση ότι ήταν εντάξει να ευνοεί ο καθένας τη δική του συντεχνία έναντι του εθνικού συμφέροντος. Οταν λέτε «πώς μπορεί να βοηθήσει η τέχνη», ακούγεται προς στιγμήν άτοπο. Ωστόσο, αρχίζει να γίνεται όλο και πιο λογικό όταν λέμε ότι οι ποιότητες της σκέψης που χρειάζεται η κουλτούρα, είναι ακριβώς αυτές που έχει ανάγκη η διακυβέρνηση στην Ελλάδα: δηλαδή εντιμότητα, τολμηρή προοδευτική σκέψη, έλλειψη διαφθοράς και αισθηματολογίας…

«Έχουμε γίνει πιο ανελέητοι κι από τους χειρότερους εφιάλτες»

Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα γερμανικά από τις εκδόσεις “ACABUS Verlag”, το αστυνομικό μυθιστόρημα με τον τίτλο «Το δεύτερο μέρος της νύχτας» που εκδόθηκε μόλις στην Ελλάδα από την Ωκεανίδα. Συγγραφέας του ο Μίνως Ευσταθιάδης που έχει συστηθεί ήδη στο κοινό με μυθιστορήματα αλλά και με ένα θεατρικό.

"...με ενδιαφέρουν οι οριακές καταστάσεις, οι ήττες των ηρώων, οι στιγμές που χάνεται η λογική, τα μονοπάτια των σκοτεινότερων επιλογών..."
«…με ενδιαφέρουν οι οριακές καταστάσεις, οι ήττες των ηρώων, οι στιγμές που χάνεται η λογική, τα μονοπάτια των σκοτεινότερων επιλογών…»

Πρόκειται για ένα νουάρ έργο που πραγματεύεται τη βία και τη μοναξιά στο δυτικό κόσμο, τον καιρό που ζούμε· το πώς ο φαύλος κύκλος της βίας γίνεται θηλιά στο λαιμό και μας πνίγει. Με οικονομία, πλοκή που ρέει, χωρίς ραφές, επίπεδα σκέψης που δεν περιορίζονται στην υπόθεση και μόνο, η ιστορία στέκεται επάξια δίπλα στα σύγχρονα πολυδιαβασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα της Ευρώπης. Θέλησα να μιλήσω με το συγγραφέα γιατί βρήκα το βιβλίο του από τα πιο ενδιαφέροντα του είδους του στη νεοελληνική εκδοτική πραγματικότητα, ακριβώς επειδή ξεφεύγει απ’ αυτή.

bedrohteart_neu.pdf

Μετά το θεατρικό «Το Γεύμα», ένα άγριο κείμενο, που γράψατε μαζί με την Κάτριν Λίγκμαν, γιατί επιλέξατε τη φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος;

Στο αστυνομικό μυθιστόρημα ελλοχεύει ένας κίνδυνος. Να γλιστρήσει σε μια σειρά από κλισέ που το κάνουν να μοιάζει με «έτοιμη συνταγή». Ταυτόχρονα όμως μπορεί να κερδίσει ένα δύσκολο, από συγγραφική άποψη, στοίχημα. Να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο ενώ πραγματεύεται θέματα εξαιρετικά δυσάρεστα. Πάντα με ενδιαφέρουν οι οριακές καταστάσεις, οι ήττες των ηρώων, οι στιγμές που χάνεται η λογική, τα μονοπάτια των σκοτεινότερων επιλογών.  Γι’ αυτά προσπαθώ να γράψω.

Το νουάρ μυθιστόρημα στην Ευρώπη έχει κατορθώσει να γίνει ένα μέσο ανάδειξης σοβαρών κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών καταστάσεων. Οι ήρωες από «Το δεύτερο μέρος της νύχτας» δεν κινούνται απλώς στον κόσμο της παραβατικότητας, αλλά ζουν στο σύγχρονο τοπίο της βίας. Μπορούμε να την «πούμε» τη βία, μπορούμε να την αφηγηθούμε; Τι ξορκίζουμε με αυτόν τον τρόπο;

Όχι μόνο μπορούμε να αφηγηθούμε την βία, μα ακόμα περισσότερο νοιώθω πως «οφείλουμε» να το κάνουμε. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο ξορκίζουμε την λήθη για τα λάθη μας. Όλες οι αρχαίες τραγωδίες είναι νουάρ ιστορίες, ποτισμένες με πίδακες αίματος και πάθος. Από τον Αισχύλο ως τον Σαίξπηρ και τον Σελίν, περνάει μια κατακόκκινη γραμμή. Γεμάτη από αυτό που είναι ή, ακόμα χειρότερα, αυτό που μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Ο κάθε άνθρωπος. Κουβαλάμε την θηριωδία μέσα μας κι ίσως ο μοναδικός τρόπος να την αντιμετωπίσουμε είναι να την εκθέσουμε στο φως.

Βλέπουμε καθημερινά η πραγματικότητα ως προς την εγκληματικότητα να ξεπερνάει κάθε φαντασία. Τι δυσκολίες συναντά ο μυθιστοριογράφος για να βρίσκεται πιο μπροστά από τις ρεαλιστικές συνθήκες; Ή πιστεύετε ότι δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο;

Νομίζω πως στην λογοτεχνία ελάχιστη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ φανταστικού και πραγματικού. Το ζητούμενο σε μια ιστορία δεν είναι να φαίνεται ρεαλιστική. Η δύναμη του κάθε κειμένου κρίνεται από την ικανότητα να μπορεί να σε συνεπάρει, να σε ρουφήξει μέσα του. Μέσα στην λογοτεχνία ανοίγει το παράθυρο προκειμένου να ξεφύγουμε από την τυραννία της πραγματικότητας. Εξάλλου αληθεύει πως στις μέρες μας η εγκληματικότητα έχει πια ξεπεράσει ακόμα και την πιο χυδαία φαντασία. Έχουμε γίνει πιο ανελέητοι κι από τους χειρότερους εφιάλτες.

Σπουδές νομικής, αθλητισμός στη θάλασσα -και μάλιστα σε οριακές συνθήκες για εμάς τους αμύητους- και ταξίδια. Τι θέση έχουν οι λέξεις; Γιατί γράφετε; Ποια είναι η ανάγκη;

Η νομική είναι μια απολύτως απαραίτητη και ταυτόχρονα βαθιά τρομακτική επιστήμη. Χτίζει τον ανθρώπινο νόμο αδιαφορώντας, τόσο συχνά, για τον φυσικό νόμο. Πώς μπορείς να πεις πως «απαγορεύεται να κλέψεις» σε κάποιον που μένει κάθε βράδυ κάτω από τη γέφυρα μαζί με τα παιδιά του; Ξέρω πως ακούγεται κάπως απλοϊκό μα η πείνα, η απόγνωση κι ο θάνατος έρχονται εξίσου απλοϊκά. Δηλαδή αμείλικτα. Και πού βρίσκεται η χρυσή τομή; Ίσως να ξεκινούσε κάτι καινούργιο, αν ένα πρωί μπορούσαμε να παραδεχτούμε ξεκάθαρα πως έχουμε αποτύχει. Όχι ως νομοθέτες. Κυρίως ως άνθρωποι.

Για την θάλασσα δεν θα μπορούσα να βρω τα κατάλληλα λόγια. Ίσως δανειζόμενος τον στίχο του ποιητή… «έχει την όψη του ιδανικού». Ζω παρέα με την ιστιοπλοΐα (windsurfing) 30 χρόνια πια. Μένω δίπλα και πάνω στην θάλασσα, κάθε μέρα, όσο μπορώ περισσότερο. Πολλές φορές σκέφτομαι πως δεν πρόκειται για προσωπική επιλογή αλλά για αναπόδραστη ανάγκη. Είμαι φτιαγμένος κι από νερό. Στις οριακές καταστάσεις η θάλασσα αποκαλύπτει έναν άλλο κόσμο. Αισθάνεσαι τόσο αδύναμος κι αβοήθητος που η γη, το κάθε κομμάτι στεριάς φαντάζει σαν όνειρο. Κι όμως εκείνη η στιγμή κρύβει την μαγεία που δεν χωράει πουθενά.

Οι λέξεις…και η λογοτεχνία γλιστράνε, και χάνονται φυσικά, στο τεράστιο πηγάδι που λέγεται τέχνη. Είναι γεμάτο από ελευθερία. Αμέτρητες διαστάσεις που πλέκονται σαν αράχνες, η μία πάνω στην άλλη. Τι ομορφότερο καταφέραμε να φτιάξουμε τα τελευταία 3000 χρόνια; Τιμή και ευτυχία σ’ όποιον καταφέρει να ρίξει έστω κάποια σταγόνα εκεί μέσα.

Και να το πάω λίγο παραπέρα. Μέσα στο βιβλίο, ρωτάτε κάπου «Αποτελεί η γλώσσα μια πραγματική ταυτότητα;». Τι συγκροτεί για σας τη συγγραφική σας ταυτότητα. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για βιβλία ή συγγραφείς που αισθάνεστε ότι είναι κομμάτι δικό σας.

Το παρελθόν, είτε σαν ιστορία είτε σαν γενετικό αποτύπωμα. Οι τόποι που γεννηθήκαμε, μα περισσότερο εκείνοι που αγαπήσαμε. Οι άνθρωποι που διαλέξαμε να σταθούμε δίπλα τους, κι ακόμα παραπέρα εκείνοι που μας λείπουν. Φυσικά η γλώσσα, όχι μόνο αυτή που μιλήσαμε ή γράψαμε, μα κι αυτή που πλάσσαμε με τα σώματά μας. Όλα ετούτα, και βέβαια πολλά άλλα που δεν ξέρω, συνθέτουν την ταυτότητά μας.

Συγγραφείς που μόνιμα με συντροφεύουν (σε τυχαία σειρά): Μπέκετ, Ευριπίδης, Ντοστογιέφσκι, Μπάροουζ, Κάφκα, Καμύ, Χειμωνάς. Και βιβλία: «Η μεταμόρφωση», «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα», «Ο ακατονόμαστος», «Το βιβλίο της ανησυχίας», «Η βουή και η μανία», «Ο ξένος», «Τα γαλάζια άνθη».

Κάρλο Λουκαρέλι: «Ζούμε σε έναν κόσμο νουάρ»

Κάρλο Λουκαρέλι: «Ζούμε σε έναν κόσμο νουάρ»

Μεγάλος μαέστρος του μεσογειακού αστυνομικού νουάρ, καθώς επίσης διάσημος τηλεοπτικός αστέρας στην πατρίδα του, την Ιταλία, ο Κάρλο Λουκαρέλι καταπιάνεται με το έγκλημα όσο λίγοι. Αυτό το καιρό, μόλις εξέδωσε στη χώρα του ένα καινούργιο μυθιστόρημα με τον τίτλο «Albergo Italia». Ενα έργο που διαδραματίζεται στην Ερυθραία του 1900 και φέρνει στο φως μνήμες από το αποικιοκρατικό παρελθόν της Ιταλίας, μια σχετικά ξεχασμένη υπόθεση σήμερα.

Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή μια σοβαρή λογοτεχνική αποσκευή που διαθέτει στην εργογραφία του: μια σειρά μυθιστορημάτων, την περίφημη «Τριλογία του Φασισμού» (εκδ. Κέδρος), η οποία βασίστηκε στην πτυχιακή εργασία του με θέμα τη λειτουργία της αστυνομίας στην «Κοινωνική Δημοκρατία του Σαλό». Θυμίζοντάς του τη βία που κυριαρχεί και ισοπεδώνει τα πάντα στο βιβλίο του «Μέρα με τη μέρα» (εκδ. Καστανιώτη), λέει ότι πάντοτε είμαστε βίαιοι και κακοί, όπως και υπέροχοι, άξιοι θαυμασμού. Απλώς το συνειδητοποιούμε καλύτερα σε περιόδους κρίσης, όταν η κυβερνητική ενημέρωση, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, μας τα παρουσιάζει με μεγαλύτερη επιμονή για να μας αποσπάσει την προσοχή από άλλα θέματα.

Μπορεί τα εγκλήματα να αλλάζουν από εποχή σε εποχή, έχουμε «εγκλήματα ευημερίας» αλλά και «εγκλήματα κρίσης», όμως ο βαθμός της βίας παραμένει ο ίδιος, τονίζει ο μετρ της μελαγχολικής ατμόσφαιρας και της έντασης στα όρια του θρίλερ.

– Εχετε μελετήσει επισταμένως το ζήτημα του φασισμού. Πώς βλέπετε την άνοδό του στην Ευρώπη όπως καταγράφηκε στα πρόσφατα αποτελέσματα των ευρωεκλογών;

– Η επιτυχία του φασισμού συνδέεται πάντα με συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες: μια στιγμή οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που μεταφράζεται σε ένα θυμό στον οποίο ο φασισμός είναι ικανός να δώσει απαντήσεις, δείχνοντας μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και κυρίως έναν εχθρό για να μισήσουμε (άλλες χώρες, κοινωνικές και φυλετικές ομάδες, την Ευρώπη, τους ξένους, τους πολιτικούς αντιπάλους). Μια στιγμή κρίσης των δημοκρατικών θεσμών οι οποίοι σε εκείνο τον θυμό δεν ξέρουν να δώσουν μια απάντηση, μια χώρα που δεν έχει ξεκαθαρίσει σε βάθος την κατάσταση με τον εαυτό της και με το παρελθόν της. Οταν συμβαίνει αυτό, παλιές αποτυχημένες εμπειρίες όπως αυτές του φασισμού επαναπροτείνονται ως καινούργιες και συχνά αποκτούν μεγάλη επιτυχία.

– Τι μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο; Με ποιον τρόπο μπορεί να το αντιμετωπίσει η Ευρώπη;

– Η κουλτούρα, η μνήμη. Να θυμηθούμε και να κατανοήσουμε ότι ο εθνικισμός, η μη ανεκτικότητα, η επιθετικότητα και ο ρατσισμός έχουν πάντα οδηγήσει σε χειρότερες κρίσεις, είτε κοινωνικές είτε ηθικές, όπως και σε καταστροφικούς πολέμους. Και έπειτα, να δουλέψουμε στο παρόν, να δώσουμε μια απάντηση στις ανάγκες του κόσμου που να είναι καλύτερη από τις ψευδαισθήσεις του φασισμού. Η Ευρώπη μπορεί να κάνει πολλά, αλλά αν δρα μόνο ως ο «φύλακας-σκύλος» της οικονομίας, κινδυνεύει να φαίνεται μονάχα ως ένας δεσποτικός καταπιεστής. Και ο φασισμός καρπώθηκε πάντοτε τον μύθο της πάλης εναντίον του ξένου καταπιεστή.

Αλήθεια και αληθοφάνεια

– Το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα έχει γίνει ένα μέσο αποτύπωσης της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Πώς εξηγείτε, στον καιρό των μέσων επικοινωνίας, των κοινωνικών δικτύων κτλ., να χρειαζόμαστε το μυθιστόρημα για να αναδείξουμε την αλήθεια; Δεν αρκεί η δημοσιογραφία;

– Είναι αλήθεια· εδώ και καιρό το νουάρ ξεπέρασε τα όρια του είδους και προτείνεται ως κοινωνική και πολιτική λογοτεχνία. Είναι μια φυσιολογική τάση για το νουάρ: εμείς γράφουμε γι’ αυτό που δεν πάει καλά σε ένα συγκεκριμένο τόπο ή περιβάλλον και αναρωτιόμαστε πώς, ποιος και γιατί. Επίσης είμαστε αναγκασμένοι, για να αποδώσουμε αληθοφάνεια στις ιστορίες μας, να παραμείνουμε πολύ δεμένοι με την πραγματικότητα την οποία παρατηρούμε από κοντά. Ετσι καταλήγουμε να καταγγέλλουμε αυτό που συμβαίνει και να αποκαλύπτουμε τους μηχανισμούς του. Η δημοσιογραφία κάνει κάτι διαφορετικό. Ενημερώνει και αναγκάζεται -πρέπει- να είναι αληθινή. Εμάς μας φτάνει να είμαστε αληθοφανείς. Το πρόβλημα είναι ότι, συχνά, το να φανταζόμαστε μία πιθανή πραγματικότητα, όσο άσχημη και να είναι αυτή, σημαίνει ότι την προβλέπουμε, γιατί ζούμε σε έναν κόσμο πολύ πιο νουάρ από τα μυθιστορήματά μας.

​​Τα βιβλία του Κάρλο Λουκαρέλι κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη και Κέδρο. Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη το μυθιστόρημά του με τίτλο «Il sogno di volare» -προσωρινός τίτλος «Ηθελα να πετάξω»-, σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση.