Το «θεώρημα» της Αντέλ

Η ζωή του αξεπέραστου επιστήμονα Κουρτ Γκέντελ μέσα από τα μάτια της γυναίκας του

 

ΓΙΑΝΙΚ ΓΚΡΑΝΕΚ

Η ΘΕΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΘΡΙΑΜΒΩΝ

Μτφρ.: Τεύκρος Μιχαηλίδης

Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σελ. 456

 

 

Είναι ένα βιβλίο που σου χαράζει ένα πλαγιαστό οχτάρι στην καρδιά, το άπειρο με όλους τους συμβολισμούς του. Καταφεύγει στα ανώτερα μαθηματικά, στη φυσική από θεωρία της σχετικότητας και πάνω, στη φιλοσοφία, μα, κυρίως ανασκάπτει την ψυχή. Ένα μυθιστόρημα πλούσιο, απολαυστικό. «Η θεά των μικρών θριάμβων» της Γιανίκ Γκρανέκ, σε μετάφραση Τεύκρου Μιχαηλίδη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Ο Κουρτ Γκέντελ, πολύ φίλος του Άλμπερτ Αϊνστάιν, έφευγαν μαζί από το Πρίνστον για τους παροιμιώδεις περιπάτους τους στα τελευταία χρόνια της ζωής του δεύτερου.

Η ζωή του μεγάλου αυστριακού μαθηματικού μέσα από το πρίσμα της μυθοπλασίας και φυσικά τη ματιά της γυναίκα του, Αντέλ, μιας χορεύτριας από τη Βιέννη που του αφιέρωσε τη ζωή της. «Τα μαθηματικά δεν τον τρέλαναν· έσωσαν τον άνδρα μου από τον εαυτό του και μετά τον σκότωσαν». Με ειρωνεία, χιούμορ, σαρκασμό, άλλοτε γλυκύτητα κι άλλοτε πίκρα η γυναίκα αυτή χαρτογραφεί την ψυχική δυστοπία μιας διανοητικής ιδιοφυίας. Το τίμημα για έναν άνθρωπο που σημάδεψε την επιστήμη του 20ου αιώνα. Τα περίφημα θεωρήματά του απέναντι στο διαχρονικό «θεώρημα» της Αντέλ: δεν αποδυναμώνεται ποτέ και ισχύει πάντα το να λες σε μια γυναίκα πόσο όμορφα είναι τα μαλλιά της και σε έναν άνδρα πόσο δυνατός είναι… Η κοινή λογική απέναντι στη μεγάλη Λογική και τον ισχυρό θεμελιωτή της. Εκλαϊκευμένη η ουσία της εργασίας του Γκέντελ λέει ότι «ένα σύστημα δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τον εαυτό του. Είναι πολύ δύσκολο να αυτοαναλυθείς. Δεν μπορείς να δεις τον εαυτό σου παρά μόνο μέσα από τη ματιά των άλλων». Κάτι που απέδειξε ο Γκέντελ, τι τραγική ειρωνεία, με την ίδια του τη ζωή και το θάνατο. Το βιβλίο κατέκτησε το Βραβείο των Βιβλιοπωλών στη Γαλλία και πραγματικά απορροφά τον αναγνώστη.

Η Γιανίκ Γκρανέκ, αν και είναι μόλις το πρώτο της μυθιστόρημα, γεννημένη το 1969 στη Γαλλία, κατορθώνει να αναπλάσει υποδειγματικά τη ζωή του Μεσοπολέμου στη Βιέννη, στη συνέχεια τη ναζιστική απειλή που έπεσε πάνω από την Ευρώπη κι ύστερα τη διαφυγή του ζεύγους στην Αμερική, διασχίζοντας την Ανατολή με τον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο. Η μεταπολεμική Νέα Γη, το «ασφαλές» καταφύγιο του Πανεπιστημίου Πρίνστον και φυσικά η σύγχρονη ματιά των αρχών της δεκαετίας του ’80 στην αμερικανική ακαδημαϊκή κοινότητα, η κριτική της θεώρηση μέσα από την άλλη ηρωίδα, την Άννα Ροθ, μια καλοσπουδαγμένη αρχειοθέτρια που αποστέλλεται από το Ινστιτούτο Προχωρημένων Μελετών στο γηροκομείο που ζει η χήρα του Κουρτ Γκέντελ για να εξασφαλίσει το αρχείο του. Κι έτσι αρχίζει να πέφτει φως σ’ αυτή την ερμητική προσωπικότητα μέσα από τη σχέση των δύο γυναικών που αφηγούνται τη ζωή τους γύρω από τον παράξενο και ιδιότυπο αυτό άξονα, τον Κουρτ Γκέντελ. «Συγύριζα τα πάντα για να εμποδίσω αυτή την καταραμένη εντροπία να τα καταπιεί όλα. Ίδια δεν είναι η μοίρα όλων των γυναικών; Σαλπάρουν, είτε από έρωτα είτε από ανάγκη για ασφάλεια, και τελικά καταλήγουν να κρατάνε με τα ίδια τους τα χέρια αυτόν που υποτίθεται πως θα ήταν ο βράχος τους. Αυτό το πεπρωμένο έχουμε όλες; Αυτούς τους αδελφούς, πατεράδες, εραστές, φίλους, είμαστε εδώ για να σώζουμε; Μήπως γι’ αυτόν τον αλλόκοτο σκοπό μας έδωσε ο θεός στήθη και γοφούς; Είμαστε απλώς σωσίβια; Και τι μας απομένει όταν πια δεν έχουμε κανέναν να σώσουμε; Να τακτοποιήσουμε τις αναμνήσεις».

Η θρυλική επιστημονική μορφή του από τη μία κι από την άλλη, ένας κοινό θνητός που κύλησε στα μαρτύρια της παράνοιας, ταλαιπωρήθηκε από νευρική ανορεξία και διαταραχή προσωπικότητας και κατέληξε δέσμιος της ψυχικής του νόσου, όταν ο «βράχος» του, η Αντέλ, δεν κατόρθωσε να τον κρατήσει γερά δεμένο στη γη, στους ανθρώπους, στην ίδια του τη φύση, στην τροφή. Μια γυναίκα αντιμέτωπη με τη μεγάλη της επιλογή: να αγαπήσει μέχρι τέλους αυτόν τον άντρα, να του αφιερώσει την καθημερινότητά της κυριολεκτικά, να αποφασίσει να ταυτίσει τον εαυτόν της, τη δική της ζωή, με έναν άνθρωπο που ζούσε τόσο πολύ μέσα στο μυαλό του, κι εκείνη σχεδόν έγινε φορέας του σώματός του, των αισθημάτων του, των αισθήσεών του, της απόλαυσης που εντέλει αρνήθηκε και που κανείς δεν θα μάθει πώς ποτέ βίωσε. Ο έρωτας, η τρέλα, η λογική, η ζωή και ο θάνατος, ο πόλεμος και η ειρήνευση, η συμφιλίωση με ό,τι είναι ο καθένας: η μεγάλη συνεχής διακύβευση στην πορεία ενός ανθρώπου.

Advertisements

Ρίζες στη ζωή της περιπλάνησης

Μια αφήγηση συμφιλίωσης μέσα από δύο πολέμους και τρεις ηπείρους

 

ΜΙΡΙΑΜ ΦΡΑΝΚ

ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ       

Μετάφραση: Καρίνα Λάμψα

Εκδόσεις Καπόν

Σελ. 352

 

Στα καραβάνια των προσφύγων του 21ου αιώνα, στις κοινότητες των εκπατρισμένων, στις μοναχικές πορείες των εκδιωγμένων σκέφτομαι πάντα αυτόν τον αφανή, τον σχεδόν αόρατο παρατηρητή του κόσμου του, συνήθως ένα μικρό παιδί, που ρουφάει όσα του συμβαίνουν και μια μέρα θα γίνει εκείνος που θα αφηγηθεί την Ιστορία όλων, μέσα από τη δική του μικρή ιστορία. Σκέφτομαι πώς θα είναι τα δικά του λόγια, σε ποια γλώσσα, τι θα λένε, πώς θα βλέπουν τα μάτια του μέσα από τις δικές μας λέξεις. Περιμένω τη λογοτεχνία που θα ξεπηδήσει από όλα εκείνα τα παιδιά που έχουν εισρεύσει στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, οπουδήποτε στον κόσμο από άλλα μέρη, με άλλες γλώσσες, άλλες αποσκευές ψυχικές και πολιτισμικές, άλλα συναισθηματικά φορτία και εσωτερικές φορτίσεις.

Μια τέτοια μικρούλα, λοιπόν, ανοίγει τη ροή της δικής της ατομικής οδύσσειας, τόσο βαθιά συνυφασμένης με τις παγκόσμιες εξελίξεις, και σε ένα κείμενο μαρτυρία μεν, αλλά με ζωντάνια κι απόλαυση λογοτεχνίας για τον αναγνώστη, ξεδιπλώνει την περιπετειώδη ζωή της. Η Μίριαμ Φρανκ που είχε την τύχη να επιζήσει από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –σε αντίθεση με τη συνονόματή της Άννα. Αφηγείται τη ζωή της, «Εξόριστη σε τρεις ηπείρους- Ιστορίες μιας νομαδικής ζωής», ένα βιβλίο μεταφρασμένο από την Καρίνα Λάμψα που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καπόν. Βαρκελώνη, Μασσαλία, Καζαμπλάνκα, Μεξικό, Νέα Ζηλανδία, Αγγλία, Ιταλία, με τόσες πολλές διαδρομές και σταθμούς και ανθρώπους. Ο βίος μιας γυναίκας, με τις πάμπολλες διαστάσεις της φύσης της, απλώνεται μπροστά μας για να μας πει ένα τραγούδι για την ίδια τη ζωή, την αξία της, τη σημασία της, την ομορφιά της, τη λείανση του ανθρώπου μέσα από τα σκληρά, απροσδόκητα κύματα της πορείας του.  Και φυσικά για την τόλμη, τη δύναμη, την επιμονή, την αντοχή, τη δυνατότητα. Τις άπειρες άδηλες πιθανότητες που διανοίγονται μπροστά στον καθένα.

Εβραία που γεννήθηκε στη Βαρκελώνη η Μίριαμ Φρανκ, από μητέρα Γερμανίδα και πατέρα πολιτογραφημένο αμερικανό που είχε αλλάξει το όνομά του, διέφυγε από την Ισπανία του Φράνκο, έζησε στη Γαλλία υπό το καθεστώς του Βισύ, και όταν ήταν πέντε χρονών με το πλοίο «Serpa Pinto» έφτασε μέσω Μασσαλίας και Καζαμπλάνκας στο Μεξικό. Κι αργότερα Νέα Ζηλανδία. Έχει γλιτώσει το Ολοκαύτωμα κι όταν αυτή η μικρούλα το συνειδητοποιεί σιγά σιγά, αποφασίζει να γίνει γιατρός. Και μετά Λονδίνο. Μια αναισθησιολόγος που θα παντρευτεί αργότερα τον γερμανό ζωγράφο Κόρτοκρακς που εκείνος με τη σειρά του θα στήσει και θα διδάξει σε ένα σχολείο στην Ιταλία. Σε αδρές γραμμές αυτή είναι η πραγματικότητα της Μίριαμ. Βαθιά ανθρώπινη, συγκινητική, προσωπική που ξεφυλλίζει τόσες πολλές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας. «Κατάλαβα πως τελικά οι ρίζες μου δεν βρίσκονταν σε κάποια γεωγραφική τοποθεσία έξω απ’ τον εαυτό μου, αλλά μπλεγμένες στην ίδια μου τη φύση, ενσωματωμένες μέσα μου, σε όλη τη διαδρομή από το ξεκίνημά μου στη ζωή… Υπάρχει ένα κεντρικό σημείο σε μένα που αναδεύεται πάντα από την επίμονη μεγαλοπρέπεια των βουνών, μια ήρεμη λίμνη, μια ορμητική θάλασσα, τα ταραχώδη χρώματα του ήλιου που δύει ή τη σαγηνευτική φινέτσα ενός λουλουδιού, τους αγνούς ρυθμούς του Μπαχ και το θυελλώδες πάθος του Μπετόβεν, την ομορφιά στη γραμμή και τις αναλογίες μιας ετρουσκικής στεγασμένης εισόδου ή ενός ναού Μάγια».

Τραυματική φυγή

Όσο διάβαζα την αφήγησή της, δεν ήταν δυνατόν να μην περάσουν από το νου μου οι «Χαμένοι- Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου) του Daniel Mendelsohn. Μα, κυρίως ένα βιβλίο μιας άλλης γυναίκας που η περιπετειώδης φυγή της επίσης στην Αμερική για να σωθεί κι εκείνη από τη ναζιστική σφαγή, την έκανε ψυχαναλύτρια. Πρόκειται για την Kathleen Kelley-Lainé που στο βιβλίο της «Πήτερ Παν ή Το θλιμμένο παιδί» (εκδ. Άγρα, σε μετάφραση Βάνας Χατζάκη) ξεδιπλώνει την προσωπική της αφήγηση, λέγοντας μαζί την ιστορία του παραμυθένιου ήρωα καθώς και του δημιουργού του James M. Barrie. Εκεί η συγγραφέας παίρνει τον κάθε αναγνώστη από το χέρι και τον γυρνάει πίσω στη δική του παιδική ηλικία, φέρνει στο φως τυχόν δικές του τραυματικές φυγές ή έστω στα δικά του μάτια καθοριστικές για τη ζωή του και τον φέρνει γλυκά, ανθρώπινα, με χάρη, με συμπόνια, δίπλα στον ενήλικο εαυτό του, προκειμένου να τους συμφιλιώσει. Όπως λέει και η Μίριαμ Φρανκ, το αμετάβλητο, σταθερό κέντρο της συνυφαίνεται -στο απόσταγμα όλης της ροής της ζωής της- με το εφήμερο του εαυτού της. Κι εκείνες οι στιγμές της συμφιλίωσης που αναπόφευκτα σε οδηγεί σ’ αυτές και η δυναμική της λειτουργίας της αφήγησης, της ολόδικής σου κάθε φορά αφήγησης, είναι πολύτιμες.

Η φλεγόμενη βάτος της λογοτεχνίας

«Η φλεγόμενη βάτος της λογοτεχνίας»

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΝΤΙΡΑΣ
Ο εραστής
μτφρ.: Εφη Κορομηλά
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 132

Γράφοντας
μτφρ.: Χρύσα Τσαμαδού
εκδ. Εξάντας, σελ. 142

ΛΟΡ ΑΝΤΛΕΡ
Ζωή σαν μυθιστόρημα
μτφρ.: Μαρία Κράλλη
εκδ. Ηλέκτρα, σελ. 736

Το πρώτο της βιβλίο αρνήθηκε να το εκδώσει ο Gallimard. Το έργο που την έκανε διάσημη διεθνώς, την καθιέρωσε και την απογείωσε, που της έφερε στα χείλη την αναγνώριση και που πια θα ένιωθε ενοχλημένη κι απ’ αυτό, δεν ήρθε πριν από τα 70 της χρόνια, παρά την ενεργή της παρουσία, την πολυτάραχη ζωή της, την αφοσίωσή της στη γραφή. Παρακινημένη από μια μακρινή επίγευση του «Εραστή» της που έχει ξεπεράσει το ενάμιση εκατομμύριο αντίτυπα κι έγινε ταινία το 1992 από τον Ζαν-Ζακ Ανό, ξεκίνησα να γράψω ένα κείμενο για τον εξωτισμό και τον αισθησιασμό ελέω θέρους, όμως η πολυσύνθετη συγγραφική φιγούρα της το κατάπιε και με περιγέλασε.

Δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση. Η Μαργκερίτ Ντιράς. Δεν μπήκε σε κανένα καλούπι. Το περιβόητο «Ζω για να τη διηγούμαι» του Μάρκες αυτή το διέστρεψε σε ένα δικό της «ζω και επειδή γράφω». Οπως καταθέτει η ίδια στο «Γράφοντας» (εκδ. Εξάντας, μτφρ. Χρύσα Τσαμαδού, 1996), «Η γραφή ήταν το μοναδικό πράγμα που γέμιζε τη ζωή μου και τη γοήτευε. Το έκανα. Η γραφή δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ». Είχε δίκιο. Επειτα από 21 χρόνια από τον θάνατό της, οι λέξεις της είναι ζωντανές, παρούσες, φλεγόμενες.

Ερωτας και γοητεία

Κι έτσι, το 1984, το κορίτσι που είχε γεννηθεί σε ένα χωριό της Ινδοκίνας λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το πραγματικό όνομα Marguerite Germaine Marie Donnadieu, θα γυρίσει καμιά εξηνταριά χρόνια πίσω, στην εφηβεία της, για να πει μια ιστορία που θα εξάψει το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Οχι εύκολη ιστορία. «Ο εραστής» που κυκλοφορεί πάλι από το Μεταίχμιο –μετά την πρώτη έκδοση το 2011 από τον Εξάντα– σε μετάφραση Εφης Κορομηλά και με πρόλογο της Χριστίνας Ντουνιά.

Η πραγματική ερωτική σχέση της δεκαπεντάχρονης τότε Μαργκερίτ με έναν πολύ πλούσιο Κινέζο έγινε το υλικό του θρυλικού της βιβλίου. Ενα κορίτσι, με ένα μεταξένιο λιωμένο φουστάνι, στο χρώμα της αιθάλης, μια δερμάτινη αντρική ζώνη στη μέση, ένα ζευγάρι φορεμένα λαμέ ψηλοτάκουνα, βραδινά σανδάλια κι ένα επίσης αντρικό καπέλο, τριανταφυλλί, μαλακό, με μεγάλο μπορ, με μαύρη φαρδιά κορδέλα. Η φιγούρα της στη γέφυρα ενός ποταμόπλοιου να ανεμίζει. Κι ο κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της άντρας με τη μαύρη λιμουζίνα που θα την ποθήσει.

Κι όμως, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα διυλίσει όλη της τη ζωή, την οικογενειακή της ιστορία που είναι γραμμένη μέσα στο σκοτάδι και στο δράμα, τη θέση στη ζωή τής μητρικής αγάπης και του πόνου, της αδερφικής παρουσίας και εγκατάλειψης, της προδοσίας, του πατρικού θανάτου που συνέβη πολύ νωρίς. Ολα εκείνα που σημάδεψαν την πορεία της, μα, κυρίως που διαμόρφωσαν την τέχνη και τη γραφή της. Σε κείνη την αποικιακή Ινδοκίνα του Μεσοπολέμου, η Ντιράς βρίσκει το πρόσφορο έδαφος για να ανθίσει την υψηλή της λογοτεχνία, για να ασκήσει την πιο μεγάλη της γοητεία και τελικά δεν εκμαυλίζει απλώς έναν νεαρό εκατομμυριούχο, αλλά το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό, όταν το σώμα της δεν είναι εκείνο της ισχνής παιδούλας, αλλά το γερασμένο κορμί μιας γυναίκας που ταλαιπωρήθηκε από το ποτό και τις καταχρήσεις. Σε μια κινούμενη άμμο. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα του «Εραστή». Αυτή είναι η μαγεία της λογοτεχνίας, να βάζει υποστρώματα που δεν τα υποψιάζεσαι και να αφαιρεί τα προφανή.

Η Λορ Αντλέρ, ιστορικός, κοινωνιολόγος, συγγραφέας και δημοσιογράφος και κυρίως με φιλικούς δεσμούς με την Ντιράς για τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια, το 1998 κέρδισε το βραβείο «Femina Essai» για τη βιογραφία της Μαργκερίτ, με τίτλο «Ζωή σαν μυθιστόρημα» (εκδόσεις Ηλέκτρα, μτφρ. Μαρία Κράλλη, επιμέλεια Γιώργος Μπλάνας, β΄ έκδοση Οκτώβριος 2004). Η Αντλέρ, λοιπόν, περιγράφει εκείνη την περίοδο που η Ντιράς έγινε σταρ (δεν ήταν άλλωστε από όταν γεννήθηκε;), μετά και το κερδισμένο βραβείο Γκονκούρ. Μιλά για το εκδοτικό φαινόμενο, για τους βιβλιοπώλες να θυμούνται την εμμονή των πελατών τους να αγοράζουν πολλά αντίτυπα του «Εραστή», λες και υπήρχε έλλειψη… Ηταν η πρώτη φορά που το Newsweek αφιέρωσε μια ολόκληρη σελίδα του σε Γάλλο συγγραφέα.

Η συναλλαγή

Η Αντλέρ βάζει πιο βαθιά το νυστέρι στην ιστορία για να δώσει την εκδοχή που θεωρεί ότι η Ντιράς «διόρθωσε» μυθοπλαστικά προς το τέλος της ζωή της και να μας πει για τη βία από τον μεγάλο αδερφό και τη μάνα που στην ουσία έκαναν την οικονομική συναλλαγή με τον πλούσιο Κινέζο. Και με τα χρήματα γύρισαν πίσω στη Γαλλία. Επώδυνα πράγματα τόσο για ένα δεκαπεντάχρονο παιδί όσο και για τη λογοτεχνία μιας σταρ.
Εδώ, λοιπόν, στα μάτια όλων αποκαλύφθηκε η πληγή του καλλιτέχνη, η αδυναμία του, ίσως η ρωγμή εκείνη στα σκοτάδια της ψυχής που άφησε να μπει το φως και να τη μεταπλάσει σε κάτι άλλο, ας πούμε ένα λογοτεχνικό διαμάντι. Η αλχημεία της τέχνης που έφερε την Ντιράς να γίνει μια επαγγελματίας της εξομολόγησης, ικανή να αυτοβιογραφείται θολώνοντας τα νερά, σαν εκείνες τις υγρές εκτάσεις της Ανατολής που εξέθρεψαν το ταλέντο της. Η Ντιράς θα παίζει με τις αναμνήσεις της, με τη διαρκή μεταγραφή τους, θα αναμοχλεύει τα βαθιά στρώματα μέσα της.

«Είναι αλήθεια, υπάρχει η αθωότητα της ζωής. Μια αθωότητα που σε κάνει να κλαις… Αν δεν υπήρχαν πράγματα σαν αυτά, δεν θα υπήρχε γραφή… Αυτό σημαίνει γραφή. Είναι η αμαξοστοιχία που περνά πάνω απ’ το σώμα σας. Το διασχίζει» («γράφοντας», 1993).

Σταθμοί στο «ταξίδι» της

1914: Γέννηση κοντά στη Σαϊγκόν.
1918: Θάνατος του πατέρα της.
1918-1932: Εγκατάσταση της οικογένειάς της στο Σαντέκ. Η μητέρα της αγοράζει ένα κτήμα στην Καμπότζη. Η Ντιράς ζει ως οικότροφη στο λύκειο της Σαϊγκόν.
1932: Επιστροφή στη Γαλλία όπου θα σπουδάσει νομικά, μαθηματικά και πολιτικές επιστήμες.
1939: Παντρεύεται ον Ρομπέρ Αντέλμ.
1942: Πεθαίνει στη γέννα το παιδί της και ο μικρότερος αδελφός της.
1943: Γνωρίζει τον Φρανσουά Μιτεράν και γίνονται φίλοι.
1944: Ο άντρας της συλλαμβάνεται και ζει για ένα χρόνο σε στρατόπεδο εργασίας. Θα χωρίσουν το 1946. Γίνεται η ίδια μέλος το 1944 του Κομμουνιστικού Κόμματος το οποίο θα εγκαταλείψει αργότερα.
1947: Αποκτά τον γιο της Ζαν από τον Ντιονίς Μασκολό.
1968: Υπογράφει μανιφέστα και ζει από κοντά ενεργά το Μάη του ’68.
1980: Ο Γιαν Αντρέα εγκαθίσταται στο διαμέρισμά της, δεν θα την εγκαταλείψει μέχρι το τέλος της ζωής της το 1996. Εκείνος είναι μεγάλος της θαυμαστής, 28 ετών, ομοφυλόφιλος, κι εκείνη 66 ετών, όταν θα αρχίσουν να ζουν μαζί. Θα είναι ο τελευταίος της σύντροφος, επίσης συγγραφέας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2014.
1982: Κάνει θεραπεία αποτοξίνωσης λόγω του αλκοολισμού της.
1984: Ο «Εραστής» απογειώνει τη συγγραφική της καριέρα.

 

Νέα ρότα για τον «Εξάντα»

Νέα ρότα για τον «Εξάντα»

Με πυρετώδεις ρυθμούς προχωρούν οι διαδικασίες αναγέννησης και ανανέωσης των εκδόσεων «Εξάντας». Δύο χρόνια σχεδόν μετά τον θάνατο, το 2015, της ιδρύτριάς τους, Μάγδας Κοτζιά, της ιστορικής αυτής προσωπικότητας των Γραμμάτων που μαζί με τη Νανά Καλλιανέση του Κέδρου και την Ιωάννα Χατζηνικολή των ομώνυμων εκδόσεων άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στη σύγχρονη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική εκδοτική δημιουργία.

Η εξαγορά ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το Πάσχα του 2017. Οι εκδόσεις Μίλητος του Νίκου Χαϊδεμένου απέκτησαν το brandname και το απόθεμα των βιβλίων του «Εξάντα». Το στοίχημα και η πρόκληση τώρα είναι όχι μόνο να διατηρηθεί αξιοπρεπώς η αχλύς της αίγλης του «Εξάντα», το όνομά του, ως προς την ποιότητα και τα σημεία αναφοράς του, από το 1974 κι ύστερα που διαδραμάτισε τον δικό του ξεχωριστό ρόλο στα εκδοτικά πεπραγμένα της χώρας, αλλά και να δοθεί το στίγμα της νέας του πορείας, ο επαναπροσανατολισμός του, σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη και για τον χώρο του βιβλίου.

Επικεφαλής σε αυτό το εγχείρημα είναι η Μαρία Γυπαράκη, με σπουδές στη Γαλλία στην ιστορία, την αρχαιολογία και το θέατρο και παρουσία στη σκηνοθεσία σε έργα του λυρικού θεάτρου. Ισχυρό χαρτί στα χέρια του εκδοτικού είναι η αλησμόνητη για τους βιβλιόφιλους «Λευκή Σειρά» με τα κλασικά κείμενα του «Εξάντα».

Σύμβουλος για τη «Λευκή Σειρά» έχει αναλάβει ο Αγης Αθανασιάδης, συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου Booktalks στο Παλαιό Φάληρο. Προσεχώς αναμένονται, σύμφωνα με τους υπεύθυνους του εκδοτικού οίκου, οι πρώτες επανεκδόσεις της «Λευκής Σειράς» στα έργα των: Ντε Σαντ («120 μέρες των Σοδόμων»), Μπαλζάκ («Χαμένες ψευδαισθήσεις», «Η γεροντοκόρη», «Ο οίκος Νυσενζέν»), Ντίκενς («Ιστορία δύο πόλεων»), Σταντάλ («Το μοναστήρι της Πάρμας»), Φλομπέρ («Μαντάμ Μποβαρί»), Ουίλιαμ Θάκερεϊ (Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας»), αλλά και η «Πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη, τα «Ποιήματα και πεζά» του Διονυσίου Σολωμού και «Τα ρόδινα ακρογιάλια» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Tο πρώτο νέο βιβλίο που σηματοδοτεί και το καινούργιο ξεκίνημα της «Λευκής Σειράς» είναι η έκδοση ενός μεταφραστικού άθλου διάρκειας είκοσι ετών και έργου ζωής από τον Ιωάννη Κοιλή: πρόκειται για το «Simplicius Simplicissimus», ένα μπαρόκ γερμανικό μυθιστόρημα του Hans Jacob Christoffel von Grimmelshausen. Σύμφωνα με τη Μαρία Γυπαράκη, θα κυκλοφορήσει και σε εκατό συλλεκτικά δερματόδετα αντίτυπα.

Εκτός «Λευκής Σειράς» ξανακυκλοφορούν από τα κλασικά έργα ο δίτομος «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, καθώς και «Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς» και «Η επιστροφή του Σέρλοκ Χολμς» του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ. Για την ερχόμενη χρονιά, αναμένεται ο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» του Ντίκενς σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ, αλλά και η τετραλογία του Φορντ Μάντοξ Φορντ, «Parade’s end», σε μετάφραση της Αντωνίας Μπελίκα-Κουμπαρέλη.

Και νέα σειρά «Black Velvet»…

Μια νέα σειρά που προστίθεται στον νέο, «αναγεννημένο» Εξάντα είναι αυτή της νουάρ αστυνομικής λογοτεχνίας που θα φέρει το όνομα «Black Velvet» (Μαύρο Βελούδο) και θα εγκαινιαστεί με το βιβλίο του Γάλλου Emile Gaboriau «Η υπόθεση Λερούζ» σε μετάφραση του Γιώργου Ξεναρίου.

Η ίδια η Μαρία Γυπαράκη μεταφράζει και το αστυνομικό «Τεκίλα φραπέ» (Nadine Monfils) για τη σειρά της αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ μιλάει με πολλή φροντίδα για τα απομνημονεύματα της Μάρθα Γκράχαμ, που ετοιμάζονται για τη σειρά των βιβλίων Τέχνης σε μετάφραση της Παρασκευής Ματσούκα. Στον τομέα του δοκιμίου, θα κυκλοφορήσει επίσης «Ο Πούτιν από το Α ως το Ω» του Vladimir Fédorovski πάλι σε μετάφραση της Μαρίας Γυπαράκη.

Στόχος της διεύθυνσης του εκδοτικού οίκου, που προς το παρόν λειτουργεί στον Αγιο Δημήτριο, στην έδρα των εκδόσεων Μίλητος, είναι να δοθεί και η απαιτούμενη σημασία στα πανεπιστημιακά βιβλία, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση για την ελληνική λογοτεχνία

Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα

«Το σκανδιναβικό όνειρο θα ζει… πλέον στη Μαγιόρκα»

Χάριν ευθυμίας, τον ρώτησα εάν ζούσε από τα βιβλία του, εάν θα άφηνε τη Σουηδία και την επιτυχημένη του καριέρα ως δικηγόρου, για να έρθει –ας πούμε– σε ένα ελληνικό νησί και να γράφει τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Γέλασε και απάντησε ότι ήδη εδώ και τέσσερις μήνες, παραιτήθηκε από τη δουλειά του, κατέθεσε τη νομική του ταυτότητα, και θα φύγει με τη γυναίκα του και τα τρία τους παιδιά για τη Μαγιόρκα. Εκεί θα αφιερωθεί στη γραφή, στα σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, στα μυθιστορήματά του που ακροβατούν ανάμεσα στο θρίλερ και το μυστήριο.

Ο Γενς Λαπίντους, ένας από τους εκπροσώπους της έκρηξης της αστυνομικής λογοτεχνίας από τη σκανδιναβική χερσόνησο, ήρθε στην Ελλάδα, με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά από το Μεταίχμιο του έργου του «Στοκχόλμη», σε μετάφραση από τα σουηδικά του Γρηγόρη Κονδύλη.

Ευγενής, εύστροφος, επικοινωνιακός, άνθρωπος του σήμερα –από τους προνομιούχους στη χώρα του, όπως δεν θα σταματήσει να τονίζει ο ίδιος με ειλικρίνεια–, προσγειωμένος στην τωρινή πραγματικότητα, ζει το όνειρο της απογείωσης της συγγραφικής του καριέρας, γνωρίζοντας τεράστια εμπορική επιτυχία. Αποδίδει την άνθηση αυτή –στην οποία ο ίδιος συμμετέχει ενεργά– στη διάσταση, την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στις πολύ «ασφαλείς» κοινωνίες του ευρωπαϊκού Bορρά και της ύπαρξης τους εγκλήματος εντός τους, κάτι που δεν θα το δούμε στο Μεξικό ή στη Νότια Αφρική.

Εκεί, μέσα σ’ αυτή τη σύγκρουση της ασφάλειας και της νομιμότητας με την παραβατικότητα και το έγκλημα, βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί και η λογοτεχνία. Μας το εξηγεί εκ των έσω, ως δικηγόρος εγκληματιών στη χώρα του. Επισημαίνει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης είναι υποχρεωμένος να είναι απόλυτα ειλικρινής μόνο απέναντι στον πελάτη του και όχι αναγκαστικά προς τον νόμο, την πολιτεία ή τη δικαιοσύνη. Αυτό το φέρνει και στα μέτρα της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας οφείλει να είναι έντιμος απέναντι στον εαυτό του και άρα τον αναγνώστη του. Δίνει βέβαια και την «εύκολη», όπως την ονοματίζει μόνος του, απάντηση για την τεράστια αυτή άνοδο της αστυνομικής λογοτεχνίας από τα μέρη του, αποδίδοντάς την στο φαινόμενο Στιγκ Λάρσον και τη θρυλική του πια τριλογία που πυροδότησε την περαιτέρω εξέλιξη.

Ο «μύθος» της παιδείας

Τα σκανδιναβικά αστυνομικά βιβλία στέκονται πολύ κριτικά απέναντι στην κοινωνία, με άλλους συγγραφείς όπως ο Aρνε Νταλ να έχουν αυτό το στοιχείο πολύ έντονο και άλλους λιγότερο, όπως η Καμίλα Λάκμπεργκ, θεωρεί ο Γενς Λαπίντους. Μιλάει διεξοδικά για τις αντιφάσεις της σουηδικής κοινωνίας, καταρρίπτοντας και τον μύθο του σούπερ εκπαιδευτικού συστήματος, όταν λέγοντας τόσο πολλά για το έγκλημα και τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που αναπτύσσονται στη χώρα, τολμώ να του πω «Και το σχολείο; Πού είναι σε όλα αυτά; Το σούπερ σύστημα που νομίζουμε εμείς εδώ ότι έχετε;».

Για να πάρω την απάντηση «Μα, αυτό είναι μόνο για τους προνομιούχους». Του αναπτύσσω μια μικρή θεωρία που έχω, ότι το νουάρ και το σύγχρονο ευρωπαϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα, είτε γαλλικό είτε ιταλικό είτε σκανδιναβικό, είναι σήμερα ό,τι ήταν για τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα το μυθιστόρημα. Το σκέφτεται λίγο και συμφωνεί. Το δικαιολογεί στην πορεία, γιατί βλέπει ότι τα αστυνομικά ιχνηλατούν τις τοιχογραφίες των σύγχρονων κοινωνιών, αναρωτιούνται, ψάχνουν το γιατί, αλλά παρακάτω ξαναστέκεται στο «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, όταν θα μιλήσει για τους αγαπημένους του συγγραφείς και τα έργα που τον σημάδεψαν. Αυτό είναι ένα απ’ αυτά.

Ο ίδιος έχει λάβει την τακτοποιημένη, συγκροτημένη κλασική παιδεία του δυτικού πολιτισμού και φαίνεται αυτό στον δομημένο τρόπο σκέψης του, αν και όταν γράφει, είναι πιο χαοτικός, αποκαλύπτει. Είναι εντυπωσιακό να τον ακούς να περιγράφει πώς η σουηδική κοινωνία βασίστηκε, δομήθηκε πάνω στο ξύλο και τον χάλυβά της. Σαν στοιχείο που φέρνει στο φως και πλευρές της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων του Βορρά.

Ο συγγραφέας, ωστόσο, αποδεικνύεται πιο μεσογειακός στην αίσθηση που αφήνει με την πιο ζεστή του στάση και την προσήνειά του. Αλλωστε στα βιβλία του αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες, το αίμα βράζει και χύνεται, οι καταστάσεις ξεφεύγουν από τον έλεγχο, οι εξελίξεις εκρήγνυνται κυριολεκτικά. Ποιος ξέρει, ίσως η σουηδική κοινωνία ως αντίβαρο –βαλβίδα στη χύτρα ταχύτητας της κοινωνίας τους– στην όλη παροιμιώδη συγκρότησή της να χρειάζεται τη λογοτεχνία ως αντισταθμιστικό παράγοντα που φέρνει στο φως τις απορρυθμίσεις και αφήνει τους ανθρώπους να ανασάνουν λίγο πιο ελεύθεροι, όσο άναρχα και χαοτικά θέλουν μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

«Στις αντιφάσεις του αραβικού κόσμου»

«Στις αντιφάσεις του αραβικού κόσμου»

MAHI BINEBINE
Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν
μτφρ.: Ελγκα Καββαδία
εκδ. Αγρα, σελ. 160

ΙΜΠΡΑΧΙΜ ΑΛ ΚΟΥΝΙ
Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου
μτφρ.: Ελένη Καπετανάκη
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 176

Μια ομάδα αγοριών μεγαλώνει στην επίγεια κόλαση του Σιντί Μουμέν, στα περίχωρα της θρυλικής πόλης του Μαρόκου. Η υπόσχεση του παραδείσου, σε ένα γκαράζ ανάμεσα σε ουρανό και γη, θα πιάσει τόπο και ένας ένας θα ανατινάζονται στο όνομα του Θεού. Πώς γεννιέται ο καμικάζι; Τι θρέφει και τρώει την ψυχή του; Το κύλισμα στο αίμα είναι ένα τόσο δα λοξοδρόμισμα, σαν να αλλάζεις βρώμικο σοκάκι… Στον αντίποδα όλης τούτης της φτώχειας, στις λιβυκές ερήμους ανθεί ο πνευματικός πλούτος των αρχαίων μύθων, του μυστικισμού του Ισλάμ, της φιλοσοφίας των σούφι, ακόμη κι ο ρώσικος υπαρξισμός. Δύο συγγραφείς, ιδιαίτεροι εκπρόσωποι της σύγχρονης αραβικής λογοτεχνίας και του πολιτισμού, σκιαγραφούν, μέσα από τα δικά τους μοναδικά φίλτρα, τις όψεις του κόσμου που η Δύση αντιμετωπίζει με αμηχανία και φόβο και κυρίως με άγνοια και απορία.

Με γλύκα, τρυφερότητα και ανθρωπιά ο Mahi Binebine στο βιβλίο του «Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα σε μετάφραση Ελγκας Καββαδία, βάζει το νυστέρι στο κόκκαλο και αποκαλύπτει όλη εκείνη τη βία της ανέχειας που αναπτύσσεται σε μια άκρη της Καζαμπλάνκας. Πώς τα ανυποψίαστα αγόρια που κλωτσούν υποτυπώδεις αυτοσχέδιες μπάλες στις βρωμερές παραγκουπόλεις των χωματερών, μιά ημέρα ζώνονται εκρηκτικά και σκορπούν τον θάνατο. Μιά χούφτα χαμίνια, αλητάκια των δρόμων, αγόρια με εύθραυστες καρδιές που κατέληξαν να αφήσουν πίσω τους την αγάπη, τη ζωή, τους ανθρώπους, την ομορφιά και να βυθιστούν στο σκοτάδι και το κακό, στο βίαιο τέλος το δικό τους και των άλλων, ακολουθώντας μια δελεαστική υπόσχεση για ένα υποτιθέμενα σίγουρο επέκεινα. «Ετσι, βρεθήκαμε αφημένοι μέσα στη φύση, σαν τους πεινασμένους λύκους, έτοιμοι να κατασπαράξουμε ολόκληρο τον πλανήτη». Το βιβλίο έχει τιμηθεί με το Βραβείο Καλύτερου Αραβικού Μυθιστορήματος για το 2010. Ο συγγραφέας, ζωγράφος και γλύπτης, γεννημένος το 1959 στο Μαρακές, όπου και ζει, έχει σπουδάσει μαθηματικά στο Παρίσι, αλλά στράφηκε στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Οι πίνακές του ανήκουν στη μόνιμη συλλογή του Γκούγκενχαϊμ στη Νέα Υόρκη. Διαβάζοντας «Τα αστέρια του Σιντί Μουμέν», ξεπηδάνε σαν φαντάσματα και στοιχειώνουν την ατμόσφαιρα του βιβλίου οι φιγούρες από τις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα· σιγουρεύοντας την αίσθηση ότι η καρδιά της λογοτεχνίας ανασαίνει και χτυπά όπου ασφυκτιά και δεν βολεύεται η ψυχή του ανθρώπου.

Το «μπλε» τραγούδι

Κι όταν πάει να σπάσει το στήθος από κείνο το βάρος του μοναχικού λύκου, κάποιος πρέπει να πει τα ξόρκια να λύσει τα μάγια, να πει την ιστορία και η αφήγηση να ανοίξει ένα παράθυρο στη λύτρωση. Ποιος θα το αναλάβει; Ενας «μπλε» άνδρας. Ο Ιμπραχίμ αλ Κούνι, που γεννήθηκε το 1948, στη νοτιοδυτική Λιβύη, Τουαρέγκ ο ίδιος, έμαθε αραβικά στα δώδεκά του, στη συνέχεια σπούδασε φιλοσοφία και συγκριτική λογοτεχνία στη Μόσχα, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Ενας άνθρωπος με εντυπωσιακή ζωή και παιδεία που έχει λάβει τα περισσότερα βραβεία από κάθε άλλον εν ζωή Αραβα συγγραφέα και το 2015 ήταν υποψήφιος για το Booker. Στο μυθιστόρημά του «Το χρυσάφι και η κατάρα της ερήμου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση και εξαιρετικό επίμετρο από την Ελένη Καπετανάκη, μας ψιθυρίζει ένα τραγούδι για τη ζωή, τον θάνατο, τη μοναξιά, την αξία, την αγάπη, το ψέμα, την αλήθεια, την ερημιά, την προδοσία, την πίστη. Ενα βιβλίο, ακριβό φυλακτό στην καρδιά του αναγνώστη. «Ποιος δεν τον έστειλε εξόριστο μακριά απ’ τη γη του; Αυτή ήταν η αναπόδραστη μοίρα των ανθρώπων της ερήμου. Τα τραγούδια τους αυτά ακριβώς εξέφραζαν: τη θλίψη, την ξηρασία, τον διωγμό απ’ τις πατρίδες τους. Θέματά τους είχαν την ατέλειωτη μετανάστευση, την αδιάκοπη επιθυμία για επιστροφή στην πλήρωση που έρχεται απ’ τον Θεό και την αρχή των πάντων». Ο Ιμπραχίμ αλ Κούνι, λέγοντας την ιστορία ενός αγοριού και την αγάπη του για την ξεχωριστή του καμήλα, Μάχρι, μιλάει για τον κάθε άνθρωπο από μας, για ό,τι κουβαλάμε στην ψυχή μας, για ό,τι κατατρώει το μυαλό μας, για τον πλούτο και τη φτώχεια που φέρουμε εντός μας. Είναι η άλλη όψη του αραβικού κόσμου, η εσωτερική φωνή απέναντι στη βίαιη πραγματικότητα που βιώνεται. Πιο επίκαιρος από ποτέ, δίνει φωνή με το δικό του υπόγειο τρόπο σε όλα τα καραβάνια των ξενιτεμένων απανταχού στον πλανήτη. «Να φέρεσαι στους ξένους σαν ίσος προς ίσον. Οι άντρες δεν ξενιτεύονται χωρίς λόγο. Κάθε ξένος έχει κρυμμένο στο στήθος του ένα μυστικό». Μόνο που τούτη η αφήγηση τρίζει σαν άμμος στα μάτια, λάμπει σαν χρυσάφι, ξεδιψάει σαν νερό στην έρημο, συγκινεί σαν αλμυρό δάκρυ.

Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι

«Μεταξύ του Μπιν Λάντεν και του Γκάντι»

ΖΑΚ ΕΜΠΡΑΧΙΜ & ΤΖΕΦ ΤΖΑΪΛΣ
Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗ
μτφρ.: Πηνελόπη Τριαδά
εκδ. Key Books
σελ. 112

«Ενσυναίσθηση, ειρήνη, μη βία – μπορεί να μοιάζουν ακατάλληλα εργαλεία στον κόσμο της τρομοκρατίας που ο πατέρας μου βοήθησε να δημιουργηθεί», πόσο θάρρος θέλει για να αρθρώσεις αυτές τις λέξεις δημοσίως. Ιδίως σε μια ομιλία TED. Και να πεις ποιος είσαι, ενώ κρυβόσουν μια ζωή, άλλαζες τόπους και ταυτότητες για να μη μάθουν οι άλλοι τη δυσβάσταχτή σου αλήθεια.

«Ο γιος του τρομοκράτη» ονομάζεται το βιβλίο του Ζακ Εμπραχίμ που έχει γράψει μαζί με τον δημοσιογράφο Τζεφ Τζάιλς και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Key Books», σε μετάφραση της Πηνελόπης Τριαδά. Ο επεξηγηματικός υπότιτλός του «Η αληθινή ιστορία μιας επιλογής», είναι εκεί για να τονίζει όχι μόνο τις φονικές επιλογές του πατέρα του Εμπραχίμ, αλλά κυρίως την επιλογή τη δική του να απεμπλακεί από τον κύκλο του μίσους, του αίματος, του φόβου, της φρίκης. Και για να θυμίζει σε όλους ότι υπάρχει η πιθανότητα της επιλογής.

Είσαι μικρούλης, λοιπόν, εφτά χρονών, έχεις γεννηθεί το 1983, ζεις στον κόσμο εκείνο που είναι όλα πλασμένα από το υλικό της παιδικότητάς σου και ξαφνικά το οικοδόμημα γκρεμίζεται. Ο αγαπημένος σου πατέρας, εκείνος που θα γίνει στη συνέχεια το τεράστιο τραύμα εντός σου κι εκτός σου, εκείνος που δεν θα του μιλήσεις πάλι μετά τα 18 σου χρόνια, πυροβολεί και σκοτώνει στις 5 Νοεμβρίου του 1990 τον αρχηγό του Συνδέσμου Εβραϊκής Αμυνας. Το δράμα για την οικογένεια του θύματος έχει ξεκινήσει, αλλά υπάρχουν και τα άλλα αφανή θύματα, τα μέλη της οικογένειας του τρομοκράτη. Η βία μόλις εκδηλωθεί, σκάει στα χέρια όλων κι έχει μόνο ηττημένους και πληγωμένους. Εκτός κι αν κάποιος, όπως αυτός ο μικρούλης γιος του τρομοκράτη, αναλάβει να πάρει μια θεμελιώδη απόφαση: να μετουσιώσει, όσο γίνεται, αυτό το κακό που βιώνει σε μια μεγάλη φωτεινή λεωφόρο αγάπης και ανθρωπιάς. Πρώτα για να αντέξει ο ίδιος τα δεινά της ζωής του, από τη μεγάλη εσωτερική πληγή, μέχρι τον σχολικό εκφοβισμό και τον μεγάλο κυρίαρχο φόβο της βίας και του κυνηγητού και στη συνέχεια για να δώσει ένα νόημα στον δικό του δρόμο, κάνοντας μια ισχυρά πάμφωτη επιλογή έναντι του σκοταδιού και του θανάτου που σκόρπισε η πατρική φιγούρα.

Είχε να διαλέξει το όνομα του πατέρα του από τη μία που αναφερόταν θριαμβευτικά σε διάγγελμα του Μπιν Λάντεν και από την άλλη τα λόγια του Γκάντι: «Ο άνθρωπος είναι προϊόν των σκέψεών του. Γίνεται αυτό που σκέφτεται», που είχε μιλήσει και για τον κόσμο που θα ερχόταν. Ο Ελ-Σέιντ Νοσέρ, ο πατέρας του μικρούλη Ζι, όσο ήταν στη φυλακή εκτίοντας την ποινή για τη δολοφονία που είχε διαπράξει, συνέχισε την καταστροφική τρομοκρατική του δράση. Βοήθησε, ακόμη και έγκλειστος, στον σχεδιασμό του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993. Οπως γράφει χαρακτηριστικά ο Εμπραχίμ, με το να μην έχει καμία επαφή πια με τον πατέρα του, απέφυγε να γίνει αποδέκτης των βέβαιων πανηγυρισμών του Νοσέρ, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Τότε που η Αμερική βυθιζόταν στο πένθος, η καρδιά του συγγραφέα πια ράγιζε και όλο δυνάμωνε μέσα του η απόφαση, η επιλογή να κάνει ό,τι μπορεί για τη διάδοση της ειρήνης και της ανεκτικότητας. Ως παιδί, μετακόμισε πάνω από είκοσι φορές με τη μητέρα του και ό,τι απέμεινε από την οικογένειά του για να μπορέσει να επιβιώσει.

Η μητέρα του, μια Αμερικανίδα που είχε ασπαστεί το Ισλάμ και η αγάπη της αυτή για τη θρησκεία στάθηκε το συνδετικό στοιχείο με τον Νοσέρ. Τον ερωτεύτηκε και τον παντρεύτηκε όταν εκείνος ήταν ένας γλυκός και μειλίχιος άντρας. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη. Η κραυγή της, η κούραση μιας γυναίκας με μαντίλα που τα έχασε όλα, πλην της αγάπης που διακηρύττει πια ο γιος της. Εζησε στο πετσί της τη μισαλλοδοξία και τον φόβο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Εμπραχίμ πώς η ίδια της η μητέρα δεν την αποδεχόταν για τη θρησκευτική της επιλογή και που πια, όταν έπαθε γεροντική άνοια, το είχε πια ξεχάσει, μαζί με τη συνήθεια του καπνίσματος.

Για να επανέλθουμε στα λόγια του Γκάντι, «ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων», ταιριάζει πια μ’ αυτό που διάλεξε να γίνει, όχι εύκολα και σίγουρα, όχι χωρίς τίμημα και κόστος, ο Ζακ Εμπραχίμ. Μια αφήγηση κόστους, αυτό που συνήθως είναι η γενναιότητα.

Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις

«Η αντισυμβατική καλλονή λογοτέχνις»

Είναι μια μάγισσα της γραφής. Ο μύθος της ενισχύεται όσο περνάει ο καιρός. Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920 – 1977) ακούγεται πια δίπλα δίπλα με τον Τζόις, τον Μπόρχες και τη Βιρτζίνια Γουλφ. Το έργο της «Η ώρα του αστεριού» μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες. Το πρώτο μέρος του βιβλίου σε πιάνει από το λαιμό, δεν σ’ αφήνει να ανασάνεις και σου κλέβει για πάντα την καρδιά. Ποια είναι αυτή που τολμά να γράφει έτσι; Ιδίως στην εποχή της; Στη βιτρίνα, η καλογυαλισμένη σύζυγος διπλωμάτη, στα ενδότερα μια σκαπανέας της γραφής.

«Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά». Εκείνη που ξέρει πώς είναι «το βλέμμα ανθρώπου με πληγωμένο φτερό», εκείνη που αναρωτιέται «πόσο ζυγίζει το φως», εκείνη που αποφαίνεται ότι «κανείς δεν μπορεί να μπει στην καρδιά κανενός», χρησιμοποιώντας τον άντρα αφηγητή της ιστορίας της.

Μεταφυσική, αλλά και υπεργειωμένη, με γραφίδα πότε γυαλιστερό νυστέρι και πότε φτερό κύκνου, έχει γράψει «μαγικό» μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό, πριν ακόμα και από το μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Υπήρξε πριν την εποχή της, γι’ αυτό διαβάζεται και ως πιο σημερινή από τους σημερινούς. «Το να σκέφτεσαι είναι πράξη. Το να αισθάνεσαι είναι γεγονός… Θεός είναι ο κόσμος. Η αλήθεια είναι πάντα μια εσωτερική και ανεξήγητη επαφή. Η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να τη σημαίνει… Η κίνηση είναι πνεύμα… Ενας τρόπος να αποκτάς είναι μη γυρεύεις, ένας τρόπος να έχεις είναι να μη ζητάς και μόνο να πιστεύεις πως η σιωπή που, το πιστεύω, υπάρχει μέσα μου είναι απάντηση στο δικό μου – το δικό μου μυστήριο».

Μιλώντας με τον μεταφραστή και βιογράφο της Benjamin Moser, επιβεβαιώθηκε απλώς η λατρεία στο αμφιλεγόμενο πρόσωπό της και η γητεία που πετυχαίνει με όποιον τη νιώσει συγγενή του.

– Πώς αποφασίσατε να μεταφράσετε την Κλαρίσε Λισπέκτορ και φυσικά να γίνετε ο βιογράφος της;

– «Συνάντησα» την Κλαρίσε στο Πανεπιστήμιο στην Αμερική, όταν σπούδαζα πορτογαλικά. Κατά λάθος έγινε αυτό: ήθελα να μάθω κινέζικα, αλλά μετά από μια αλληλουχία γεγονότων κατέληξα να κάνω πορτογαλικά. Μετά από ένα χρόνο περίπου, αρχίσαμε να μελετούμε μικρά έργα από τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία και συγκλονίστηκα από την «Ωρα του αστεριού». Χαίρομαι που μεταφράστηκε στα ελληνικά. Ηταν το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα για κείνη. Αλλά η εξαίσια συμφωνική εισαγωγή της –η αφιέρωση στους μουσικούς που πλούτισαν τη ζωή της– ήταν τόσο όμορφη που αμέσως την ερωτεύτηκα. Κι όταν ερωτεύεσαι κάποιον, θέλεις να μάθεις γι’ αυτόν. Πού μεγάλωσε; Ποια ήταν η οικογένειά του; Τι βιβλία διάβασε; Και αυτή η περιέργεια μεγάλωνε και μεγάλωνε, μέχρι που έγινε η βιογραφία της κι ύστερα όλη η έκδοση στα αγγλικά του συνολικού της έργου. Ηταν μεγάλη τιμή για μένα να βλέπω ότι η δουλειά μου την οδήγησε σε μια θέση τόσο ξεχωριστή στην αγγλική γλώσσα –ήταν η πρώτη συγγραφέας από τη Βραζιλία που βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο του New York Times Book Review – και να την παρακολουθώ να διαβάζεται σε όλο τον κόσμο και τώρα στην Ελλάδα.

– Ποια στοιχεία του βίου και του έργου της θεωρείτε εσείς τα πιο αξιοπρόσεκτα;

– Το απίστευτο με τη ζωή της είναι ότι ήταν ένα μωρό Εβραίων προσφύγων από το χειρότερο μέρος στον κόσμο εκείνη την εποχή, την Ουκρανία μετά τον Α΄ Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μέρος μαζικής πείνας και τρομακτικών θρησκευτικών διώξεων. Από ένα θαύμα, οι γονείς της κατάφεραν να την πάρουν στη Βραζιλία. Εκεί, μεγάλωσε, έγινε μια όμορφη νέα γυναίκα κι ύστερα εξελίχθηκε σ’ αυτή την εξαιρετική μορφή που λατρεύτηκε στη Βραζιλία σαν αγία. (Εάν νομίζετε ότι υπερβάλλω, δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το μνημείο της στο Ρίο ντε Τζανέιρο που είναι ένας τόπος προσκυνήματος για τους αναγνώστες της από ολόκληρο τον πλανήτη.) Πώς αυτό το κορίτσι έγινε αυτή που έγινε; Είναι ένα μυστήριο που τυλίγει κάθε εξαιρετικό καλλιτέχνη. Δεν είμαι όμως ο μόνος που αισθάνεται αυτή τη σχεδόν θρησκευτική γοητεία. Είναι δύσκολο να εξηγήσω γιατί η γραφή της είναι τόσο υπέροχη, αλλά γι’ αυτούς που το αισθάνονται, είναι από τις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής τους. Κι εμένα μου συνέβη στη ζωή μου.

– Τι αγαπάτε περισσότερο στην προσωπικότητα της Κλαρίσε Λισπέκτορ αλλά και στο έργο της;

– Μου αρέσει η αίσθηση ότι μιλάει σε μένα απευθείας, ότι με ξέρει πολύ καλύτερα από μένα τον ίδιο. Εχω κλείσει τα σαράντα, οπότε τη διαβάζω εδώ και είκοσι χρόνια, περισσότερο από το μισό της ζωής μου. Και ενθουσιάζομαι από το πόσο τα όσα πιστεύω για τον κόσμο, για την αγάπη, για τη ζωή, για τον θάνατο και τον Θεό, προέρχονται από την Κλαρίς. Νιώθω στοιχειωμένος απ’ αυτήν, αλλά με έναν τρόπο που σε στοιχειώνουν οι άνθρωποι που πραγματικά έχεις αγαπήσει, όπως η γιαγιά μου· άνθρωποι που με βοήθησαν να κατανοήσω το πώς να ζω. Στη Βραζιλία –αλλά και παγκοσμίως– είναι γνωστή με το μικρό της όνομα κι αυτό γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι νιώθουν για κείνη το ίδιο.

– Τι αισθάνεστε να σας συνδέει με τη λογοτεχνία της;

– Πέρα από τη συναισθηματική εγγύτητα, υπάρχει μια διανοητική σύνδεση με τη γραφή της που ποτέ δεν παύει να με συναρπάζει. Για να τη μεταφράσω είχα να καταλάβω πόσο περίεργα είναι τα πορτογαλικά της, πόσο ούτε μια απλή πρότασή της δεν είναι διατυπωμένη με «κανονικό» τρόπο. Σε κάνει να σκέφτεσαι για κάθε λέξη που αρθρώνεις. Και το να τη μεταφράσεις είναι πολύ δύσκολο γιατί συνειδητοποιείς πόσο δύσκολο είναι να μην λες το οτιδήποτε «φυσιολογικά», «κανονικά». Προσπαθείς να το απαλύνεις, προσπαθείς να το κάνεις να ακουστεί πιο φυσικό και καταλήγεις να θαυμάζεις ένα πρόσωπο που κατάφερε να αντισταθεί σε κάθε συμβατικότητα τόσο άγρια, όπως εκείνη. Είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτο αυτό γιατί, επί πολλά χρόνια, ήταν μια καθωσπρέπει σύζυγος διπλωμάτη, μια πανέμορφη ξανθιά γυναίκα που καθόταν απλώς και χαμογελούσε. Και κάτω από όλη αυτή την επιφάνεια υπήρχε μια ατσάλινη αντίσταση σε κάθε σύμβαση, μια μαχητής, μια επαναστάτρια.

​​Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μάριου Χατζηπροκοπίου, το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ «Η ώρα του αστεριού».

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

«Πίσω από τη σκιά της δυστοπίας»

Με ομιχλώδες πιο πολύ από ποτέ το διεθνές περιβάλλον, ύστερα από την εκλογή Τραμπ, επαναλαμβάνεται ένα ψυχολογικό μοτίβο που στη σύγχρονη τέχνη και λογοτεχνία κατέχει εξέχουσα θέση. Η δυστοπία, με την έννοια όμως μιας οδυσσεϊκής περιπλάνησης, διόλου ονειρικής. Ενας άνθρωπος μόνος του προσπαθεί να επιβιώσει, τέτοιο είναι το ταξίδι του, μια μάχη με το εσωτερικό του σκοτάδι, μα κυρίως με τη ρημαγμένη γύρω του γη. Την αντικειμενικά καμένη χώρα. Την αποσύνθεση του γνωστού μας μέχρι πρότινος κόσμου, που μπορεί και να πεθαίνει σαν πλανήτης. Μα, κυρίως, ο εφιαλτικός φόβος μας γι’ αυτό. Αν και την ανθρωπινότητά μας, την ανθρωπιά μας, τη διασφαλίζει το γεγονός ότι μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα παρατηρητές των γεγονότων, της Ιστορίας, έτσι ο παρατηρητής, εκτός από παρατηρούμενος, μπορεί να αλλάξει θέση και να παρέμβει στα τεκταινόμενα.

Χωρίς να ξέρουμε ακόμη πώς θα εκπληρωθούν οι προθέσεις της διακυβέρνησης Τραμπ τόσο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής όσο και σε ενεργειακά και οικονομικά ζητήματα που αναμένεται να καθορίσουν και τις εξελίξεις σε ολόκληρο τον πλανήτη –ύστερα κι από οκτώ χρόνια χρηματοοικονομικής κρίσης που ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ και τις έπληξαν δραματικά, με εκατομμύρια άνεργους και άστεγους πολίτες και με τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών, προσφυγικού κύματος, που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία προς την ευρωπαϊκή ήπειρο–, ήδη έχουν απλώσει τη βαριά σκιά τους οι φόβοι για την οπισθοδρόμηση σε θέματα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκοσμίως. Το κλίμα δυσαρέσκειας στο φιλελεύθερο κομμάτι του κόσμου αποκτά διαστάσεις ζόφου, όταν προστίθενται σε αυτό οι πανηγυρισμοί από τη μερίδα εκείνων που επιχαίρουν και τυγχάνει να είναι υπέρ της οπλοχρησίας, των ρατσιστικών διακρίσεων, φιλοφασιστικών συμπεριφορών και πρακτικών. Το ντόμινο ελλοχεύει.

Την ατμόσφαιρα αυτή, οι συγγραφείς και οι ποιητές και οι σκηνοθέτες, την ξέρουν καλά, τη μελετούν πιο διαισθητικά από όλους –ιδίως όταν ο ορθολογισμός μας φτάσει σε αδιέξοδο και μας προδίδει– και μπορούν να την αποδώσουν σε πολλαπλές διαστάσεις. Αδιάφορο εάν αποτυπώνει τον εσωτερικό τους κόσμο ή, εντέλει, εάν αρχίζει να αποτελεί προάγγελο ενός συλλογικού ασυνείδητου που εκπληρώνεται μπροστά στα έκπληκτα(;) μάτια μας. Μόνο που πια δεν είναι κινηματογραφική ταινία, υποκριτική ερμηνεία και μυθιστορηματική πραγματικότητα. Είναι όλο και πιο κοντά στη ρεαλιστική αποτύπωση της ζωής μας. Με μία σταθερά: ότι όλα συνεχώς αλλάζουν και το παρόν εμπεριέχει τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον σε μια διαδοχή που είναι ίσως το μόνο ανακουφιστικά ίδιο μοτίβο επανάληψης, το πώς δηλαδή προσλαμβάνουμε τον κόσμο μας στον καιρό μας, ακόμη κι αν φοβόμαστε τόσο πολύ.

Το αγωνιώδες παραλήρημα του συνταγματάρχη Κουρτς στο «Αποκάλυψη τώρα» (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα –ανασκευασμένο το «Στην καρδιά του σκότους» (1899) του Τζόζεφ Κόνραντ–, στην ουσία «Οι κούφιοι άνθρωποι» (1925) του Τ.Σ. Ελιοτ. Ο Ελιοτ βεβαίως, ο οποίος έκρυψε μέσα στα υποστρώματα της ποίησής του από τα πρώτα γνωστά μας έπη, χαμένα χιλιάδες χρόνια πίσω από εμάς, τα θρησκευτικά κείμενα και τις φιλοσοφικές παραδόσεις όλης της ανθρωπότητας, μέχρι τον πιο κοντινό Δάντη, τον Σαίξπηρ, αλλά και δύο παγκοσμίους πολέμους του 20ού αιώνα.

Δύο πεζογράφοι, δύο συμβολισμοί

Δύο πολύ σπουδαίοι, όμως, συγκαιρινοί μας πεζογράφοι έχουν αναπαραστήσει αυτή την απονενοημένη διαδρομή μέσα από το κακό, με τον πιο αποφασιστικά απτό τρόπο. Η ιστορία του καθενός είναι αυτόνομα δυνατή, αλλά οι αναπόφευκτοι συμβολισμοί δεν μπορούν να μην καίνε με την επικαιρότητά τους.

Ο J. M. Coetzee, βραβευμένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003, το 1983 είχε λάβει το Booker για το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2004, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου). Ενα βιβλίο με κεντρικό ήρωα έναν άνθρωπο, με ορατή τη διαφορετικότητά του, που περνάει ανάμεσα από όλα τα στρατόπεδα και επιχειρεί να δραπετεύσει, να γλιτώσει από παντός είδους συρματοπλέγματα και διακρίσεις. Το μόνο που ζητάει είναι η ελευθερία του να κυλήσει σαν νεράκι στη γη και να την ποτίσει. «Τι κρίμα που το να ζεις σε καιρούς σαν κι αυτόν προϋποθέτει να είσαι προετοιμασμένος να ζήσεις σαν το ζώο. Ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει δεν μπορεί να ζήσει σε σπίτι με φωτισμένα παράθυρα. Πρέπει να ζήσει μέσα σε μια τρύπα και τη μέρα να κρύβεται. Πρέπει να ζει έτσι ώστε να μην αφήνει το παραμικρό ίχνος της ζωής του. Εδώ έχουμε φτάσει».

Και ύστερα ο περιβόητος «Δρόμος», που βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ (εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ) του Κόρμακ Μακ Κάρθι. Εδώ ο ήρωας δεν κουβαλά στην πλάτη του την ανήμπορη μητέρα του, όπως ο Μάικλ Κ, τη ρίζα του παρελθόντος, αλλά τον μικρό του γιο. Θέλει να προστατέψει το μέλλον, το παιδί.

Διασχίζει τον καμένο τόπο, την ερειπωμένη χώρα του με σκοπό να φτάσει στη θάλασσα, στο νερό, στη ζωή, γιατί όχι στην πεμπτουσία της. «Χάρτες και λαβύρινθοι. Για έναν τόπο που δεν επιστρέφει και δεν επανορθώνεται. Που ποτέ δεν θα γίνει όπως πριν».

Και η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν πενθήσουμε για ό,τι χάνεται, όσο κι αν φοβηθούμε την αλλαγή, δεν θα την αποφύγουμε και η μόνη μας διέξοδος είναι το πέρασμα παρακάτω, που δεν κρύβει ούτε δυστοπίες ούτε παραδείσους. Μόνο ένα άνοιγμα κι ένα βήμα όπου εκεί δεν υπάρχει ούτε φως ούτε σκοτάδι, μόνο κίνηση.

Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;

«Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;»

Περιπλανήθηκε, μικρό κοριτσάκι μαζί με την οικογένειά της, επί δύο χρόνια στα δύσβατα μονοπάτια της προσφυγιάς. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν κι εκείνη έβλεπε τα πρόσωπα των αεροπόρων που τους βομβάρδιζαν στο νησί τους, όταν δεν πετύχαιναν τον στόχο τους να βγάζουν τα πολυβόλα για να τους αποτελειώσουν. Αυτή η εποχή σφράγισε μέσα της και τη ματιά του συγγραφέα. Αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι στο σκηνικό του πολέμου και η Λίτσα Ψαραύτη, γνωστή και πολυβραβευμένη για την πορεία της στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, ξαναθυμάται και διηγείται αυτά που έζησε λόγω της θλιβερής επικαιρότητας του τωρινού προσφυγικού κύματος.

Η ίδια είχε βιώσει –με ανάστροφη πορεία σε σχέση με σήμερα– μια άγνωστη στους πολλούς ιστορία βίαιης φυγής από τη Σάμο και φυγάδευσης στην Τουρκία κι ύστερα ένα ταξίδι μέχρι την Παλαιστίνη του 1943. Την ιστορία την έχει αποτυπώσει και στο βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 1987), σε μια εποχή όμως που όλες αυτές οι ιστορίες φάνταζαν μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Με συγκινητική γλυκύτητα, ανθρωπιά κι απλότητα, έχοντας αφαιρέσει το ψυχολογικό βάρος και τη δραματικότητα των γεγονότων, η Λίτσα Ψαραύτη μάς μιλά για εκείνη την καθοριστική για τη ζωή της περιπέτεια, με ένα σκοπό: Να «δούμε» τους πρόσφυγες, τα προβλήματά τους, να συνδράμουμε, να θυμηθούμε ότι 8.500 Ελληνες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διέσχισαν τις σημερινές εμπόλεμες ζώνες και βρήκαν απάγκιο και εντέλει σωτηρία.

Ξανακούγοντας την ιστορία της δεν είμαι βέβαιη ότι απευθύνεται στους πρόσφυγες μόνο, γιατί έτσι κι αλλιώς τους νιώθει μέσα στην ψυχή της, έχει μπει στο πετσί τους. Μένω με την αίσθηση ότι βρεθήκαμε σπίτι της με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Φιλιππίδη, για να μας μιλήσει για την υπομονή και τη δύναμη που είναι ελευθερία, όπως λέει η ίδια. Για να μας αγκαλιάσει και να μοιραστεί αυτό που έχει κατασταλάξει μέσα της από όλη της τη ζωή: απλότητα, χάρη, αγάπη, ειλικρίνεια, σοφία. Κατορθώνει να κρατήσει μέσα της άσβεστο το αιώνιο παιδί αλλά και τη μεγάλη μητέρα, μια συμφιλιωμένη γυναίκα με όλες τις εκφάνσεις της ζωής της, θετικές κι αρνητικές. Και το μαγνητόφωνο έχει αρχίσει να γράφει.

«17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι, εγώ είμαι έξι εφτά χρονών, είμαι ανεβασμένη σε μια πορτοκαλιά και ξαφνικά βλέπω από πάνω μου τον ουρανό να σκοτεινιάζει, ακούω το βουητό, η σειρήνα ούτε και πρόλαβε να χτυπήσει και μια μάνα έξαλλη που τρέχει να με αρπάξει να πάμε να κρυφτούμε σε κανένα χαντάκι να σωθούμε. Φάγαμε τον βομβαρδισμό, ένα δύο κύματα και κάποια στιγμή που τους τέλειωσαν οι βόμβες υποθέτω, κατέβηκαν χαμηλά και θέριζαν τον κόσμο με τα πολυβόλα.

Ο πατέρας μου ήταν σε μια μικρή ομάδα αντίστασης που περνούσαν, κυρίως Εγγλέζους, από την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή. Είχε λερωμένη τη φωλιά του, να το πούμε έτσι, και φοβόταν μη μας μαρτυρήσουν. Μπήκαμε λοιπόν με μία οικογένεια σε μια βάρκα και πρέπει να σας πω ότι η απόσταση από το ακρωτήρι που συναντήσαμε τη βάρκα μέχρι την Τουρκία απέναντι είναι πολύ μικρή, περίπου 1.600 μέτρα. Ο γνωστός επταστάδιος πορθμός της αρχαιότητας.

Φτάσαμε στο Κουσάντασι, γινόταν μεγάλος σαματάς, πρόσφυγες, έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τέλος πάντων, καταφέραμε και πήγαμε λίγο παραέξω με τους μπόγους στα χέρια. Προσφυγιά και μπόγος, αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Πόλεμος, προσφυγιά και μπόγος στον ώμο… Εβγαλε η μάνα μου κι έδωσε μια χρυσή λίρα, που είχε κρύψει, στον Τούρκο για να μας αφήσει να κοιμηθούμε στην αυλή του το βράδυ. Πήγαμε εκεί που κατέγραφαν οι Αγγλοι τους πρόσφυγες, σου έδιναν κι έναν αριθμό, κι άρχισαν να μας βάζουν σε τρένα μέσα, κάτι άθλια βαγόνια γεμάτα κοπριές αλόγων, από κείνα που μεταφέρανε ζώα, άχυρα, μας στρίμωχναν εκεί τις οικογένειες κι έτσι ξεκινήσαμε.

Περάσαμε όλη την Τουρκία, τη Συρία, τον Λίβανο (κάθε τόσο το τρένο σταματούσε για να πάρουμε νερό από βρύσες, αλλά και για να κάνουμε τις ανάγκες μας, ξεδιάντροπα πια όπου βρίσκαμε, βιαστικά, μην βρεθούμε έξω από το τρένο).Φτάσαμε στην τότε Παλαιστίνη. Εκεί σταματήσαμε στη μέση της ερήμου και είδαμε ένα πελώριο στρατόπεδο, ένα πέλαγος από σκηνές κι από κάτι μεγάλες παράγκες που ήταν το νοσοκομείο, το εστιατόριο, τα μαγειρεία, και μας μοίρασαν στις σκηνές. Εκείνες οι σκηνές σε σχέση με αυτές που βλέπω σήμερα, ήταν το “Χίλτον” ας πούμε, χωρούσαν τέσσερα αχυρένια στρώματα. Μας έδωσαν κουβέρτες, γιατί τη μέρα είχε 45 βαθμούς θερμοκρασία και το βράδυ έπεφτε στους 15 βαθμούς. Κάθε βράδυ φύλαγαν βάρδιες πότε η μάνα μου πότε ο πατέρας μου με μια λάμπα, γιατί υπήρχαν και σκορπιοί στην έρημο που σκαρφάλωναν στη σκηνή».

Εμπειρία

Παρ’ όλα αυτά στα μάτια του παιδιού, που ήταν τότε, η εμπειρία έχει καταγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα. Πέρασε καλά, είχε φίλους, είχε παρέα, είχε συγγενείς μαζί της, είχε τους γονείς της που την προστάτευαν.

«Κάντε υπομονή, πόλεμος είναι θα περάσει», ήταν η γονεϊκή παραίνεση. Μικρά παιδιά τρέχανε μέσα στην έρημο, παίζανε στη θάλασσα, ξυπόλητα, βρώμικα, ελεεινά, όπως λέει η ίδια, αλλά με μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φιλίες, τις αγάπες που τους δείξανε τα παλαιστινιανάκια εκείνη τη δύσκολη εποχή. Δεν θα ξεχάσει τα πορτοκάλια που τους δίνανε μες στην έρημο, χρυσάφι στα μάτια ενός παιδιού. «Ενα νυσταγμένο, ταλαιπωρημένο, κακοχτισμένο χωριό ήταν η Γάζα τότε», θυμάται πια.

Προεξάρχουσα θέση στις αναμνήσεις της κατέχει το αυτοσχέδιο σχολείο, όπου έμαθε τα γράμματα χαραγμένα με ένα ξυλάκι πάνω στην άμμο. Θησαυρό, το λέει. Χωρίς καν μολύβι, χωρίς τετράδιο. Εκείνα τα γράμματα που την έκαναν συγγραφέα σαράντα και πλέον βιβλίων. Δεν μπορείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό να αναλογιστείς τι θα γράψουν οι συγγραφείς που θα ξεπηδήσουν απ’ αυτά τα εκατομμύρια των προσφύγων μια μέρα και τη σημασία που έχει για τα παιδιά που βρίσκονται στον δρόμο, στους καταυλισμούς, στις σκηνές, να ζουν την παιδικότητά τους, να προστατεύονται, να μάθουν να διαβάζουν.

Σε εκείνο το στρατόπεδο των προσφύγων, μια μέρα έφτασε ένα τζιπ με κάποιους που τους ζητούσαν στη μέση του πουθενά: Ενα ζευγάρι προσφύγων του 1922, που ο πατέρας της συγγραφέως είχε μαζέψει και περιθάλψει κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έμαθε ότι Ελληνες είχαν βρεθεί στην περιοχή όπου διέμεναν πια και πήγαν και τους βρήκαν. Η διαδοχή της προσφυγιάς. Εκείνοι τους βοήθησαν να επιβιώσουν και δύο χρόνια αργότερα να γυρίσουν πίσω στον τόπο τους, τη Σάμο, σε ένα μακρύ και επικίνδυνο θαλασσινό ταξίδι που στιγμάτισε ο φόβος των ναρκοθετημένων περιοχών. Τραγική ειρωνεία, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει όλα αυτά, όπως η Λίτσα Ψαραύτη, να βρεθεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε συνέδριο στην Ιερουσαλήμ που αφορούσε τη δουλειά του άντρα της, κι εκεί να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους Γερμανούς αεροπόρους που βομβάρδισαν το νησί της το 1943.

Εκείνος είδε το ταμπελάκι στο πέτο της με τη χώρα καταγωγής της, σχολίασε πόσο όμορφο ήταν το μέρος, εκείνη θεώρησε ότι ήταν ένας ακόμη από τους Γερμανούς τουρίστες της εποχής, αλλά διαψεύστηκε περίτρανα.

Οταν τον ρώτησε πού ήξερε το νησί της, εκείνος απάντησε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν πιλότος βομβαρδιστικού αεροπλάνου. «Τι κάνατε στο νησί μου;», τον ρώτησε. «Τι κάνουν τα βομβαρδιστικά στον πόλεμο;», της είπε, «ρίχνουν βόμβες». Η ίδια πάγωσε και απομακρύνθηκε. Είχε δει έναν από κείνους τους στρατιώτες που σκορπούσαν τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό στάθηκε η αφορμή να γράψει την ιστορία της

«Το διπλό ταξίδι», προκειμένου να αφηγηθεί τον πόλεμο και την προσφυγιά όπως τα είχε βιώσει και παρέμεναν κλειδωμένα στο σεντούκι της μνήμη της. Τη ρώτησα, μια ολόκληρη ζωή μετά, «Τους έχετε συγχωρήσει;». «Δεν μπορώ να συγχωρήσω», μου είπε. Οι πληγές του πολέμου χάσκουν χαίνουσες. Κι αυτή η διαδοχή είναι που τρομάζει.

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες»του 21ου αιώνα

Ιδιότυπες «Μικρές Κυρίες» του 21ου αιώνα

ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ
Η υπέροχη φίλη μου
μτφρ.: Δήμητρα Δότση
εκδ. Πατάκη

Στην παραλία εντόπισα να το διαβάζουν είτε στ’ αγγλικά είτε στα ελληνικά, με το χαρακτηριστικό του εξώφυλλο. Είχε προηγηθεί η διθυραμβική του υποδοχή από βιβλιόφιλους και κριτική. Η προσωπική μου συμπεριφορά απέναντι στα μπεστ σέλερ –αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με ένα διεθνούς εμβέλειας ευπώλητο βιβλίο– είναι να αφήνω να καταλαγιάζουν ο μαζικός ενθουσιασμός ή η αποδοκιμασία και να δοκιμάζω την τύχη μου μαζί τους έπειτα από μια πενταετία τουλάχιστον. Τότε ρίχνομαι στο παιχνίδι και αποκτά ενδιαφέρον η ανάγνωση. Αυτή τη φορά δεν ακολούθησα την πεπατημένη.

Μετά το διάβασμα του μυθιστορήματος της Ελενα Φερράντε, «Η υπέροχη φίλη μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, η δημοσιογραφική πρακτική έλεγε να ξεκοκαλίσω όσα έχουν γραφτεί. Εγκατέλειψα γρήγορα την προσπάθεια, κείμενα επί κειμένων για την κρυμμένη ταυτότητα της συγγραφέως, για το καλύτερο εξώφυλλό της, για τη μετάφρασή της, για τη διακειμενικότητα στο έργο της, και δεν έχει τέλος η φιλολογία, ενδεικτικά μόνο στην Guardian γέμιζε η οθόνη από τίτλους δημοσιευμάτων για όλα αυτά. Δεν γίνεται να μην παρασύρει σκέψεις και παραλληλισμούς με το φαινόμενο Σάλιντζερ.

Ωστόσο, ένα βιβλίο, και δη ένα μυθιστόρημα, διαθέτει μια αυτονομία δική του, που κυρίως έχει να κάνει με τον τρόπο που βιώνεται από τον αναγνώστη. Εσύ που το έγραψες κι εγώ που σε διαβάζω, αναδημιουργούμε μαζί έναν καινούργιο κόσμο που εκεί δεν υπάρχει χώρος για κανέναν άλλον.

Κι η Φερράντε –όποιος κι αν κρύβεται πίσω απ’ αυτό το ψευδώνυμο τέλος πάντων– είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για μια τέτοια σχέση. Γι’ αυτό και τη δικαιώνει η εμπορικότητα που έχει αποκτήσει. Δεν είναι ένα «εύκολο» βιβλίο, αν και διαθέτει μια ροή και μια αφήγηση που σε αρπάζουν σαν ανεμοστρόβιλος και σε ρίχνουν στη δίνη τους. Ναι, μεν, απαιτεί από τον αναγνώστη καταβύθιση στο δικό του εαυτό, αλλά είσαι όντως έτοιμος για κάτι τέτοιο; Η συγγραφέας βουτά στα σκοτάδια της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας, στα έγκατα, εκεί που πλάθεται και σφυρηλατείται αυτή η περσόνα ή η προσωπικότητα που θα φέρουν ύστερα οι άνθρωποι ως ασπίδα, προσωπείο ή και τελικό προϊόν της ύπαρξής τους. Μπαίνει στο εργαστήριο του εαυτού και του εγώ. Ξεθάβει σκελετούς, ανοίγει ντουλάπες και βγάζει πτώματα, σηκώνει πέτρες και βλέπεις σκορπιούς με δηλητήριο να τρέχουν, ενίοτε τους βάζει και φωτιά. Απευθύνεται στο βαθύ, σκοτεινό, άγνωρο κομμάτι μας. Εκεί που η συνείδησή μας αποσύρεται διακριτικά και αφήνει να κάνει παιχνίδι το υποσυνείδητο και –ακόμη πιο μεγάλη είναι η έκπληξη– το ασυνείδητο.

Η Νάπολη κυριαρχεί. Το τοπίο της, τα σοκάκια της, ο ιστός της σύγχρονης κοινωνίας όταν ακόμη πλεκόταν. «Εάν δεν υπάρχει αγάπη, όχι μόνο στερεύει η ζωή των ανθρώπων αλλά και των πόλεων». Οι άνθρωποί της. Στα δρομάκια της. Ζώντας την καθημερινότητα, τις απογοητεύσεις, τις χαρές, τις μεγαλοσύνες και τις μικρότητές τους. «…Από την άλλη έλπιζα ότι έτσι θα αποτραβιόμουν από αυτό το συνονθύλευμα αδικημάτων, συνενοχών και μικροψυχιών των ανθρώπων που γνωρίζαμε, που αγαπούσαμε, που κουβαλούσαμε…». Μια παρέα, ιδωμένη μέσα από το μελάνι της συγγραφέως. Σκιασμένη από το μαύρο. Και η φιλία δύο κοριτσιών. Εάν γράφονταν οι «Μικρές κυρίες» τον 21ο αιώνα στην Ευρώπη, σε μια μητρόπολη του Νότου, δεν αποκλείεται να είχαν τις διακλαδώσεις τους στα στενάκια της Νάπολης. Με τα ψυχολογικά τους αδιέξοδα και την ομορφιά της σκαιότητάς τους.

Ελπίδα ανάποδη

Είναι και μια ελπίδα ανάποδη, ίσως και δυσοίωνη, με την έννοια της κασσανδρικής προφητείας: ότι το παιχνίδι του κόσμου, η σκακιέρα με τους «δυνατούς» της ιστορικής ή μυθιστορηματικής αφήγησης, ίσως έχει μεταφερθεί από τη Δύση και τον ευρωπαϊκό Βορρά, της ψυχρής λογικής, στον Νότο που βράζει και οι ατμοί του αναδύονται. Εκεί που ενώνεται κάτω από τον καυτό ήλιο το υποσυνείδητο κομμάτι του κόσμου με το ολωσδιόλου ασυνείδητο. Κοχλάζουν οι θερμοκρασίες και όποιος δεν ξέρει να παίζει με τη φωτιά, αργά ή γρήγορα, χάνεται. Οτι ίσως έχει έρθει η εποχή που η δύναμη, δεν έχει να κάνει πια με το χρήμα –άλλωστε το φωνάζει διαρκώς το βιβλίο της Φερράντε, όσο ηθογραφικά κι αν προσεγγίζει μια ναπολιτάνικη συνοικία του ονείρου– αλλά με την άγνωστη εκείνη «ουσία», της ζωής που κρύβουμε εντός μας. Μ’ αυτό παίζει όλη την ώρα η συγγραφέας. Μ’ αυτό το ανομολόγητο, το ανεξερεύνητο, το αόρατο, το δυσνόητο, το άπιαστο, κάποτε για όλους αυτούς τους λόγους και αφόρητο. Μ’ αυτό μαγνητίζει τον αναγνώστη. Με αυτό παίζει με την ίδια του την ψυχή, διαπραγματεύεται μαζί του με τον φαουστικό τρόπο: Δώσε μου την ψυχή σου για να σε κρατήσω πάντα νέο. Εάν δεχθείς αναγνώστη, θα σου προσφέρω τη μεταμόρφωση που ποθείς, μέσα σ’ αυτή την τόσο σύντομη αλλά αέναη ζωή που υπόσχεται η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος.

Ελεύθεροι κι ωραίοι

Το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου την ημέρα που έγινε γνωστή η φυγή του Αντώνη Σουρούνη.  Με ό,τι συνειρμούς απορρέουν. Είπα θα το ξεφυλλίσω να δω τι φρούτο είναι και θα το αφήσω να το διαβάσω με ησυχία. Αλλά δεν με άφησε αυτό. Τον συγγραφέα τον έχω γνωρίσει ανορθόδοξα , αποδεικνυόμαστε γείτονες και εγώ θα έλεγα «συγχωριανοί» κι ας είμαστε από άλλα μέρη. Μου το επιβεβαίωσαν οι λέξεις του.

Σπουδαίος αφηγητής και παραμυθάς, το ευρύ κοινό τον ξέρει από τη μουσική και τους στίχους του, από τις παραστάσεις του, αλλά η πληθωρικότητα του αφηγητή μια χαρά τον περνάει στο συγγραφιλίκι όποτε εκείνος αποφασίσει. Το «Φτου ξελευτερία για όλους!» του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη του έχει ανοίξει την πόρτα. Αυτοβιογραφικά διηγήματα; Μεταφυσικές ιστορίες ελευθερίας; Ποιος ξέρει. Σίγουρα αφηγήματα μεστά, με χυμούς που σε κάνουν να γελάς από την καρδιά σου, που σου μαλακώνουν την ψυχή. Γραφή ψυχικής ανάτασης και υπόδειγμα πώς η ενδοσκόπηση δεν καταλήγει σε μιζέρια, γκρίνια, γκρίζα ομφαλοσκόπηση, αλλά σε πολύχρωμη σκωπτικότητα, αλαφράδα, πώς μπαίνεις στο μεδούλι, χωρίς να χάνεις την ομορφιά. Συγκινητικός, ανθρώπινος, αερικός, αυτός που συναντάς από κοντά, αυτός είναι και στις λέξεις του. Ένας ποιητής αφηγητής. Οι λέξεις του έχουν υγρασία και αίμα. Και ρέουν με τον εσωτερικό του ρυθμό που συναντούν σαν τραγούδι τον αναγνώστη.

Όσο τον διάβαζα, σκεφτόμουν πόσο ψυχωφελές γίνεται ένα βιβλίο όταν δεν υποκρίνεται αλλά όταν αποκρίνεται και όλο τον έβαζα στην ίδια θέση με αγαπημένους συγγραφείς σαν τον Αντώνη Σουρούνη, τον Τάσο Χατζητάτση, τον Σωτήρη Δημητρίου. Λογοτεχνία που δεν κατασκευάζεται. Δεν πιστεύω άλλωστε σε αυτή. Πιστεύω σ’ αυτή που αναβλύζει από τον άνθρωπο, απ’ αυτά που έζησε κι αυτά που διάβασε, απ’ αυτά που δεν έζησε και δεν είπε. Στη λογοτεχνία που λέει αλήθεια. Που μπορεί να ξεκίνησε μια μέρα ή μια νύχτα κάτω από τα σκεπάσματα διαβάζοντας κρυφά τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ.

Εγώ δεν σημειώνω πάνω στα βιβλία μου ποτέ, τίποτα, ούτε ένα τόσο δα σημαδάκι, αυτή τη φορά το γέμισα σημειώσεις. «Ο Θεός βρίσκεται στην πρόθεση», «Άντρας είναι αυτός που ‘χει την απόφαση», «Πλούσιος είναι αυτός που δεν έχει ανάγκη κιανέναν», «οι Κρητικοί είναι οι πιο πεισματάρηδες και ευσυνείδητοι εργάτες, αλλά μόνο για αγαθά υψηλής ποιότητας. Ποια είναι αυτά; Εκείνα που δεν είναι προς πώληση. Αυτά που μπαίνουν στο τραπέζι για την παρέα. Αυτά που θα γίνουν αφορμές επικοινωνίας», «Η λεβεντιά είναι το ίδιον των πληγωμένων, των καταφρονεμένων, των νικημένων του κόσμου, αλλά που είναι συνάμα νικητές, γιατί πλήρωσαν το τίμημα-χαρακτηριστικό του υπερήφανου αριστοκράτη: Υποστήριξαν με τη ζωή του μια χαμένη υπόθεση… Ο λεβέντης γίνεται αντιήρωας, για να φτάσει στον υπερήρωα, που δεν καταξιώνεται στην παροντική ζωή, αλλά ίσως σ’ έναν μελλοντικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων μας».

Η μάνα, η απώλεια, τα μυρμήγκια, ο κοινωνικός ιστός ενός νοερού χωριού που μπορεί να φτιάχνει ο καθένας μόνος του πια σε μια μεγαλούπολη για να επιβιώσει, μια ολωσδιόλου δική σου γλώσσα και ζωή, η συγγένεια, η σύνδεση, εντέλει η αφήγηση. «Όλες οι αφηγήσεις είναι αφηγήσεις «κόστους»». Με γλύκα, με χαρά και χάρη, με αλαφράδα, με γέλιο. Με υπερβολή, όπως αξίζει στη ζωή όσο νευρωτική κι αν τείνει να είναι σήμερα.

 

Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ

«Η «Ίσις» της Κρήτης …λατρεύει τον Γιουνγκ»

Εφυγε από την Ελλάδα στα 18 της για να πάει να μελετήσει ψυχολογία στην Αγγλία· μου αφηγείται πώς λιποθύμησε στο πρώτο ηλεκτροσόκ που αντίκρισε τότε μπροστά της. Βρέθηκε στην Αγγλία, στην Αφρική, στην Ελβετία, με αυτήν τη σειρά. Στην Αφρική παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Ανθρωπολογία, Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαίας Ιστορίας της Μέσης Ανατολής.

Επέστρεψε στη βάση της, το Ρέθυμνο, και το 2010 ίδρυσε τις εκδόσεις Ισις –από την Ισιδα, θεά της αιγυπτιακής μυθολογίας– με σκοπό την προώθηση και την πρακτική κατανόηση του έργου του μεγάλου Ελβετού ψυχιάτρου και ψυχολόγου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (1875-1961). H Αργυρώ Εμμανουήλ, με δύο μάστερ ψυχολογίας –απόφοιτος και η ίδια του Ινστιτούτου Γιουνγκ στη Ζυρίχη– τα τελευταία έξι χρόνια έχει να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο σύνολο ως προς την έκδοση του έργου του Γιουνγκ, των μαθητών του και άλλων αναλυτών της ίδιας σχολής.

Εχει να παρουσιάσει 25 βιβλία ακριβής έκδοσης και παραγωγής, πανόδετα, με προσεγμένη επιμέλεια και μετάφραση. Η ίδια κάνει τις μεταφράσεις και η Αμαλία Ζουμπουλάκη βρίσκεται πίσω από τη διόρθωση και την επιμέλεια των κειμένων. Η άλλη σοβαρή προσπάθεια που είχε γίνει για την έκδοση του Γιουνγκ στην Ελλάδα πάει πολύ πίσω στον χρόνο και την είχε κάνει η Σοφία Αντζακα, που διατηρούσε και προσωπική αλληλογραφία με τον Γιουνγκ. Ο εκδοτικός οίκος Ισις ειδικεύεται αποκλειστικά στα βιβλία του Γιουνγκ, της Marie-Louise von Franz, παλαιών και νέων αναλυτών της ίδιας σχολής, με θέματα που εκτείνονται από την ψυχολογική ανάλυση των συμβόλων, της μυθολογίας, των παραμυθιών, της λογοτεχνίας, της θρησκείας, της φιλοσοφίας μέχρι τη σύγχρονη εμβάθυνση της γυναικείας και ανδρικής ψυχολογίας.

Το εγχείρημα της Αργυρώς Εμμανουήλ είναι κάτι παραπάνω από παράτολμο. Και μάλιστα είναι ασυνήθιστο και δύσκολο ένας εκδοτικός οίκος να επιβιώνει στην ελληνική περιφέρεια, κάνοντας τόσο αφοσιωμένο και εκλεπτυσμένο αισθητικά έργο. Η ίδια προσδιορίζεται ως Ελληνίδα της διασποράς που, επιστρέφοντας στην πατρίδα της, ήθελε κάτι να προσφέρει στον τόπο που μεγάλωσε. Στην κουβέντα μαζί της, θυμήθηκε τα χρόνια που διάβαζε μικρή στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.

Απολαυστική συνομιλήτρια, σε αφήνει με μια γεύση ότι οσμίστηκες το τι σημαίνει κάποιος να αγωνίζεται να εκπληρώσει τον εαυτό του. «Θυμηθείτε ότι η ψυχολογία είναι η αρχαιολογία της ψυχής», μου είπε μέσα στα πολλά. «Δεν είναι ορθολογισμός πια αυτό που ζούμε, είναι υλισμός». Το ενδιαφέρον για το έργο του Γιουνγκ έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δοθεί ιδιαίτερη ώθηση στη μελέτη του μετά και την έκδοση του περίφημου «The Red Book» το 2010, 80 ολόκληρα χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του. Μου τονίζει στη συνομιλία μας ότι ο ίδιος ο Γιουνγκ συνεχώς επισήμαινε ότι είναι ένας εμπειρικός επιστήμονας και από εκεί και πέρα το πεδίο ανήκει στις θρησκείες.

Από τις αρχές Ιουλίου κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ένα εξαιρετικά επίκαιρο έργο του Γιουνγκ γι’ αυτά που ζούμε σήμερα. Πρόκειται για «Το αρχέτυπο του ολοκληρωτισμού – Σχόλια πάνω στα σύγχρονα γεγονότα» και αποτελεί ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μελέτες πάνω στην ψυχολογία του βάθους». Κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Ισις τα μνημειώδη έργα του: «Αναμνήσεις, όνειρα και στοχασμοί» (2015), «Ονειρα παιδιών» (2015), «Αιών» (2014), «Απάντηση στον Ιώβ» (2014), «Η αρχετυπική πορεία της εξατομίκευσης» (2013).

Η πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου βιβλίο των εκδόσεων Ισις ήταν πριν από δύο χρόνια περίπου. Αφορούσε παλαιότερη έκδοση του 2012, «Το μέσο πέρασμα – Από τη μιζέρια στο νόημα της μέσης ηλικίας» του James Hollis. Το μέσο πέρασμα δεν έχει να κάνει με την ηλικιακή ωρίμανση, αλλά με το σημείο της συνειδητότητας όπου βρίσκεται ο καθένας. Από τα τελετουργικά της μύησης για τη δύσκολη μετάβαση από την παρατεταμένη εφηβεία της πρώτης ενηλικίωσης μέχρι το δεύτερο κομμάτι της προσωπικής πορείας του καθενός που έρχεται αντιμέτωπος με το γήρας αλλά και με τον θάνατο.

Ενα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον για την κατανόηση της σχέσης με τον εαυτό μας και το σώμα μας είναι και αυτό της Marion Woodman «Η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη – Παχυσαρκία, νευρική ανορεξία και καταπιεσμένη θηλυκότητα». Εργο που φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές που βιώνουν οι γυναίκες σε σχέση με την εικόνα τους αλλά κυρίως με την ψυχή τους. Διερευνά διεξοδικά την έννοια της Μητέρας Γης και της Θηλυκής Αρχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, τα προβλήματα βάρους και οι διαταραχές θρέψης έχουν νόημα, είναι σκόπιμα συμπτώματα και όχι απλώς αποτελέσματα μιας κατάστασης.

Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες

«Η λογοτεχνία μάς ανοίγει νέες πόρτες»

Στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 7 Ιουλίου, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χανκς και σε σκηνοθεσία του Τομ Τίκβερ (γνωστού από τη συνεργασία του με τα αδέλφια Ουατσόφσκι στο «Cloud Atlas» και την τηλεοπτική σειρά «Sense8»). Μπορούμε να φανταστούμε άνετα τον Τομ Χανκς σε αυτό τον ρόλο: του Αλαν, του κεντρικού ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του 45χρονου Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβ Εγκερς (Dave Eggers) με τίτλο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» (στα ελληνικά από τις εκδ. Κέδρος).

Θαυμάστρια του Εγκερς ήδη από το σπαρακτικό του βιβλίο «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου), ζήτησα να του απευθύνω λίγες ερωτήσεις. Ο ίδιος έχει μια συγκινητική προσωπική ιστορία ζωής που αφορά την απώλεια και τη διαχείριση του πένθους, ενώ έχει αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και παροχής πρακτικής βοήθειας σε άτομα για να κατορθώσουν να σπουδάσουν.

Το μυθιστόρημά του «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» είναι μια ιστορία ενός πλήρως ηττημένου μεσήλικα από την Αμερική, που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για να εκπληρώσει το εκπεσμένο του αμερικανικό όνειρο και να σωθεί. Η αφήγηση του Εγκερς αιχμαλωτίζει. Παράδοξη και τόσο αληθινή, καυτηριάζει σε δεύτερο επίπεδο τον οικονομικό ξεπεσμό της δυτικής νοοτροπίας που απλώνει τα πλοκάμια της μέχρι την έρημο της Μέσης Ανατολής. «Ποιος είχε πει ότι ο άνθρωπος είναι ύλη; Αισθανόταν κάτι λιγότερο από αυτό». Η ιστορία κωμικοτραγική ξεσκεπάζει τα έλη που ελλοχεύουν στις ζωές των ενηλίκων που περνούν τη γραμμή του μέσου της πορείας τους.

– Ο ήρωάς σας είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας του δυτικού κόσμου που τα έχει χάσει όλα, ιδίως τον εαυτό του, ίσως την ψυχή του, τη χαρά του, την όρεξή του για τη ζωή. Μεταφορικά μιλάτε για την κοινωνία μας και την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω του πρωταγωνιστή;

– Ο Αλαν Κλέι ήταν συνεργός στη μετανάστευση της βιομηχανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ασία. Εργαζόταν σε μια εταιρεία κατασκευής ποδηλάτων, τη «Schwinn», και ήταν από τα στελέχη που για λόγους κόστους σταμάτησαν να φτιάχνουν ποδήλατα στο Σικάγο και ξεκίνησαν να τα εισάγουν από την Κίνα. Ετσι, η «Schwinn» έπαψε πια να αξίζει και πολλά ως επιχείρηση και ο Αλαν έχασε τη δουλειά του. Είναι, λοιπόν, ένας άντρας που χωρίς επίγνωση έφερε τον εαυτό του σε μια απελπιστική κατάσταση: να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του. Και φυσικά αυτό για έναν μεσήλικα, το να ξεκινήσει από την αρχή στον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα.

– Ποιο ήταν το αρχικό σας κίνητρο για να γράψετε το «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά»; Ποια ήταν η πρώτη πρώτη πρόθεση;

– Με συνεπήρε η ιδέα του πού θα μπορούσε ένας άντρας σαν τον Αλαν να βρεθεί τώρα. Μόλις ξεριζώνεται, μόλις χάνει την επαφή του με τη ζωή που είχε, πού μπορεί να πάει; Αποφάσισα να βρεθεί στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας πουλήσει υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας στον βασιλιά. Ηταν αρκετά παράδοξο για να το βρω απόλυτα σωστό…

– Γιατί, λοιπόν, τοποθετείτε την πλοκή στη Σαουδική Αραβία; Θέλατε να μιλήσετε για τη βία στη Μέση Ανατολή και την Ασία, για τον φόβο για την ισλαμική βία;

– Εχει να κάνει μερικώς με τις υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε έναν Αμερικανό κι ένα Σαουδάραβα. Είναι δύο έθνη που έχουν αρκετή καχυποψία το ένα για το άλλο. Αλλά αμέσως ο Αλαν συναντά τον Γιουσέφ, ο οποίος θα μπορούσε με πολλούς τρόπους να είναι γιος του. Γιατί ο Γιουσέφ έχει μεγαλώσει με τη δυτική κουλτούρα, έχει αίσθηση του χιούμορ, μοιάζουν πολύ και τελικά βρίσκουν ένα κοινό μήκος κύματος να συνεννοηθούν. Στο τέλος, ο Αλαν συναντά τη Ζάχρα με την οποία επίσης το υποτιθέμενο πολιτισμικό χάσμα αμέσως καταρρέει. Εχω ανακαλύψει ότι κάθε φορά επαληθεύεται αυτό, όποτε έχω περάσει χρόνο από τη ζωή μου μέσα σε κάποια –υποτίθεται– κλειστή κοινωνία.

– Γράφοντας για τόσο σημαντικά ζητήματα, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια, η βία, η απώλεια, επικεντρώνεστε στους ανθρώπους, στις προσωπικές τους μικρές ιστορίες, στους εσωτερικούς τους μονολόγους, στα αισθήματά τους την ίδια ώρα που εξελίσσεται η Ιστορία, η μεγάλη ιστορία του κόσμου. Τι πιστεύετε ότι διασώζει η λογοτεχνία εντέλει; Ισως την ανθρωπιά μας, τη συμπονετικότητά μας;

– Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει τη μοναδική ικανότητα να ανοίγει πόρτες σε κόσμους όπου αλλιώς δεν θα είχαμε πρόσβαση. Διαβάζοντας ειδησεογραφικές αναλύσεις για τη Σαουδική Αραβία, για τους διωγμούς και τους περιορισμούς που υφίστανται οι γυναίκες, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι αυτός είναι ένας δραστικά διαφορετικός τρόπος ζωής και ότι οι καθημερινοί συνηθισμένοι Σαουδάραβες υποστηρίζουν πλήρως αυτές τις πρακτικές. Αυτό όμως είναι μόνο ένα σενάριο. Ετσι, στο μυθιστόρημά μου επιτρέπεται χαρακτήρες όπως η Ζάχρα και ο Γιουσέφ να αποκτούν ζωή και μια πιο πλατιά ανθρωπότητα να αναδύεται.

– Γιατί διαλέξατε για την προμετωπίδα του βιβλίου τη φράση του Σάμιουελ Μπέκετ από το έργο του «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Δεν μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται»;

– Είναι ένα πεσιμιστικό απόσπασμα από ένα πιο αισιόδοξο κομμάτι. Μου άρεσε γιατί είναι αυτό που τελικά πιστεύει ο Αλαν στις πιο σκοτεινές του ώρες: ότι δηλαδή είναι άχρηστος. Ομως έχει να ανακαλύψει ότι είναι απαραίτητος και πάλι.

– Θεωρώ ότι το μυθιστόρημά σας «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» είναι ένα πολύ σημαντικό έργο για τους πρόσφυγες. Μάλιστα πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα που βιώνει την απόγνωσή τους από κοντά. Ποια είναι η δύναμη της λογοτεχνίας, πώς μπορεί να βοηθήσει;

– Σπάνια δίνεται ο λόγος στους πρόσφυγες. Συχνά τους αντιμετωπίζουμε ως μια μάζα ανθρώπων μέσα σε μια ετοιμόρροπη βάρκα. Ή σε μια συστάδα από τέντες μέσα στην έρημο. Αλλά εάν επιτρέψουμε σε έναν πρόσφυγα, στον κάθε πρόσφυγα να ακουστεί, εάν ένας αναγνώστης μπορεί να μάθει πλήρως την ιστορία τους, τότε μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτούς. Και όταν το κάνουμε αυτό, μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να τα χάνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να βρίσκεσαι στο έλεος κάθε περίπλοκου προσφυγικού συστήματος, να μην έχεις τον έλεγχο της μοίρας σου. Πιστεύω ότι οι πρόσφυγες –και όσοι μεταναστεύουν γι’ αυτόν τον λόγο– είναι βαθιά γενναίοι και αξίζουν τον σεβασμό και τη συμπόνια μας.

Το βιβλίο «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά» του Ντέιβ Εγκερς κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου. Κυριότερα βιβλία του στα ελληνικά: «Τότε που σκοτείνιασε ο ουρανός» (μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο), «Τα αγρίμια» (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου, εκδ. Τόπος), «Ο κύκλος» (μτφρ.: Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Η ταινία «Ενα ολόγραμμα για τον βασιλιά», που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Εγκερς, θα προβάλλεται  στις  αίθουσες  από τις 7 Ιουλίου.

«Φτου ξελευτερία» από την οθόνη

MICHELE SERRA
ΟΙ ΑΡΑΧΤΟΙ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδ. Ικαρος

Σου μιλάει σε όλη την αφήγηση. Με χιούμορ, με σπαραγμό, με ένταση. Μήπως και σε ξυπνήσει. Μήπως και σε κάνει να πετάξεις το έξυπνό σου τηλέφωνο από το χέρι και ζήσεις τη ζωή σου. Μήπως και αφήσεις την οθόνη του υπολογιστή σου να τρεμοσβήσει μόνη της και να βυθιστεί, επιτέλους, στο σκοτάδι που της αναλογεί.

Ο Michele Serra, γνωστός δημοσιογράφος στην Ιταλία, με τη σατιρική του διάθεση να καυτηριάζει βαθιά την καθημερινότητά μας, βρίσκει τον τρόπο να σε γρονθοκοπήσει στο στομάχι, μήπως και παραδεχτείς τη διαρκή απουσία της ζωής που βιώνεις σε αυτήν την κοινωνία της κόπωσης, της διαρκούς διαφάνειας, που τίποτα δεν μένει κρυμμένο και τίποτα ουσιαστικό, τελικά, δεν αποκαλύπτεται.

Σε αυτή την κοινωνία που η οικειότητα γίνεται χάιδεμα πλήκτρων, που οι ρυθμοί όλων επιταχύνονται προς ένα χαοτικό άγνωστο μετά, που η πληροφορία τα καταλαμβάνει όλα και σπεύδει με ραγδαία ετοιμότητα να καλύψει κάθε κενό. Αυτό το κενό που απεχθάνεται η φύση.

Ο Μικέλε Σέρα, λοιπόν, παίρνει το σαρκαστικό του ύφος και επευλαύνει. Γράφει μια νουβέλα «Οι αραχτοί» (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ικαρος) απευθυνόμενος σε έναν απόντα, έναν διαρκώς απόντα. Στον γιο του, στον εαυτόν του, στην ίδια τη ζωή που κυλάει μέσα από τα δάχτυλά μας. Νομίζεις ότι μιλάει σε έναν πεθαμένο. Κατά μία έννοια, ναι. Απευθύνεται στην τρωτότητα και στη θνητότητά μας, στο αέναο εφήμερο που δεν κατορθώνουμε κιόλας να αδράξουμε.

Το χλιαρό εξώφυλλο αδικεί το βιβλίο, αν και ο Ικαρος έχει καταφέρει μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα να φτιάξει με ωραίες επιλογές μια ταυτότητα αναφοράς με τίτλους ξένης λογοτεχνίας. Ο Μικέλε Σέρα όμως είναι καταιγιστικός, ευρηματικός, καταφέρνει να φέρει στο κέντρο τον άνθρωπο, όσο κι αν η τεχνολογία τον εξοβελίζει σε μια κεντρόφυγο άγνωστη δύναμη. Μιλώντας στη γενιά που ακολουθεί τη δική του, ξεμπροστιάζει τους πάντες.

Κυρίως τον φόβο των γηρατειών σε αυτήν την κοινωνία που αποθεώνει την αιώνια νεότητα, αλλά δεν ξέρει να βιώσει την απώλεια, νιώθει αμηχανία μπροστά στο κάθε τέλος, ενώ παροτρύνεται να μη σταματάει να προχωράει μπροστά, καταναλώνοντας εντέλει τον ίδιο της τον εαυτό.

«Σκέφτομαι πόσο εύκολο ήταν να σε αγαπήσω όταν ήσουν μικρός. Πόσο δύσκολο είναι να συνεχίσω, αν το κάνω τώρα που είμαστε ίσοι και όμοιοι στο ύψος, η φωνή σου μοιάζει με τη δική μου κι επομένως διεκδικεί τους ίδιους τόνους, την ίδια ένταση, ο όγκος του κορμιού μας είναι ο ίδιος».

Ο συγγραφέας δεν φοβάται την ειλικρίνεια. Αυτό είναι η δύναμή του. Ακροβατεί με τον κυνισμό σαν κοντάρι στο χέρι, αλλά δεν πέφτει από το σχοινί.

Μένει όρθιος διασώζοντας την τρυφερότητα, τη βαθιά αγάπη, την ομορφιά, όλα εκείνα που μας συνδέουν από μέσα, όλα εκείνα που μας κρατούν σε εγρήγορση, ακόμη κι όταν φαινόμαστε αραχτοί πίσω από φωτεινές οθόνες που σκοτεινιάζουν την ψυχή μας σε μια μετα-εποχή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, να ορίσουμε να οσμιστούμε. «Δεν μπορώ να πιστέψω πια στην εξουσία, έτσι όπως διαμορφώθηκε πριν από εσένα κι εμένα. Επομένως δεν μπορώ, εξαπατώντας τον ίδιο μου τον εαυτό, να εξαπατήσω κι εσένα».

Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής

«Η κίνηση ως σωτηρία της ψυχής»

SUSANA NOEMI ABIGADOR
Οταν το σώμα μιλάει
εκδ. Γιαλός

Η ιερότητα του σώματος έχει αποτελέσει για όλους τους πολιτισμούς μια ισχυρή βάση για να δομήσουν την ύπαρξή τους, να φτιάξουν τελετουργικά, εντέλει να το υμνήσουν το ίδιο με κάθε μορφή τέχνης, προκειμένου να του αποδώσουν τη σημασία που του αξίζει. Πώς αλλιώς;

Ο ιδιότυπος αυτός «ναός» που κατοικεί ο καθένας τη ζωή του, στην καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων αρχίζει να ασθμαίνει, να εξασθενεί, συχνά να νοσεί. Η αποκοπή από τη φύση, από το χώμα, από το νερό, από το φυσικό φως και τον καθαρό αέρα, η στασιμότητα σε γραφεία και καρέκλες, η επιβάρυνση με τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τηλεφώνων, η λιγότερη χρήση του σώματος το μαραζώνουν. Τον καιρό της κρίσης, δεν είναι τυχαία η άνθηση τόσο πολλών κέντρων και ομάδων που ασχολούνται με το σώμα, με την ευεξία του, με την εύρυθμη λειτουργία του. Οχι μόνο τα γυμναστήρια και οι εναλλακτικοί τρόποι άσκησης, μα και ο χορός και το θέατρο και οτιδήποτε θα μπορούσε να κινητοποιήσει το κορμί. Προκειμένου να αποφορτιστεί ο άνθρωπος από το άγχος του, το στρες, την καταθλιπτική διάθεση που ελλοχεύει. Το σώμα είναι ο πιο ισχυρός μηχανισμός που διαθέτουμε οι ίδιοι. Εχει τεράστιο ενδιαφέρον το πώς ο τρόπος που του φερόμαστε, καθορίζει σημαντικά το ποιοι είμαστε, τι πετυχαίνουμε, το πώς βιώνουμε τελικά την ίδια μας τη ζωή.

Η Susana Noemi Abigador, γεννημένη στο Μπουένος Αϊρες το 1956, μελέτησε χορό και θέατρο, στη Βραζιλία και τη Μαδρίτη, και βρέθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στην Ελλάδα όπου έχει αναπτύξει ένα δικό της σύστημα, το Danza Vital, το οποίο και διδάσκει μαζί με τη μεθοδολογία της σωματικής έκφρασης. Το απόσταγμα της προσωπικής της πείρας και ενασχόλησης συνέλεξε στο βιβλίο της με τίτλο «Οταν το σώμα μιλάει – Μεθοδολογία και ασκήσεις για τη σωματική έκφραση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γιαλός. Πρόκειται για ένα πρακτικό εγχειρίδιο που έχει στόχο να ενθαρρύνει εκείνον που θέλει να ενεργοποιήσει μέσω της κίνησης, την καρδιά του, τον νου του και να διευρύνει τα ατομικά όρια της καθημερινότητάς του. Το βιβλίο απευθύνεται στους επαγγελματίες της εκπαίδευσης, δασκάλους, νηπιαγωγούς, εμψυχωτές, σε χοροθεραπευτές, ηθοποιούς, δασκάλους υποκριτικής, παρέχοντάς τους εργαλεία εργασίας με τις ομάδες τους. Η συγγραφέας δίνει την απολύτως δική της βιωματική διάσταση με μια εικόνα: «Το σώμα είναι το κουκούλι της ψυχής. Πλάθοντας με την κίνηση το περίβλημα, αφήνεις την ψυχή να πετάξει. Κι εκείνη, επιστρέφοντας, σου προσφέρει βαθιά αρμονία».

Ενα αίτημα, η αρμονία, που έχει διατυπωθεί και αποτυπωθεί πάνω στην ίδια την κίνηση από όλα τα πανάρχαια συστήματα και σωματικής εξέλιξης του ανθρώπου, από τη γιόγκα και το κουνγκ φου μέχρι τα πιο πρόσφατα, το μπαλέτο, το πιλάτες, τη μέθοδο Φέλντεκραϊς. Οταν το σώμα μιλάει, οφείλουμε να το ακούσουμε, να διδαχθούμε απ’ αυτό, να οδηγηθούμε σε νέα μονοπάτια θεώρησης του εαυτού μας.

Η Susana Noemi Abigador με άξονες τη διερεύνηση, την έκφραση, τη δημιουργικότητα και την επικοινωνία, μας ενθαρρύνει με την υφή των ασκήσεων που προτείνει, αφού προηγουμένως έχει δοκιμάσει και δουλέψει για χρόνια στις ομάδες της, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας από την αρχή, με ευαισθησία και πλήρη υπευθυνότητα, ενεργοποιώντας όλες εκείνες τις πτυχές μας που παρέμεναν υποφωτισμένες ή ανενεργές.

Το σώμα, ο ρυθμός, η ακοή, η όραση, η αφή, ο σωματικός διάλογος, όλα αυτά ως λειτουργίες μέσα σε μια ομάδα, με στόχο να γλυκάνουν, να ζεσταθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, να είναι σε θέση –πιο ανοιχτοί– να δίνουν και να λαμβάνουν αγάπη, αναθαρρημένοι. Ας το φανταστούμε στην πράξη, από μια ομάδα παιδιών νηπιαγωγείου μέχρι εφήβους και ενηλίκους.

Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες

«Οι μεγάλες ανατολικές θρησκείες«

 

Ασχολούμενη για δεκαπέντε και πλέον χρόνια με τα θέματα διεθνούς οικονομίας ως προς τη δημοσιογραφική τους κάλυψη, το θαύμα της κινεζικής οικονομίας, αλλά και το παράδοξο του ιαπωνικού αποπληθωρισμού, μου κίνησαν την περιέργεια να ψάξω τους αντίστοιχους πολιτισμούς, τη φιλοσοφία τους, τις κοινωνικές συνθήκες. Η πληροφόρηση από την αγγλική γλώσσα ήταν πάντοτε η κύρια πηγή. Αρχικά από το Διαδίκτυο, αλλά και από τόσο καλαίσθητες εκδόσεις που θέλεις να τις έχεις ανεξαρτήτως περιεχομένου, όπως η σειρά Watkins με τα εκπληκτικά εξώφυλλα λουλουδιών που τα θαυμάζεις και μόνο για τέρψη αισθητική.

Οταν όμως θέλησα να αναζητήσω βιβλία για τη θρησκεία και τη φιλοσοφία τους στα ελληνικά, ήρθα αντιμέτωπη με άλλο ένα κενό της εγχώριας βιβλιογραφίας. Σε επιστημονικό επίπεδο η καταγραφή είναι ελλιπής, παρά κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες. Ας πούμε, βρήκα βιβλία που έχει εκδώσει κατά καιρούς ο Κέδρος, αλλά και άγνωστες περιφερειακές εκδόσεις που δεν σε ενέπνεε το χαρτί και η προχειρότητά τους, και σίγουρα δεν είχες τη δυνατότητα να ελέγξεις την εγκυρότητά τους. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση, ανακάλυψα μεταφρασμένους σουφικούς ποιητικούς θησαυρούς και άλλα που ποτέ δεν φανταζόμουν.

Τότε, χαριτολογώντας, έλεγα ότι εντόπισα το χρυσοφόρο κενό της ελληνικής εκδοτικής παραγωγής που κάποιος καλείται να το καλύψει και θα ανταμειφθεί ανάλογα από τους βιβλιόφιλους. Στο μεταξύ, παρακολουθώντας μια ημερίδα για τον ιαπωνικό πολιτισμό στο ΕΚΠΑ, μου έκανε εντύπωση η άνεση με την οποία οικονομολόγοι αμερικανοσπουδαγμένοι, κυρίως καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, μιλούσαν για την κοινωνία και τις φιλοσοφικές καταβολές των χωρών της Ανατολής, όταν αντιστοίχως δεν διαπίστωνα το ίδιο σε φιλολογικούς κύκλους, όπου κυριαρχούσε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα η προκατάληψη ότι οτιδήποτε έρχεται από εκεί όπου ανατέλλει ο ήλιος είναι δαιμονοποιημένα μαγικό ή θρησκευτικό ή, τέλος πάντων, μη άξιο επιστημονικής παρακολούθησης και εξέτασης, ενώ ό,τι έρχεται από τη Δύση είναι καλώς καμωμένο εξαρχής. Οι άνθρωποι της οικονομίας και της παραγωγής ήταν πάλι πιο μπροστά. Εβλεπαν πιο μακριά και βαθύτερα.

Οι ιστορικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν έκτοτε, με την Ανατολή να προσπαθεί βίαια κατατρεγμένη και ταλαιπωρημένη να μετοικήσει στη Δύση για να σωθεί, κάνουν πιο φλέγον το ζήτημα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Αλλον, αυτόν τον άνθρωπο που φτάνει από τη Συρία, από το Πακιστάν, από το Αφγανιστάν. Εχει ενδιαφέρον να μπούμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τον κόσμο από τον οποίο ήρθαμε, με τα τόσο πολλά υποστρώματά του, με τη φιλοσοφία και τη θρησκεία που ξεπηδούν σε κάθε τόπο γεννημένες από τις συνθήκες και συχνά η μία πάνω στα συντρίμμια ή τα σπάργανα της άλλης. Η ανοχή καλλιεργείται μόνο με τη γνώση. Το καταλαβαίνουμε όλο και πιο αδρά αυτό, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, π.χ., η Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ μελετά και συστήνει το τάι τσι και τον διαλογισμό (http://www.health.harvard.edu/staying-healthy/the-health-benefits-of-tai-chi) και διαπιστώνει τα οφέλη τους στον οργανισμό μας, ενώ εμείς ακόμη βρισκόμαστε στην καταδίκη από την Εκκλησία πολεμικών τεχνών (ζίου ζίτσου), που βασίζονται στην ανατολική κοσμοθεωρία, ως φορέων του κακού. Η διεθνής τάση άλλωστε εδώ και χρόνια είναι να ενσωματώσει ακόμη και στη βιομηχανία του fitness και της ευζωίας στοιχεία τόσο από τη γιόγκα όσο και από τις πολεμικές τέχνες, που αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν κυρίως στην Κίνα και την Ιαπωνία.

Εξαιρετικά διαφωτιστική είναι και δίνει με την αμεσότητά της το κίνητρο σε όποιον την παρακολουθήσει, να θελήσει να μελετήσει περισσότερο και να ψάξει –αν μη τι άλλο– το παρελθόν του κόσμου που ζούμε, η κυρία Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που εθελοντικά προσφέρει διαλέξεις για την παγκόσμια ιστορία. Είχα την τύχη να την παρακολουθήσω στα μαθήματά της στην ΕΣΗΕΑ πριν από μερικά χρόνια. Η ίδια συμμετέχει και στα διαδικτυακά μαθήματα που προσφέρουν online οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Μέχρι το τέλος της άνοιξης, θα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Gutenberg το βιβλίο του καθηγητή Στέλιου Λ. Παπαλεξανδρόπουλου, με τίτλο «Ανατολικές θρησκείες». Ο ίδιος είναι θρησκειολόγος, ειδικευμένος στις ιαπωνικές θρησκείες και εργάζεται ως τακτικός καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέσα στο 2005, ο καθηγητής εγκαινίασε αυτή την επιστημονική σειρά των εκδόσεων με τα βιβλία του «Βουδισμός – Η ινδική περίοδος» και «Ινδουισμός – Ιστορική εισαγωγή», τα οποία κυκλοφορούν σε επανέκδοση. Ο κ. Παπαλεξανδρόπουλος έχει σπουδάσει Θεολογία στην Αθήνα και την Ελβετία, αλλά και Ιαπωνικό Βουδισμό στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, έχει ασχοληθεί δε και με την ιαπωνική λογοτεχνία κάνοντας μεταφράσεις από το έργο του Κόμπο Αμπέ.

Τα δύο βιβλία για τον ινδουισμό και τον βουδισμό, εξαιρετικά φροντισμένα από τις εκδόσεις Gutenberg, αποτελούν και επισκόπηση της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης πάνω στα ζητήματα αυτά. Γίνεται εισαγωγή στη θρησκεία, που έχει διαμορφώσει τεράστιο μέρος του ινδικού αλλά και άλλων πολιτισμών και που επηρεάζει τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη. Ο ινδουισμός διαμορφώθηκε σαν μια διαδοχική σειρά μορφών που πήρε στη διάρκεια της ιστορίας και που συνυπάρχουν σήμερα ονομαζόμενες με αυτό το συλλογικό όνομα. Ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση του αρχαίου η ινδικού βουδισμού και των προβλημάτων που υπάρχουν γύρω απ’ αυτόν, το πώς η σύγχρονη σκέψη επιχειρεί να προσεγγίσει το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια σαφής και βέβαιη γνώση, αλλά μια διαρκής προσπάθεια να αντιληφθούμε όρους όπως «νιρβάνα», «μη ουσιαστικότητα» κ.λπ.

Οι ειρηνικοί «πολεμιστές» του ανθρωπισμού

Έσσε, Γκιμπράν, Καζαντζάκης Οι μεγάλοι Ρομαντικοί της ελευθερίας και της αγάπης

 

Ένα ντοκιμαντέρ επινοημένο θα μπορούσε να τους φέρει κοντά, σε μια συνάντηση. Φανταστική. Ο Έρμαν Έσσε, ο Χαλίλ Γκιμπράν και ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι τρεις τους. Ας πούμε κάπου στη Μεσόγειο για να συγκεράσουν όλους τους δρόμους, της Ανατολής και της Δύσης που περπάτησαν. Έζησαν την ίδια εποχή. Ο Έσσε (1877) λίγο μεγαλύτερος, οι άλλοι δύο γεννημένοι την ίδια χρονιά, το 1883, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά, τον Ιανουάριο ο Γκιμπράν, το Φεβρουάριο ο Καζαντζάκης. Ο πρώτος πήρε και το Νόμπελ. Κάτι σαν δικαίωση για τον αγώνα και των τριών. Ένας εκφραστής των ιδεών τους στην πράξη ήταν ο Αλβέρτος Σβάιτσερ ο οποίος είχε συναντηθεί στους δρόμους του με τον Καζαντζάκη.

Κοινό τους στοιχείο, εκτός από τον καιρό που έδρασαν, η αναζήτηση της ελευθερίας, η εγκαθίδρυση –μάλλον θα διαφωνούσαν με τη λέξη και οι τρεις- μιας νέας «πνευματικότητας» (στα αγγλικά ο όρος «spirituality» αποδίδει καλύτερα το νόημα, χωρίς τη φόρτιση της ελληνικής λέξης) που δεν χωρούσε στον ορθολογισμό της δύσης, γινόταν το εφαλτήριό της μεν, αλλά μετά ταξίδευε από το Χριστιανισμό μέχρι την Ανατολή του Βουδισμού, του Κομφουκιανισμού, του Σουφισμού, του Ισλάμ, του Ινδουισμού, έχοντας προηγουμένως χωνέψει εντός της το Νίτσε και την Ευρώπη του 19ου αιώνα, αλλά και την αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία ακόμα ακόμα. Ο καθένας τους πολύ ξεχωριστός, ανένταχτος, με τρομερές ιδιαιτερότητες, τώρα που έναν αιώνα μετά μπορούμε να δούμε από απόσταση το έργο τους, όπως διασώθηκε στο μέλλον εντέλει, μοιάζουν σαν να αποτελούσαν τις κουκκίδες που ενώθηκαν, ενός ρεύματος, ενός κύκλου ή καλύτερα στροβίλου που ήταν να φτάσει στις μέρες μας και από τους τρεις τους, ενιαίος και συμπυκνωμένος. Τόσο που εκπλήσσει, εάν συλλάβει κανείς την αόρατη μεταξύ τους σύνδεση.

Η νιότη τους επώασε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον ένιωσαν στο πετσί τους. Ο Καζαντζάκης με τον  Έσσε πρόλαβαν να δουν να σβήνουν και οι φλόγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γκιμπράν είχε φύγει το 1931, στο αποκορύφωμα της μεσοπολεμικής αχλής, με σακατεμένο συκώτι, ένας φωτεινός σπληνικός της σοφίας από το Λίβανο που ταξίδεψε στη δύση, αντίθετη πορεία με τους άλλους δύο. Είχε προλάβει να σχετιστεί με μορφές του καιρού του όπως ο Γέιτς, ο Γιουνγκ, ο Ροντέν, η Σάρα Μπερνάρ. Ζωγράφος όπως και ο Έσσε, μα κυρίως ποιητής. Η κριτική έχει σταθεί για το έργο τους ο αντίποδας της μεγάλης αγάπης που δείχνει ακόμη ο κόσμος για τις λέξεις τους. Κινήθηκαν έξω από τις γραμμές του τετραδίου και τελικά πέρασαν στις σελίδες της επόμενης εποχής. Φιλόσοφοι στη βάση τους και οι τρεις· κατακλύζουν τα «γνωμικά» τους, τα αποσπάσματα του έργου τους, το διαδίκτυο. Στον καιρό τους είτε είχαν διωχθεί –ακόμη και με αφορισμό- όπως ο Καζαντζάκης είτε είχαν γίνει αποδέκτες μίσους όπως ο Έσσε όταν τόλμησε να αποδοκιμάσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσίως και να μιλήσει για αγάπη. Τότε τον είχε υποστηρίξει ο Ρομαίν Ρολάν. Όπως είχε γράψει χαρακτηριστικά σε μια επιστολή του στο γάλλο συγγραφέα, «Η προσπάθεια να εφαρμόσω την αγάπη σε πολιτικά ζητήματα απέτυχε».

Η ειρωνεία είναι ότι η φανταστική συνάντηση των τριών συμβαίνει ήδη. Στις σελίδες του διαδικτύου, στα λήμματα παγκόσμιας σοφίας. Ακόμη ακόμη και στα απολύτως εμπορικά κείμενα αυτοβελτίωσης που ουδεμία σχέση έχουν με τη λογοτεχνία. Εκείνη η αγάπη που τόσο διαφέντεψαν, τους γυρίζει πίσω πολλαπλάσια, ακόμη και δεκάδες χρόνια μετά το θάνατό τους. Το «Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα» από την Ασκητική του Καζαντζάκη, τελικά τους χαρακτήρισε απολύτως. «Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος  ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει» (Ασκητική). Κινήθηκαν πέρα από τις θρησκείες, αφού πέρασαν ανάμεσά τους και κατόρθωσαν να μιλάνε στους ανθρώπους έξω από τα τείχη που χτίζουν οι περιοριστικοί «-ισμοί», ακόμη και ο πολιτισμός. Ας πούμε ο επίσημος δυτικός λογοτεχνικός κανόνας δεν συμπεριέλαβε στους κόλπους του μια τόσο σοβαρή φυσιογνωμία όπως του Γκιμπράν και σταδιακά αναγκάζεται να το πράξει. Ο άνθρωπος που επηρέασε από τους Μπιτλς μέχρι τον Κένεντι με τις λέξεις του. Η αποκατάσταση έρχεται από το χρόνο. Κινήθηκαν ο Έσσε, ο Καζαντζάκης και ο Γκιμπράν μπροστά από τον καιρό τους, βουτώντας στη φιλοσοφία, στην ανάγκη της εποχής να ειπωθεί ο κόσμος τους, ζοφερός και δύσκολος όπως ο κάθε κόσμος, να ερμηνευτεί η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους, να διασωθεί τελικά ο άνθρωπος και η ανθρωπιά του. Το αίτημα είναι διαχρονικό. «Ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο με σκοπό να ζήσω για όλους και με όλους. Κι αυτό που εγώ σήμερα δημιουργώ μέσα στη σιωπή, Αύριο θα γίνει η ηχώ του πλήθους. Αυτό που σήμερα ειπώθηκε από μια μόνο καρδιά, Αύριο θα ειπωθεί από χιλιάδες καρδιές» (Χαλίλ Γκιμπράν).

Βρέθηκαν πέρα από τα συρματοπλέγματα των διαχωρισμών αυτοί οι λογοτέχνες. Ας πούμε, η σημερινή Ευρώπη στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες θα έπρεπε να το εκτιμήσει περισσότερο, της χρειάζεται ως εφόδιο για να πολεμήσει το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Απευθύνθηκαν στο πιο βαθύ και γερό δόγμα του ανθρώπου, στο απολύτως ζωτικής σημασίας: στην καρδιά του. Ο καθηγητής της έδρας Χαλίλ Γκιμπράν για τις Αξίες και την Ειρήνη στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, ο Suheil Bushrui, έχει δηλώσει χαρακτηριστικά στο BBC το 2012 στους δημοσιογράφους Amirani και Hegarty ότι ο Γκιμπράν μπορεί να συγκριθεί με τους Σέλεϊ και Μπλέικ.

Ήρθαν σαν συνέχεια, γέννημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα ως προς τη λογοτεχνία, ακόμη κι αν δεν διαφαίνεται δια γυμνού οφθαλμού η σύνδεση. Πήραν την μελαγχολία, τον κυνισμό, το αδιέξοδο, τον εκάστοτε Φρανκεστάιν μέσα μας, το σκοτάδι της Ευρώπης που μετέβαινε στη νέα εποχή και τη φώτισαν με τον ανατέλλοντα ήλιο, ακολουθώντας τους δρόμους του μεταξιού. Κάτι σαν Μάρκο Πόλο της γραφής. Και δικαιώνονται μέρα με τη μέρα απ’ αυτό το ταξίδι τους. Σπάζοντας σύνορα και διευρύνοντας ορίζοντες.

Τα ματωμένα μπλουζ της νουάρ λογοτεχνίας

Το αστυνομικό μυθιστόρημα αναμετριέται με την αλήθεια και τη φέρνει στο φως

Μια σφαγή στο κέντρο του Παρισιού, αποσιωπημένη. Ένα διατροφικό σκάνδαλο, αγνοημένο. Το trafficking που πληγώνει εν κρυπτώ την Ευρώπη. Οι κοχλάζουσες κοινωνικές ανισότητες της γαλλικής κοινωνίας, προτού γίνουν πράξη με την ιντιφάντα των προαστίων το 2005. Μια καμικάζι, «μαύρη χήρα», στο σύγχρονο Ισραήλ αποκαλύπτει τα απέραντα σύνορα του φόβου, του πόνου, του μίσους. Ο πόλεμος στην Αλγερία, τα θύματά του, οι εκτεταμένες πληγές που άφησε στο χρόνο.

Πρόκειται για τη θεματογραφία που το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα υιοθέτησε, μέσα από τους κυρίαρχους εκφραστές του, στην Ευρώπη των τελευταίων τριάντα χρόνων. Χωρίς φόβο και με πάθος, οι συγγραφείς της τόσο παρεξηγημένης στο παρελθόν αστυνομικής λογοτεχνίας, αποφάσισαν να βουτήξουν στα βαθιά. Μέσα στην κοινωνική αδικία. Μέσα στις φλόγες του πολέμου. Μέσα στις μυστικές διόδους του οργανωμένου εγκλήματος. Και δικαιώνονται για την επιλογή τους από το αναγνωστικό κοινό. Το νουάρ απέκτησε νέες διαστάσεις. Δεν αρκεί ένα σκοτεινό μπαρ, μια μελαγχολική μουσική, μια όμορφη μοιραία γυναίκα κι ένας φόνος. Τα πλοκάμια των σύγχρονων αφηγήσεων διψούν για μεγαλύτερη αλήθεια και σύνθετη πραγματικότητα που ίσως δεν αντέχει ούτε η ειδησεογραφία να αποκαλύψει.

Όσο εθιζόμαστε στη βία από απόσταση, μέσα από τις «πλασματικές» οθόνες μας, έρχεται η λογοτεχνία να βάλει το νυστέρι πολύ μέσα στις κοινωνικές πληγές και να φέρει στο φως ό,τι δεν αντέχουμε να αντιμετωπίσουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Ως άτομα και ως κοινωνίες. Ιδίως κάτω από το γλυκό μεσογειακό φως, οι εγκληματικές συμπεριφορές γίνονται η αφορμή να ξεσκεπαστούν τα σκοτεινά μας ανομολόγητα μυστικά, οι σκελετοί να βγουν από τα ντουλάπια και να ξεραθούν στον ήλιο. Η ανάγκη να μην πεθάνει η μνήμη, η Ιστορία να αποτυπωθεί όχι μόνο από τους νικητές, έφερε τους μεγάλους ηττημένους, τους σιωπηλούς, τους αγνοημένους, να απευθυνθούν στη λογοτεχνία για να βρουν δικαίωση.

Ο Ντιντιέ Ντενένξ με το νουάρ μυθιστόρημά του «Έγκλημα και μνήμη» (μετ. Ριχάρδος Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου,  εκδόσεις Πόλις) είχε αποκαλύψει τη δεκαετία του ’80, τη σφαγή Αλγερινών διαδηλωτών στο Παρίσι του 1961.Τότε που εκείνος ήταν μόλις 12 ετών και είχε χάσει ένα φίλο του, η πρώτη του απώλεια. Το 1999 αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει επίσημα η Εισαγγελία του Παρισιού και το βιβλίο να περιληφθεί στο σχολικό πρόγραμμα. Η αλήθεια είχε λάμψει και οι νεκροί είχαν περάσει στη σφαίρα της συλλογικής μνήμης.

Πιο νότια, ο Μάσιμο Καρλότο, αυτή η τόσο περιπετειώδης φιγούρα της ιταλικής λογοτεχνίας, στις ιστορίες του με το θρυλικό ήρωά του Αλιγάτορα, αλλά και στα υπόλοιπα έργα του, ξεσκεπάζει υποθέσεις όπως τη νοθεία τον τροφίμων («Σου έχω εμπιστοσύνη», Φρ. Αμπάτε, Μάσιμο Καρλότο, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη), αλλά και τις καινούριες διαδρομές του εγκλήματος, όταν παλιοί και νέοι γκάνγκστερ αναγκάζονται να μπουν στον ίδιο χορό της βίας («Ο έρωτας του ληστή», μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη).

Αυτός ο εξαίσιος συγγραφέας της μελαγχολίας, της υπαρξιακής θλίψης, της ήττας, ο δημοσιογράφος Ζαν-Κλωντ Ιζζό, που αποθέωσε τη γενέτειρά του, τη Μασσαλία, είχε οσμιστεί, προτού ακόμη εκδηλωθεί, όλο εκείνο το κύμα που σιγόβραζε στη γαλλική κοινωνία. Χρόνια αργότερα, τα φλεγόμενα προάστια θα τον επιβεβαίωναν. Στην «Τριλογία της Μασσαλίας» (μετ. Ριχ. Σωμερίτης, Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Πόλις) άρθρωσε το πιο ζεστό τραγούδι για τον άνθρωπο που περιπλανιέται μέσα κι έξω του, στη ζωή της χαμένης αθωότητας.

Μετά από κείνον, τη σκυτάλη πήρε ο Μωρρίς Αττιά. Με την ψυχαναλυτική του ιδιότητα και την συνολική του ματιά, κύκλωσε έναν κόσμο της Ιστορίας και της πολιτικής που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στις αρχές του 21ου αιώνα. «Το μαύρο Αλγέρι» (μετ. Μαρία Μηλολιδάκη, εκδόσεις Πόλις), «Η κόκκινη Μασσαλία» (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις) και το «Παρίσι μπλουζ»  (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις), με το συγκλονιστικό ήρωα του Αττιά, τον Πάκο Μαρτίνεθ, ανασκάλεψαν σημαντικές πτυχές της γαλλικής ιστορίας. Ένας άλλος «μπαρουτοκαπνισμένος» συγγραφέας, ο Γιασμίνα Χάντρα, πρώην στρατιωτικός, αλγερινής καταγωγής, που άρχισε να γράφει με το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο τα έργα του για λόγους προσωπικής του ασφάλειας, επέλεξε την αστυνομική φόρμα, «Το μερίδιο του νεκρού», «Τρομοκρατικό χτύπημα» (μετ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Καστανιώτη), για να φέρει στο προσκήνιο εθνικά και μαζικά εγκλήματα.

Το σώμα και η τραγωδία του

Η λογοτεχνία ως εξαγνιστικό φίλτρο από την οδυνηρή πραγματικότητα της βίας

Αποκεφαλίζονται ή διαμελίζονται άνθρωποι και η τέλεση του εγκλήματος ταξιδεύει με τρομακτική ευκολία και ταχύτητα μπροστά στα μάτια όλων στον πλανήτη, τουλάχιστον όσων διαθέτουν πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης. Η οδυνηρή απαξίωση του σώματος και της ανθρώπινης ζωής συντελείται και πάλι. Το κορμί ενός ατόμου δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία από την αποστολή ενός μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή ενός προπαγανδιστικού μηνύματος εξάπλωσης της βίας.

Το τρωτό σώμα γίνεται το πρώτο χαρτί και το αίμα του μελάνι για να γραφτεί το κακό στο ασυνείδητό μας ή και για να ξεπηδήσει απ’ αυτό. Αμφίδρομη πορεία. Η κάθε λογής εξουσία απευθύνεται πρώτα στο κορμί, φυλακίζει, βασανίζει, σκοτώνει και μαζί φοβίζει, τρομοκρατεί. Η εξασφάλιση θεατών είναι το κύριο μέλημα. Το αντίστροφο από την αρχαία τραγωδία που είχε καταλάβει εγκαίρως ότι η θηριωδία είναι παρούσα, σιγοτρώει την ύπαρξή μας εκ των έσω και δεν χρειάζεται να συμβεί μπροστά μας για να την πιστέψουμε. Η υπόνοιά της είναι πανίσχυρη. Απαιτεί εκτόνωση και κάθαρση. Όταν έρχεται εμπρός στα μάτια μας όμως το αίμα; Τότε δεν ξέρει κανείς. Αναλαμβάνουν οι θεοί στην αρχαιότητα και σήμερα όλοι εκείνοι που διεκδικούν την ερμηνεία τους…

Η λογοτεχνία από την αρχή, για να σκεφτούμε τα Ομηρικά Έπη, σκαλίζει την πληγή της βίας, του χαμού, του θανάτου, του σκοτωμού, του γδικιωμού, των τύψεων. Η αστραπιαία μετάδοση της εικόνας σήμερα δεν είναι βέβαιο ότι μας αφήνει πολλά περιθώρια να στοχαστούμε. Ο θάνατος είναι μπροστά μας, αλλά δεν συμβαίνει σε μας. Πώς μπορεί να επιδρά πάνω μας; Οι φρικώδεις εικόνες άλλοτε αποκεφαλισμών άλλοτε διαμελισμένων φέρνουν στο νου εκείνη τη φωτογραφία του Life του Ιανουαρίου του 1952 –με τη λεζάντα της εποχής για τα αποτελέσματα της κομμουνιστικής προπαγάνδας-, από το κέντρο της Σαϊγκόν όπου η βίαιη έκρηξη κόβει τα πόδια ενός άντρα, ενώ εκείνος στέκεται ακόμα όρθιος στο πεζοδρόμιο. Λίγο καιρό μετά ο Γκράχαμ Γκρην θα αρχίσει να γράφει τον  Ήσυχο Αμερικανό (εκδόσεις  Πόλις). Η Ιστορία παρακάτω θα δικαίωνε τη λογοτεχνική ματιά του συγγραφέα που είχε όλα τα φόντα –του ανθρώπου που ήξερε εκ των έσω τις μυστικές υπηρεσίες και τα κρυφά μονοπάτια της εξουσίας και της διεθνούς πολιτικής- να αφηγηθεί μια ιστορία για την προσωπική ευθύνη μέσα στα πυρά του πολέμου. Ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα, το 1958, στο μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» (εκδόσεις Πόλις), θα τοποθετήσει στην Κούβα μια αρχετυπική φιγούρα της εξουσίας, έναν τοπικό αρχιφύλακα, το Σεγούρα, που μέχρι και σήμερα μπορούμε να αναγνωρίσουμε πάνω του τα εύλογα σημάδια της διαφθοράς της εξουσίας.

Εκείνος όμως που πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο, ήταν ο μεγάλος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Συνέλαβε την ιδέα να ενσωματώσει σε ένα και μοναδικό χαρακτήρα, αυτόν του Πατριάρχη στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα «Το φθινόπωρο του Πατριάρχη» (εκδόσεις Λιβάνη), τη φθορά του αντρικού σώματος και την πλήρως σαπισμένη από μέσα εξουσία ενός δυνάστη, δικτάτορα. Ο Μάρκες ταυτίζει το σώμα, τη ρώμη του κορμιού με την κτηνώδη δύναμη ενός στυγνού κι αδίστακτου στρατηγού που προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του, κάνει κυριολεκτικά τα πάντα. Την ίδια στιγμή, ο Πατριάρχης δεν παύει να είναι ένας άντρας που γερνάει και ο Μάρκες κατάφερε με τις πολλαπλές επιστρώσεις της αφήγησής του, τις τόσες διαστάσεις της, να βουτήξει βαθιά στα ανθρώπινα ένστικτα –από τη σεξουαλικότητα μέχρι την ανάγκη επιβολής-, όχι για να τα ερμηνεύσει, αλλά για να τα ανασύρει στην επιφάνεια και μέσα από τη λογοτεχνία να τα εξαγνίσει. Η κάθαρση (από τα «οικεία κακά») που δεν έρχεται σήμερα μέσα από τις πλασματικές οθόνες μας, παρά ζούμε μόνο το φόβο χωρίς έλεος, ίσως να φωλιάζει στη Τέχνη. Τουλάχιστον εκείνοι οι άνθρωποι από τον 5ο αιώνα π.Χ. ήδη είχαν νιώσει την ανάγκη.