Μυστικός Κήπος

Φέτος ήταν η τρίτη χρονιά. Ξεκίνησε από «Ονειρόδρομος» και μετατράπηκε σε «Μυστικός Κήπος». Ολοκληρώθηκε ένας βαθύς και αδιερεύνητος σπειροειδής κύκλος. Με μεγάλα ταξίδια σε εσωτερικούς χώρους. Σε ψυχικά τοπία που κουβαλάμε όλοι μας.

Σε ένα τόσο δα κηπάκι, γύρω από έναν κύκλο. Ακούγοντας τις ανάσες μας. Μια χούφτα άνθρωποι. Φυτεύοντας μια ελιά, πόσους σπόρους που δεν καρποφόρησαν και πόσα άλλα λουλούδια που άνθισαν. Μεγάλη ανταμοιβή ο μικρός λουλουδοπαραγωγός που κουβαλάει ένα γλαστράκι στην καρδιά του και ανθίζει για χάρη μας όλο τον σύμπαν εκεί μέσα. Και στα μάτια όλων που σπιθίζουν λουλούδια.

Ένας πάπυρος που του έτρωγαν το φως του τα ζιζάνια, μια βοκαμβίλια ξερή που αναστήθηκε, ένας έρωτας που ξαναβλασταίνει.

Ένας μυστικός δείπνος μέσα στα χώματα, με νερό και φως και ψυχή.

Που γίνεται σφιχτή αγκαλιά που καρποφορεί.

Advertisements

Αμεριμνησία, κάτω από την επιφάνεια

Τον παρακολουθώ τον τελευταίο καιρό. Είναι αυτό που θέλω να γίνω εγώ. Αμέριμνος. Με εντυπωσιάζει τρομερά αυτή η δυνατότητα. Να είναι κανείς έτσι. Αυτή την εποχή. Υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Νομίζω καμιά φορά τον πανικοβάλλω και μόνο που περνάω από δίπλα του. Ταράζω την αμεριμνησία. Που εμένα μου εξασφαλίζει η άγνοια για το τι είναι αυτός. Μένω στην επιφάνεια. Καμιά φορά το έχω ανάγκη. Ή κάποτε η επιφάνεια τα λέει όλα για το πιο μέσα. Συνεχίζω να θαυμάζω την ατάραχη αμεριμνησία του. Τη ζηλεύω, δεν το κρύβω. Και μετά αρχίζω να σκαλίζω το μυαλό μου. Τι να σκέφτεται άραγε; Σκέφτεται; Πώς μπορεί να είναι τόσο αμέριμνος; Και τότε χαλάνε όλα. Μπαίνουν στη μέση οι λέξεις. Οι άτιμες λέξεις που δεν ενώνουν το χώρο, αλλά τον διαλύουν σε χιλιάδες θραύσματα-θαύματα.

Κάτω από τα χαλιά της επιφάνειας, συνήθως κρύβεται μια ολόκληρη ζωή που αγνοείς. Ας πούμε μια θλίψη, μια κρίση πανικού, ένας τρομερός χωρισμός, μια βαρετή ζωή, μια τεράστια απόφαση να ζει με τις αισθήσεις του όλες στα ύψη. Κάτι άλλο τέλος πάντων που θέλεις εσύ σώνει και καλά να φανταστείς. Γιατί ψοφάς για παραμύθι. Κι έρχεται μια στιγμή που τα παραμύθια πια δεν σε παρηγορούν και εκτιμάς περισσότερο από τις διαλυτικές λέξεις, τους ανθρώπους που μπορούν να προσφέρουν πιο πολλά απ’ αυτές. Ας πούμε να σε πιάσουν από το χείλος του γκρεμού την κρίσιμη στιγμή, γιατί έτυχε να περνούν. Να σου δώσουν το τιμόνι όταν φοβάσαι πιο πολύ και να σου πουν «προχώρα». Να σε πετάξουν μέσα στο νερό για να συνέλθεις. Να σου δώσουν την πιο ζεστή αγκαλιά γιατί μόνο αυτή θα σε συνεφέρει. Να σε κοιτάξουν ανάμεσα στα κενά βλέμματα και να σου πουν «έλα πάρε», όταν τα έχεις δώσει όλα. Να σου πουν «τώρα ανάσανε». Να κάτσουν απλώς δίπλα σου στον ήλιο και να είσαστε κι οι δυο αμίλητοι. Πόσο ωραίο να μοιράζεσαι τη σιωπή. Χωρίς εξηγήσεις.

Και την αμεριμνησία. Κάτι μου λέει ότι κλέβω λίγο απ’ το κομμάτι της και μόνο παρατηρώντας. Μια μέρα θα την απολαύσω κιόλας ολόκληρη. Κάτω από την επιφάνεια, γιατί αυτό είναι το δύσκολο. «Τώρα ανάσανε».

Μαγεία: το στήριγμα της ζωής

photo: scalidi

Η επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο ήταν μια αποκάλυψη. Δεν έπρεπε να έχω έρθει νωρίτερα. Δεν θα καταλάβαινα τίποτα. Ήταν η κατάλληλη ώρα. Με τον κατάλληλο άνθρωπο. Πιστεύω στους ανθρώπους. Ακόμα. Πιστεύω και στο σωστό συγχρονισμό. Όχι με την έννοια του μοιραίου ή του πεπρωμένου. Κάθε στιγμή έχει κάτι να σου δώσει άμα θελήσεις να το αντλήσεις. Και κάθε άνθρωπος. Τα τελευταία δύο χρόνια αφέθηκα στη μαγεία των ανθρώπων. Στη μαγεία που κρύβουμε μέσα μας. Όχι, σε αυτή των αγυρτών. Αλλά στη δύναμη να μεταμορφώνουμε τον εαυτόν μας. Να γινόμαστε αυτό που θέλουμε. Αυτό εγώ βρήκα ότι ήταν το μεγαλύτερό μου στήριγμα στη ζωή. Τον καιρό της κρίσης, της ανεργίας, του ευτελισμού πολλών πραγμάτων γύρω μου. Η μαγεία. Να μπορούμε δηλαδή να βλέπουμε την ομορφιά και να την βάζουμε στην ψυχή μας. Όχι αυτιστικά, αλλά σε αντιπαραβολή με την τεράστια ασχήμια. Και τη φτήνια και το ψέμα.

Στο μουσείο ήταν τόσο παρηγορητικό να διαπιστώνω ότι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα άνθρωποι σαν κι εμένα και σαν κι εσένα είχαν κάνει το ίδιο. Και συγκινήθηκα. Από το ότι εγώ και συ θα δούμε ένα ανθισμένο λουλούδι και θα νιώσουμε την ίδια χαρά που ένιωθαν στην Αίγυπτο μερικές χιλιετίες πίσω, στη μινωική Κρήτη, στη μυκηναϊκή μου πατρίδα. Βούρκωσα στη θέα των κοσμημάτων, όπως απολαμβάνω εγώ τον αμέθυστο και την κορναλίνη, το τυρκουάζ και τη φαγεντιανή, έτσι μια γυναίκα από το παρελθόν έφερε πάνω της τους ημιπολύτιμους λίθους για να θυμάται να επιθυμεί την ομορφιά και την αλήθεια. Το μουσείο ήταν μια υπενθύμιση της ζωής. Ένα νεύμα συγκατάθεσης. Ότι δεν έχω να φοβηθώ τίποτα όσο θέλω την ωραιότητα, αυτό που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή. 

photo: scalidi

Σε είδα να χαμογελάς από μακριά ανάμεσα στις βιτρίνες των εκθεμάτων με το θεραπευτικό σου βλέμμα, σε αποχαιρέτησα, σε άφησα πίσω στο χρόνο που ανήκεις και προχωράω στην περιπέτειά μου με μια πράσινη αβεντουρίνη στην καρδιά. Αυτό είναι μαγεία και καλή τύχη. Να επιθυμείς την αγάπη και τους ανθρώπους. Και τη ζωή. 

Οι ευχαριστημένοι

Η ευχαρίστηση, η ικανότητα να απολαμβάνει κανείς και να παίρνει ικανοποίηση απ’ αυτή την αξιοποίηση της δυνατότητάς του, αρχίζει να ταυτίζεται στο μυαλό μου με ενός είδους αξιοπρέπεια. Την αποπνέουν οι άνθρωποι που ακόμη κι όταν φαίνεται ότι τα έχουν χάσει όλα, παρόλα αυτά είναι σε θέση να χαρούν για το παραμικρό. Να δεις μια φλογίτσα στα μάτια τους. Μου φαίνεται ότι είναι οι τελευταίοι ρομαντικοί, οι τελευταίοι αισθησιακοί αισθητιστές με έναν δικό τους προσωπικό τρόπο.

Η καθημερινότητα βοά από ασχήμια. Όπως  σφύζει κι από ομορφιά. Πρέπει να διαλέξεις. Εάν θα τα ισορροπήσεις ή θα πας αποκλειστικά από τον έναν δρόμο. Θαυμάζω αυτούς που διαθέτουν το χρυσό μέτρο. Δεν είναι πολλοί. Τους θεωρώ τυχερούς κι ευτυχισμένους. Μακάριους. Θυμάμαι τη συμβουλή που μου δόθηκε παλιά, πρέπει συνεχώς να διαλέγεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις. Η επιλογή δεν ήταν πάντα ορατή, αλλά συνέβαινε. Ενστικτωδώς. Και κάποτε αποφάσιζε η ζωή για μένα. Μου έκλεινε το δρόμο ακόμη κι αν εγώ είχα την ψευδαίσθηση ότι θα ριχνόμουν στην ασχήμια με όλη μου την ορμή και θα την άλλαζα, θα την έκανα ομορφιά. Εκεί μου έγραφε αδιέξοδο, dead end. Έβαζε μπάρες και έφτιαχνε τοίχους, σκόρπαγε γκρεμούς. Και γύρναγα πίσω.

Τότε συναντούσα που και που κανέναν ευχαριστημένο. Ήταν απ’ αυτούς που δείχνανε το δρόμο. Ακόμα κι όταν δεν τους είχε ευνοήσει τίποτα, εκείνοι επέμεναν να χαίρονται με κάτι, να ονειρεύονται κάτι άλλο, να ακτινοβολούν αυτήν την αξιοπρέπεια: δεν χρειάζομαι τίποτα για να είμαι ικανοποιημένος, μου αρκεί το τίποτα. Ξέρεις το τίποτα είναι κάτι. Ξέρω πολλούς που όλα τους στρέχουν και δεν μπορούν ούτε μια τόση δα λάμψη να βρουν στη ζωή τους. Βιώνουν τραυματικά μια συνεχή έλλειψη. Κι είναι και κάτι άλλοι που κάνουν το κενό τη μεγαλύτερη πληρότητα. Κοιτάνε το ταβάνι ή το νυχτερινό ουρανό κι έχουν μέσα τους όλο τον κόσμο.

Κι εγώ όλο αδειάζω γλάστρες να φυτέψω το κενό ν’ ανθίσει. 

Νάρκισσοι. Κανιβαλίζοντάς τους.

Έκανα σοβαρά σοβαρά τη γυμναστική μου. Αφοσιωμένη. Ξαφνικά βλέπω τον τύπο απέναντι να παίρνει μια φωτογραφική μηχανή. Ήμουν έτοιμη να αρχίσω το κήρυγμα από μέσα μου μη τυχόν κι αρχίσει να φωτογραφίζει τον κόσμο χωρίς τη συγκατάθεσή τους – τη δική μου δηλαδή-, αλλά δεν είχε τέτοιο σκοπό. Σήκωσε την μπλούζα του κι άρχισε να φωτογραφίζει στον καθρέφτη το μυικό του σύστημα. Τόσος ναρκισσισμός με σόκαρε. Δεν με σόκαραν οι κοιλιακοί του, αλλά το πώς τους βλέπει ο ίδιος. Το ότι θέλει να τους βλέπει. Μπροστά σε όλον τον κόσμο. Σκεφτόμουν ότι άμα είχε μια αγαπημένη να τους χαϊδεύει ίσως να μην τους φωτογράφιζε, αλλά ποιος ξέρει. Τα ίδια έλεγα και για τους αξύριστους και μια χαρά σχέσεις έχουν με τα αφρόντιστα μούσια τους που εμένα μου θυμίζουν ερωτικό πένθος. Εγώ θέλω πρόσωπο γυαλί, εδώ σε θέλω, νάρκισσε…

Ωστόσο, αυτοί οι νάρκισσοι οι προφανείς, οι τόσο ορατοί δεν με τρομάζουν. Είναι ακίνδυνοι. Δεν σ’ αρέσει να τους βλέπεις που κοιτάζονται στο καθρεφτάκι τους, δεν ασχολείσαι μαζί τους, τόσο απλό. Οι άλλοι οι αφανείς με τρομάζουν. Εκείνοι που κάνουν το παν να κερδίσουν την προσοχή σου, δυστυχώς μόνο για να καθρεφτιστούν πάνω σου. Ούτε για να δουν λίγο πιο πέρα από σένα ούτε για να δουν μέσα σε σένα. Δεν έχουν τα κότσια. Θέλει μεγάλη εμπλοκή αυτό. Καλύτερα στην επιφάνεια να μείνουμε, στο λούστρο όλοι. Μόνο για να νιώσουν ότι περνάει η μπογιά τους, εντάξει περνάει, και; Δεν θα βάψουμε μαζί, οπότε πόσο καλό σου κάνει, ωραίε μου νάρκισσε; Αφού επί της ουσίας δεν θα μοιραστούμε τίποτα, κάνεις όλον αυτόν τον κόπο για να σε θαυμάσω; Εντάξει σε θαύμασα. Παρακάτω; Το πολύ πολύ να νιώσω και λίγο ηλίθια παραπάνω που ασχολήθηκα με έναν που δεν βλέπει πέρα από τον καθρέφτη και τη μύτη του, τι κέρδισες; Λίγη επιφάνεια ακόμα για να καθρεφτιστείς; Εγώ που κατά βάθος είμαι τόσο επιφανειακός τύπος, πίστεψέ με, έχω πολύ επιφάνεια και θα γλιστρήσεις τελικά.

Λίγο να κανιβαλίσω τους νάρκισσους, λίγο μαύρο χιουμοράκι το έχω ανάγκη, γιατί βαρέθηκα να με στραβώνει το φως από το καθρεφτάκι τους στα μάτια μου. Και μαζεύονται πολλοί. Θα μπλέξουν τα καθρεφτάκια τους.

Χίλια σύμπαντα

Πρέπει κάποιος να σου σπείρει το μικρόβιο. Για να σκεφτείς. Από τι έψαχνες να απελευθερωθείς τον τελευταίο καιρό. Όχι από το προφανές, είναι πολύ εύκολο. Μια παρουσία. Εντάξει, ανθρώπινο. Και πίσω από αυτό; Η ανάγκη να συμφιλιωθείς με τα χίλια σύμπαντα που κουβαλάς μέσα σου. Και θέλησες να τα μοιραστείς για να τα αντέξεις. Αλλά είναι δικά σου, θα τα κουβαλήσεις. Ο καθένας κουβαλάει τα δικά του. Κι άμα αποφασίσεις να είναι φτερά μέσα σου, θα είναι. Άμα αποφασίσεις να είναι μυλόπετρες που σε αλέθουν, θα είναι αυτές.

Θέλω να είναι πούπουλα που τα φυσάει το αεράκι και θα σου χαϊδεύουν το μάγουλο όταν φτάνουν σε σένα, με τρυφερότητα. 

Οι γίγαντες που συναντάω τις τελευταίες μέρες, είναι τόσο συγκεντρωμένοι στα βάρη τους που νομίζεις ότι κρέμεται όλος ο κόσμος από το μυικό τους σύστημα. Άτλαντες για τα δικά τους σύμπαντα. Νιώθω λίγο μινιατούρα ανάμεσά τους, αλλά άμα άνοιγα το στόμα μου κάτι μου λέει ότι θα τους έκανα να κλάψουν με μαύρο δάκρυ. Γι’ αυτό σιωπώ. Ακόμα. Τους ακούω να μιλάνε για τις διατροφές τους και τα προγράμματά τους. Μια μέρα θα αρχίσω να τους λέω κι εγώ. Συγκεντρώνομαι στις επαναλήψεις μου με ευλάβεια, που καίνε τα υποστρώματα του άγχους μου, με απελευθερώνουν από χίλιες σκέψεις και φεύγω φτεράκι στον άνεμο. Δεν το φανταζόμουν αυτό το σύμπαν. Να που είναι και δικό μου.

Στο μεταξύ η αλληλεγγύη τους είναι συγκινητική προς τον αδύναμο καινούριο που δεν μπορούσε να κουμαντάρει το σκεβρωμένο του κορμάκι. Με φιλικές παροτρύνσεις θα τον κάνουν δικό τους: δυνατό. Κι εμένα θα με κάνουν δική τους, την παράξενη καινούρια αλλά τόσο επίμονη, πιο σύντομα απ’ ό,τι υπολόγιζα. Μου πιάνουν την πετσέτα που κύλησε, με βοηθάνε με όλα εκείνα που δεν καταφέρνω. «Θα μάθεις», μου λέει ο πιο δυνατός που ήρθε να με συντρέξει και να με συμβουλεύσει. Η γλωσσού μέσα μου σιωπά. Θα μάθω. Και κυρίως, θα μπορώ. Νομίζω θα εκτιμήσουν την επιμονή μου και κυρίως θα την εκτιμήσω εγώ.

Και τα αστεία μου εδώ δεν περνάνε, να το θυμάμαι, τα παιδιά κυριολεκτούν. «Ελπίζω να είσαι πολύ δυνατός και να μπορείς να τα σηκώσεις όλα αυτά για να μην πέσουν πάνω μου», πάω να κάνω τη χαριτωμενιά μου στο παιδί που σηκώνει όλο τον κόσμο στα χέρια του δίπλα μου, τον κοιτάζω λίγο τρομοκρατημένη. «Είμαι και μπορώ, μην φοβάσαι», μου απαντάει ξεκάθαρα. Εδώ είναι όλα απλούστερα. Ακόμα κι εγώ. Με τα χίλια μου σύμπαντα που πια δεν τα φοβάμαι. Τα απλώνω στον ήλιο. Τα βουτάω στη θάλασσα. Τα ανασαίνω βαθιά από το πονεμένο στομάχι. Τα ισορροπώ από το πληγωμένο κέντρο βάρους μου. Τα σηκώνω στα χέρια μου. Τα περπατάω για χιλιόμετρα με τα τριμμένα μου γόνατα. Και τι ωραία: το μπορώ πια.

Κατοικώντας το σώμα

The Birth of Venus, 1486. Uffizi, Florence Πηγή: Wikipedia
The Birth of Venus, 1486. Uffizi, Florence
Πηγή: Wikipedia

Αυτό που θεωρούμε δεδομένο και αυτονόητο, τόσο δεδομένο και αυτονόητο που μπορεί και να το αγνοήσουμε παντελώς, είναι το σώμα μας. Η σύνδεση μαζί του, η ουσιαστική αποδοχή του δεν είναι διόλου δεδομένη. Το κουβαλάμε κάθε μέρα μαζί μας ή μάλλον αυτό μας κουβαλάει, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι είμαστε συμφιλιωμένοι με τα οφέλη του. Για χρόνια διάβαζα στα γυναικεία περιοδικά το τετριμμένο «αγάπα το σώμα σου», αυτή τη γενικολογία που για να της δώσεις σάρκα και οστά μπορεί και να περάσουν ολόκληρες δεκαετίες από τη ζωή σου. Μπορώ να βρω πολλές αιτίες για τον παραγκωνισμό τους σώματος και την ψεύτικη και φτιαχτή αποθέωσή του μόνο από όποια βιομηχανία την εξυπηρετεί και θέλει να σου πουλήσει το ίδιο σου το σώμα.

Το σώμα σου όμως δεν είναι για πούλημα. Πολύ περισσότερο για ξεπούλημα. Δεν μιλάω για το σώμα των περιοδικών. Δεν μιλάω για το σώμα της τηλεοπτικής ή της κινηματογραφικής οθόνης. Μιλάω για το κορμί που σε στηρίζει κάθε μέρα, εάν βρεθείς τυχερός στη ζωή σου. Γιατί πρόκειται καθαρά περί τύχης. Εάν θα είσαι και εάν θα παραμείνεις ολόκληρος, όσο ολόκληρος γίνεται για να διαθέτεις την περιβόητη λειτουργικότητα στη ζωή σου. Το σώμα λοιπόν που ο δυτικός πολιτισμός το επανέφερε στο προσκήνιο με την Αναγέννηση, έχει φροντίσει ο κόσμος μας -αυτός ο κόσμος του ορθολογισμού- να το φορτώσει ενοχές και μειονεξίες έναντι του πνεύματος. Το σώμα που το βλέπουμε μπροστά μας κάθε μέρα, το πιάνουμε, το νιώθουμε με τις αισθήσεις μας, τέλος πάντων μπορούμε να αποδείξουμε απτά την ύπαρξή του -αντίθετα με το πνεύμα-, πώς τα καταφέρνουμε και το βάζουμε είτε στην άκρη είτε το φέρνουμε τόσο στο επίκεντρο που το φτηναίνουμε, το εξασθενούμε, το κάνουμε απλό επιχειρηματικό εργαλείο. Κρίμα και για τα δύο, δεν του αξίζει.

Για χρόνια, από το 2007, το σώμα μού έστελνε μηνύματα να το ακούσω. Αρρώστιες, πόνους, ό,τι μπορούσε να σκαρφιστεί, προκειμένου να του δώσω σημασία. Κι εγώ του φερόμουν απλώς διεκπεραιωτικά: πάρε ένα φάρμακο να γίνεις καλά, δέξου ένα δωράκι για τώρα και σταμάτα. Μα, αυτό επέμενε. Μέρα με τη μέρα. Είχε κι έναν γερό αντίπαλο: ένα απολύτως ανταγωνιστικό μυαλό. Που έσπερνε κάθε μέρα τη διχόνοια: κάτσε να διαβάσεις, με το σώμα θα ασχολούμαστε τώρα, έχουμε και δουλειές, πρέπει να επιβιώσουμε, πρέπει, να τα καταφέρουμε, πρέπει, πρέπει, πρέπει.

Κατάφερα να ακούσω το σώμα, όταν το μυαλό χτύπησε στον τοίχο. Έπεσε σε αδιέξοδο. Δεν έβρισκε λύσεις πια. Δεν το βοηθούσαν τα βιβλία, δεν υπήρχαν δουλειές για να απασχοληθεί. Ήταν κι ένα από τα μεγάλα δώρα της ανεργίας μου. Με ανάγκασε να κατοικήσω το σώμα μου. Να το αφουγκραστώ επιτέλους. Να το περιμαζέψω. Να το λυπηθώ που κλαψούριζε για χρόνια. Να κάτσω μαζί του και να λύσουμε τις διαφορές μας. Τελικά να το αποδεχτώ. Να αποδεχτώ τον ίδιο μου τον εαυτό, με τα προβλήματα και τις ιδιομορφίες του, με τα καλά και τα στραβά του. Χωρίς ενοχές. Χωρίς τύψεις. Χωρίς την ανόητη ιδεοληψία ότι το σώμα είναι το παν ή το τίποτα. Το σώμα είναι αυτό που είναι. Με κιλά ή χωρίς, με ρυτίδες ή χωρίς, με πόνους ή χωρίς. Κουβαλάει και περιθάλπει ό,τι άλλο είμαστε. Σέρνει τα δάκρυα και τα πιο λαμπερά μας χαμόγελα. Κινεί το βλέμμα μας, την ανάσα μας, την ίδια μας την ύπαρξη. Είναι πραγματικά το ιερό κομμάτι εκείνο με το οποίο ο εαυτός μας αντιλαμβάνεται πολλαπλώς την απόλαυση.

Χρειάστηκε να νιώσω τεράστια απελπισία με όλα τα άλλα γύρω μου για να στραφώ στο σώμα και να ζητήσω καταφύγιο. Να του ζητήσω να με κρατήσει σε αρμονία με το απαιτητικό μυαλό μου, με τις στρεσογόνες συνθήκες στα πέριξ, με το ανήσυχο πνεύμα που τρώγεται με τα ρούχα του διαρκώς. Επιτέλους καταδέχτηκα να το κανακέψω. Να του προσφέρω ένα χάδι με την ψυχή μου, όχι ένα ξεροκόματο για να σταματήσει να αλυχτάει, όχι ψίχουλα για να ξεγελιέται. Και μου το γυρίζει πίσω. Με αισιοδοξία και σεροτονίνη. Με ευχαριστεί που δεν το εγκατέλειψα. Τώρα αρχίζει και ο γκρινιάρης νους να ακολουθεί: ναι, μωρέ, δίκιο είχε το σώμα, ας το βοηθήσουμε, ας το έχουμε φίλο, γιατί δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Πραγματικά δεν ξέρουμε. Η Αφροδίτη του Μποτιτσέλι ξαφνικά απέκτησε στα μάτια μου μια νέα ζωή: θα μου θυμίζει την προσωπική μου αναγέννηση. Θα μου θυμίζει να νιώθω ευγνωμοσύνη κάθε μέρα γι’ αυτό και να ευχαριστώ όποιον με έχει βοηθήσει με τον καλό του λόγο, τη συμβουλή του, το ένστικτό του, την ενσυναίσθησή του. Για μένα ήταν τόσο πολύτιμα όσο λέει και ο τίτλος. Έγινα κάτοικος του σώματός μου. Μια δήλωση οργιαστικά απολαυστική τώρα που γύρω μου έχουν στερέψει όλα.

 

Ο διόλου τυχαίος θάνατος μιας ιδιότροπης ορχιδέας

Την κατέβασε στον κάδο των σκουπιδιών. Μέσα σε μια σακούλα με πορτοκαλόφλουδες. Μια ξαφνική ριπή φωτός είχε πέσει πάνω στο δυτικό δωμάτιο απογευματιάτικα και είχε φωτίσει τη φυτοζωή της που τέλειωνε. Ναι, είχε ρίξει και τα τελευταία μπουμπούκια. Κι ο κορμός ξεραινόταν. Και πάνω από το ιδιότυπο χώμα της πετούσαν ανεπαίσθητα κουνουπάκια. Πέθαινε. Πώς δεν το πίστευε τόσον καιρό; Δεν ήθελε να το πιστέψει. Κι ας το ‘βλεπε.

Τα λουλούδια είχαν έρθει για να τη διδάξουν πολλά στη ζωή της. Πολλά από κείνα που όταν τα μαθαίνεις, δεν έχει πια καμιά σημασία. Καμία χρησιμότητα η πείρα έναντι της ζωής. Με απειρία βουτάς πιο τολμηρά στον κόσμο. Κι ό,τι γίνει. Η άγνοια του κινδύνου είναι σωτήρια. Η ορχιδέα μάλλον ήθελε να τη μάθει πότε να αποσύρεται από τα πράγματα. Εγκαίρως. Στην ακμή τους. Πριν ξεπέσει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που έχουν στο νου τους οι κοντά στην αποστρατεία ηθοποιοί και τραγουδιστές. Προτού πληγωθεί η φωνή, το κορμί, το ταλέντο. Εκείνη δεν είχε την πείρα των θεραπευτών: αυτοί ξέρουν πότε να πάρουν απόφαση ότι ο ασθενής φεύγει. Και τότε του προσφέρουν μιαν αξιοπρεπή φυγή. Όμως αυτή ακόμη να καταλάβει το ιδανικό timing των πραγμάτων. Έστω το συγχρονισμό των φυτών.

Την είχε αγοράσει ένα υπέρλαμπρο κυριακάτικο απόγευμα σαν το σημερινό. Ένιωθε μια αδιόρατη απελπισία και πήγε στο ανθοπωλείο σαν υπνωτισμένη. Να αγοράσει μια ορχιδέα. Δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτές. Δεν είχε συναναστροφές μαζί τους. Ήταν άλλος κόσμος. Τις ήξερε κατ’ όνομα μόνο -και από την (κ)όψη- και μια φορά σκέφτηκε να τις χαρίσει με έναν τέτοιον ενθουσιασμό που τρόμαξε κι η ίδια. Αποφάσισε λοιπόν μια μέρα να αποκτήσει αυτό το ιδιότροπο φυτό. Και να το φορτώσει με ένα ειδικό βάρος παραπάνω. Ήταν για πρώτη φορά ένα χάρισμα που θα έκανε στον εαυτόν της. Επίκτητο χάρισμα όχι κληρονομικό. Δεν ήξερε τότε γιατί. Το έμαθε μόλις σήμερα.

Σήμερα που την είδε πεθαμένη. Κι έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι η ορχιδέα όσο υπέροχη κι αν ήταν, ό,τι ήταν να δώσει, το έδωσε. Έπρεπε να την αφήσει να φύγει. Τη συντρόφεψε εκείνα τα μοναχικά απογεύματα, της λάμπρυνε με την ομορφιά της κάτι απαίσιες μουντές μέρες. Της έδωσε όλη της την ομορφιά. Όταν άρχισε να θαμπώνει, να χάνει τα άνθη και τα φύλλα της, τότε εκείνη έκανε τα πάντα να την σώσει. Τη μεταφύτεψε, αγόρασε διάφανη γλαστρούλα ειδική, ιδιαίτερο χώμα για ορχιδέες, έκανε τα πάντα. Της έδειχνε όλη της την αγάπη και τη στοργή, όσο της επέτρεπε τουλάχιστον μια ορχιδέα. Παρόλα αυτά ήταν να πεθάνει. Δεν άντεξε. Τίποτα δεν είναι για πάντα. Και σήμερα την ελευθέρωσε. Την άφησε να πεθάνει ήσυχη. Να τελειώσει με γαλήνη και ηρεμία.

Δεν ήταν οι ορχιδέες για κείνη, εκείνη ξέρει μόνο από κάτι ταπεινά φυτά που τρώνε τα τσιμέντα για να επιβιώσουν. Ένα τέτοιο θα ήταν η ίδια, άμα ήταν φυτό. Ένα αγριόχορτο στα τσιμέντα των Πατησίων, τι δουλειά είχε με την αγέρωχη λεπτεπίλεπτη ιδιότροπη ορχιδέα; Επειδή όμως ακόμα και τα αγριόχορτα των Πατησίων μπορεί να ονειρεύονται κάποτε να γίνουν εξωτικές ορχιδέες, άφησε κενή τη γλάστρα για να έρθει η επόμενη δική της ορχιδέα που θα της ταιριάζει και θα επιβιώνει, για να ζήσει κοντά της.

photo: scalidi
photo: scalidi

Μαρτυριάρης Μάρτης στον κήπο

photo: scalidi
photo: scalidi

Ο κήπος ανέγγιχτος από τη βροχή χαίρεται την υγρασία, ντάλα Μάρτη μήνα. Η τριανταφυλλιά έχει πετάξει. Η αλμπανόριζα ανεβαίνει στο θεό. Το νυχτολούλουδο συνήλθε από την εντατική και δεν ξέρει πώς να εκδηλώσει τη χαρά του. Οι ιβίσκοι με σθένος ετοιμάζονται για την αειφόρα ανθοφορία τους. Τα ζουμπούλια έχουν ζαλίσει τις μέλισσες με το άρωμά τους. Κι εκείνες ακούραστες τα στραγγίζουν ένα ένα από το μέλι τους. Οι μαντζουράνες έχουν το δικό τους το χαβά, πολλαπλασιάζονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς κι όλο ζητάνε κι άλλο. Η καλαγχόη βγήκε στο σεργιάνι με το καινούριο της φουστάνι. Το κυκλάμινο δεν λέει να μας αποχαιρετήσει. Το φασκόμηλο, αφού υπέστη ένα βάρβαρο κλάδεμα, να δώσει τη σοδειά του, βρε παιδί μου, τρυφερό ξεπροβάλλει. Ο δυόσμος μετά τη φοβερή του περυσινή ήττα έχει ανασυγκροτηθεί και δίνει κάτι ολόγερα φυλλαράκια, παχιά και γεμάτα γεύση. Η μέντα μόνο μαραζώνει, κάτι της φταίει, θα το μάθουμε παρακάτω. Οι έρωτες πετάχτηκαν πια, αρρωστημένοι δεν πρόσφεραν τίποτα στον κήπο, είπαν να αντικατασταθούν με φιλίες, ποιος ξέρει μπορεί να είναι για καλό. Ο βασιλικός επέζησε έναν ολόκληρο χειμώνα, από τις 14 Σεπτεμβρίου φυτεμένος από ένα κλαδάκι σταυρολάλουδου από τον Άγιο Ανδρέα. Δεν είναι κλασική περίπτωση, αλλά το ξέρουμε, τον αποδεχόμαστε και τον αφήνουμε να διαλέξει τη ζωή του. Εκείνος ξέρει καλύτερα για τον εαυτόν του. Αχ, και τα καινούρια φυτά, αχ, τα καινούρια… Ακόμη δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτά. Είναι μόνο πράσινα άδηλα φύλλα ακόμα που μόλις έχουνε σχίσει το χώμα για να βγουν. Έχουν όλη την άνοιξη μπροστά τους. Η μεγάλη αναμονή είναι για τις υπέροχες ίριδες. Άργησαν φέτος να μας δώσουν την ομορφιά τους. Τις περιμένω με λαχτάρα. Στον πίσω κήπο, εκείνο τον ιδιωτικό, το κουμκουάτ κάνει τα τσαλίμια του, με κάτι άνθη να φιλοξενεί κοντά στις ρίζες του. Το σέλινο και το δεντρολίβανο πιάσανε κι αρχίζουνε τη νέα τους ζωή που προορίζεται και για την κατσαρόλα. Θέλω ένα λάιμ να προσθέσω σ’ αυτόν τον ιδιωτικό οπωρώνα. Κάποτε πρέπει να το αποφασίσω το γλυκό μοσχολέμονο να έρθει.

Ο κήπος, λοιπόν, για κάτι ανθρώπους σαν κι εμένα που κάνουν ανυπόμονη υπομονή, είναι δάσκαλος που ολοένα με εμπνέει. Μου δείχνει τα ρόδα και τα αγκάθια. Με φέρνει αντιμέτωπη με το χαμό και τη δημιουργία ανά πάσα στιγμή. Με μαθαίνει για την υγρασία. Με μαθαίνει για την ξηρασία. Με κακομαθαίνει με την ομορφιά. Μου ψιθυρίζει σαν τον μεγάλο εμψυχωτή βασιλικό να συνεχίζω το δρόμο μου απερίσπαστη. Κι όπου βγάλει. Η ομορφιά είναι εκεί, έρχεται και παρέρχεται και επιστρέφει πάλι, με άλλες  μορφές, με τις ίδιες. Κι αυτό είναι η γοητεία της: να εκπλήσσει σαν την ζωή.

Τα μπαμπού

Άμα είσαι ξεροκέφαλος άνθρωπος. Ο ανθοπώλης είχε πει ότι η καλλιέργεια των μπαμπού είναι υδροπονία και όχι γεωπονία, οπότε στην ερώτησή σου, εάν μπορείς να τα φυτέψεις στο μπαλκόνι, η απάντηση ήταν κατηγορηματικά αρνητική.

Όμως εσύ δεν ακούς. Δεν καταλαβαίνεις από όχι. Πήρες τα καλάμια -διόλου καβαλημένα αυτά, αλλά εσύ λίγο αλλού είσαι πώς να το κάνουμε- και τα φύτεψες στο μπαλκόνι. Έτσι ήθελες. Διάβασες κι όλες τις σοφίες των Κινέζων και των Γιαπωνέζων για τις ευεργετικές τους ιδιότητες και περίμενες. Κάθε μέρα τα πότιζες. Μουλιασμένα στο νερό, έλεγες, αποκλείεται να μην αντέξουν το χώμα. Στη φυλάγανε όμως. Και όταν τόλμησες να λείψεις δυο μέρες, ήρθαν και κιτρινίσανε. Έτοιμα να πεθάνουν. Σου κάνανε τη χάρη για πόσον καιρόν να υπερβούν τη φύση τους, αλλά στο τέλος ενέδωσαν σ’ αυτή.

Γυρνώντας την επομένη των Χριστουγέννων, τα βλέπεις μαραζωμένα να παραδίδουν το αγαθό τους σώμα και πνεύμα. Τι να κάνεις; Τα βγάζεις από το χώμα, τα πλένεις με νεράκι και ως απονενοημένο διάβημα τα βάζεις σε ένα διάφανο βάζο με νερό.

Μέρα με τη μέρα τα βλέπεις να συνέρχονται, τα βλέπεις να αναγεννιούνται. Να πρασινίζουν από την αρχή οι ντελικάτοι κορμοί και τα τρυφερά τους φύλλα. Υδροπονία, λοιπόν. Το νερό. Όλο. Το νερό που ξέρει να ανάβει τη φωτιά, όπως λένε και οι Κινέζοι. Κι αναδύονται φλογερά καταπράσινα μπαμπού μέσα από το νεράκι. Ίσως για να σου θυμίζουν ότι όπως έχεις μάθει να τρέφεσαι με τις λέξεις, δεν θα αντέξεις μια μέρα και θα ενδώσεις να βουτηχτείς εντός τους. Θα ξεχυθεί όλο το νερό του κόσμου από μέσα σου και θα γίνει μελάνι, καυτό σαν φωτιά.

photo: scalidi
photo: scalidi

Το πνεύμα των Χριστουγέννων

photo: scalidi
photo: scalidi

Είχε την όψη του Παύλου Σιδηρόπουλου σαν άμα είχε προλάβει να καλομεγαλώσει ο θρύλος. Ήταν ένας απαλός άνθρωπος. Οδηγούσε ταξί. Λόγω της κρίσης πια. Μετά τα 45 του μάλλον, πολύ νεανικός ως προς τα φερσίματα και τα ρούχα, σαν έφηβος με αχλύ Τζέιμς Ντην. Ένας άγγελος του παρελθόντος. Ήσυχη φωνή και γλυκιά. Παντρεύτηκε από μεγάλη αγάπη μου είπε, όσο έτρεχε η κουβέντα. Γιατί μόνο αυτή κινούνταν, τα αυτοκίνητα στο δρόμο σημειωτόν. Κι εγώ χαρούμενη τιτίβιζα. Δεν το είχα καταλάβει. Ήταν μία από τις πολλές φορές που έφευγα για το χωριό -παραμονή Χριστουγέννων αργά το απόγευμα-, λίγο αρρωστούλα, λίγο μελαγχολική νόμιζα, αλλά αποφασισμένη να έχω ένα καλό ταξίδι. Όλα αυτά τα νόμιζα.

Η κουβέντα ξεκίνησε, όταν εκείνος ζήτησε συγγνώμη που αργούσαμε, εγώ παράταιρα χαρούμενη είπα ότι δεν πειράζει, δεν βιάζομαι, ποτέ δεν βιάζομαι, ίσα ίσα κάποιες φορές αργώ εσκεμμένα για να φτάσω νωρίτερα του είπα. Κι άρχισε να με κοιτάει από τον καθρέφτη σαστισμένος και να μου μιλάει. Ήμουν τόσο στον κόσμο μου που δεν κατάλαβα ότι μιλούσε σε μένα. Δεν υπήρχε άλλος στο ταξί, αλλά εγώ νόμιζα, δεν ξέρω γιατί, ότι μου έλεγε για τη γυναίκα του.Ξύπνησα όταν με ρώτησε, είστε και στη ζωή σας έτσι; Πώς δηλαδή, σε μένα μιλάτε; Θέλω να πω και στις σχέσεις σας έτσι γλυκιά και ανεκτική και τρυφερή και διαλλακτική είστε; Ξαναχτύπησαν τα καμπανάκια στο μυαλό μου: για ποια μιλάει; Η μορφή του αγαπημένου μου κυρίου Χριστοδούλου μου έγνεφε από τους ουρανούς «μικρή μου μέγαιρα», όπως με έλεγε στη δουλειά όταν όλα έπρεπε να είχαν ήδη γίνει και δεν σήκωνα κουβέντα. Σε μένα μιλάτε, επανέλαβα βλακωδώς στον άνθρωπο. Ναι, βέβαια για εσάς μιλάω. Έτσι είσαστε στις σχέσεις σας; Είμαι καλή καλή, μέχρι ένα σημείο του είπα, ένα σημείο που δεν το ξέρω ούτε εγώ, αυτό είναι το κακό και μετά απλώς διαγράφω. Αλλά διαγράφω για πάντα, δεν υπάρχει ο άλλος μετά. Δεν υπάρχει επιστροφή. Με ρώτησε τι ζώδιο είμαι. Σαν να σου λέει, τι φρούτο είσαι κι από πού ξεφύτρωσες; Σε άλλη περίπτωση, θα είχα ρίξει ένα γενναίο καβγά, θα είχα βγει ίσως κι έξω από το ταξί, έχουνε δει πολλά τα μάτια μου. Αλλά έπιασα τον εαυτόν μου -εγώ που ξέρω πιο πολλά από λογοτεχνία από ό,τι για αστρολογία- να του λέω για τα ζώδια. Για το δικό μου ζώδιο. Κι αυτός ο άνθρωπος είχε μείνει. Τόσο περίπλοκοι αυτοί οι ιχθείς; Τόσο όλα τα ζώδια μαζί είναι; Τόσο δεν ξέρουμε τι μας γίνεται; Τόσο, τόσο κι άλλο τόσο.

Η κίνηση τόσο πιεστική κι εγώ να μην βιάζομαι ακόμα. Αφού μου είπε όλα τα καλά του θεού για μένα, ρωτώντας ήσυχα ήσυχα ο άνθρωπος, κάποια στιγμή -πολύ αργότερα- χρειάστηκε να βγω. Από κεκτημένη ταχύτητα και χωρίς να καταλάβω ότι είχε γράψει τα τριπλάσια το ταξί, άφησα λιγότερα λεφτά, εγώ που φροντίζω να δίνω πάντα φιλοδώρημα. Το συνειδητοποιώ τη στιγμή που βγαίνω, κάνω να γυρίσω, αλλά δεν μ’ αφήνει να του δώσω τα λεφτά. Φύγε μου είπε. Είμαστε εντάξει. Καλά Χριστούγεννα.

Ο Πρίγκηπας μου είχε χαρίσει το ωραιότερο δώρο του. Μου είχε διασώσει την ελπίδα. Είχα βγει από το ταξί, έχοντας καταλάβει πια ότι είχα πετάξει έξω από το μυαλό μου τους λογάδες και τους γραμματικούς και κυρίως τους γνωστικούς. Το παιδί μέσα μου είχε βρει τον τρόπο να υπάρχει, πότε κακομαθημένο, πότε θυμωμένο, πότε καλόβολο και αφελές, μα πάντα λέγοντας την αλήθεια, ακόμα κι όταν είναι εις βάρος μου, ιδίως τότε. Τέτοιο χριστουγεννιάτικο πνεύμα δεν είχα ξαναδεί, φαίνεται όταν μεγαλώνεις, έτσι γίνεται. Αντί για τους ρημαδιασμένους απολογισμούς που όλο θες να γράφεις, έρχεται ένας άγγελος από το πουθενά και βλέπει τον καινούριο σου εαυτό, που ακόμα κι εσύ δεν έχεις προλάβει να αντικρίσεις.

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη

Αγαπημένε μου,

Τώρα που σου γράφω, παίζει στο γραμμόφωνο- cd- της εποχής μου Duke Ellington. Και να μην είσαι ερωτευμένος, ερωτεύεσαι μαζί του. Κάπου στην μπαρουτοκαπνισμένη τζαζ του προηγούμενου αιώνα. Γιατί εγώ είμαι του προηγούμενου αιώνα, ίσως και κανά δυο αιώνων ακόμα πίσω. Όσο αρχαία κι αν είμαι, φέτος είχα μια ιδέα: δεν γίνεται εσύ μόνο να δίνεις. Είπα για αλλαγή να μην σου ζητήσω, αλλά να σου δώσω. Συνηθισμένη στο δεύτερο, το πρώτο μου παίρνει καιρό ακόμα να το μάθω. Όταν θα μάθω να αφήνομαι και να παίρνω ανενδοίαστα, θα είμαι ισορροπημένος άνθρωπος, έτσι λέω. Θέλω, λοιπόν, να σε ευχαριστήσω ως εκπρόσωπος του καλού που θεωρείσαι, για όσα μου έχεις στείλει τη στιγμή που τα χρειαζόμουν, ίσως και χωρίς να στα ζητήσω. Γιατί εκείνος που ξέρει, πριν του ζητήσεις εσύ, πριν του εξηγήσεις εσύ, είναι δικός σου άνθρωπος, θεός δηλαδή με τα όλα του στα δικά σου μάτια. Σ’ ευχαριστώ, λοιπόν, για εκείνο το τηλεφώνημα την Πρωτοχρονιά του 2000 που με έκανε δημοσιογράφο, σ’ ευχαριστώ για όλους τους ωραίους ανθρώπους που έφερες στο δρόμο μου -και κυρίως αυτούς που πήρες από μπροστά μου όταν μου έκοβαν τη θέα και τον ορίζοντα-, για όλες τις στιγμές που εγώ χτυπιόμουν για αυτά που δεν αποκτούσα και ήταν τόσο μάταια, σε ευχαριστώ γιατί παρακάτω τα πολλαπλασίασες όλα με το άπειρο και με έκανες να μάθω να βρίσκω την ομορφιά και την ευτυχία, ακόμη κι εκεί που οι άλλοι νομίζουν ότι δεν υπάρχει. Σ’ ευχαριστώ για πέρυσι το Δεκέμβριο που με έκλεισες μέσα στο χιόνινο προστατευτικό σου δίχτυ και απομάκρυνες από κοντά μου κάθε κακό. Σ’ ευχαριστώ που λίγο καιρό μετά μου είχες φέρει και ό,τι είχα ζητήσει, μου πήρε λίγο καιρό να καταλάβω που βρισκόταν, γιατί δεν με διευκόλυνε το πανέμορφο αμπαλάζ που δεν ήθελα να το σκίσω και από τότε, αργά αργά ξεδιπλώνω το κουτί με το τεράστιο δώρο μου, μην τυχόν και χαλάσω τη συσκευασία που είναι τόσο μα τόσο ωραία, με μπλε καταμπλέ χρώματα πότε της νύχτας, πότε του ωκεανού, πότε του Αιγαίου, πότε του ανυπέρβλητου αττικού ουρανού, αλλά μπλε βαθύ, έτσι κι αλλιώς που σκάει μύτη μέσα από ολάνθιστους κήπους, τους περιβάλλει για την ακρίβεια. Για να σε ευχαριστήσω με το ταπεινό μου χέρι, τράβηξα λίγες φωτογραφίες για πάρτη σου και σου τις στέλνω να ξεκουράσεις το βλέμμα σου τώρα που έχεις φόρτο εργασίας. Σου στέλνω την αγάπη μου που ελπίζω τη νιώθεις μέσα από τα χρώματα των πίξελ μου.

Παντοτινά δική σου.

Για αρχή ένα κίτρινο αυτοκινητάκι σαν παιδικό παιχνίδι.

photo: scalidi
photo: scalidi

Μια ρέπλικα δική σου, λίγο ριψοκίνδυνη, αλλά έτσι είσαι εσύ, παίρνεις ρίσκα.

photo: scalidi
photo: scalidi

Έναν αιμάτινο ήλιο να δύει, το δειλινό του χειμερινού ηλιοστασίου. Αττικός ουρανός ντυμένος χριστουγεννιάτικα.

photo: scalidi
photo: scalidi

Κόντεψα για άλλη μια φορά να πάθω συγκοπή, Δεκέμβρη μήνα είχες γεμίσει το λόφο ανεμώνες, μόνο για να τις δω εγώ. Πες μου τι καλό είχα κάνει στην προηγούμενη ζωή μου για να με ευλογείς με τόσα άνθη; Πες μου πόσα λουλούδια να αντέξει κανείς; Έχω γεμίσει η αχόρταγη την ψυχή μου και τα μάτια μου και για τις δέκα ζωές που έζησα φέτος.

photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi
photo: scalidi

 

Στην έρημο του διαδρόμου

Για την Α., λίγο πριν μας φύγει.

Για να περάσει το άχαρο μεσοδιάστημα της αναμονής.

photo: scalidi
photo: scalidi

Ο ιμάντας γλιστρούσε κάτω από τα πόδια της. Μαύρος. Δεν έφτανε πουθενά. Ούτε μπρος ούτε πίσω. Αυτή είναι η λογική του διαδρόμου, δεν σε οδηγεί κάπου. Μόνο να πέσεις κάτω μπορείς, άμα δεν ακολουθήσεις το ρυθμό του. Ας πούμε, όπως στη ζωή. Άμα δεν κυλήσεις στο ποτάμι της ροής της, σε ξεβράζει ξέπνοο στα βράχια. Σχεδόν με χαιρέκακη διάθεση. Όπως σου βαράω θα χορεύεις. Η άτιμη ζωή.

Το μόνο κέρδος της εκεί πάνω ήταν η μουσική από τα ακουστικά. Και ο κόσμος που ονειρευόταν μετά. Το πού θα πάει. Πού θα βρεθεί. Α, και η παράπλευρη απώλεια: του στρες. Έκαιγε το άγχος της στα ατέλειωτα χιλιόμετρα που τη χώριζαν από Εκείνον. Την περίμενε στωικά πότε θα πήγαινε κοντά του. Πότε θα αποφάσιζε να του δώσει τη ζωή της, όπως είχε κάνει νωρίτερα με τη σειρά του αυτός. Προς το παρόν το ρομάντζο κύλαγε πάνω στο διάδρομο, σ’ αυτό το διάκενο της αμηχανίας.

Όσο περπατούσε κι έτρεχε πάνω στο μηχάνημα, ξετύλιγε τον φοβερό της μίτο. Έπλεκε έναν κόσμο ολόκληρο με το νου της. Τον επερχόμενο κόσμο. Μόλις κατέβαινε καταϊδρωμένη μα ευχαριστημένη, έπιανε τα πινέλα. Για να του πει τη ζωή που θα ερχόταν. Εκείνου. Και ζωγράφιζε τη ζωή τους, όπως θα κυλούσε, μόλις θα βρισκόταν κοντά του. Τα χρώματα που ζούσαν μέσα στο μυαλό και την καρδιά της, ξεχύνονταν στα χαρτιά, τους μουσαμάδες, τα πινέλα, τα πενάκια. Και δούλευε, δούλευε, δούλευε.

Με μόνο όνειρο να βρεθεί λίγο πιο κοντά του. Και γέμισε ένα σπίτι έργα. Για χάρη του. Για την ψυχή της δηλαδή. Τα μάζεψε σε άπειρους κυλίνδρους και όταν ήρθε η ώρα, τότε που Εκείνος την περίμενε με ανοιχτή αγκαλιά στο αεροδρόμιο, έτρεξε κοντά του, ξεχνώντας τα βάρη. Ξεχνώντας τα όνειρα που είχε ζωγραφίσει στον εφιαλτικό έρημο διάδρομο. Οι κύλινδροι κύλισαν κάτω από τα πόδια τους. Ανάμεσά τους πια δεν υπήρχε καμία απόσταση. Τα χρώματα τους τύλιξαν εντός τους και θα τους συντρόφευαν για την υπόλοιπη ζωή που θα ερχόταν να την ζήσουν μαζί.

photo: scalidi
photo: scalidi

«Σκάσε και κολύμπα»

«Άμα στα πέντε σου δεν σε πετάξουν στην πισίνα, μετά στα τριάντα πέντε σου θα φοβάσαι μην πνιγείς εντός της», ψέλλιζα τις εξυπνάδες μου μπροστά στο νεαρό προπονητή που με καθοδηγούσε πώς θα φυσάω το νερό για να μην το καταπιώ όλο. Ναι, μπουρμπουλήθρες μου ζητούσε να κάνω. Αυτό το τόσο παιδιάστικο. Κι όμως ήταν δύσκολο πρότζεκτ. Προς το τέλος του πρώτου μαθήματος πρέπει να το είχα καταφέρει. Έβλεπα και μέσα από τα κολυμβητικά γυαλάκια μου το βυθό. Θα μου πεις τον πάτο τον βλέπεις παντού γύρω, απλώς στην πισίνα είναι διαυγής και φαντασμαγορικός. Άνοιξαν οι μύτες, τα ιγμόρεια, η μέση, τα πόδια, έγινα το νερό που είμαι.

Όποια στιγμή τόλμησα να χαζέψω, «ω, τι γαλάζιο που είναι το νερό», ή «κοίτα το φως πώς πέφτει και αντανακλάται στην επιφάνεια», το ήπια το νεράκι μου. Δεν είναι για χαζέματα η επιβίωση. Μου το θύμιζε ο γυμναστής με τα σηκωμένα μπατζάκια, γύρω από την πισίνα. Εδώ τα σαρκαστικά μου αστειάκια δεν έπιαναν. «Σκάσε και κολύμπα», δεν υπάρχει τυχαία η φράση στο υπαρξιακό μας ασυνείδητο. Αφού επέζησα κι επέζησα καλά, απολαμβάνοντας το νερό του ζωδίου μου, έδωσα την υπόσχεση ότι θα ξαναπάω. Ο ειδικός έσκασε ένα ειρωνικό μειδίαμα με ύφος «το ξέρω ότι θα ξανάρθεις, κανείς δεν ξεφεύγει από το νερό και τη φύση του». Βγήκα έξω και δεν πατούσα στη γη. Το χλώριο είχε κάνει τη δουλειά του. Έβλεπα πλυμένο και καθαρό όλον τον κόσμο. Οι μπουρμπουλήθρες δεν μου είχαν ξελαμπικάρει μόνο το μυαλό και τα πνευμόνια «φύσα, φύσα», αλλά κυρίως κάνανε έναν γερό γενικό στην ψυχή μου. Διώξανε τους μύκητες που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται. Οι πρασινάδες των συναισθημάτων πήγαν περίπατο μπροστά στη χλωρίνη, τώρα σκέφτομαι ότι η βροχούλα που πέφτει εκεί έξω είναι απλώς λίγο νερό ακόμη που το χρειαζόμαστε διακαώς, θα βάλω τα μπανιερά μου και θα βγω, φυσώντας τις νοερές μπουρμπουλήθρες μου.

photo: scalidi
photo: scalidi