Οι ειρηνικοί «πολεμιστές» του ανθρωπισμού

Έσσε, Γκιμπράν, Καζαντζάκης Οι μεγάλοι Ρομαντικοί της ελευθερίας και της αγάπης

 

Ένα ντοκιμαντέρ επινοημένο θα μπορούσε να τους φέρει κοντά, σε μια συνάντηση. Φανταστική. Ο Έρμαν Έσσε, ο Χαλίλ Γκιμπράν και ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι τρεις τους. Ας πούμε κάπου στη Μεσόγειο για να συγκεράσουν όλους τους δρόμους, της Ανατολής και της Δύσης που περπάτησαν. Έζησαν την ίδια εποχή. Ο Έσσε (1877) λίγο μεγαλύτερος, οι άλλοι δύο γεννημένοι την ίδια χρονιά, το 1883, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά, τον Ιανουάριο ο Γκιμπράν, το Φεβρουάριο ο Καζαντζάκης. Ο πρώτος πήρε και το Νόμπελ. Κάτι σαν δικαίωση για τον αγώνα και των τριών. Ένας εκφραστής των ιδεών τους στην πράξη ήταν ο Αλβέρτος Σβάιτσερ ο οποίος είχε συναντηθεί στους δρόμους του με τον Καζαντζάκη.

Κοινό τους στοιχείο, εκτός από τον καιρό που έδρασαν, η αναζήτηση της ελευθερίας, η εγκαθίδρυση –μάλλον θα διαφωνούσαν με τη λέξη και οι τρεις- μιας νέας «πνευματικότητας» (στα αγγλικά ο όρος «spirituality» αποδίδει καλύτερα το νόημα, χωρίς τη φόρτιση της ελληνικής λέξης) που δεν χωρούσε στον ορθολογισμό της δύσης, γινόταν το εφαλτήριό της μεν, αλλά μετά ταξίδευε από το Χριστιανισμό μέχρι την Ανατολή του Βουδισμού, του Κομφουκιανισμού, του Σουφισμού, του Ισλάμ, του Ινδουισμού, έχοντας προηγουμένως χωνέψει εντός της το Νίτσε και την Ευρώπη του 19ου αιώνα, αλλά και την αρχαία ελληνική μυθολογία και φιλοσοφία ακόμα ακόμα. Ο καθένας τους πολύ ξεχωριστός, ανένταχτος, με τρομερές ιδιαιτερότητες, τώρα που έναν αιώνα μετά μπορούμε να δούμε από απόσταση το έργο τους, όπως διασώθηκε στο μέλλον εντέλει, μοιάζουν σαν να αποτελούσαν τις κουκκίδες που ενώθηκαν, ενός ρεύματος, ενός κύκλου ή καλύτερα στροβίλου που ήταν να φτάσει στις μέρες μας και από τους τρεις τους, ενιαίος και συμπυκνωμένος. Τόσο που εκπλήσσει, εάν συλλάβει κανείς την αόρατη μεταξύ τους σύνδεση.

Η νιότη τους επώασε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον ένιωσαν στο πετσί τους. Ο Καζαντζάκης με τον  Έσσε πρόλαβαν να δουν να σβήνουν και οι φλόγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γκιμπράν είχε φύγει το 1931, στο αποκορύφωμα της μεσοπολεμικής αχλής, με σακατεμένο συκώτι, ένας φωτεινός σπληνικός της σοφίας από το Λίβανο που ταξίδεψε στη δύση, αντίθετη πορεία με τους άλλους δύο. Είχε προλάβει να σχετιστεί με μορφές του καιρού του όπως ο Γέιτς, ο Γιουνγκ, ο Ροντέν, η Σάρα Μπερνάρ. Ζωγράφος όπως και ο Έσσε, μα κυρίως ποιητής. Η κριτική έχει σταθεί για το έργο τους ο αντίποδας της μεγάλης αγάπης που δείχνει ακόμη ο κόσμος για τις λέξεις τους. Κινήθηκαν έξω από τις γραμμές του τετραδίου και τελικά πέρασαν στις σελίδες της επόμενης εποχής. Φιλόσοφοι στη βάση τους και οι τρεις· κατακλύζουν τα «γνωμικά» τους, τα αποσπάσματα του έργου τους, το διαδίκτυο. Στον καιρό τους είτε είχαν διωχθεί –ακόμη και με αφορισμό- όπως ο Καζαντζάκης είτε είχαν γίνει αποδέκτες μίσους όπως ο Έσσε όταν τόλμησε να αποδοκιμάσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσίως και να μιλήσει για αγάπη. Τότε τον είχε υποστηρίξει ο Ρομαίν Ρολάν. Όπως είχε γράψει χαρακτηριστικά σε μια επιστολή του στο γάλλο συγγραφέα, «Η προσπάθεια να εφαρμόσω την αγάπη σε πολιτικά ζητήματα απέτυχε».

Η ειρωνεία είναι ότι η φανταστική συνάντηση των τριών συμβαίνει ήδη. Στις σελίδες του διαδικτύου, στα λήμματα παγκόσμιας σοφίας. Ακόμη ακόμη και στα απολύτως εμπορικά κείμενα αυτοβελτίωσης που ουδεμία σχέση έχουν με τη λογοτεχνία. Εκείνη η αγάπη που τόσο διαφέντεψαν, τους γυρίζει πίσω πολλαπλάσια, ακόμη και δεκάδες χρόνια μετά το θάνατό τους. Το «Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα» από την Ασκητική του Καζαντζάκη, τελικά τους χαρακτήρισε απολύτως. «Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος  ν’ ανοιχτεί δεν υπάρχει» (Ασκητική). Κινήθηκαν πέρα από τις θρησκείες, αφού πέρασαν ανάμεσά τους και κατόρθωσαν να μιλάνε στους ανθρώπους έξω από τα τείχη που χτίζουν οι περιοριστικοί «-ισμοί», ακόμη και ο πολιτισμός. Ας πούμε ο επίσημος δυτικός λογοτεχνικός κανόνας δεν συμπεριέλαβε στους κόλπους του μια τόσο σοβαρή φυσιογνωμία όπως του Γκιμπράν και σταδιακά αναγκάζεται να το πράξει. Ο άνθρωπος που επηρέασε από τους Μπιτλς μέχρι τον Κένεντι με τις λέξεις του. Η αποκατάσταση έρχεται από το χρόνο. Κινήθηκαν ο Έσσε, ο Καζαντζάκης και ο Γκιμπράν μπροστά από τον καιρό τους, βουτώντας στη φιλοσοφία, στην ανάγκη της εποχής να ειπωθεί ο κόσμος τους, ζοφερός και δύσκολος όπως ο κάθε κόσμος, να ερμηνευτεί η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από δύο παγκοσμίους πολέμους, να διασωθεί τελικά ο άνθρωπος και η ανθρωπιά του. Το αίτημα είναι διαχρονικό. «Ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο με σκοπό να ζήσω για όλους και με όλους. Κι αυτό που εγώ σήμερα δημιουργώ μέσα στη σιωπή, Αύριο θα γίνει η ηχώ του πλήθους. Αυτό που σήμερα ειπώθηκε από μια μόνο καρδιά, Αύριο θα ειπωθεί από χιλιάδες καρδιές» (Χαλίλ Γκιμπράν).

Βρέθηκαν πέρα από τα συρματοπλέγματα των διαχωρισμών αυτοί οι λογοτέχνες. Ας πούμε, η σημερινή Ευρώπη στις δεδομένες ιστορικές συνθήκες θα έπρεπε να το εκτιμήσει περισσότερο, της χρειάζεται ως εφόδιο για να πολεμήσει το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Απευθύνθηκαν στο πιο βαθύ και γερό δόγμα του ανθρώπου, στο απολύτως ζωτικής σημασίας: στην καρδιά του. Ο καθηγητής της έδρας Χαλίλ Γκιμπράν για τις Αξίες και την Ειρήνη στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, ο Suheil Bushrui, έχει δηλώσει χαρακτηριστικά στο BBC το 2012 στους δημοσιογράφους Amirani και Hegarty ότι ο Γκιμπράν μπορεί να συγκριθεί με τους Σέλεϊ και Μπλέικ.

Ήρθαν σαν συνέχεια, γέννημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα ως προς τη λογοτεχνία, ακόμη κι αν δεν διαφαίνεται δια γυμνού οφθαλμού η σύνδεση. Πήραν την μελαγχολία, τον κυνισμό, το αδιέξοδο, τον εκάστοτε Φρανκεστάιν μέσα μας, το σκοτάδι της Ευρώπης που μετέβαινε στη νέα εποχή και τη φώτισαν με τον ανατέλλοντα ήλιο, ακολουθώντας τους δρόμους του μεταξιού. Κάτι σαν Μάρκο Πόλο της γραφής. Και δικαιώνονται μέρα με τη μέρα απ’ αυτό το ταξίδι τους. Σπάζοντας σύνορα και διευρύνοντας ορίζοντες.

Advertisements