Ελεύθεροι κι ωραίοι

Το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου την ημέρα που έγινε γνωστή η φυγή του Αντώνη Σουρούνη.  Με ό,τι συνειρμούς απορρέουν. Είπα θα το ξεφυλλίσω να δω τι φρούτο είναι και θα το αφήσω να το διαβάσω με ησυχία. Αλλά δεν με άφησε αυτό. Τον συγγραφέα τον έχω γνωρίσει ανορθόδοξα , αποδεικνυόμαστε γείτονες και εγώ θα έλεγα «συγχωριανοί» κι ας είμαστε από άλλα μέρη. Μου το επιβεβαίωσαν οι λέξεις του.

Σπουδαίος αφηγητής και παραμυθάς, το ευρύ κοινό τον ξέρει από τη μουσική και τους στίχους του, από τις παραστάσεις του, αλλά η πληθωρικότητα του αφηγητή μια χαρά τον περνάει στο συγγραφιλίκι όποτε εκείνος αποφασίσει. Το «Φτου ξελευτερία για όλους!» του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη του έχει ανοίξει την πόρτα. Αυτοβιογραφικά διηγήματα; Μεταφυσικές ιστορίες ελευθερίας; Ποιος ξέρει. Σίγουρα αφηγήματα μεστά, με χυμούς που σε κάνουν να γελάς από την καρδιά σου, που σου μαλακώνουν την ψυχή. Γραφή ψυχικής ανάτασης και υπόδειγμα πώς η ενδοσκόπηση δεν καταλήγει σε μιζέρια, γκρίνια, γκρίζα ομφαλοσκόπηση, αλλά σε πολύχρωμη σκωπτικότητα, αλαφράδα, πώς μπαίνεις στο μεδούλι, χωρίς να χάνεις την ομορφιά. Συγκινητικός, ανθρώπινος, αερικός, αυτός που συναντάς από κοντά, αυτός είναι και στις λέξεις του. Ένας ποιητής αφηγητής. Οι λέξεις του έχουν υγρασία και αίμα. Και ρέουν με τον εσωτερικό του ρυθμό που συναντούν σαν τραγούδι τον αναγνώστη.

Όσο τον διάβαζα, σκεφτόμουν πόσο ψυχωφελές γίνεται ένα βιβλίο όταν δεν υποκρίνεται αλλά όταν αποκρίνεται και όλο τον έβαζα στην ίδια θέση με αγαπημένους συγγραφείς σαν τον Αντώνη Σουρούνη, τον Τάσο Χατζητάτση, τον Σωτήρη Δημητρίου. Λογοτεχνία που δεν κατασκευάζεται. Δεν πιστεύω άλλωστε σε αυτή. Πιστεύω σ’ αυτή που αναβλύζει από τον άνθρωπο, απ’ αυτά που έζησε κι αυτά που διάβασε, απ’ αυτά που δεν έζησε και δεν είπε. Στη λογοτεχνία που λέει αλήθεια. Που μπορεί να ξεκίνησε μια μέρα ή μια νύχτα κάτω από τα σκεπάσματα διαβάζοντας κρυφά τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκώ.

Εγώ δεν σημειώνω πάνω στα βιβλία μου ποτέ, τίποτα, ούτε ένα τόσο δα σημαδάκι, αυτή τη φορά το γέμισα σημειώσεις. «Ο Θεός βρίσκεται στην πρόθεση», «Άντρας είναι αυτός που ‘χει την απόφαση», «Πλούσιος είναι αυτός που δεν έχει ανάγκη κιανέναν», «οι Κρητικοί είναι οι πιο πεισματάρηδες και ευσυνείδητοι εργάτες, αλλά μόνο για αγαθά υψηλής ποιότητας. Ποια είναι αυτά; Εκείνα που δεν είναι προς πώληση. Αυτά που μπαίνουν στο τραπέζι για την παρέα. Αυτά που θα γίνουν αφορμές επικοινωνίας», «Η λεβεντιά είναι το ίδιον των πληγωμένων, των καταφρονεμένων, των νικημένων του κόσμου, αλλά που είναι συνάμα νικητές, γιατί πλήρωσαν το τίμημα-χαρακτηριστικό του υπερήφανου αριστοκράτη: Υποστήριξαν με τη ζωή του μια χαμένη υπόθεση… Ο λεβέντης γίνεται αντιήρωας, για να φτάσει στον υπερήρωα, που δεν καταξιώνεται στην παροντική ζωή, αλλά ίσως σ’ έναν μελλοντικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων μας».

Η μάνα, η απώλεια, τα μυρμήγκια, ο κοινωνικός ιστός ενός νοερού χωριού που μπορεί να φτιάχνει ο καθένας μόνος του πια σε μια μεγαλούπολη για να επιβιώσει, μια ολωσδιόλου δική σου γλώσσα και ζωή, η συγγένεια, η σύνδεση, εντέλει η αφήγηση. «Όλες οι αφηγήσεις είναι αφηγήσεις «κόστους»». Με γλύκα, με χαρά και χάρη, με αλαφράδα, με γέλιο. Με υπερβολή, όπως αξίζει στη ζωή όσο νευρωτική κι αν τείνει να είναι σήμερα.

 

Advertisements