Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι

«Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι»

ΖΑΚ ΕΜΠΡΑΧΙΜ & ΤΖΕΦ ΤΖΑΪΛΣ
Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗ
μτφρ.: Πηνελόπη Τριαδά
εκδ. Key Books
σελ. 112

«Ενσυναίσθηση, ειρήνη, μη βία – μπορεί να μοιάζουν ακατάλληλα εργαλεία στον κόσμο της τρομοκρατίας που ο πατέρας μου βοήθησε να δημιουργηθεί», πόσο θάρρος θέλει για να αρθρώσεις αυτές τις λέξεις δημοσίως. Ιδίως σε μια ομιλία TED. Και να πεις ποιος είσαι, ενώ κρυβόσουν μια ζωή, άλλαζες τόπους και ταυτότητες για να μη μάθουν οι άλλοι τη δυσβάσταχτή σου αλήθεια.

«Ο γιος του τρομοκράτη» ονομάζεται το βιβλίο του Ζακ Εμπραχίμ που έχει γράψει μαζί με τον δημοσιογράφο Τζεφ Τζάιλς και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Key Books», σε μετάφραση της Πηνελόπης Τριαδά. Ο επεξηγηματικός υπότιτλός του «Η αληθινή ιστορία μιας επιλογής», είναι εκεί για να τονίζει όχι μόνο τις φονικές επιλογές του πατέρα του Εμπραχίμ, αλλά κυρίως την επιλογή τη δική του να απεμπλακεί από τον κύκλο του μίσους, του αίματος, του φόβου, της φρίκης. Και για να θυμίζει σε όλους ότι υπάρχει η πιθανότητα της επιλογής.

Είσαι μικρούλης, λοιπόν, εφτά χρονών, έχεις γεννηθεί το 1983, ζεις στον κόσμο εκείνο που είναι όλα πλασμένα από το υλικό της παιδικότητάς σου και ξαφνικά το οικοδόμημα γκρεμίζεται. Ο αγαπημένος σου πατέρας, εκείνος που θα γίνει στη συνέχεια το τεράστιο τραύμα εντός σου κι εκτός σου, εκείνος που δεν θα του μιλήσεις πάλι μετά τα 18 σου χρόνια, πυροβολεί και σκοτώνει στις 5 Νοεμβρίου του 1990 τον αρχηγό του Συνδέσμου Εβραϊκής Αμυνας. Το δράμα για την οικογένεια του θύματος έχει ξεκινήσει, αλλά υπάρχουν και τα άλλα αφανή θύματα, τα μέλη της οικογένειας του τρομοκράτη. Η βία μόλις εκδηλωθεί, σκάει στα χέρια όλων κι έχει μόνο ηττημένους και πληγωμένους. Εκτός κι αν κάποιος, όπως αυτός ο μικρούλης γιος του τρομοκράτη, αναλάβει να πάρει μια θεμελιώδη απόφαση: να μετουσιώσει, όσο γίνεται, αυτό το κακό που βιώνει σε μια μεγάλη φωτεινή λεωφόρο αγάπης και ανθρωπιάς. Πρώτα για να αντέξει ο ίδιος τα δεινά της ζωής του, από τη μεγάλη εσωτερική πληγή, μέχρι τον σχολικό εκφοβισμό και τον μεγάλο κυρίαρχο φόβο της βίας και του κυνηγητού και στη συνέχεια για να δώσει ένα νόημα στον δικό του δρόμο, κάνοντας μια ισχυρά πάμφωτη επιλογή έναντι του σκοταδιού και του θανάτου που σκόρπισε η πατρική φιγούρα.

Είχε να διαλέξει το όνομα του πατέρα του από τη μία που αναφερόταν θριαμβευτικά σε διάγγελμα του Μπιν Λάντεν και από την άλλη τα λόγια του Γκάντι: «Ο άνθρωπος είναι προϊόν των σκέψεών του. Γίνεται αυτό που σκέφτεται», που είχε μιλήσει και για τον κόσμο που θα ερχόταν. Ο Ελ-Σέιντ Νοσέρ, ο πατέρας του μικρούλη Ζι, όσο ήταν στη φυλακή εκτίοντας την ποινή για τη δολοφονία που είχε διαπράξει, συνέχισε την καταστροφική τρομοκρατική του δράση. Βοήθησε, ακόμη και έγκλειστος, στον σχεδιασμό του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993. Οπως γράφει χαρακτηριστικά ο Εμπραχίμ, με το να μην έχει καμία επαφή πια με τον πατέρα του, απέφυγε να γίνει αποδέκτης των βέβαιων πανηγυρισμών του Νοσέρ, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Τότε που η Αμερική βυθιζόταν στο πένθος, η καρδιά του συγγραφέα πια ράγιζε και όλο δυνάμωνε μέσα του η απόφαση, η επιλογή να κάνει ό,τι μπορεί για τη διάδοση της ειρήνης και της ανεκτικότητας. Ως παιδί, μετακόμισε πάνω από είκοσι φορές με τη μητέρα του και ό,τι απέμεινε από την οικογένειά του για να μπορέσει να επιβιώσει.

Η μητέρα του, μια Αμερικανίδα που είχε ασπαστεί το Ισλάμ και η αγάπη της αυτή για τη θρησκεία στάθηκε το συνδετικό στοιχείο με τον Νοσέρ. Τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε όταν εκείνος ήταν ένας γλυκός και μειλίχιος άντρας. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Η κραυγή της, η κούραση μιας γυναίκας με μαντίλα που τα έχασε όλα, πλην της αγάπης που διακηρύττει πια ο γιος της. Εζησε στο πετσί της τη μισαλλοδοξία και τον φόβο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Εμπραχίμ πώς η ίδια της η μητέρα δεν την αποδεχόταν για τη θρησκευτική της επιλογή και που πια, όταν έπαθε γεροντική άνοια, το είχε πια ξεχάσει, μαζί με τη συνήθεια του καπνίσματος.

Για να επανέλθουμε στα λόγια του Γκάντι, «ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων», ταιριάζει πια μ’ αυτό που διάλεξε να γίνει, όχι εύκολα και σίγουρα, όχι χωρίς τίμημα και κόστος, ο Ζακ Εμπραχίμ. Μια αφήγηση κόστους, αυτό που συνήθως είναι η γενναιότητα.

Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις

«Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις»

Είναι μια μάγισσα της γραφής. Ο μύθος της ενισχύεται όσο περνάει ο καιρός. Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920 – 1977) ακούγεται πια δίπλα δίπλα με τον Τζόις, τον Μπόρχες και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το έργο της «Η ώρα του αστεριού» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το πρώτο μέρος του βιβλίου σε πιάνει από το λαιμό, δεν σ’ αφήνει να ανασάνεις και σου κλέβει για πάντα την καρδιά. Ποια είναι αυτή που τολμά να γράφει έτσι; Ιδίως στην εποχή της; Στη βιτρίνα, η καλογυαλισμένη σύζυγος διπλωμάτη, στα ενδότερα μια σκαπανέας της γραφής.

«Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά». Εκείνη που ξέρει πώς είναι «το βλέμμα ανθρώπου με πληγωμένο φτερό», εκείνη που αναρωτιέται «πόσο ζυγίζει το φως», εκείνη που αποφαίνεται ότι «κανείς δεν μπορεί να μπει στην καρδιά κανενός», χρησιμοποιώντας τον άντρα αφηγητή της ιστορίας της.

Μεταφυσική, αλλά και υπεργειωμένη, με γραφίδα πότε γυαλιστερό νυστέρι και πότε φτερό κύκνου, έχει γράψει «μαγικό» μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, πριν ακόμα και από το μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Υπήρξε πριν την εποχή της, γι’ αυτό διαβάζεται και ως πιο σημερινή από τους σημερινούς. «Το να σκέφτεσαι είναι πράξη. Το να αισθάνεσαι είναι γεγονός… Θεός είναι ο κόσμος. Η αλήθεια είναι πάντα μια εσωτερική και ανεξήγητη επαφή. Η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να τη σημαίνει… Η κίνηση είναι πνεύμα… Ενας τρόπος να αποκτάς είναι μη γυρεύεις, ένας τρόπος να έχεις είναι να μη ζητάς και μόνο να πιστεύεις πως η σιωπή που, το πιστεύω, υπάρχει μέσα μου είναι απάντηση στο δικό μου – το δικό μου μυστήριο».

Μιλώντας με τον μεταφραστή και βιογράφο της Benjamin Moser, επιβεβαιώθηκε απλώς η λατρεία στο αμφιλεγόμενο πρόσωπό της και η γητεία που πετυχαίνει με όποιον τη νιώσει συγγενή του.

– Πώς αποφασίσατε να μεταφράσετε την Κλαρίσε Λισπέκτορ και φυσικά να γίνετε ο βιογράφος της;

– «Συνάντησα» την Κλαρίσε στο Πανεπιστήμιο στην Αμερική, όταν σπούδαζα πορτογαλικά. Κατά λάθος έγινε αυτό: ήθελα να μάθω κινέζικα, αλλά μετά από μια αλληλουχία γεγονότων κατέληξα να κάνω πορτογαλικά. Μετά από ένα χρόνο περίπου, αρχίσαμε να μελετούμε μικρά έργα από τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και συγκλονίστηκα από την «Ωρα του αστεριού». Χαίρομαι που μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ηταν το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα για κείνη. Αλλά η εξαίσια συμφωνική εισαγωγή της –η αφιέρωση στους μουσικούς που πλούτισαν τη ζωή της– ήταν τόσο όμορφη που αμέσως την ερωτεύτηκα. Κι όταν ερωτεύεσαι κάποιον, θέλεις να μάθεις γι’ αυτόν. Πού μεγάλωσε; Ποια ήταν η οικογένειά του; Τι βιβλία διάβασε; Και αυτή η περιέργεια μεγάλωνε και μεγάλωνε, μέχρι που έγινε η βιογραφία της κι ύστερα όλη η έκδοση στα αγγλικά του συνολικού της έργου. Ηταν μεγάλη τιμή για μένα να βλέπω ότι η δουλειά μου την οδήγησε σε μια θέση τόσο ξεχωριστή στην αγγλική γλώσσα –ήταν η πρώτη συγγραφέας από τη Βραζιλία που βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο του New York Times Book Review – και να την παρακολουθώ να διαβάζεται σε όλο τον κόσμο και τώρα στην Ελλάδα.

– Ποια στοιχεία του βίου και του έργου της θεωρείτε εσείς τα πιο αξιοπρόσεκτα;

– Το απίστευτο με τη ζωή της είναι ότι ήταν ένα μωρό Εβραίων προσφύγων από το χειρότερο μέρος στον κόσμο εκείνη την εποχή, την Ουκρανία μετά τον Α΄ Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέρος μαζικής πείνας και τρομακτικών θρησκευτικών διώξεων. Από ένα θαύμα, οι γονείς της κατάφεραν να την πάρουν στη Βραζιλία. Εκεί, μεγάλωσε, έγινε μια όμορφη νέα γυναίκα κι ύστερα εξελίχθηκε σ’ αυτή την εξαιρετική μορφή που λατρεύτηκε στη Βραζιλία σαν αγία. (Εάν νομίζετε ότι υπερβάλλω, δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το μνημείο της στο Ρίο ντε Τζανέιρο που είναι ένας τόπος προσκυνήματος για τους αναγνώστες της από ολόκληρο τον πλανήτη.) Πώς αυτό το κορίτσι έγινε αυτή που έγινε; Είναι ένα μυστήριο που τυλίγει κάθε εξαιρετικό καλλιτέχνη. Δεν είμαι όμως ο μόνος που αισθάνεται αυτή τη σχεδόν θρησκευτική γοητεία. Είναι δύσκολο να εξηγήσω γιατί η γραφή της είναι τόσο υπέροχη, αλλά γι’ αυτούς που το αισθάνονται, είναι από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής τους. Κι εμένα μου συνέβη στη ζωή μου.

– Τι αγαπάτε περισσότερο στην προσωπικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ αλλά και στο έργο της;

– Μου αρέσει η αίσθηση ότι μιλάει σε μένα απευθείας, ότι με ξέρει πολύ καλύτερα από μένα τον ίδιο. Εχω κλείσει τα σαράντα, οπότε τη διαβάζω εδώ και είκοσι χρόνια, περισσότερο από το μισό της ζωής μου. Και ενθουσιάζομαι από το πόσο τα όσα πιστεύω για τον κόσμο, για την αγάπη, για τη ζωή, για τον θάνατο και τον Θεό, προέρχονται από την Κλαρίς. Νιώθω στοιχειωμένος απ’ αυτήν, αλλά με έναν τρόπο που σε στοιχειώνουν οι άνθρωποι που πραγματικά έχεις αγαπήσει, όπως η γιαγιά μου· άνθρωποι που με βοήθησαν να κατανοήσω το πώς να ζω. Στη Βραζιλία –αλλά και παγκοσμίως– είναι γνωστή με το μικρό της όνομα κι αυτό γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι νιώθουν για κείνη το ίδιο.

– Τι αισθάνεστε να σας συνδέει με τη λογοτεχνία της;

– Πέρα από τη συναισθηματική εγγύτητα, υπάρχει μια διανοητική σύνδεση με τη γραφή της που ποτέ δεν παύει να με συναρπάζει. Για να τη μεταφράσω είχα να καταλάβω πόσο περίεργα είναι τα πορτογαλικά της, πόσο ούτε μια απλή πρότασή της δεν είναι διατυπωμένη με «κανονικό» τρόπο. Σε κάνει να σκέφτεσαι για κάθε λέξη που αρθρώνεις. Και το να τη μεταφράσεις είναι πολύ δύσκολο γιατί συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι να μην λες το οτιδήποτε «φυσιολογικά», «κανονικά». Προσπαθείς να το απαλύνεις, προσπαθείς να το κάνεις να ακουστεί πιο φυσικό και καταλήγεις να θαυμάζεις ένα πρόσωπο που κατάφερε να αντισταθεί σε κάθε συμβατικότητα τόσο άγρια, όπως εκείνη. Είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο αυτό γιατί, επί πολλά χρόνια, ήταν μια καθωσπρέπει σύζυγος διπλωμάτη, μια πανέμορφη ξανθιά γυναίκα που καθόταν απλώς και χαμογελούσε. Και κάτω από όλη αυτή την επιφάνεια υπήρχε μια ατσάλινη αντίσταση σε κάθε σύμβαση, μια μαχητής, μια επαναστάτρια.

​​Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μάριου Χατζηπροκοπίου, το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ «Η ώρα του αστεριού».

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

Με ομιχλώδες πιο πολύ από ποτέ το διεθνές περιβάλλον, ύστερα από την εκλογή Τραμπ, επαναλαμβάνεται ένα ψυχολογικό μοτίβο που στη σύγχρονη τέχνη και λογοτεχνία κατέχει εξέχουσα θέση. Η δυστοπία, με την έννοια όμως μιας οδυσσεϊκής περιπλάνησης, διόλου ονειρικής. Ενας άνθρωπος μόνος του προσπαθεί να επιβιώσει, τέτοιο είναι το ταξίδι του, μια μάχη με το εσωτερικό του σκοτάδι, μα κυρίως με τη ρημαγμένη γύρω του γη. Την αντικειμενικά καμένη χώρα. Την αποσύνθεση του γνωστού μας μέχρι πρότινος κόσμου, που μπορεί και να πεθαίνει σαν πλανήτης. Μα, κυρίως, ο εφιαλτικός φόβος μας γι’ αυτό. Αν και την ανθρωπινότητά μας, την ανθρωπιά μας, τη διασφαλίζει το γεγονός ότι μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα παρατηρητές των γεγονότων, της Ιστορίας, έτσι ο παρατηρητής, εκτός από παρατηρούμενος, μπορεί να αλλάξει θέση και να παρέμβει στα τεκταινόμενα.

Χωρίς να ξέρουμε ακόμη πώς θα εκπληρωθούν οι προθέσεις της διακυβέρνησης Τραμπ τόσο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής όσο και σε ενεργειακά και οικονομικά ζητήματα που αναμένεται να καθορίσουν και τις εξελίξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη –ύστερα κι από οκτώ χρόνια χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και τις έπληξαν δραματικά, με εκατομμύρια άνεργους και άστεγους πολίτες και με τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών, προσφυγικού κύματος, που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία προς την ευρωπαϊκή ήπειρο–, ήδη έχουν απλώσει τη βαριά σκιά τους οι φόβοι για την οπισθοδρόμηση σε θέματα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκοσμίως. Το κλίμα δυσαρέσκειας στο φιλελεύθερο κομμάτι του κόσμου αποκτά διαστάσεις ζόφου, όταν προστίθενται σε αυτό οι πανηγυρισμοί από τη μερίδα εκείνων που επιχαίρουν και τυγχάνει να είναι υπέρ της οπλοχρησίας, των ρατσιστικών διακρίσεων, φιλοφασιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Το ντόμινο ελλοχεύει.

Την ατμόσφαιρα αυτή, οι συγγραφείς και οι ποιητές και οι σκηνοθέτες, την ξέρουν καλά, τη μελετούν πιο διαισθητικά από όλους –ιδίως όταν ο ορθολογισμός μας φτάσει σε αδιέξοδο και μας προδίδει– και μπορούν να την αποδώσουν σε πολλαπλές διαστάσεις. Αδιάφορο εάν αποτυπώνει τον εσωτερικό τους κόσμο ή, εντέλει, εάν αρχίζει να αποτελεί προάγγελο ενός συλλογικού ασυνείδητου που εκπληρώνεται μπροστά στα έκπληκτα(;) μάτια μας. Μόνο που πια δεν είναι κινηματογραφική ταινία, υποκριτική ερμηνεία και μυθιστορηματική πραγματικότητα. Είναι όλο και πιο κοντά στη ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής μας. Με μία σταθερά: ότι όλα συνεχώς αλλάζουν και το παρόν εμπεριέχει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον σε μια διαδοχή που είναι ίσως το μόνο ανακουφιστικά ίδιο μοτίβο επανάληψης, το πώς δηλαδή προσλαμβάνουμε τον κόσμο μας στον καιρό μας, ακόμη κι αν φοβόμαστε τόσο πολύ.

Το αγωνιώδες παραλήρημα του συνταγματάρχη Κουρτς στο «Αποκάλυψη τώρα» (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα –ανασκευασμένο το «Στην καρδιά του σκότους» (1899) του Τζόζεφ Κόνραντ–, στην ουσία «Οι κούφιοι άνθρωποι» (1925) του Τ.Σ. Ελιοτ. Ο Ελιοτ βεβαίως, ο οποίος έκρυψε μέσα στα υποστρώματα της ποίησής του από τα πρώτα γνωστά μας έπη, χαμένα χιλιάδες χρόνια πίσω από εμάς, τα θρησκευτικά κείμενα και τις φιλοσοφικές παραδόσεις όλης της ανθρωπότητας, μέχρι τον πιο κοντινό Δάντη, τον Σαίξπηρ, αλλά και δύο παγκοσμίους πολέμους του 20ού αιώνα.

Δύο πεζογράφοι, δύο συμβολισμοί

Δύο πολύ σπουδαίοι, όμως, συγκαιρινοί μας πεζογράφοι έχουν αναπαραστήσει αυτή την απονενοημένη διαδρομή μέσα από το κακό, με τον πιο αποφασιστικά απτό τρόπο. Η ιστορία του καθενός είναι αυτόνομα δυνατή, αλλά οι αναπόφευκτοι συμβολισμοί δεν μπορούν να μην καίνε με την επικαιρότητά τους.

Ο J. M. Coetzee, βραβευμένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003, το 1983 είχε λάβει το Booker για το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2004, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου). Ενα βιβλίο με κεντρικό ήρωα έναν άνθρωπο, με ορατή τη διαφορετικότητά του, που περνάει ανάμεσα από όλα τα στρατόπεδα και επιχειρεί να δραπετεύσει, να γλιτώσει από παντός είδους συρματοπλέγματα και διακρίσεις. Το μόνο που ζητάει είναι η ελευθερία του να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. «Τι κρίμα που το να ζεις σε καιρούς σαν κι αυτόν προϋποθέτει να είσαι προετοιμασμένος να ζήσεις σαν το ζώο. Ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει δεν μπορεί να ζήσει σε σπίτι με φωτισμένα παράθυρα. Πρέπει να ζήσει μέσα σε μια τρύπα και τη μέρα να κρύβεται. Πρέπει να ζει έτσι ώστε να μην αφήνει το παραμικρό ίχνος της ζωής του. Εδώ έχουμε φτάσει».

Και ύστερα ο περιβόητος «Δρόμος», που βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ) του Κόρμακ Μακ Κάρθι. Εδώ ο ήρωας δεν κουβαλά στην πλάτη του την ανήμπορη μητέρα του, όπως ο Μάικλ Κ, τη ρίζα του παρελθόντος, αλλά τον μικρό του γιο. Θέλει να προστατέψει το μέλλον, το παιδί.

Διασχίζει τον καμένο τόπο, την ερειπωμένη χώρα του με σκοπό να φτάσει στη θάλασσα, στο νερό, στη ζωή, γιατί όχι στην πεμπτουσία της. «Χάρτες και λαβύρινθοι. Για έναν τόπο που δεν επιστρέφει και δεν επανορθώνεται. Που ποτέ δεν θα γίνει όπως πριν».

Και η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν πενθήσουμε για ό,τι χάνεται, όσο κι αν φοβηθούμε την αλλαγή, δεν θα την αποφύγουμε και η μόνη μας διέξοδος είναι το πέρασμα παρακάτω, που δεν κρύβει ούτε δυστοπίες ούτε παραδείσους. Μόνο ένα άνοιγμα κι ένα βήμα όπου εκεί δεν υπάρχει ούτε φως ούτε σκοτάδι, μόνο κίνηση.

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες»του 21ου αιώνα

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες» του 21ου αιώνα

ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ
Η υπέροχη φίλη μου
μτφρ.: Δήμητρα Δότση
εκδ. Πατάκη

Στην παραλία εντόπισα να το διαβάζουν είτε στ’ αγγλικά είτε στα ελληνικά, με το χαρακτηριστικό του εξώφυλλο. Είχε προηγηθεί η διθυραμβική του υποδοχή από βιβλιόφιλους και κριτική. Η προσωπική μου συμπεριφορά απέναντι στα μπεστ σέλερ –αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με ένα διεθνούς εμβέλειας ευπώλητο βιβλίο– είναι να αφήνω να καταλαγιάζουν ο μαζικός ενθουσιασμός ή η αποδοκιμασία και να δοκιμάζω την τύχη μου μαζί τους έπειτα από μια πενταετία τουλάχιστον. Τότε ρίχνομαι στο παιχνίδι και αποκτά ενδιαφέρον η ανάγνωση. Αυτή τη φορά δεν ακολούθησα την πεπατημένη.

Μετά το διάβασμα του μυθιστορήματος της Ελενα Φερράντε, «Η υπέροχη φίλη μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, η δημοσιογραφική πρακτική έλεγε να ξεκοκαλίσω όσα έχουν γραφτεί. Εγκατέλειψα γρήγορα την προσπάθεια, κείμενα επί κειμένων για την κρυμμένη ταυτότητα της συγγραφέως, για το καλύτερο εξώφυλλό της, για τη μετάφρασή της, για τη διακειμενικότητα στο έργο της, και δεν έχει τέλος η φιλολογία, ενδεικτικά μόνο στην Guardian γέμιζε η οθόνη από τίτλους δημοσιευμάτων για όλα αυτά. Δεν γίνεται να μην παρασύρει σκέψεις και παραλληλισμούς με το φαινόμενο Σάλιντζερ.

Ωστόσο, ένα βιβλίο, και δη ένα μυθιστόρημα, διαθέτει μια αυτονομία δική του, που κυρίως έχει να κάνει με τον τρόπο που βιώνεται από τον αναγνώστη. Εσύ που το έγραψες κι εγώ που σε διαβάζω, αναδημιουργούμε μαζί έναν καινούργιο κόσμο που εκεί δεν υπάρχει χώρος για κανέναν άλλον.

Κι η Φερράντε –όποιος κι αν κρύβεται πίσω απ’ αυτό το ψευδώνυμο τέλος πάντων– είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για μια τέτοια σχέση. Γι’ αυτό και τη δικαιώνει η εμπορικότητα που έχει αποκτήσει. Δεν είναι ένα «εύκολο» βιβλίο, αν και διαθέτει μια ροή και μια αφήγηση που σε αρπάζουν σαν ανεμοστρόβιλος και σε ρίχνουν στη δίνη τους. Ναι, μεν, απαιτεί από τον αναγνώστη καταβύθιση στο δικό του εαυτό, αλλά είσαι όντως έτοιμος για κάτι τέτοιο; Η συγγραφέας βουτά στα σκοτάδια της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στα έγκατα, εκεί που πλάθεται και σφυρηλατείται αυτή η περσόνα ή η προσωπικότητα που θα φέρουν ύστερα οι άνθρωποι ως ασπίδα, προσωπείο ή και τελικό προϊόν της ύπαρξής τους. Μπαίνει στο εργαστήριο του εαυτού και του εγώ. Ξεθάβει σκελετούς, ανοίγει ντουλάπες και βγάζει πτώματα, σηκώνει πέτρες και βλέπεις σκορπιούς με δηλητήριο να τρέχουν, ενίοτε τους βάζει και φωτιά. Απευθύνεται στο βαθύ, σκοτεινό, άγνωρο κομμάτι μας. Εκεί που η συνείδησή μας αποσύρεται διακριτικά και αφήνει να κάνει παιχνίδι το υποσυνείδητο και –ακόμη πιο μεγάλη είναι η έκπληξη– το ασυνείδητο.

Η Νάπολη κυριαρχεί. Το τοπίο της, τα σοκάκια της, ο ιστός της σύγχρονης κοινωνίας όταν ακόμη πλεκόταν. «Εάν δεν υπάρχει αγάπη, όχι μόνο στερεύει η ζωή των ανθρώπων αλλά και των πόλεων». Οι άνθρωποί της. Στα δρομάκια της. Ζώντας την καθημερινότητα, τις απογοητεύσεις, τις χαρές, τις μεγαλοσύνες και τις μικρότητές τους. «…Από την άλλη έλπιζα ότι έτσι θα αποτραβιόμουν από αυτό το συνονθύλευμα αδικημάτων, συνενοχών και μικροψυχιών των ανθρώπων που γνωρίζαμε, που αγαπούσαμε, που κουβαλούσαμε…». Μια παρέα, ιδωμένη μέσα από το μελάνι της συγγραφέως. Σκιασμένη από το μαύρο. Και η φιλία δύο κοριτσιών. Εάν γράφονταν οι «Μικρές κυρίες» τον 21ο αιώνα στην Ευρώπη, σε μια μητρόπολη του Νότου, δεν αποκλείεται να είχαν τις διακλαδώσεις τους στα στενάκια της Νάπολης. Με τα ψυχολογικά τους αδιέξοδα και την ομορφιά της σκαιότητάς τους.

Ελπίδα ανάποδη

Είναι και μια ελπίδα ανάποδη, ίσως και δυσοίωνη, με την έννοια της κασσανδρικής προφητείας: ότι το παιχνίδι του κόσμου, η σκακιέρα με τους «δυνατούς» της ιστορικής ή μυθιστορηματικής αφήγησης, ίσως έχει μεταφερθεί από τη Δύση και τον ευρωπαϊκό Βορρά, της ψυχρής λογικής, στον Νότο που βράζει και οι ατμοί του αναδύονται. Εκεί που ενώνεται κάτω από τον καυτό ήλιο το υποσυνείδητο κομμάτι του κόσμου με το ολωσδιόλου ασυνείδητο. Κοχλάζουν οι θερμοκρασίες και όποιος δεν ξέρει να παίζει με τη φωτιά, αργά ή γρήγορα, χάνεται. Οτι ίσως έχει έρθει η εποχή που η δύναμη, δεν έχει να κάνει πια με το χρήμα –άλλωστε το φωνάζει διαρκώς το βιβλίο της Φερράντε, όσο ηθογραφικά κι αν προσεγγίζει μια ναπολιτάνικη συνοικία του ονείρου– αλλά με την άγνωστη εκείνη «ουσία», της ζωής που κρύβουμε εντός μας. Μ’ αυτό παίζει όλη την ώρα η συγγραφέας. Μ’ αυτό το ανομολόγητο, το ανεξερεύνητο, το αόρατο, το δυσνόητο, το άπιαστο, κάποτε για όλους αυτούς τους λόγους και αφόρητο. Μ’ αυτό μαγνητίζει τον αναγνώστη. Με αυτό παίζει με την ίδια του την ψυχή, διαπραγματεύεται μαζί του με τον φαουστικό τρόπο: Δώσε μου την ψυχή σου για να σε κρατήσω πάντα νέο. Εάν δεχθείς αναγνώστη, θα σου προσφέρω τη μεταμόρφωση που ποθείς, μέσα σ’ αυτή την τόσο σύντομη αλλά αέναη ζωή που υπόσχεται η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος.

Ελεύθεροι κι ωραίοι

Το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου την ημέρα που έγινε γνωστή η φυγή του Αντώνη Σουρούνη.  Με ό,τι συνειρμούς απορρέουν. Είπα θα το ξεφυλλίσω να δω τι φρούτο είναι και θα το αφήσω να το διαβάσω με ησυχία. Αλλά δεν με άφησε αυτό. Τον συγγραφέα τον έχω γνωρίσει ανορθόδοξα , αποδεικνυόμαστε γείτονες και εγώ θα έλεγα «συγχωριανοί» κι ας είμαστε από άλλα μέρη. Μου το επιβεβαίωσαν οι λέξεις του.

Σπουδαίος αφηγητής και παραμυθάς, το ευρύ κοινό τον ξέρει από τη μουσική και τους στίχους του, από τις παραστάσεις του, αλλά η πληθωρικότητα του αφηγητή μια χαρά τον περνάει στο συγγραφιλίκι όποτε εκείνος αποφασίσει. Το «Φτου ξελευτερία για όλους!» του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη του έχει ανοίξει την πόρτα. Αυτοβιογραφικά διηγήματα; Μεταφυσικές ιστορίες ελευθερίας; Ποιος ξέρει. Σίγουρα αφηγήματα μεστά, με χυμούς που σε κάνουν να γελάς από την καρδιά σου, που σου μαλακώνουν την ψυχή. Γραφή ψυχικής ανάτασης και υπόδειγμα πώς η ενδοσκόπηση δεν καταλήγει σε μιζέρια, γκρίνια, γκρίζα ομφαλοσκόπηση, αλλά σε πολύχρωμη σκωπτικότητα, αλαφράδα, πώς μπαίνεις στο μεδούλι, χωρίς να χάνεις την ομορφιά. Συγκινητικός, ανθρώπινος, αερικός, αυτός που συναντάς από κοντά, αυτός είναι και στις λέξεις του. Ένας ποιητής αφηγητής. Οι λέξεις του έχουν υγρασία και αίμα. Και ρέουν με τον εσωτερικό του ρυθμό που συναντούν σαν τραγούδι τον αναγνώστη.

Όσο τον διάβαζα, σκεφτόμουν πόσο ψυχωφελές γίνεται ένα βιβλίο όταν δεν υποκρίνεται αλλά όταν αποκρίνεται και όλο τον έβαζα στην ίδια θέση με αγαπημένους συγγραφείς σαν τον Αντώνη Σουρούνη, τον Τάσο Χατζητάτση, τον Σωτήρη Δημητρίου. Λογοτεχνία που δεν κατασκευάζεται. Δεν πιστεύω άλλωστε σε αυτή. Πιστεύω σ’ αυτή που αναβλύζει από τον άνθρωπο, απ’ αυτά που έζησε κι αυτά που διάβασε, απ’ αυτά που δεν έζησε και δεν είπε. Στη λογοτεχνία που λέει αλήθεια. Που μπορεί να ξεκίνησε μια μέρα ή μια νύχτα κάτω από τα σκεπάσματα διαβάζοντας κρυφά τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ.

Εγώ δεν σημειώνω πάνω στα βιβλία μου ποτέ, τίποτα, ούτε ένα τόσο δα σημαδάκι, αυτή τη φορά το γέμισα σημειώσεις. «Ο Θεός βρίσκεται στην πρόθεση», «Άντρας είναι αυτός που ‘χει την απόφαση», «Πλούσιος είναι αυτός που δεν έχει ανάγκη κιανέναν», «οι Κρητικοί είναι οι πιο πεισματάρηδες και ευσυνείδητοι εργάτες, αλλά μόνο για αγαθά υψηλής ποιότητας. Ποια είναι αυτά; Εκείνα που δεν είναι προς πώληση. Αυτά που μπαίνουν στο τραπέζι για την παρέα. Αυτά που θα γίνουν αφορμές επικοινωνίας», «Η λεβεντιά είναι το ίδιον των πληγωμένων, των καταφρονεμένων, των νικημένων του κόσμου, αλλά που είναι συνάμα νικητές, γιατί πλήρωσαν το τίμημα-χαρακτηριστικό του υπερήφανου αριστοκράτη: Υποστήριξαν με τη ζωή του μια χαμένη υπόθεση… Ο λεβέντης γίνεται αντιήρωας, για να φτάσει στον υπερήρωα, που δεν καταξιώνεται στην παροντική ζωή, αλλά ίσως σ’ έναν μελλοντικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων μας».

Η μάνα, η απώλεια, τα μυρμήγκια, ο κοινωνικός ιστός ενός νοερού χωριού που μπορεί να φτιάχνει ο καθένας μόνος του πια σε μια μεγαλούπολη για να επιβιώσει, μια ολωσδιόλου δική σου γλώσσα και ζωή, η συγγένεια, η σύνδεση, εντέλει η αφήγηση. «Όλες οι αφηγήσεις είναι αφηγήσεις «κόστους»». Με γλύκα, με χαρά και χάρη, με αλαφράδα, με γέλιο. Με υπερβολή, όπως αξίζει στη ζωή όσο νευρωτική κι αν τείνει να είναι σήμερα.

 

Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ

«Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ»

Εφυγε από την Ελλάδα στα 18 της για να πάει να μελετήσει ψυχολογία στην Αγγλία· μου αφηγείται πώς λιποθύμησε στο πρώτο ηλεκτροσόκ που αντίκρισε τότε μπροστά της. Βρέθηκε στην Αγγλία, στην Αφρική, στην Ελβετία, με αυτήν τη σειρά. Στην Αφρική παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Ανθρωπολογία, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ιστορίας της Μέσης Ανατολής.

Επέστρεψε στη βάση της, το Ρέθυμνο, και το 2010 ίδρυσε τις εκδόσεις Ισις –από την Ισιδα, θεά της αιγυπτιακής μυθολογίας– με σκοπό την προώθηση και την πρακτική κατανόηση του έργου του μεγάλου Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχολόγου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (1875-1961). H Αργυρώ Εμμανουήλ, με δύο μάστερ ψυχολογίας –απόφοιτος και η ίδια του Ινστιτούτου Γιουνγκ στη Ζυρίχη– τα τελευταία έξι χρόνια έχει να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο σύνολο ως προς την έκδοση του έργου του Γιουνγκ, των μαθητών του και άλλων αναλυτών της ίδιας σχολής.

Εχει να παρουσιάσει 25 βιβλία ακριβής έκδοσης και παραγωγής, πανόδετα, με προσεγμένη επιμέλεια και μετάφραση. Η ίδια κάνει τις μεταφράσεις και η Αμαλία Ζουμπουλάκη βρίσκεται πίσω από τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων. Η άλλη σοβαρή προσπάθεια που είχε γίνει για την έκδοση του Γιουνγκ στην Ελλάδα πάει πολύ πίσω στον χρόνο και την είχε κάνει η Σοφία Αντζακα, που διατηρούσε και προσωπική αλληλογραφία με τον Γιουνγκ. Ο εκδοτικός οίκος Ισις ειδικεύεται αποκλειστικά στα βιβλία του Γιουνγκ, της Marie-Louise von Franz, παλαιών και νέων αναλυτών της ίδιας σχολής, με θέματα που εκτείνονται από την ψυχολογική ανάλυση των συμβόλων, της μυθολογίας, των παραμυθιών, της λογοτεχνίας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας μέχρι τη σύγχρονη εμβάθυνση της γυναικείας και ανδρικής ψυχολογίας.

Το εγχείρημα της Αργυρώς Εμμανουήλ είναι κάτι παραπάνω από παράτολμο. Και μάλιστα είναι ασυνήθιστο και δύσκολο ένας εκδοτικός οίκος να επιβιώνει στην ελληνική περιφέρεια, κάνοντας τόσο αφοσιωμένο και εκλεπτυσμένο αισθητικά έργο. Η ίδια προσδιορίζεται ως Ελληνίδα της διασποράς που, επιστρέφοντας στην πατρίδα της, ήθελε κάτι να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε. Στην κουβέντα μαζί της, θυμήθηκε τα χρόνια που διάβαζε μικρή στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.

Απολαυστική συνομιλήτρια, σε αφήνει με μια γεύση ότι οσμίστηκες το τι σημαίνει κάποιος να αγωνίζεται να εκπληρώσει τον εαυτό του. «Θυμηθείτε ότι η ψυχολογία είναι η αρχαιολογία της ψυχής», μου είπε μέσα στα πολλά. «Δεν είναι ορθολογισμός πια αυτό που ζούμε, είναι υλισμός». Το ενδιαφέρον για το έργο του Γιουνγκ έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δοθεί ιδιαίτερη ώθηση στη μελέτη του μετά και την έκδοση του περίφημου «The Red Book» το 2010, 80 ολόκληρα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Μου τονίζει στη συνομιλία μας ότι ο ίδιος ο Γιουνγκ συνεχώς επισήμαινε ότι είναι ένας εμπειρικός επιστήμονας και από εκεί και πέρα το πεδίο ανήκει στις θρησκείες.

Από τις αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιουνγκ γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Πρόκειται για «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού – Σχόλια πάνω στα σύγχρονα γεγονότα» και αποτελεί ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μελέτες πάνω στην ψυχολογία του βάθους». Κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Ισις τα μνημειώδη έργα του: «Αναμνήσεις, όνειρα και στοχασμοί» (2015), «Ονειρα παιδιών» (2015), «Αιών» (2014), «Απάντηση στον Ιώβ» (2014), «Η αρχετυπική πορεία της εξατομίκευσης» (2013).

Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου βιβλίο των εκδόσεων Ισις ήταν πριν από δύο χρόνια περίπου. Αφορούσε παλαιότερη έκδοση του 2012, «Το μέσο πέρασμα – Από τη μιζέρια στο νόημα της μέσης ηλικίας» του James Hollis. Το μέσο πέρασμα δεν έχει να κάνει με την ηλικιακή ωρίμανση, αλλά με το σημείο της συνειδητότητας όπου βρίσκεται ο καθένας. Από τα τελετουργικά της μύησης για τη δύσκολη μετάβαση από την παρατεταμένη εφηβεία της πρώτης ενηλικίωσης μέχρι το δεύτερο κομμάτι της προσωπικής πορείας του καθενός που έρχεται αντιμέτωπος με το γήρας αλλά και με τον θάνατο.

Ενα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για την κατανόηση της σχέσης με τον εαυτό μας και το σώμα μας είναι και αυτό της Marion Woodman «Η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη – Παχυσαρκία, νευρική ανορεξία και καταπιεσμένη θηλυκότητα». Εργο που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές που βιώνουν οι γυναίκες σε σχέση με την εικόνα τους αλλά κυρίως με την ψυχή τους. Διερευνά διεξοδικά την έννοια της Μητέρας Γης και της Θηλυκής Αρχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα προβλήματα βάρους και οι διαταραχές θρέψης έχουν νόημα, είναι σκόπιμα συμπτώματα και όχι απλώς αποτελέσματα μιας κατάστασης.

Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες

«Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες»

Στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 7 Ιουλίου, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς και σε σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ (γνωστού από τη συνεργασία του με τα αδέλφια Ουατσόφσκι στο «Cloud Atlas» και την τηλεοπτική σειρά «Sense8»). Μπορούμε να φανταστούμε άνετα τον Τομ Χανκς σε αυτό τον ρόλο: του Αλαν, του κεντρικού ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του 45χρονου Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς (Dave Eggers) με τίτλο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» (στα ελληνικά από τις εκδ. Κέδρος).

Θαυμάστρια του Εγκερς ήδη από το σπαρακτικό του βιβλίο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου), ζήτησα να του απευθύνω λίγες ερωτήσεις. Ο ίδιος έχει μια συγκινητική προσωπική ιστορία ζωής που αφορά την απώλεια και τη διαχείριση του πένθους, ενώ έχει αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και παροχής πρακτικής βοήθειας σε άτομα για να κατορθώσουν να σπουδάσουν.

Το μυθιστόρημά του «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» είναι μια ιστορία ενός πλήρως ηττημένου μεσήλικα από την Αμερική, που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για να εκπληρώσει το εκπεσμένο του αμερικανικό όνειρο και να σωθεί. Η αφήγηση του Εγκερς αιχμαλωτίζει. Παράδοξη και τόσο αληθινή, καυτηριάζει σε δεύτερο επίπεδο τον οικονομικό ξεπεσμό της δυτικής νοοτροπίας που απλώνει τα πλοκάμια της μέχρι την έρημο της Μέσης Ανατολής. «Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι ύλη; Αισθανόταν κάτι λιγότερο από αυτό». Η ιστορία κωμικοτραγική ξεσκεπάζει τα έλη που ελλοχεύουν στις ζωές των ενηλίκων που περνούν τη γραμμή του μέσου της πορείας τους.

– Ο ήρωάς σας είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας του δυτικού κόσμου που τα έχει χάσει όλα, ιδίως τον εαυτό του, ίσως την ψυχή του, τη χαρά του, την όρεξή του για τη ζωή. Μεταφορικά μιλάτε για την κοινωνία μας και την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω του πρωταγωνιστή;

– Ο Αλαν Κλέι ήταν συνεργός στη μετανάστευση της βιομηχανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ασία. Εργαζόταν σε μια εταιρεία κατασκευής ποδηλάτων, τη «Schwinn», και ήταν από τα στελέχη που για λόγους κόστους σταμάτησαν να φτιάχνουν ποδήλατα στο Σικάγο και ξεκίνησαν να τα εισάγουν από την Κίνα. Ετσι, η «Schwinn» έπαψε πια να αξίζει και πολλά ως επιχείρηση και ο Αλαν έχασε τη δουλειά του. Είναι, λοιπόν, ένας άντρας που χωρίς επίγνωση έφερε τον εαυτό του σε μια απελπιστική κατάσταση: να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του. Και φυσικά αυτό για έναν μεσήλικα, το να ξεκινήσει από την αρχή στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα.

– Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε το «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά»; Ποια ήταν η πρώτη πρώτη πρόθεση;

– Με συνεπήρε η ιδέα του πού θα μπορούσε ένας άντρας σαν τον Αλαν να βρεθεί τώρα. Μόλις ξεριζώνεται, μόλις χάνει την επαφή του με τη ζωή που είχε, πού μπορεί να πάει; Αποφάσισα να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας πουλήσει υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας στον βασιλιά. Ηταν αρκετά παράδοξο για να το βρω απόλυτα σωστό…

– Γιατί, λοιπόν, τοποθετείτε την πλοκή στη Σαουδική Αραβία; Θέλατε να μιλήσετε για τη βία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, για τον φόβο για την ισλαμική βία;

– Εχει να κάνει μερικώς με τις υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε έναν Αμερικανό κι ένα Σαουδάραβα. Είναι δύο έθνη που έχουν αρκετή καχυποψία το ένα για το άλλο. Αλλά αμέσως ο Αλαν συναντά τον Γιουσέφ, ο οποίος θα μπορούσε με πολλούς τρόπους να είναι γιος του. Γιατί ο Γιουσέφ έχει μεγαλώσει με τη δυτική κουλτούρα, έχει αίσθηση του χιούμορ, μοιάζουν πολύ και τελικά βρίσκουν ένα κοινό μήκος κύματος να συνεννοηθούν. Στο τέλος, ο Αλαν συναντά τη Ζάχρα με την οποία επίσης το υποτιθέμενο πολιτισμικό χάσμα αμέσως καταρρέει. Εχω ανακαλύψει ότι κάθε φορά επαληθεύεται αυτό, όποτε έχω περάσει χρόνο από τη ζωή μου μέσα σε κάποια –υποτίθεται– κλειστή κοινωνία.

– Γράφοντας για τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, η βία, η απώλεια, επικεντρώνεστε στους ανθρώπους, στις προσωπικές τους μικρές ιστορίες, στους εσωτερικούς τους μονολόγους, στα αισθήματά τους την ίδια ώρα που εξελίσσεται η Ιστορία, η μεγάλη ιστορία του κόσμου. Τι πιστεύετε ότι διασώζει η λογοτεχνία εντέλει; Ισως την ανθρωπιά μας, τη συμπονετικότητά μας;

– Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει τη μοναδική ικανότητα να ανοίγει πόρτες σε κόσμους όπου αλλιώς δεν θα είχαμε πρόσβαση. Διαβάζοντας ειδησεογραφικές αναλύσεις για τη Σαουδική Αραβία, για τους διωγμούς και τους περιορισμούς που υφίστανται οι γυναίκες, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι ένας δραστικά διαφορετικός τρόπος ζωής και ότι οι καθημερινοί συνηθισμένοι Σαουδάραβες υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις πρακτικές. Αυτό όμως είναι μόνο ένα σενάριο. Ετσι, στο μυθιστόρημά μου επιτρέπεται χαρακτήρες όπως η Ζάχρα και ο Γιουσέφ να αποκτούν ζωή και μια πιο πλατιά ανθρωπότητα να αναδύεται.

– Γιατί διαλέξατε για την προμετωπίδα του βιβλίου τη φράση του Σάμιουελ Μπέκετ από το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται»;

– Είναι ένα πεσιμιστικό απόσπασμα από ένα πιο αισιόδοξο κομμάτι. Μου άρεσε γιατί είναι αυτό που τελικά πιστεύει ο Αλαν στις πιο σκοτεινές του ώρες: ότι δηλαδή είναι άχρηστος. Ομως έχει να ανακαλύψει ότι είναι απαραίτητος και πάλι.

– Θεωρώ ότι το μυθιστόρημά σας «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες. Μάλιστα πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα που βιώνει την απόγνωσή τους από κοντά. Ποια είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, πώς μπορεί να βοηθήσει;

– Σπάνια δίνεται ο λόγος στους πρόσφυγες. Συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως μια μάζα ανθρώπων μέσα σε μια ετοιμόρροπη βάρκα. Ή σε μια συστάδα από τέντες μέσα στην έρημο. Αλλά εάν επιτρέψουμε σε έναν πρόσφυγα, στον κάθε πρόσφυγα να ακουστεί, εάν ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει πλήρως την ιστορία τους, τότε μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτούς. Και όταν το κάνουμε αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να τα χάνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να βρίσκεσαι στο έλεος κάθε περίπλοκου προσφυγικού συστήματος, να μην έχεις τον έλεγχο της μοίρας σου. Πιστεύω ότι οι πρόσφυγες –και όσοι μεταναστεύουν γι’ αυτόν τον λόγο– είναι βαθιά γενναίοι και αξίζουν τον σεβασμό και τη συμπόνια μας.

Το βιβλίο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» του Ντέιβ Εγκερς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου. Κυριότερα βιβλία του στα ελληνικά: «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο), «Τα αγρίμια» (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου, εκδ. Τόπος), «Ο κύκλος» (μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Η ταινία «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Εγκερς, θα προβάλλεται  στις  αίθουσες  από τις 7 Ιουλίου.

«Φτου ξελευτερία» από την οθόνη

MICHELE SERRA
ΟΙ ΑΡΑΧΤΟΙ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδ. Ικαρος

Σου μιλάει σε όλη την αφήγηση. Με χιούμορ, με σπαραγμό, με ένταση. Μήπως και σε ξυπνήσει. Μήπως και σε κάνει να πετάξεις το έξυπνό σου τηλέφωνο από το χέρι και ζήσεις τη ζωή σου. Μήπως και αφήσεις την οθόνη του υπολογιστή σου να τρεμοσβήσει μόνη της και να βυθιστεί, επιτέλους, στο σκοτάδι που της αναλογεί.

Ο Michele Serra, γνωστός δημοσιογράφος στην Ιταλία, με τη σατιρική του διάθεση να καυτηριάζει βαθιά την καθημερινότητά μας, βρίσκει τον τρόπο να σε γρονθοκοπήσει στο στομάχι, μήπως και παραδεχτείς τη διαρκή απουσία της ζωής που βιώνεις σε αυτήν την κοινωνία της κόπωσης, της διαρκούς διαφάνειας, που τίποτα δεν μένει κρυμμένο και τίποτα ουσιαστικό, τελικά, δεν αποκαλύπτεται.

Σε αυτή την κοινωνία που η οικειότητα γίνεται χάιδεμα πλήκτρων, που οι ρυθμοί όλων επιταχύνονται προς ένα χαοτικό άγνωστο μετά, που η πληροφορία τα καταλαμβάνει όλα και σπεύδει με ραγδαία ετοιμότητα να καλύψει κάθε κενό. Αυτό το κενό που απεχθάνεται η φύση.

Ο Μικέλε Σέρα, λοιπόν, παίρνει το σαρκαστικό του ύφος και επευλαύνει. Γράφει μια νουβέλα «Οι αραχτοί» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ικαρος) απευθυνόμενος σε έναν απόντα, έναν διαρκώς απόντα. Στον γιο του, στον εαυτόν του, στην ίδια τη ζωή που κυλάει μέσα από τα δάχτυλά μας. Νομίζεις ότι μιλάει σε έναν πεθαμένο. Κατά μία έννοια, ναι. Απευθύνεται στην τρωτότητα και στη θνητότητά μας, στο αέναο εφήμερο που δεν κατορθώνουμε κιόλας να αδράξουμε.

Το χλιαρό εξώφυλλο αδικεί το βιβλίο, αν και ο Ικαρος έχει καταφέρει μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα να φτιάξει με ωραίες επιλογές μια ταυτότητα αναφοράς με τίτλους ξένης λογοτεχνίας. Ο Μικέλε Σέρα όμως είναι καταιγιστικός, ευρηματικός, καταφέρνει να φέρει στο κέντρο τον άνθρωπο, όσο κι αν η τεχνολογία τον εξοβελίζει σε μια κεντρόφυγο άγνωστη δύναμη. Μιλώντας στη γενιά που ακολουθεί τη δική του, ξεμπροστιάζει τους πάντες.

Κυρίως τον φόβο των γηρατειών σε αυτήν την κοινωνία που αποθεώνει την αιώνια νεότητα, αλλά δεν ξέρει να βιώσει την απώλεια, νιώθει αμηχανία μπροστά στο κάθε τέλος, ενώ παροτρύνεται να μη σταματάει να προχωράει μπροστά, καταναλώνοντας εντέλει τον ίδιο της τον εαυτό.

«Σκέφτομαι πόσο εύκολο ήταν να σε αγαπήσω όταν ήσουν μικρός. Πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσω, αν το κάνω τώρα που είμαστε ίσοι και όμοιοι στο ύψος, η φωνή σου μοιάζει με τη δική μου κι επομένως διεκδικεί τους ίδιους τόνους, την ίδια ένταση, ο όγκος του κορμιού μας είναι ο ίδιος».

Ο συγγραφέας δεν φοβάται την ειλικρίνεια. Αυτό είναι η δύναμή του. Ακροβατεί με τον κυνισμό σαν κοντάρι στο χέρι, αλλά δεν πέφτει από το σχοινί.

Μένει όρθιος διασώζοντας την τρυφερότητα, τη βαθιά αγάπη, την ομορφιά, όλα εκείνα που μας συνδέουν από μέσα, όλα εκείνα που μας κρατούν σε εγρήγορση, ακόμη κι όταν φαινόμαστε αραχτοί πίσω από φωτεινές οθόνες που σκοτεινιάζουν την ψυχή μας σε μια μετα-εποχή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, να ορίσουμε να οσμιστούμε. «Δεν μπορώ να πιστέψω πια στην εξουσία, έτσι όπως διαμορφώθηκε πριν από εσένα κι εμένα. Επομένως δεν μπορώ, εξαπατώντας τον ίδιο μου τον εαυτό, να εξαπατήσω κι εσένα».

Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής

«Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής»

SUSANA NOEMI ABIGADOR
Οταν το σώμα μιλάει
εκδ. Γιαλός

Η ιερότητα του σώματος έχει αποτελέσει για όλους τους πολιτισμούς μια ισχυρή βάση για να δομήσουν την ύπαρξή τους, να φτιάξουν τελετουργικά, εντέλει να το υμνήσουν το ίδιο με κάθε μορφή τέχνης, προκειμένου να του αποδώσουν τη σημασία που του αξίζει. Πώς αλλιώς;

Ο ιδιότυπος αυτός «ναός» που κατοικεί ο καθένας τη ζωή του, στην καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων αρχίζει να ασθμαίνει, να εξασθενεί, συχνά να νοσεί. Η αποκοπή από τη φύση, από το χώμα, από το νερό, από το φυσικό φως και τον καθαρό αέρα, η στασιμότητα σε γραφεία και καρέκλες, η επιβάρυνση με τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τηλεφώνων, η λιγότερη χρήση του σώματος το μαραζώνουν. Τον καιρό της κρίσης, δεν είναι τυχαία η άνθηση τόσο πολλών κέντρων και ομάδων που ασχολούνται με το σώμα, με την ευεξία του, με την εύρυθμη λειτουργία του. Οχι μόνο τα γυμναστήρια και οι εναλλακτικοί τρόποι άσκησης, μα και ο χορός και το θέατρο και οτιδήποτε θα μπορούσε να κινητοποιήσει το κορμί. Προκειμένου να αποφορτιστεί ο άνθρωπος από το άγχος του, το στρες, την καταθλιπτική διάθεση που ελλοχεύει. Το σώμα είναι ο πιο ισχυρός μηχανισμός που διαθέτουμε οι ίδιοι. Εχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς ο τρόπος που του φερόμαστε, καθορίζει σημαντικά το ποιοι είμαστε, τι πετυχαίνουμε, το πώς βιώνουμε τελικά την ίδια μας τη ζωή.

Η Susana Noemi Abigador, γεννημένη στο Μπουένος Αϊρες το 1956, μελέτησε χορό και θέατρο, στη Βραζιλία και τη Μαδρίτη, και βρέθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στην Ελλάδα όπου έχει αναπτύξει ένα δικό της σύστημα, το Danza Vital, το οποίο και διδάσκει μαζί με τη μεθοδολογία της σωματικής έκφρασης. Το απόσταγμα της προσωπικής της πείρας και ενασχόλησης συνέλεξε στο βιβλίο της με τίτλο «Οταν το σώμα μιλάει – Μεθοδολογία και ασκήσεις για τη σωματική έκφραση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γιαλός. Πρόκειται για ένα πρακτικό εγχειρίδιο που έχει στόχο να ενθαρρύνει εκείνον που θέλει να ενεργοποιήσει μέσω της κίνησης, την καρδιά του, τον νου του και να διευρύνει τα ατομικά όρια της καθημερινότητάς του. Το βιβλίο απευθύνεται στους επαγγελματίες της εκπαίδευσης, δασκάλους, νηπιαγωγούς, εμψυχωτές, σε χοροθεραπευτές, ηθοποιούς, δασκάλους υποκριτικής, παρέχοντάς τους εργαλεία εργασίας με τις ομάδες τους. Η συγγραφέας δίνει την απολύτως δική της βιωματική διάσταση με μια εικόνα: «Το σώμα είναι το κουκούλι της ψυχής. Πλάθοντας με την κίνηση το περίβλημα, αφήνεις την ψυχή να πετάξει. Κι εκείνη, επιστρέφοντας, σου προσφέρει βαθιά αρμονία».

Ενα αίτημα, η αρμονία, που έχει διατυπωθεί και αποτυπωθεί πάνω στην ίδια την κίνηση από όλα τα πανάρχαια συστήματα και σωματικής εξέλιξης του ανθρώπου, από τη γιόγκα και το κουνγκ φου μέχρι τα πιο πρόσφατα, το μπαλέτο, το πιλάτες, τη μέθοδο Φέλντεκραϊς. Οταν το σώμα μιλάει, οφείλουμε να το ακούσουμε, να διδαχθούμε απ’ αυτό, να οδηγηθούμε σε νέα μονοπάτια θεώρησης του εαυτού μας.

Η Susana Noemi Abigador με άξονες τη διερεύνηση, την έκφραση, τη δημιουργικότητα και την επικοινωνία, μας ενθαρρύνει με την υφή των ασκήσεων που προτείνει, αφού προηγουμένως έχει δοκιμάσει και δουλέψει για χρόνια στις ομάδες της, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας από την αρχή, με ευαισθησία και πλήρη υπευθυνότητα, ενεργοποιώντας όλες εκείνες τις πτυχές μας που παρέμεναν υποφωτισμένες ή ανενεργές.

Το σώμα, ο ρυθμός, η ακοή, η όραση, η αφή, ο σωματικός διάλογος, όλα αυτά ως λειτουργίες μέσα σε μια ομάδα, με στόχο να γλυκάνουν, να ζεσταθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, να είναι σε θέση –πιο ανοιχτοί– να δίνουν και να λαμβάνουν αγάπη, αναθαρρημένοι. Ας το φανταστούμε στην πράξη, από μια ομάδα παιδιών νηπιαγωγείου μέχρι εφήβους και ενηλίκους.

Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες

«Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες«

 

Ασχολούμενη για δεκαπέντε και πλέον χρόνια με τα θέματα διεθνούς οικονομίας ως προς τη δημοσιογραφική τους κάλυψη, το θαύμα της κινεζικής οικονομίας, αλλά και το παράδοξο του ιαπωνικού αποπληθωρισμού, μου κίνησαν την περιέργεια να ψάξω τους αντίστοιχους πολιτισμούς, τη φιλοσοφία τους, τις κοινωνικές συνθήκες. Η πληροφόρηση από την αγγλική γλώσσα ήταν πάντοτε η κύρια πηγή. Αρχικά από το Διαδίκτυο, αλλά και από τόσο καλαίσθητες εκδόσεις που θέλεις να τις έχεις ανεξαρτήτως περιεχομένου, όπως η σειρά Watkins με τα εκπληκτικά εξώφυλλα λουλουδιών που τα θαυμάζεις και μόνο για τέρψη αισθητική.

Οταν όμως θέλησα να αναζητήσω βιβλία για τη θρησκεία και τη φιλοσοφία τους στα ελληνικά, ήρθα αντιμέτωπη με άλλο ένα κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας. Σε επιστημονικό επίπεδο η καταγραφή είναι ελλιπής, παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες. Ας πούμε, βρήκα βιβλία που έχει εκδώσει κατά καιρούς ο Κέδρος, αλλά και άγνωστες περιφερειακές εκδόσεις που δεν σε ενέπνεε το χαρτί και η προχειρότητά τους, και σίγουρα δεν είχες τη δυνατότητα να ελέγξεις την εγκυρότητά τους. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση, ανακάλυψα μεταφρασμένους σουφικούς ποιητικούς θησαυρούς και άλλα που ποτέ δεν φανταζόμουν.

Τότε, χαριτολογώντας, έλεγα ότι εντόπισα το χρυσοφόρο κενό της ελληνικής εκδοτικής παραγωγής που κάποιος καλείται να το καλύψει και θα ανταμειφθεί ανάλογα από τους βιβλιόφιλους. Στο μεταξύ, παρακολουθώντας μια ημερίδα για τον ιαπωνικό πολιτισμό στο ΕΚΠΑ, μου έκανε εντύπωση η άνεση με την οποία οικονομολόγοι αμερικανοσπουδαγμένοι, κυρίως καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, μιλούσαν για την κοινωνία και τις φιλοσοφικές καταβολές των χωρών της Ανατολής, όταν αντιστοίχως δεν διαπίστωνα το ίδιο σε φιλολογικούς κύκλους, όπου κυριαρχούσε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα η προκατάληψη ότι οτιδήποτε έρχεται από εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος είναι δαιμονοποιημένα μαγικό ή θρησκευτικό ή, τέλος πάντων, μη άξιο επιστημονικής παρακολούθησης και εξέτασης, ενώ ό,τι έρχεται από τη Δύση είναι καλώς καμωμένο εξαρχής. Οι άνθρωποι της οικονομίας και της παραγωγής ήταν πάλι πιο μπροστά. Εβλεπαν πιο μακριά και βαθύτερα.

Οι ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν έκτοτε, με την Ανατολή να προσπαθεί βίαια κατατρεγμένη και ταλαιπωρημένη να μετοικήσει στη Δύση για να σωθεί, κάνουν πιο φλέγον το ζήτημα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Αλλον, αυτόν τον άνθρωπο που φτάνει από τη Συρία, από το Πακιστάν, από το Αφγανιστάν. Εχει ενδιαφέρον να μπούμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τον κόσμο από τον οποίο ήρθαμε, με τα τόσο πολλά υποστρώματά του, με τη φιλοσοφία και τη θρησκεία που ξεπηδούν σε κάθε τόπο γεννημένες από τις συνθήκες και συχνά η μία πάνω στα συντρίμμια ή τα σπάργανα της άλλης. Η ανοχή καλλιεργείται μόνο με τη γνώση. Το καταλαβαίνουμε όλο και πιο αδρά αυτό, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ., η Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ μελετά και συστήνει το τάι τσι και τον διαλογισμό (http://www.health.harvard.edu/staying-healthy/the-health-benefits-of-tai-chi) και διαπιστώνει τα οφέλη τους στον οργανισμό μας, ενώ εμείς ακόμη βρισκόμαστε στην καταδίκη από την Εκκλησία πολεμικών τεχνών (ζίου ζίτσου), που βασίζονται στην ανατολική κοσμοθεωρία, ως φορέων του κακού. Η διεθνής τάση άλλωστε εδώ και χρόνια είναι να ενσωματώσει ακόμη και στη βιομηχανία του fitness και της ευζωίας στοιχεία τόσο από τη γιόγκα όσο και από τις πολεμικές τέχνες, που αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν κυρίως στην Κίνα και την Ιαπωνία.

Εξαιρετικά διαφωτιστική είναι και δίνει με την αμεσότητά της το κίνητρο σε όποιον την παρακολουθήσει, να θελήσει να μελετήσει περισσότερο και να ψάξει –αν μη τι άλλο– το παρελθόν του κόσμου που ζούμε, η κυρία Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που εθελοντικά προσφέρει διαλέξεις για την παγκόσμια ιστορία. Είχα την τύχη να την παρακολουθήσω στα μαθήματά της στην ΕΣΗΕΑ πριν από μερικά χρόνια. Η ίδια συμμετέχει και στα διαδικτυακά μαθήματα που προσφέρουν online οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Μέχρι το τέλος της άνοιξης, θα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg το βιβλίο του καθηγητή Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου, με τίτλο «Ανατολικές θρησκείες». Ο ίδιος είναι θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέσα στο 2005, ο καθηγητής εγκαινίασε αυτή την επιστημονική σειρά των εκδόσεων με τα βιβλία του «Βουδισμός – Η ινδική περίοδος» και «Ινδουισμός – Ιστορική εισαγωγή», τα οποία κυκλοφορούν σε επανέκδοση. Ο κ. Παπαλεξανδρόπουλος έχει σπουδάσει Θεολογία στην Αθήνα και την Ελβετία, αλλά και Ιαπωνικό Βουδισμό στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, έχει ασχοληθεί δε και με την ιαπωνική λογοτεχνία κάνοντας μεταφράσεις από το έργο του Κόμπο Αμπέ.

Τα δύο βιβλία για τον ινδουισμό και τον βουδισμό, εξαιρετικά φροντισμένα από τις εκδόσεις Gutenberg, αποτελούν και επισκόπηση της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης πάνω στα ζητήματα αυτά. Γίνεται εισαγωγή στη θρησκεία, που έχει διαμορφώσει τεράστιο μέρος του ινδικού αλλά και άλλων πολιτισμών και που επηρεάζει τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Ο ινδουισμός διαμορφώθηκε σαν μια διαδοχική σειρά μορφών που πήρε στη διάρκεια της ιστορίας και που συνυπάρχουν σήμερα ονομαζόμενες με αυτό το συλλογικό όνομα. Ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση του αρχαίου η ινδικού βουδισμού και των προβλημάτων που υπάρχουν γύρω απ’ αυτόν, το πώς η σύγχρονη σκέψη επιχειρεί να προσεγγίσει το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια σαφής και βέβαιη γνώση, αλλά μια διαρκής προσπάθεια να αντιληφθούμε όρους όπως «νιρβάνα», «μη ουσιαστικότητα» κ.λπ.

Οι ειρηνικοί «πολεμιστές» του ανθρωπισμού

Έσσε, Γκιμπράν, Καζαντζάκης Οι μεγάλοι Ρομαντικοί της ελευθερίας και της αγάπης

 

Ένα ντοκιμαντέρ επινοημένο θα μπορούσε να τους φέρει κοντά, σε μια συνάντηση. Φανταστική. Ο Έρμαν Έσσε, ο Χαλίλ Γκιμπράν και ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι τρεις τους. Ας πούμε κάπου στη Μεσόγειο για να συγκεράσουν όλους τους δρόμους, της Ανατολής και της Δύσης που περπάτησαν. Έζησαν την ίδια εποχή. Ο Έσσε (1877) λίγο μεγαλύτερος, οι άλλοι δύο γεννημένοι την ίδια χρονιά, το 1883, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά, τον Ιανουάριο ο Γκιμπράν, το Φεβρουάριο ο Καζαντζάκης. Ο πρώτος πήρε και το Νόμπελ. Κάτι σαν δικαίωση για τον αγώνα και των τριών. Ένας εκφραστής των ιδεών τους στην πράξη ήταν ο Αλβέρτος Σβάιτσερ ο οποίος είχε συναντηθεί στους δρόμους του με τον Καζαντζάκη.

Κοινό τους στοιχείο, εκτός από τον καιρό που έδρασαν, η αναζήτηση της ελευθερίας, η εγκαθίδρυση –μάλλον θα διαφωνούσαν με τη λέξη και οι τρεις- μιας νέας «πνευματικότητας» (στα αγγλικά ο όρος «spirituality» αποδίδει καλύτερα το νόημα, χωρίς τη φόρτιση της ελληνικής λέξης) που δεν χωρούσε στον ορθολογισμό της δύσης, γινόταν το εφαλτήριό της μεν, αλλά μετά ταξίδευε από το Χριστιανισμό μέχρι την Ανατολή του Βουδισμού, του Κομφουκιανισμού, του Σουφισμού, του Ισλάμ, του Ινδουισμού, έχοντας προηγουμένως χωνέψει εντός της το Νίτσε και την Ευρώπη του 19ου αιώνα, αλλά και την αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία ακόμα ακόμα. Ο καθένας τους πολύ ξεχωριστός, ανένταχτος, με τρομερές ιδιαιτερότητες, τώρα που έναν αιώνα μετά μπορούμε να δούμε από απόσταση το έργο τους, όπως διασώθηκε στο μέλλον εντέλει, μοιάζουν σαν να αποτελούσαν τις κουκκίδες που ενώθηκαν, ενός ρεύματος, ενός κύκλου ή καλύτερα στροβίλου που ήταν να φτάσει στις μέρες μας και από τους τρεις τους, ενιαίος και συμπυκνωμένος. Τόσο που εκπλήσσει, εάν συλλάβει κανείς την αόρατη μεταξύ τους σύνδεση.

Η νιότη τους επώασε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον ένιωσαν στο πετσί τους. Ο Καζαντζάκης με τον  Έσσε πρόλαβαν να δουν να σβήνουν και οι φλόγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γκιμπράν είχε φύγει το 1931, στο αποκορύφωμα της μεσοπολεμικής αχλής, με σακατεμένο συκώτι, ένας φωτεινός σπληνικός της σοφίας από το Λίβανο που ταξίδεψε στη δύση, αντίθετη πορεία με τους άλλους δύο. Είχε προλάβει να σχετιστεί με μορφές του καιρού του όπως ο Γέιτς, ο Γιουνγκ, ο Ροντέν, η Σάρα Μπερνάρ. Ζωγράφος όπως και ο Έσσε, μα κυρίως ποιητής. Η κριτική έχει σταθεί για το έργο τους ο αντίποδας της μεγάλης αγάπης που δείχνει ακόμη ο κόσμος για τις λέξεις τους. Κινήθηκαν έξω από τις γραμμές του τετραδίου και τελικά πέρασαν στις σελίδες της επόμενης εποχής. Φιλόσοφοι στη βάση τους και οι τρεις· κατακλύζουν τα «γνωμικά» τους, τα αποσπάσματα του έργου τους, το διαδίκτυο. Στον καιρό τους είτε είχαν διωχθεί –ακόμη και με αφορισμό- όπως ο Καζαντζάκης είτε είχαν γίνει αποδέκτες μίσους όπως ο Έσσε όταν τόλμησε να αποδοκιμάσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσίως και να μιλήσει για αγάπη. Τότε τον είχε υποστηρίξει ο Ρομαίν Ρολάν. Όπως είχε γράψει χαρακτηριστικά σε μια επιστολή του στο γάλλο συγγραφέα, «Η προσπάθεια να εφαρμόσω την αγάπη σε πολιτικά ζητήματα απέτυχε».

Η ειρωνεία είναι ότι η φανταστική συνάντηση των τριών συμβαίνει ήδη. Στις σελίδες του διαδικτύου, στα λήμματα παγκόσμιας σοφίας. Ακόμη ακόμη και στα απολύτως εμπορικά κείμενα αυτοβελτίωσης που ουδεμία σχέση έχουν με τη λογοτεχνία. Εκείνη η αγάπη που τόσο διαφέντεψαν, τους γυρίζει πίσω πολλαπλάσια, ακόμη και δεκάδες χρόνια μετά το θάνατό τους. Το «Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα» από την Ασκητική του Καζαντζάκη, τελικά τους χαρακτήρισε απολύτως. «Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος  ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει» (Ασκητική). Κινήθηκαν πέρα από τις θρησκείες, αφού πέρασαν ανάμεσά τους και κατόρθωσαν να μιλάνε στους ανθρώπους έξω από τα τείχη που χτίζουν οι περιοριστικοί «-ισμοί», ακόμη και ο πολιτισμός. Ας πούμε ο επίσημος δυτικός λογοτεχνικός κανόνας δεν συμπεριέλαβε στους κόλπους του μια τόσο σοβαρή φυσιογνωμία όπως του Γκιμπράν και σταδιακά αναγκάζεται να το πράξει. Ο άνθρωπος που επηρέασε από τους Μπιτλς μέχρι τον Κένεντι με τις λέξεις του. Η αποκατάσταση έρχεται από το χρόνο. Κινήθηκαν ο Έσσε, ο Καζαντζάκης και ο Γκιμπράν μπροστά από τον καιρό τους, βουτώντας στη φιλοσοφία, στην ανάγκη της εποχής να ειπωθεί ο κόσμος τους, ζοφερός και δύσκολος όπως ο κάθε κόσμος, να ερμηνευτεί η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους, να διασωθεί τελικά ο άνθρωπος και η ανθρωπιά του. Το αίτημα είναι διαχρονικό. «Ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο με σκοπό να ζήσω για όλους και με όλους. Κι αυτό που εγώ σήμερα δημιουργώ μέσα στη σιωπή, Αύριο θα γίνει η ηχώ του πλήθους. Αυτό που σήμερα ειπώθηκε από μια μόνο καρδιά, Αύριο θα ειπωθεί από χιλιάδες καρδιές» (Χαλίλ Γκιμπράν).

Βρέθηκαν πέρα από τα συρματοπλέγματα των διαχωρισμών αυτοί οι λογοτέχνες. Ας πούμε, η σημερινή Ευρώπη στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες θα έπρεπε να το εκτιμήσει περισσότερο, της χρειάζεται ως εφόδιο για να πολεμήσει το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Απευθύνθηκαν στο πιο βαθύ και γερό δόγμα του ανθρώπου, στο απολύτως ζωτικής σημασίας: στην καρδιά του. Ο καθηγητής της έδρας Χαλίλ Γκιμπράν για τις Αξίες και την Ειρήνη στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, ο Suheil Bushrui, έχει δηλώσει χαρακτηριστικά στο BBC το 2012 στους δημοσιογράφους Amirani και Hegarty ότι ο Γκιμπράν μπορεί να συγκριθεί με τους Σέλεϊ και Μπλέικ.

Ήρθαν σαν συνέχεια, γέννημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα ως προς τη λογοτεχνία, ακόμη κι αν δεν διαφαίνεται δια γυμνού οφθαλμού η σύνδεση. Πήραν την μελαγχολία, τον κυνισμό, το αδιέξοδο, τον εκάστοτε Φρανκεστάιν μέσα μας, το σκοτάδι της Ευρώπης που μετέβαινε στη νέα εποχή και τη φώτισαν με τον ανατέλλοντα ήλιο, ακολουθώντας τους δρόμους του μεταξιού. Κάτι σαν Μάρκο Πόλο της γραφής. Και δικαιώνονται μέρα με τη μέρα απ’ αυτό το ταξίδι τους. Σπάζοντας σύνορα και διευρύνοντας ορίζοντες.

Τα ματωμένα μπλουζ της νουάρ λογοτεχνίας

Το αστυνομικό μυθιστόρημα αναμετριέται με την αλήθεια και τη φέρνει στο φως

Μια σφαγή στο κέντρο του Παρισιού, αποσιωπημένη. Ένα διατροφικό σκάνδαλο, αγνοημένο. Το trafficking που πληγώνει εν κρυπτώ την Ευρώπη. Οι κοχλάζουσες κοινωνικές ανισότητες της γαλλικής κοινωνίας, προτού γίνουν πράξη με την ιντιφάντα των προαστίων το 2005. Μια καμικάζι, «μαύρη χήρα», στο σύγχρονο Ισραήλ αποκαλύπτει τα απέραντα σύνορα του φόβου, του πόνου, του μίσους. Ο πόλεμος στην Αλγερία, τα θύματά του, οι εκτεταμένες πληγές που άφησε στο χρόνο.

Πρόκειται για τη θεματογραφία που το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα υιοθέτησε, μέσα από τους κυρίαρχους εκφραστές του, στην Ευρώπη των τελευταίων τριάντα χρόνων. Χωρίς φόβο και με πάθος, οι συγγραφείς της τόσο παρεξηγημένης στο παρελθόν αστυνομικής λογοτεχνίας, αποφάσισαν να βουτήξουν στα βαθιά. Μέσα στην κοινωνική αδικία. Μέσα στις φλόγες του πολέμου. Μέσα στις μυστικές διόδους του οργανωμένου εγκλήματος. Και δικαιώνονται για την επιλογή τους από το αναγνωστικό κοινό. Το νουάρ απέκτησε νέες διαστάσεις. Δεν αρκεί ένα σκοτεινό μπαρ, μια μελαγχολική μουσική, μια όμορφη μοιραία γυναίκα κι ένας φόνος. Τα πλοκάμια των σύγχρονων αφηγήσεων διψούν για μεγαλύτερη αλήθεια και σύνθετη πραγματικότητα που ίσως δεν αντέχει ούτε η ειδησεογραφία να αποκαλύψει.

Όσο εθιζόμαστε στη βία από απόσταση, μέσα από τις «πλασματικές» οθόνες μας, έρχεται η λογοτεχνία να βάλει το νυστέρι πολύ μέσα στις κοινωνικές πληγές και να φέρει στο φως ό,τι δεν αντέχουμε να αντιμετωπίσουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Ως άτομα και ως κοινωνίες. Ιδίως κάτω από το γλυκό μεσογειακό φως, οι εγκληματικές συμπεριφορές γίνονται η αφορμή να ξεσκεπαστούν τα σκοτεινά μας ανομολόγητα μυστικά, οι σκελετοί να βγουν από τα ντουλάπια και να ξεραθούν στον ήλιο. Η ανάγκη να μην πεθάνει η μνήμη, η Ιστορία να αποτυπωθεί όχι μόνο από τους νικητές, έφερε τους μεγάλους ηττημένους, τους σιωπηλούς, τους αγνοημένους, να απευθυνθούν στη λογοτεχνία για να βρουν δικαίωση.

Ο Ντιντιέ Ντενένξ με το νουάρ μυθιστόρημά του «Έγκλημα και μνήμη» (μετ. Ριχάρδος Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου,  εκδόσεις Πόλις) είχε αποκαλύψει τη δεκαετία του ’80, τη σφαγή Αλγερινών διαδηλωτών στο Παρίσι του 1961.Τότε που εκείνος ήταν μόλις 12 ετών και είχε χάσει ένα φίλο του, η πρώτη του απώλεια. Το 1999 αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει επίσημα η Εισαγγελία του Παρισιού και το βιβλίο να περιληφθεί στο σχολικό πρόγραμμα. Η αλήθεια είχε λάμψει και οι νεκροί είχαν περάσει στη σφαίρα της συλλογικής μνήμης.

Πιο νότια, ο Μάσιμο Καρλότο, αυτή η τόσο περιπετειώδης φιγούρα της ιταλικής λογοτεχνίας, στις ιστορίες του με το θρυλικό ήρωά του Αλιγάτορα, αλλά και στα υπόλοιπα έργα του, ξεσκεπάζει υποθέσεις όπως τη νοθεία τον τροφίμων («Σου έχω εμπιστοσύνη», Φρ. Αμπάτε, Μάσιμο Καρλότο, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη), αλλά και τις καινούριες διαδρομές του εγκλήματος, όταν παλιοί και νέοι γκάνγκστερ αναγκάζονται να μπουν στον ίδιο χορό της βίας («Ο έρωτας του ληστή», μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη).

Αυτός ο εξαίσιος συγγραφέας της μελαγχολίας, της υπαρξιακής θλίψης, της ήττας, ο δημοσιογράφος Ζαν-Κλωντ Ιζζό, που αποθέωσε τη γενέτειρά του, τη Μασσαλία, είχε οσμιστεί, προτού ακόμη εκδηλωθεί, όλο εκείνο το κύμα που σιγόβραζε στη γαλλική κοινωνία. Χρόνια αργότερα, τα φλεγόμενα προάστια θα τον επιβεβαίωναν. Στην «Τριλογία της Μασσαλίας» (μετ. Ριχ. Σωμερίτης, Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Πόλις) άρθρωσε το πιο ζεστό τραγούδι για τον άνθρωπο που περιπλανιέται μέσα κι έξω του, στη ζωή της χαμένης αθωότητας.

Μετά από κείνον, τη σκυτάλη πήρε ο Μωρρίς Αττιά. Με την ψυχαναλυτική του ιδιότητα και την συνολική του ματιά, κύκλωσε έναν κόσμο της Ιστορίας και της πολιτικής που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στις αρχές του 21ου αιώνα. «Το μαύρο Αλγέρι» (μετ. Μαρία Μηλολιδάκη, εκδόσεις Πόλις), «Η κόκκινη Μασσαλία» (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις) και το «Παρίσι μπλουζ»  (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις), με το συγκλονιστικό ήρωα του Αττιά, τον Πάκο Μαρτίνεθ, ανασκάλεψαν σημαντικές πτυχές της γαλλικής ιστορίας. Ένας άλλος «μπαρουτοκαπνισμένος» συγγραφέας, ο Γιασμίνα Χάντρα, πρώην στρατιωτικός, αλγερινής καταγωγής, που άρχισε να γράφει με το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο τα έργα του για λόγους προσωπικής του ασφάλειας, επέλεξε την αστυνομική φόρμα, «Το μερίδιο του νεκρού», «Τρομοκρατικό χτύπημα» (μετ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Καστανιώτη), για να φέρει στο προσκήνιο εθνικά και μαζικά εγκλήματα.

Το σώμα και η τραγωδία του

Η λογοτεχνία ως εξαγνιστικό φίλτρο από την οδυνηρή πραγματικότητα της βίας

Αποκεφαλίζονται ή διαμελίζονται άνθρωποι και η τέλεση του εγκλήματος ταξιδεύει με τρομακτική ευκολία και ταχύτητα μπροστά στα μάτια όλων στον πλανήτη, τουλάχιστον όσων διαθέτουν πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Η οδυνηρή απαξίωση του σώματος και της ανθρώπινης ζωής συντελείται και πάλι. Το κορμί ενός ατόμου δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία από την αποστολή ενός μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή ενός προπαγανδιστικού μηνύματος εξάπλωσης της βίας.

Το τρωτό σώμα γίνεται το πρώτο χαρτί και το αίμα του μελάνι για να γραφτεί το κακό στο ασυνείδητό μας ή και για να ξεπηδήσει απ’ αυτό. Αμφίδρομη πορεία. Η κάθε λογής εξουσία απευθύνεται πρώτα στο κορμί, φυλακίζει, βασανίζει, σκοτώνει και μαζί φοβίζει, τρομοκρατεί. Η εξασφάλιση θεατών είναι το κύριο μέλημα. Το αντίστροφο από την αρχαία τραγωδία που είχε καταλάβει εγκαίρως ότι η θηριωδία είναι παρούσα, σιγοτρώει την ύπαρξή μας εκ των έσω και δεν χρειάζεται να συμβεί μπροστά μας για να την πιστέψουμε. Η υπόνοιά της είναι πανίσχυρη. Απαιτεί εκτόνωση και κάθαρση. Όταν έρχεται εμπρός στα μάτια μας όμως το αίμα; Τότε δεν ξέρει κανείς. Αναλαμβάνουν οι θεοί στην αρχαιότητα και σήμερα όλοι εκείνοι που διεκδικούν την ερμηνεία τους…

Η λογοτεχνία από την αρχή, για να σκεφτούμε τα Ομηρικά Έπη, σκαλίζει την πληγή της βίας, του χαμού, του θανάτου, του σκοτωμού, του γδικιωμού, των τύψεων. Η αστραπιαία μετάδοση της εικόνας σήμερα δεν είναι βέβαιο ότι μας αφήνει πολλά περιθώρια να στοχαστούμε. Ο θάνατος είναι μπροστά μας, αλλά δεν συμβαίνει σε μας. Πώς μπορεί να επιδρά πάνω μας; Οι φρικώδεις εικόνες άλλοτε αποκεφαλισμών άλλοτε διαμελισμένων φέρνουν στο νου εκείνη τη φωτογραφία του Life του Ιανουαρίου του 1952 –με τη λεζάντα της εποχής για τα αποτελέσματα της κομμουνιστικής προπαγάνδας-, από το κέντρο της Σαϊγκόν όπου η βίαιη έκρηξη κόβει τα πόδια ενός άντρα, ενώ εκείνος στέκεται ακόμα όρθιος στο πεζοδρόμιο. Λίγο καιρό μετά ο Γκράχαμ Γκρην θα αρχίσει να γράφει τον  Ήσυχο Αμερικανό (εκδόσεις  Πόλις). Η Ιστορία παρακάτω θα δικαίωνε τη λογοτεχνική ματιά του συγγραφέα που είχε όλα τα φόντα –του ανθρώπου που ήξερε εκ των έσω τις μυστικές υπηρεσίες και τα κρυφά μονοπάτια της εξουσίας και της διεθνούς πολιτικής- να αφηγηθεί μια ιστορία για την προσωπική ευθύνη μέσα στα πυρά του πολέμου. Ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα, το 1958, στο μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (εκδόσεις Πόλις), θα τοποθετήσει στην Κούβα μια αρχετυπική φιγούρα της εξουσίας, έναν τοπικό αρχιφύλακα, το Σεγούρα, που μέχρι και σήμερα μπορούμε να αναγνωρίσουμε πάνω του τα εύλογα σημάδια της διαφθοράς της εξουσίας.

Εκείνος όμως που πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο, ήταν ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Συνέλαβε την ιδέα να ενσωματώσει σε ένα και μοναδικό χαρακτήρα, αυτόν του Πατριάρχη στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη» (εκδόσεις Λιβάνη), τη φθορά του αντρικού σώματος και την πλήρως σαπισμένη από μέσα εξουσία ενός δυνάστη, δικτάτορα. Ο Μάρκες ταυτίζει το σώμα, τη ρώμη του κορμιού με την κτηνώδη δύναμη ενός στυγνού κι αδίστακτου στρατηγού που προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του, κάνει κυριολεκτικά τα πάντα. Την ίδια στιγμή, ο Πατριάρχης δεν παύει να είναι ένας άντρας που γερνάει και ο Μάρκες κατάφερε με τις πολλαπλές επιστρώσεις της αφήγησής του, τις τόσες διαστάσεις της, να βουτήξει βαθιά στα ανθρώπινα ένστικτα –από τη σεξουαλικότητα μέχρι την ανάγκη επιβολής-, όχι για να τα ερμηνεύσει, αλλά για να τα ανασύρει στην επιφάνεια και μέσα από τη λογοτεχνία να τα εξαγνίσει. Η κάθαρση (από τα «οικεία κακά») που δεν έρχεται σήμερα μέσα από τις πλασματικές οθόνες μας, παρά ζούμε μόνο το φόβο χωρίς έλεος, ίσως να φωλιάζει στη Τέχνη. Τουλάχιστον εκείνοι οι άνθρωποι από τον 5ο αιώνα π.Χ. ήδη είχαν νιώσει την ανάγκη.

Δαμάζοντας τα κύματα του φόβου

Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για τη βία και τη μοναξιά στη Δύση των PIGS

Το alter ego του κεντρικού ήρωα είναι ένα γουρούνι. Η γραμματέας του ντετέκτιβ, μια ηλικιωμένη Γαλλίδα που τρέμει διαρκώς στην σκέψη του απειλητικού Αλτσχάιμερ, αλλά δεν ξεχνάει ποτέ τίποτα. Η ιστορία διαδραματίζεται στη σημερινή Γερμανία. Δεν θα μπορούσε να εμποδίσει εύκολα κανείς τους συνειρμούς για τα PIGS, για την οικονομία, για την κρίση στην Ευρώπη, όταν ο πρωταγωνιστής είναι ένας Ελληνογερμανός που μεγάλωσε στην ανατολική αυτή άκρη της Μεσογείου, αλλά δουλεύει στο Αμβούργο.

«Το δεύτερο μέρος της νύχτας», ένα σύγχρονο νουάρ, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανίδα το καλοκαίρι του 2014 και μεταφράστηκε ήδη στα γερμανικά από τον οίκο «ACABUS Verlag». Συγγραφέας του ο Μίνως Ευσταθιάδης, με νομικές σπουδές στην Αθήνα και το Ανόβερο, και δεινός αθλητής στην ιστιοπλοΐα (windsurfing) με διεθνείς διακρίσεις. Η τριβή του με τη θάλασσα και τον άνεμο φαίνεται του επιτρέπουν να παρακολουθεί τη ροή της σύγχρονης πραγματικότητας, μπαίνοντας μέσα στις δίνες της. Ο παρατηρητής-μυθιστοριογράφος επιλέγει να αφηγηθεί τη βία, να την «πει», προκειμένου να αναδείξει το ενδότερο αλλά και το εξωτερικό μας χάος. Η Γηραιά Ήπειρος που πεθαίνει, όπως την ξέραμε, έχει ήδη δώσει τη θέση της στον καινούριο άγνωστο κόσμο που ξεπροβάλλει, με μήτρα του ένα μέλλον που ολοένα έρχεται. Με ωδίνες που τις αναγνωρίζουμε ως τους κραδασμούς στη ζωή του καθενός από την τελευταία κρίση. «Η γραμμή συνεχίζει μόνο μπροστά. Ίσως για τούτο το λόγο, το παρελθόν καταφέρνει να μας κυνηγάει πολύ πιο επίμονα απ’ ό,τι το μέλλον. Αυτό που θα γίνεις έχει ήδη σκοτώσει αυτό που ήσουν».

Ο συγγραφέας ενδύεται το πρόσχημα του νουάρ -δύο φόνοι, μια γυναίκα μυστηριώδης, ένας ντετέκτιβ, ουίσκι και σύγχρονη εγκληματικότητα στην παγωμένη δυτική Ευρώπη- για να μιλήσει για την ήττα του σύγχρονου ανθρώπου που χτυπάει στον τοίχο της μοναξιάς, ενώ γυρεύει μόνο την ηρεμία· του ατόμου που ζητάει την κατανόηση, αλλά καταλήγει να δείχνει μόνο υπακοή, του καθενός από μας που ίσως μας είναι ευκολότερο να ζούμε με ερωτήσεις παρά με τις απαντήσεις που συνήθως πληγώνουν, δεσμεύουν, ενοχλούν, εντέλει δεν είναι οι επιθυμητές.

Η Ευρώπη έχει θρέψει το φαντασιακό της με τη μεγαλύτερη αίγλη. Έχει δημιουργήσει το μηχανισμό (επιβίωσης) που της χρειαζόταν για να αφηγείται τον εαυτόν της –κυρίως μέσα από την Τέχνη και την ελευθερία ή την ελευθεριότητα που αυτή της παρέχει- προκειμένου να κάνει την εκάστοτε φρίκη της υποφερτή. Η λογική αποδεικνύεται λίγη για να εξηγήσει τον άνθρωπο. Οι ακραίες, οριακές συμπεριφορές αποκαλύπτουν για κείνον όσα δεν τολμά να παραδεχτεί στον εαυτόν του ο ορθολογισμός. Το έγκλημα και εν προκειμένω η αφήγησή του γίνονται ο τρόπος για να βρούμε την πολυπόθητη κάθαρση ή έστω την ψευδαίσθησή της. Η αρχαία τραγωδία ζει στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης και τη σημαδεύει για πάντα. Εισβάλει ακόμη και στο νουάρ, περνώντας απέναντι στη Νέα Γη και γυρίζοντας πάλι πίσω με καπαρντίνα, καπέλο και γυαλιά. «Όλοι ξέρουν ότι οι ντετέκτιβ γεννήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Πεθαίνουν βέβαια παντού».

Ο μαύρος ήλιος από τη Βιρτζίνια

Στην πρόωρη δύση ενός μεγάλου διηγηματογράφου, του Breece DJ Pancake

 

BREECE DJ PANCAKE

ΤΡΙΛΟΒΙΤΕΣ

Μετάφραση- Προλεγόμενα: Γιάννης Παλαβός

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σελ. 238

 

Έχει αυτή τη φοβερή πρόζα των αμερικανών συγγραφέων. Τη στόφα των μεγάλων όπως ο Χέμινγουέι. Τη διηγηματογραφική εμβρίθεια της Alice Munro. Αλλά όλα αυτά με έναν εντελώς δικό του τρόπο. Και κυρίως σημαδεμένα από το λεκέ του πρόωρα χυμένου αίματός του. Ο Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ που αυτοκτόνησε το 1979, μόλις στα 27 του χρόνια, είχε προλάβει να αφήσει το στίγμα του στη λογοτεχνία. Η συλλογή με τα διηγήματά του κυκλοφορεί στη χώρα μας, με τον τίτλο «Τριλοβίτες» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση και προλεγόμενα από το Γιάννη Παλαβό.

Οι ιστορίες του είναι μικρές δυστοπίες της ανθρώπινης ψυχής. Χαρτογραφημένα τραύματα. Εύθραυστα τριαντάφυλλα που σε τρυπάνε με την άγρια τρυφερότητά τους. Τα αγκάθια σε αγκυλώνουν. Μια χαίνουσα συναισθηματική πληγή εισπράττει ο αναγνώστης από όλη την ατμόσφαιρα της γραφής του δημιουργού. Προεξοφλούσε την αυτοχειρία του με κάθε τρόπο. Κάτι από τη στραπατσαρισμένη φιγούρα του Μίκι Ρουρκ στον «Παλαιστή» του Αρονόφσκι αναδίδει το τέμπο των αφηγήσεών του. Είναι εκείνη η δύσκολη πλευρά της Αμερικής, η αθέατη, η όχι τόσο συνηθισμένη για τα μάτια μας. Και γι’ αυτό ίσως η πιο ανθρώπινη, η πιο ευάλωτη, η πιο αληθινή. Κάτω από το δέρμα –βρώμικο, δυσώδες, αλλά όχι αδιαπέραστο- των ηρώων του Πάνκεϊκ αναπνέει η ειρωνεία του Φύλακα στη Σίκαλη του Σάλιντζερ,  κι ακούγεται να παίζει ανεπαίσθητα «Η Μπαλάντα του λυπημένου Καφενείου» (1951) της Κάρσον ΜακΚάλλερς. Ένα χρόνο μετά άλλωστε, το 1952, γεννήθηκε ο συγγραφέας στο Σάουθ Τσάρλστον της Δυτικής Βιρτζίνια. Το σκοτεινό του αστέρι έδυσε γρήγορα, αλλά βρήκε τη θέση του στη γραμμή της διαδοχής των μεγάλων δημιουργών. Βαθιά στις φλέβες του κυλάει η συμπόνια των θεατρικών χαρακτήρων του Τενεσί Ουίλιαμς και αγγίζει μέχρι και το έργο των νεότερων, όπως ο Dean Bakopoulos («σε παρακαλώ, μη γυρίσεις από το φεγγάρι»).

Οι «Τριλοβίτες» θέλουν γερό στομάχι από τον αναγνώστη. Για να αντέξει τη λύπη του συγγραφέα. Το σκοτάδι του μαύρου του ήλιου που αντανακλάται από παντού. «Κοιτάζω τον τάφο του μπαμπά. Ποιος ξέρει αν, όταν τσιμεντωθεί ο τόπος, θα τον σκεπάσει η καινούργια παλίρροια». Οι ιστορίες του τραγικές. Οι άνθρωποί του έχουν ήδη γλιστρήσει στο κακό ή αυτό καραδοκεί να τους ρουφήξει εντός του. «Στέκομαι στον σταθμό των λεωφορείων, κοιτάζω τους επιβάτες και αναρωτιέμαι πού πηγαίνουν. Εγώ όμως ξέρω ότι δεν πρόκειται να γλιτώσουν απ’ τη μοίρα τους ούτε φεύγοντας ούτε μεθοκοπώντας και ούτε μπορούν να πεθάνουν για να ξεμπερδεύουν μια ώρα αρχύτερα». Η πιο έντονη αντίθεση που επιτείνει το ζοφερό ψυχικό τοπίο, είναι η ποιητικότητα και ο λυρισμός του διηγηματογράφου, σε στιγμές που δεν μπορείς να το προβλέψεις. Τα ντελικάτα δάχτυλά της που στολίζουν τις φλέβες του σαν κορδελάκια, το βράδυ που δροσίζει τα βλέφαρά του, ο φόβος που βουλιάζει στα δαχτυλίδια του χρόνου, ο αρχαίος ήλιο που αναρωτιέται άμα ήταν γαλάζιος…

Η εμμονή στη λεπτομέρεια. Αυτές οι παραμικρές κινήσεις, τα πιο ασήμαντα νοήματα, τα πιο αδύναμα νεύματα είναι αυτά που γίνονται τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια του αφηγητή. Εκεί ελλοχεύει και η συγκίνηση για τον αναγνώστη, το σημείο που βρίσκει αντένες για να συνδεθεί με το συγγραφέα. «Στο ημίφως ξεχώριζε η σαπισμένη πλατφόρμα που καταπλάκωσε τον πατέρα του μόλις δέκα μέρες πριν απ’ το κλείσιμο του ορυχείου, στέλνοντας τους ανθρακωρύχους στην ανεργία και στους διαδρόμους της Πρόνοιας. Ο ήλιος είχε δύσει». Η βία βρίσκει έδαφος κι ανθίζει παντού. Κάτω από τα πέπλα της μελαγχολίας, μέσα στην πιο δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα, σ’ αυτή τη φοβερή αμερικανική επαρχία που εγκλωβίζει τους για πάντα ηττημένους του Αμερικανικού Ονείρου, τους αποκλεισμένους από την αέναη ανάπτυξη που όριό της είναι ο ουρανός. Αυτοί οι ξεπεσμένοι παίρνουν το αίμα τους πίσω. Για την ακρίβεια, ποτίζουν μ’ αυτό όλα τα άλλα γυαλιστερά και γυάλινα οράματα, προκειμένου να φυτρώσουν, να ριζώσουν και να ανθίσουν κάπου πιο φιλικά γι’ αυτούς, κάπου που είναι φιλικά για όλους: στη λογοτεχνία. Ο Πάνκεϊκ τους δικαιώνει μ’ αυτό τον ανάποδο τρόπο, μ’ αυτή την αντίστροφη κίνηση. Και ο ίδιος έχασε μεν τη ζωή του, την αφαίρεσε με κυνηγετικό όπλο, κέρδισε όμως λίγες χάρτινες φιλόξενες σελίδες που τον αγκάλιασαν μετά το θάνατό του και του επεφύλαξαν μια κάποια μικρή αιωνιότητα. Το ταλέντο του λάμπει παρά τα προσωπικά σκότη και αδιέξοδα, παρά το όσο προσπάθησε ακόμη και ο ίδιος να το σβήσει.

Όταν διακυβεύεται η ιδιωτικότητα

Χωρίς μυστικά και ψέματα, μετα-διαδικτυακοί εφιάλτες από τον Dave Eggers

Μια κοπέλα. Σύγχρονη, νεαρή. Μπαίνει στην πολυπόθητη εταιρεία. Για να εργαστεί. Η νέα τεχνολογία είναι ενσωματωμένη στη ζωή της ήδη. Μόνο που αρκεί ένα τόσο δα βήμα για να πάψει η ζωή της να είναι δική της. Η Μέι κατρακυλά σε έναν κόσμο που δεν είχε διανοηθεί. Η προσωπική της ουτοπία για απόλυτη επιτυχία και ευτυχία θα καταλήξει ένας εφιάλτης. Θα βρεθεί να περιπλανιέται στη δυστοπία της μη ιδιωτικότητας. Εκεί που «τα μυστικά είναι ψέματα, μοιράζομαι σημαίνει νοιάζομαι, η ιδιωτικότητα είναι κλοπή».
Ο Ντέιβ Έγκερς, αυτός ο τόσο κοινωνικά ευαισθητοποιημένος και δραστήριος, ταλαντούχος συγγραφέας, που στο παρελθόν έχει συγκλονίσει με το έργο του «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου), παραδίδει ένα μυθιστόρημα για τον καιρό που ζούμε. Για την περιπλάνηση στο δάσος του διαδικτύου. Για τους κακούς λύκους, τις νεράιδες, τις μάγισσες, τους σαλτιμπάγκους, τους αφελείς, μα κυρίως εκείνον τον αδιερεύνητο –και συχνά ανυποψίαστο- εαυτό που περιφέρουμε ανάμεσα στους ιστούς. Πρόκειται για το βιβλίο του «Ο κύκλος» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση από την Ιλάειρα Διονυσοπούλου. Η έκθεση της ζωής μας σε κοινή θέα πού μπορεί να οδηγήσει; Οι προσωπικές μας πληροφορίες ποιον αφορούν; Πώς μπορούμε εμείς οι ίδιοι να στραφούμε εναντίον μας; Η τεχνολογία μας πηγαίνει σε μονοπάτια που δεν έχουμε περπατήσει πάλι, αλλά εκείνος ο αρχέγονος εαυτός πού θα βρει τόπο να χωρέσει ανάμεσα στις αλματώδεις εξελίξεις; Η προμετωπίδα του βιβλίου, λίγες φράσεις από το «Ανατολικά της Εδέμ» του Τζον Στάινμπεκ, είναι σπουδαίος οδηγός γι’ αυτά που έρχονται: «Κανένα όριο, απολύτως κανέναν φραγμό δεν είχε το μέλλον. Κι έτσι ο άνθρωπος δεν θα έβρισκε χώρο για να στριμώξει την ευτυχία του».
Η δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται στα χέρια του Έγκερς που την αξιοποιεί στο έπακρο για να μιλήσει για το νέο κόσμο που ζούμε και ιδίως γι’ αυτόν που περιμένουμε παρακάτω να εμφανιστεί. Στήνει μια ιστορία που σε υπνωτίζει. Τόσο κοντά στην πραγματικότητά σου που σε τρομάζει. Ακούς την ανάσα σου. Αυτό που δεν μπορεί ίσως να πετύχει το σινεμά, αλλά το μυθιστόρημα έχει στα κρυφά του χαρτιά. Τη δική σου ανάσα. Εάν είσαι χρήστης ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης, νιώθεις να σε σφίγγει θηλιά στο λαιμό ο φόβος που χαρτογραφεί ο δημιουργός. Ένας εύλογος φόβος. Για το τι θα συνέβαινε εάν μια μέρα οι λέξεις «το αληθινό εγώ», «άλλη οπτική», «διαφάνεια», «μυστικότητα» αποκτούσαν μια νέα διάσταση που δεν έχεις φανταστεί. Ο Έγκερς ασκεί κριτική στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος κάθε καινούρια κατάκτησή του, για το πόσο εύκολο είναι να κατρακυλήσει στην ψευδαίσθηση ότι γίνεται ένας μικρός θεός.
Γυρίζει το νόμισμα κι από την άλλη του όψη. Για να δούμε πώς μπορεί να χαθεί η ουσία, πώς ένας από μας είναι πολύ εύκολο να απωλέσει τον εαυτόν του, να απομακρυνθεί από την ανθρωπιά του. Και το πετυχαίνει αυτό ο συγγραφέας απλώς λέγοντας μια ιστορία, με συνεχή πλοκή, όπως η διαρκής παρουσία στο διαδίκτυο. Δεν δαιμονοποιεί εγκληματικές συνθήκες, ίσα ίσα. Φτιάχνει έναν ασφυκτικό κλοιό με υλικό που αντλεί από τη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού· πώς η ανάγκη για ασταμάτητη δημοσιοποίηση, χωρίς περιορισμούς, ξεφεύγει και φτάνει στα όρια της τρέλας, της καταδίωξης και τελικά του θανάτου. Το αίτημα της απόλυτης διαφάνειας που δείχνει τόσο αθώο κι αγγελικό, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πηχτό σκοτάδι που βυθίζεσαι και δεν ξέρεις εάν θα κατορθώσεις να αναδυθείς.
Αντιστρέφει τον κόσμο. Ξεδιπλώνει ένα παράλληλο ψηφιακό σύμπαν. Αποκαλύπτει τις πτυχές της αποβλάκωσης που ελλοχεύει, όσο εσύ νομίζεις ότι είσαι ενεργός χρήστης, ίσως και πολίτης, ίσως και σκεπτόμενος άνθρωπος. Βγάζει στην επιφάνεια όλες εκείνες τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργείς, όσο νιώθεις ότι συμμετέχεις, ότι έχεις παρουσία, ότι «υπάρχεις» στο διαδίκτυο. Ο Έγκερς σε κυκλώνει από παντού για να σκεφτείς για τον εαυτόν σου, τι αξίζει στη ζωή σου, και σου μιλάει γι’ αυτές τις ατέλειωτες ψηφιακές περιττές θερμίδες στις οποίες εθίζεσαι, αλλά σιγά σιγά σε δηλητηριάζουν με την τοξικότητά τους. Τα όρια τα βάζεις εσύ.

Ο άνθρωπος είναι το «μάτι του κόσμου»

Ένας λόγιος, υπερασπιστής της ελευθερίας διέσχισε την Αναγέννηση κι έφτασε στον 21ο αιώνα.

 

Μπορεί να χρειαστεί να μεσολαβήσει ακόμη και μισή χιλιετία, προτού να δικαιωθεί η αίσθηση ενός ανθρώπου, η αντίληψή του για τον κόσμο. Ας πούμε, ένας νεαρός 24 χρονών, το 1485, αποφασίζει με ένα κείμενό του να κυκλώσει το ανθρώπινο φαινόμενο. Το ευρύ φάσμα των γνώσεών του και η ανάγκη του για εμβρίθεια τον σπρώχνουν στη σύλληψη ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου, καταδικασμένου εξαρχής. Αυτές οι μεγάλες πρόσκαιρες ήττες κρύβουν κάτι τεράστιες νίκες εντός τους, καμιά φορά και ως προς την αιωνιότητα. Ο πυρήνας του έργου αυτού, ο βαθύτερος σκοπός του, σύμφωνα με τον Yves Hersant, «ήταν να εκτεθεί ενώπιον όλων η ομόνοια ανάμεσα σε όλες τις μορφές της σοφίας, η σύγκλιση των μεθόδων, η συνάφεια των δογμάτων».

Σήμερα, μια απλή περιήγηση στο διαδίκτυο πείθει εύκολα και τον πιο αντιδραστικό ότι οι πολλοί μας κόσμοι, οι κατακερματισμένες μας πραγματικότητες, τα πολλαπλά μας σύμπαντα, προσωπικά και συλλογικά, έρχεται η ώρα που ψάχνουν την ίδια θάλασσα για να εκβάλλουν. Αναζητούν μιαν ανάγνωση των άπειρων αφηγήσεών τους και τι ειρωνεία, εκείνος ο τολμηρός νεαρός φιλόσοφος την είχε ήδη αρθρώσει αυτή την ιδέα από τον 15ο αιώνα μ.Χ. κιόλας. Τον 20ο αιώνα –ποιος να το έλεγε- θα βρίσκαμε τα ίχνη του, τα θραύσματά του στον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόυς, στο έργο του Λάβκραφτ, σε πραγματείες ψυχαναλυτών, στο «Εκκρεμές του Φουκώ» του Ουμπέρτο Έκο, ακόμη και στον Ρομπέρτο Μπολάνιο.  Εκείνος ο νέος είχε γράψει ένα αιρετικό κείμενο για τα ήθη της εποχής του, αυτά δεν άρεσαν καθόλου στην Εκκλησία, κι έτσι αρχικά αυτοεξορίστηκε, εντέλει συνελήφθη και φυλακίστηκε το1487.

Η Ιστορία είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Θα έπαιρνε εκδίκηση για χάρη του. Μα, ποιος ήταν; Τι είχε τολμήσει να εκστομίσει; Γιατί ενόχλησε τόσο; Ήταν ο Τζοβάννι Πίκο ντέλλα Μιράντολα (1493-1494), εκείνος ο τύπος που στον 21ο αιώνα ο προσδιορισμός του «Εμείς οι κάτοικοι της απελπιστικής μοναξιάς του σώματος», είναι πιο τωρινός κι από το σήμερα, στον ψηφιακό άϋλό μας κόσμο. Το έργο του, «Λόγος περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου», σε μετάφραση της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, με εισαγωγή και σημειώσεις από τον Yves Hersant, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα. Και δεν μπορεί, το πνεύμα του  Pico della Mirandola, κατά μία έννοια, είχε καλλιεργήσει το έδαφος και για το Διαφωτισμό που δύο αιώνες αργότερα οι εκφραστές του θα οροθετούσαν και θα υποστήριζαν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, αυτός ο αναγεννησιακός λόγιος φιλόσοφος δεν μπορεί να χωρέσει σε ταμπέλες παρά μόνο στο χαοτικό μέλλον που θα ακολουθούσε για την ανθρωπότητα ολόκληρη. Μάλλον οι Διαφωτιστές θα τον περιφρονούσαν, καθώς η μαγεία, η αστρολογία, η μεταφυσική, η θρησκεία, όλα ήταν ενσωματωμένα στη σκέψη του. Σε όλα έβρισκε αλήθεια, σοφία και εφαρμογή στη ζωή του ανθρώπου. «Όμως εσένα, κανένας περιορισμός δεν σε δεσμεύει, και μπορείς μόνος σου να προσδιορίσεις τη φύση σου ανάλογα με την ελεύθερη βούλησή σου, στα χέρια της οποίας σε εμπιστεύτηκα. Εάν σε έβαλα στο κέντρο του κόσμου, είναι για να μπορείς από τη θέση αυτή να περιεργάζεσαι με όλη σου την άνεση ό,τι βρίσκεται μέσα του… είναι για να μπορείς, ελεύθερος και προικισμένος καθώς είσαι, να διαπλάσεις και να διαμορφώσεις μονάχος σου τον εαυτό σου, και να του δώσεις όποια μορφή προτιμάς».

Ο Πίκο ντέλλα Μιράντολα επιχείρησε ένα δικό του ιδιότυπο φιλοσοφικό συγκρητισμό, στηριζόμενος  στα γνωστικά του πεδία –λάτρευε τις αρχαίες γλώσσες, ελληνικά, αραβικά, εβραϊκά, χαλδαϊκά, κάτι που του επέτρεψε να μελετήσει όλα τα μεγάλα κείμενα- μα, κυρίως βασιζόμενος στη συνείδησή του, την οποία και επικαλούνταν. Εκείνο που εκπλήσσει, είναι ότι είχε συναίσθηση της τότε χαμένης του υπόθεσης που στη συνέχεια θα γινόταν το διαβατήριό του για το πέρασμα στο μέλλον. «Αν λοιπόν ανέλαβα ένα έργο τόσο βαρύ για τους ώμους μου, δεν είναι επειδή αγνοώ την αδυναμία μου. Είναι μάλλον επειδή αναγνωρίζω ότι σε αυτό το είδος του αγώνα, δηλαδή του λόγιου αγώνα, συμβαίνει τούτο το αξιοπερίεργο, ότι μπορεί να υπάρξει όφελος ακόμη και από την ήττα. Συνεπώς, ακόμη και οι πιο αδύναμοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα και το δικαίωμα όχι μόνο να μην αρνούνται να αγωνιστούν, αλλά και να το εύχονται. Διότι αυτός που ηττάται δέχεται από τον νικητή όχι ένα πλήγμα αλλά μια ευεργεσία, και του χρωστά ότι βγαίνει πιο πλούσιος, δηλαδή  πιο σοφός και καλύτερα προετοιμασμένος για μελλοντικούς αγώνες». Αυτή η τελευταία μεγαλοθυμία του ιταλού «ιππότη» της φιλοσοφίας είναι ένα μεγάλο όπλο και εργαλείο για το σύγχρονο άνθρωπο που εξοστρακίζεται μέρα με τη μέρα από το κέντρο του κόσμου η αξία του, η αξιοπρέπειά του· η ελευθερία του διακυβεύεται με νέους ευφάνταστους τρόπους και κείνος βιώνει απελπιστικά τη μοναξιά του γήινου σώματός του. Άλλωστε ο Πίκο ντέλλα Μιράντολα θεωρούσε ότι η φιλοσοφία θα επικυρώσει ένα απαραβίαστο σύμφωνο της πιο άγιας ειρήνης ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα. Ίσως και να δικαιωθεί κι άλλο. Ποιος ξέρει.

Εγχειρίδιο για αντιμετώπιση των «άλλων»

«Εγχειρίδιο για αντιμετώπιση των άλλων»

ΝΤΕΜΙΑΝ ΜΠΟΥΚΑΪ
Από άλλη γωνία
μτφρ.: Κωνσταντίνα Επισκοπούλου
εκδ. Opera

Το καμπανάκι χτύπησε, όταν ως μέλος μιας αυτοσχέδιας και ερασιτεχνικής εκπαιδευτικής ομάδας άκουσα την κυρία δίπλα μου να ρωτάει με περισσή αγωνία πώς θα αντιμετωπίσει «τους άλλους». Ο Καμύ και ο Σαρτρ για μια στιγμή έβγαλαν τα ξίφη τους στο μυαλό μου και αμέσως μετά τα απόθεσαν κουρασμένοι κάτω. Είχε παραγίνει με αυτό το δίπολο.

Το φλέγον ζήτημα του Αλλου είχε αναδυθεί για ακόμη μία φορά και ανακίνησε μέσα μου το βιβλίο του Ντέμιαν Μπουκάι. Η σύμπτωση διευρύνθηκε, καθώς ο έτερος διπλανός μου παρευρισκόμενος αποδείχθηκε ψυχοθεραπευτής της μεθόδου Gestalt, όπως και ο γιος του πασίγνωστου Χόρχε Μπουκάι που τον διαδέχεται πετυχημένα στην παγκόσμια πορεία του. Ετσι, η κουβέντα για τους άλλους στράφηκε αμέσως στην προσωπική ευθύνη, άνοιξε πάλι στη διαπροσωπική κατεύθυνση και γύρισε ξανά στη σχέση μας με τον κόσμο. Με τον ίδιο τρόπο έχει γράψει το βιβλίο του και ο Ντέμιαν Μπουκάι. Πρόκειται για απλές ιστορίες και προσωπικές καταθέσεις από την επαγγελματική του εμπειρία, αλλά με ένα ύφος δημιουργικό που κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο και τον βάζει να σκεφτεί για τον εαυτό του.

Ο Ντέμιαν Μπουκάι αντλεί από τον παγκόσμιο πνευματικό πλούτο, αλλά δεν έχει αναστολές και διανοητικά εμπόδια να το πράξει αυτό εκλαϊκευμένα και ευχάριστα. Στρέφεται στη διδασκαλία του ζεν, στην κινεζική παράδοση, τον Καρλ Γιουνγκ. Δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να φτάσει μέχρι τον Τόλκιν και τις ταινίες Μάτριξ. Δεν έχει κανένα πρόβλημα, ο Φρόντο από τα Χόμπιτ και ο Γκάνταλφ από τον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών να γίνουν άξιοι συνοδοιπόροι και βοηθοί του στο έργο του να απευθυνθεί στο κοινό με εύληπτο, ενδιαφέροντα και κυρίως ωφέλιμο τρόπο για τον ίδιο τον αναγνώστη.  Ο,τι είναι χρήσιμο μπαίνει στο χωνευτήρι και από τον ιδιότυπο αυτό πολιτισμικό συγκρητισμό, προκύπτει η θέαση αυτή των πραγμάτων από τη διαφορετική γωνία, από το πρίσμα εκείνο που επιτρέπει στον άνθρωπο να νιώσει ότι είναι λίγο πιο ελεύθερος ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό.

Αποδοχή, κατανόηση, εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη είναι λέξεις-κλειδιά για όποιον θέλει να πορευτεί τον δρόμο εκείνο της προσωπικής εξέλιξης και ανάπτυξης· την οδό αυτή που οι συγκρούσεις, οι διαξιφισμοί, οι καθημερινές αποτυχίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον καθένα από μας για να γίνουν εφαλτήρια μιας πιο ευτυχισμένης ζωής, διδάσκοντας μόνοι μας τον εαυτό μας πώς να είμαστε πιο ευέλικτοι, πιο απλοί, πιο ήσυχοι, με λιγότερη αγωνία και στρες, με περισσότερες ευχαριστήσεις και στιγμές χαλάρωσης και απόλαυσης. Ο Μπουκάι δεν λέει μεγάλα λόγια, δεν μιλάει για ανέφικτους στόχους, δεν δίνει οδηγίες. Παρέχει όμως ιδέες και σκέψεις τις οποίες, εάν κάποιος θελήσει, μπορεί να ενσωματώσει στη ζωή του και να αρχίσει να την ξεκλειδώνει με διαφορετικό τρόπο.

Γειωμένα και ισορροπημένα δεν προτρέπει σε καμία συνταγή επιτυχίας. Υιοθετεί έναν όρο που είναι πιο φιλικός για τον σύγχρονο άνθρωπο που έχει να αντιμετωπίσει και τη διεθνή οικονομική κρίση, με τις αποτυχίες και τις ματαιώσεις που μπορούν να προκύψουν από μια τέτοια σύγκρουση με την εξωτερική πραγματικότητα. Εναντι της επιτυχίας, ο Μπουκάι μιλάει για «ευδοκίμηση». Για έναν άνθρωπο που κυνηγάει μεν τις επιθυμίες του και τα όνειρά του, αλλά με έναν πιο εσωτερικό και εξατομικευμένο τρόπο, πιο βαθύ και αποτελεσματικό στη σμίλευση της προσωπικότητας. Ενα ρυθμό εξέλιξης χωρίς βιασύνη. Μιλάει για τις γέφυρες που μπορούμε να στήνουμε με τους άλλους, για την αγάπη, για τις διαπραγματεύσεις, για τα εμπόδια που ορθώνει η οποιουδήποτε είδους προσκόλληση· για το μεγάλο μάθημα που μπορεί να μας βοηθήσει να ζούμε τη ζωή μας λίγο πιο απελευθερωμένα, τη συμφιλίωση με την ήττα, εκείνο το απλό που μας έλεγαν στο σχολείο, «πρέπει να μάθεις και να χάνεις».

Παραμύθι και τραγωδία

«Παραμύθι και τραγωδία»

ΡΕΤΖΙΝΑΛΝΤ ΧΙΛ
Ο ξυλοκόπος
μτφρ.: Χρύσα Τσαλικίδου
εκδ. Εξάντας

Η ατμόσφαιρα θυμίζει σκληροπυρηνικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα. Το παγωμένο φυσικό τοπίο της Κούμπρια, επαρχίας ιδιαίτερου φυσικού κάλλους στη Βορειοδυτική Αγγλία, πρωταγωνιστεί. Καμιά φορά υπαγορεύει και την εξέλιξη της υπόθεσης. Η πλοκή πιο σημερινή δεν γίνεται. Ερωτας, εξουσία, χρήμα, διαφθορά, δικαιοσύνη, ηθική, όλα διακυβεύονται. Ο Ρέτζιναλντ Χιλ, στο τελευταίο του μυθιστόρημα, εκτείνει την ιστορία του από το 1963 μέχρι και τη χρονιά που διανύουμε, το 2015. Ο ίδιος έφυγε από τη ζωή στις 12 Δεκεμβρίου του 2012. Το μυθιστόρημά του όμως, πιο φλέγον από ποτέ, βουτάει στα βαθιά νερά της ανθρώπινης κατάστασης.

Η ιστορία ξεδιπλώνεται ακαριαία. Μπορεί οι νύξεις και οι υπονοήσεις και το χιούμορ του Ρέτζιναλντ Χιλ να εισχωρούν παντού, η πλοκή του όμως, κραταιά και απροσδόκητη, επιβεβαιώνει τις δυνατότητες του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος. Ο,τι δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς στη λογοτεχνία του καιρού μας, βρίσκει τρόπο να εκφραστεί μέσα από τις φωτοσκιάσεις του νουάρ και του αστυνομικού. Το κατά μέτωπον καθρέφτισμα με τη βία αποδεικνύεται αναπόφευκτη οδός. Κι αυτό γιατί ναι μεν διαφυλάσσεται ο ρυθμός της καθημερινής ζωής, αλλά από την άλλη, μέσα από το μυστήριο και το έγκλημα, δίνεται η δυνατότητα του αναστοχασμού, της αναψηλάφησης. Ξανακοιτάζουμε τη ζωή μέσα από το σκοτεινό αρνητικό της. Στο χορταστικό βιβλίο του Χιλ, με τίτλο «Ο ξυλοκόπος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας σε μετάφραση της Χρύσας Τσαλικίδου, η βρετανική επαρχία δεν φέρει μόνο την αχλή της ειρωνείας της Τζέην Ωστιν ή τη δραματικότητα των αδερφών Μπροντέ, παρά συσσωρεύει την αυθεντική αίσθηση ασφυξίας του Χένρυ Τζέημς –ας πούμε από «Το στρίψιμο της βίδας»– αλλά και τον αέρα του κοσμοπολίτικου αστυνομικού και κατασκοπευτικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα.

«Η εικόνα του βουνού ξανάρθε στο μυαλό της. Οι ορειβάτες ισχυρίζονται πως κατακτούν τα βουνά. Κάνουν λάθος. Είναι τα βουνά που κάποιες φορές τούς αλλάζουν, ενώ αυτοί δεν αλλάζουν ποτέ τα βουνά». Ενας έφηβος, μοναχικός, δυνατός και μεγαλωμένος μέσα στην τραχιά πλευρά της ξεμυαλιστικής αλλά και επικίνδυνης εξοχής, ο γιος του ξυλοκόπου, ερωτεύεται την «πριγκίπισσα» της περιοχής. Ο άξεστος πιτσιρικάς, προκειμένου να την κατακτήσει, θα μεταμορφωθεί –από την ανάποδη το ασχημόπαπο που έγινε κύκνος– σε μεγιστάνα των επιχειρήσεων με καλούς τρόπους και μεγάλη ζωή. Η ψυχή του όμως θα μείνει εκείνο το ευαίσθητο δέντρο που μεγάλωνε στην Κούμπρια. Η αγαπημένη του θα αποδειχθεί πιο δηλητηριώδης απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Και μαζί και η ίδια θύμα και θύτης του εαυτού της και της οικογένειάς της. «Oταν η αγάπη έρχεται αντιμέτωπη με την αδήριτη ανάγκη, συνήθως βγαίνει νικήτρια η δεύτερη».

Η δολοπλοκία που θα στηθεί εις βάρος του –από αδιερεύνητους και όχι και τόσο αστάθμητους παράγοντες– θα τον καταδικάσει στην αναπηρία αλλά και στη φυλάκιση. Εκείνο το τρυφερό δέντρο θα τραυματιστεί σοβαρά. Οι ισχυρές του ρίζες όμως, η θέλησή του να ζήσει και μια βαθιά συναίσθηση καθήκοντος προς τη δικαιοσύνη –όχι πάντα την ανθρώπινη, για να μιλάμε και με όρους αρχαίας τραγωδίας– θα τον επαναφέρουν στον κόσμο με έναν σκοπό: να πάρει εκδίκηση. Η αυτοδικία θα ήταν μια πολύ προβλέψιμη λύση για τον Ρέτζιναλντ Χιλ, που αποφασίζει να περιπλέξει κι άλλο τα πράγματα. Τα νήματα του δικαίου κινούνται εκτός από τις φοβερές μυστικές υπηρεσίες και από την άλλη, την ακόμη πιο άδηλη και αμείλικτη, τη θεία δίκη. «Παρά τον κοινωνικό εξωραϊσμό της σύγχρονης δημοκρατικής εποχής, εξακολουθούσε να ισχύει όπως παλιά ότι ο αριβίστας δεν έφτανε ποτέ εκεί που ήθελε».

Μια νεαρή, άπειρη, αλλά πανέξυπνη ψυχίατρος θα αποτελέσει τον καταλύτη της υπόθεσης. Μέσα στην καταστροφή και το κακό, και τον εγκλεισμό και τον απόλυτο κυνισμό, βρίσκει χώρο να φωλιάσει και η αγάπη, χέρι χέρι με την ηθική. «Η έλξη που ασκείται είναι δύναμη. Η έλξη που ομολογείται είναι αδυναμία». Το τοπία των Ποιητών της Λίμνης, του Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ εν προκειμένω, γίνονται το σκηνικό για να εξελιχθούν τα σύγχρονα ψυχικά τοπία του ανικανοποίητου ανθρώπου που βουλιάζει στην κατάθλιψη και τη μελαγχολία, γιατί δεν κατορθώνει να ενωθεί με τη φύση και τον εαυτό του, γιατί δεν αντέχει να αντιμετωπίσει την αλήθεια της θνητότητάς του, γιατί νομίζει ότι μόνο το μυαλό του ή μόνο το σώμα του θα τον σώσουν.

Η οικονομική ισχύς δεν αρκεί, όσο δελεαστική κι αν είναι, και η εξουσία η ίδια καταρρέει μπροστά στην αλήθεια. «Η αλήθεια δεν σε απελευθερώνει, σε φυλακίζει για πάντα». Η φινέτσα της αφήγησης του Ρέτζιναλντ Χιλ έχει τις ρίζες της στο κίνημα του ρομαντισμού και του εκπληκτικού μυθιστορήματος που σφυρηλατήθηκε τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη και, παρά τον μανδύα της αστυνομικής ιστορίας, ο αναγνώστης, υπερπλήρης, έχει την αίσθηση ότι συνομίλησε από μακριά με ήρωες του Γκυ ντε Μωπασάν και του Γκυστάβ Φλωμπέρ.

Έντυπη