Παρα-λογισμοί

Στο ένα πόδι, με απλωμένα φτερά

«Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που πριν ακόμη πάει στο σχολείο, είχε μάθει να διαβάζει, από τους μεγάλους τίτλους των δύο διαφορετικών εφημερίδων κάθε μέρα που διάβαζαν ο μπαμπάς και ο παππούς της και η μαμά τις κρατούσε πάνω στο πλυντήριο. Τα μεσημέρια, ιδίως του καλοκαιριού, που εκείνη βρυκολάκιαζε, όπως της έλεγαν στο σπίτι, και δεν κοιμόταν, πήγαινε πατώντας στις μύτες των ποδιών της σαν μπαλαρίνα και τραβούσε αθόρυβα την εφημερίδα από τα χέρια του κοιμισμένου της μπαμπά που ροχάλιζε και όλο χαρά, έτρεχε την άπλωνε στο πάτωμα και μπρούμυτα ξαπλωμένη, στηριγμένη στους αγκώνες της την ξεκοκάλιζε. Κάπως έτσι θα άρχισε να φτιάχνει και τους υψηλούς βαθμούς μυωπίας της…

Τα χρόνια πέρασαν, το κοριτσάκι διάβασε όλα τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης, αγόραζε και δικά της και ονειρευόταν μια μέρα το όνομά της να μπει στο Ανθολόγιο μαζί με το βιογραφικό της ως συγγραφέα. Για να ζήσει, γιατί όλο διάβαζε ότι οι συγγραφείς πέθαιναν στην ψάθα, είχε σκεφτεί από πολύ νωρίς ότι θα γινόταν δημοσιογράφος, καθότι γλωσσού και ξεροκέφαλη κατά τη μαμά της, επίμονη και πολύ μαχήτρια, δεν έκανε πίσω πουθενά. Αυτό θα το πλήρωνε παρακάτω, αλλά πολύ περισσότερο ένας σοφός δάσκαλος θα της έδειχνε ότι υπήρχε τρόπος να κάνει πίσω χωρίς να κάνει…

Κάθε μέρα, λοιπόν, διάβαζε και διάβαζε και διάβαζε. Γιατί αυτό ήταν που της άρεσε να κάνει περισσότερο, εκτός από το ότι της άρεσε να ισορροπεί στο ένα πόδι, να απλώνει τα χέρια στο πλάι και να σκύβει μπροστά σαν πετούμενο αεροπλάνο. Έλεγε ότι έτσι ήταν μαζί και μπαλαρίνα και αεροσυνοδός. Αυτά όταν ήταν δημοτικάκι. Πολύ αργότερα θα μάθαινε ότι αυτή η στάση ήταν χιλιάδων χρόνων στάση της γιόγκα και μάλιστα μια στάση πολεμιστή.

Εξαιτίας αυτού του χαρακτηριστικού της, λοιπόν, παρακάτω θα τα έβρισκε μπαστούνια κάποιες φορές, αλλά και πολλές πολλές άλλες θα κέρδιζε πολύ δύσκολες μάχες. Έπρεπε να μάθει να ξεχωρίζει πότε οι μάχες ήταν δικές της και πότε των άλλων. Πολύ δύσκολο. Και πολύ γοητευτικό μαζί. Γιατί ώρες ώρες παρασυρόταν κι έδινε όλες τις μάχες όλων. Έπρεπε ως δια μαγείας να εμφανίζεται πάντα ένας πολύ φωτεινός πολεμιστής και να της θυμίζει, αυτό είναι δικό σου, αυτό είναι δικό μου, άστο. Μην πολεμάς τις μάχες όλων. Συνήθως αυτός ο πολεμιστής ψιθύριζε μαζί και κατευναστικά λόγια καλοσύνης και αγάπης. Γιατί το κοριτσάκι της ιστορίας μας μάνιαζε και δεν καταλάβαινε πού να σταματήσει.

Το πιο αστείο ήταν ότι το κοριτσάκι που είχε πια μεγαλώσει κι είχε φτάσει στο μέσον την ζωής της, νόμιζε ότι ήταν πολύ αθόρυβη -όπως όταν έκλεβε την εφημερίδα του μπαμπά της, γίνεται να κλέψεις αθόρυβα εφημερίδα;- και πολύ ήσυχη και πολύ ακίνητη και επίσης νόμιζε ότι περνούσε πολύ απαρατήρητη. Τα φαινόμενά της την απατούσαν και θα της το αποδείκνυε στην πράξη η ίδια η ζωή. Απλώς αυτή όλο εκπλήσσονταν, άνοιγε διάπλατα τα μάτια της και συνέχιζε να βλέπει κάθε μέρα τον κόσμο καινούριο από την αρχή. Σαν παιδί.

Στις τελευταίες της πολεμικές περιπέτειες, από τότε που έπαψε να είναι στο παλιό γραφείο της, δημοσιογράφος θα παρέμενε πάντα γιατί αυτό ήταν στάση ζωής απέναντι στον κόσμο όχι μόνο δουλειά -γιατί δεν το είπαμε, αλλά κατάφερε κι αυτό να γίνει και συγγραφέας να γίνει, μόνο το Ανθολόγιο δεν πέτυχε ακόμα- ήταν να πηγαίνει σε διάφορες δουλειές να γνωρίζει κάθε καρυδιάς καρύδι, να ακούει το μακρύ τους και το κοντό τους μέχρι και «Σκάσε και κάνε τη δουλειά» άκουσε και να συνεχίζει να είναι ο φωτεινός εαυτός της, περιμαζεύοντας και την καημένη τη σκιά που ζούσε χάρη στο φως της. Η κοινή διαπίστωση από όλες αυτές τις περιπέτειες ήταν ότι όλοι αυτοί που γνώριζε κάθε τόσο, δεν ήξεραν ποιοι ήταν, τι ήθελαν και πώς να το πετύχουν. Αυτό τους έκανε δυσάρεστους, κουραστικούς και θαμπούς στα μάτια της όχι πια μικρής μαχήτριας. Εκείνη συνέχιζε να στέκεται στο ένα πόδι και να απλώνει τα χέρια της στο πλάι σαν πουλί και να πετάει. Καμιά φορά με τα φτερά της που ήταν τα λόγια της, έδινε και καμία ξανάστροφη σε όλους αυτούς τους τύπους και την έλεγαν αλαζονική και ανυπόταχτη.

Μάλιστα, σκεφτόταν ότι δεν υπήρχε και λέξη καλή ακόμη για να την περιγράψει, όλες οι ιδιότητες που είχε διαλέξει για τον εαυτόν της, δημοσιογράφος, συγγραφέας, πολεμιστής, μαχητής, όλες αυτές είχαν αρσενικό γένος και στο θηλυκό έμπαιναν μόνο όταν τις κατακτούσαν οι γυναίκες… Βέβαια, είχε και μια ιδιότητα από πάντα που ήταν ολόδική της και του φύλου της. Μαμά. Όχι βιολογική. Αλλά μητρική φιγούρα για κάθε κατατρεγμένο και περιπλανώμενο. Και τώρα που μεγάλωσε και για τους ίδιους της τους γονείς. Αυτό κι αν δημιουργούσε μεγαλύτερες παρεξηγήσεις.
Σε όλες εκείνες τις δουλειές που πήγαινε και έφευγε, ήταν χαρακτηριστικό ότι της έλεγαν με μένος ότι τους μιλάει σαν δασκάλα. Εμ, μήπως ήταν πια;

Μέχρι που στο τέλος, λοιπόν, η ηρωίδα μας με το αόρατο φωτεινό σπαθί της μπορούσε να κουμαντάρει όλους τους ρόλους και τις ιδιότητές της, μπορούσε όποτε ήθελε να γίνεται αθόρυβη και όποτε ήθελε σαματατζού, μόνο όποτε το ήθελε εκείνη όμως. Μπορούσε να είναι πολύ ήρεμη και ακίνητη, όπως και πολύ σίφουνας μαζί. Μπορούσε άμα ήθελε να είναι μαμά των άλλων και πάντα του εαυτού της, να είναι πολεμιστής που δεν δέχεται μύγα στο σπαθί της, αλλά και τρυφερό λουλούδι ενός κήπου που η ίδια είχε αποφασίσει να καλλιεργεί. Γιατί ξεχάσαμε να πούμε πόσο καλή κηπουρός ήταν. (Να πάλι αρσενικού γένους ιδιότητα!) Κι αυτό ξεγελούσε τον κόσμο, γιατί πίστευαν ότι αυτός που χαϊδεύει ένα τριαντάφυλλο δεν μπορεί να σε κόψει φέτες με λόγια σαν σπαθί. Η κηπουρός μας όμως ανθίζει, όπως όλα τα λουλούδια όπου την αγαπάνε, την εκτιμάνε, την αφήνουν δηλαδή στην ησυχία της και να είναι το μικρό κοριτσάκι που δεν έχει σταματήσει μέσα της να στέκεται στο ένα πόδι και να απλώνει τα φτερά του και να πετάει πότε σαν αετός και πότε σαν πεταλούδα.»

Advertisements