Ποσειδώνιος μονόλογος

Ζούσα πάντα στο βυθό. Το δικό μου. Των άλλων. Της θαλάσσης. Ανέβαινα καμιά φορά και κουλουριαζόμουν φίδι στην κοιλιά κι άλλοτε δράκος κι έκαιγα το λαιμό σου. Έβραζα στο μυαλό σου, χύτρα βιδωμένη. Κι αναρριχόμουν στην πλάτη -και στα πλάτη- σου κατεβαίνοντας, όταν έβγαινε ο ατμός απονευρωμένος. Κι άφηνα σημάδια. Πεταλίδες που ξεράθηκαν. Στο βυθό μου κοράλλια και φύκια. Μεταξωτές κορδέλες που δένανε το κορμί σου. Το δικό μου. Των άλλων.

Άλλοι το λεν ανάγκη, άλλοι αγάπη, άλλοι σκοτάδι, άλλοι φως, άλλοι θεό, άλλοι θάνατο, άλλοι επιθυμία κι άλλοι ζωή. Λέξεις δεν υπάρχουν εκεί που κατοικώ εγώ. Κι ας ταράζω με τις τρίαινες τα λιμνάζοντα νερά σου. Δεν εκπορεύονται λέξεις εδώ και δεν τις εμπορευόμαστε, στο θυμίζω, μην τυχόν και χαζεύεις στη ζωή σου, τη δική μου και των άλλων. Και ξέχασες τη θάλασσα.

Η μια μου πλευρά σημαδεμένη αιώνια από το τόξο που κρατάω. Αμαζόνια πληγή να σημαδεύω στον ουρανό τα ίδια τα φίδια που σηκώνει μέσα από τα χέρια μου η θεά. Ξέρουν εκεί κι από μινώταυρους κι από λιωμένα φτερά ικάρων κι από δαιδάλους που σε αιχμαλωτίζουν. Είμαι η πηγή σου και σε αναβλύζω. Είμαι η αναπνοή σου και σε διακατέχω. Είμαι το σκότος και σου φέγγω. Είμαι το φως και κρατάω σκιά στα φέγγη σου. Και στα φευγιά σου. Εκείνα τα στοιχειά που εμφανίζονται όταν είσαι ωσεί παρών. Στο πουθενά και στο παντού. Το δικό μου και των άλλων, το δικό σου.

Είμαι το κόκκινο του φόβου σου, εκείνης της ρίζας που απλώνεται στη γη και βάζει υπόγειες φωτιές που δεν θα τις δει κανείς, μόνο την καμένη γη θα αντικρίσουν οι πολλοί και κάποιοι, κάποιοι σαλοί και το ίδιο καιόμενοι, τη φλεγόμενή μου βάτο, εδώ στο βυθό, μέσα στα ύδατα. Είμαι το πορτοκαλί που γεννάω στην κοιλιά σου και θρέφω όλα τα σερνόμενα φίδια σου, εκείνα που χρειάζονται την αφή για να μεγαλώσουν. Είμαι το κίτρινο που λάμπω στον ουρανό της δράσης σου, εκείνος ο ήλιος που δύει κάθε βράδυ στα μάτια σου. Είμαι το πράσινο που ξέρει να αγαπάει η καρδιά σου και κάποτε γίνεται ροζ οπάλ κι άλλοτε χρυσό που σε τυλίγει. Κι είμαι κυρίως το μπλε που γράφεται στις λέξεις σου, εκείνες που καρφώνεις στα πλευρά μου και τρέχουν τα αίματα της θλίψης σου, ανάβουν τα αίματα της χαράς μου. Είμαι το μωβ που απλώνεται με ωμέγα τεράστιο και ποσειδώνιο ανάμεσα στα μάτια σου όταν αυτά χαμογελάνε. Καθρεφτίζομαι εκεί κι ανεβαίνω στο λευκό του κενού. Του αφρού της θάλασσας που φυσάει μπουρμπουλήθρες στα πεδία μου. Τα δικά μου, τα δικά σου, των άλλων. Φου.

Σ.Σ., Ιούλιος 2016

Advertisements