Τα ματωμένα μπλουζ της νουάρ λογοτεχνίας

Το αστυνομικό μυθιστόρημα αναμετριέται με την αλήθεια και τη φέρνει στο φως

Μια σφαγή στο κέντρο του Παρισιού, αποσιωπημένη. Ένα διατροφικό σκάνδαλο, αγνοημένο. Το trafficking που πληγώνει εν κρυπτώ την Ευρώπη. Οι κοχλάζουσες κοινωνικές ανισότητες της γαλλικής κοινωνίας, προτού γίνουν πράξη με την ιντιφάντα των προαστίων το 2005. Μια καμικάζι, «μαύρη χήρα», στο σύγχρονο Ισραήλ αποκαλύπτει τα απέραντα σύνορα του φόβου, του πόνου, του μίσους. Ο πόλεμος στην Αλγερία, τα θύματά του, οι εκτεταμένες πληγές που άφησε στο χρόνο.

Πρόκειται για τη θεματογραφία που το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα υιοθέτησε, μέσα από τους κυρίαρχους εκφραστές του, στην Ευρώπη των τελευταίων τριάντα χρόνων. Χωρίς φόβο και με πάθος, οι συγγραφείς της τόσο παρεξηγημένης στο παρελθόν αστυνομικής λογοτεχνίας, αποφάσισαν να βουτήξουν στα βαθιά. Μέσα στην κοινωνική αδικία. Μέσα στις φλόγες του πολέμου. Μέσα στις μυστικές διόδους του οργανωμένου εγκλήματος. Και δικαιώνονται για την επιλογή τους από το αναγνωστικό κοινό. Το νουάρ απέκτησε νέες διαστάσεις. Δεν αρκεί ένα σκοτεινό μπαρ, μια μελαγχολική μουσική, μια όμορφη μοιραία γυναίκα κι ένας φόνος. Τα πλοκάμια των σύγχρονων αφηγήσεων διψούν για μεγαλύτερη αλήθεια και σύνθετη πραγματικότητα που ίσως δεν αντέχει ούτε η ειδησεογραφία να αποκαλύψει.

Όσο εθιζόμαστε στη βία από απόσταση, μέσα από τις «πλασματικές» οθόνες μας, έρχεται η λογοτεχνία να βάλει το νυστέρι πολύ μέσα στις κοινωνικές πληγές και να φέρει στο φως ό,τι δεν αντέχουμε να αντιμετωπίσουμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Ως άτομα και ως κοινωνίες. Ιδίως κάτω από το γλυκό μεσογειακό φως, οι εγκληματικές συμπεριφορές γίνονται η αφορμή να ξεσκεπαστούν τα σκοτεινά μας ανομολόγητα μυστικά, οι σκελετοί να βγουν από τα ντουλάπια και να ξεραθούν στον ήλιο. Η ανάγκη να μην πεθάνει η μνήμη, η Ιστορία να αποτυπωθεί όχι μόνο από τους νικητές, έφερε τους μεγάλους ηττημένους, τους σιωπηλούς, τους αγνοημένους, να απευθυνθούν στη λογοτεχνία για να βρουν δικαίωση.

Ο Ντιντιέ Ντενένξ με το νουάρ μυθιστόρημά του «Έγκλημα και μνήμη» (μετ. Ριχάρδος Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου,  εκδόσεις Πόλις) είχε αποκαλύψει τη δεκαετία του ’80, τη σφαγή Αλγερινών διαδηλωτών στο Παρίσι του 1961.Τότε που εκείνος ήταν μόλις 12 ετών και είχε χάσει ένα φίλο του, η πρώτη του απώλεια. Το 1999 αναγκάστηκε να το αναγνωρίσει επίσημα η Εισαγγελία του Παρισιού και το βιβλίο να περιληφθεί στο σχολικό πρόγραμμα. Η αλήθεια είχε λάμψει και οι νεκροί είχαν περάσει στη σφαίρα της συλλογικής μνήμης.

Πιο νότια, ο Μάσιμο Καρλότο, αυτή η τόσο περιπετειώδης φιγούρα της ιταλικής λογοτεχνίας, στις ιστορίες του με το θρυλικό ήρωά του Αλιγάτορα, αλλά και στα υπόλοιπα έργα του, ξεσκεπάζει υποθέσεις όπως τη νοθεία τον τροφίμων («Σου έχω εμπιστοσύνη», Φρ. Αμπάτε, Μάσιμο Καρλότο, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη), αλλά και τις καινούριες διαδρομές του εγκλήματος, όταν παλιοί και νέοι γκάνγκστερ αναγκάζονται να μπουν στον ίδιο χορό της βίας («Ο έρωτας του ληστή», μετ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Καστανιώτη).

Αυτός ο εξαίσιος συγγραφέας της μελαγχολίας, της υπαρξιακής θλίψης, της ήττας, ο δημοσιογράφος Ζαν-Κλωντ Ιζζό, που αποθέωσε τη γενέτειρά του, τη Μασσαλία, είχε οσμιστεί, προτού ακόμη εκδηλωθεί, όλο εκείνο το κύμα που σιγόβραζε στη γαλλική κοινωνία. Χρόνια αργότερα, τα φλεγόμενα προάστια θα τον επιβεβαίωναν. Στην «Τριλογία της Μασσαλίας» (μετ. Ριχ. Σωμερίτης, Αλέξης Εμμανουήλ, εκδόσεις Πόλις) άρθρωσε το πιο ζεστό τραγούδι για τον άνθρωπο που περιπλανιέται μέσα κι έξω του, στη ζωή της χαμένης αθωότητας.

Μετά από κείνον, τη σκυτάλη πήρε ο Μωρρίς Αττιά. Με την ψυχαναλυτική του ιδιότητα και την συνολική του ματιά, κύκλωσε έναν κόσμο της Ιστορίας και της πολιτικής που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στις αρχές του 21ου αιώνα. «Το μαύρο Αλγέρι» (μετ. Μαρία Μηλολιδάκη, εκδόσεις Πόλις), «Η κόκκινη Μασσαλία» (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις) και το «Παρίσι μπλουζ»  (μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πόλις), με το συγκλονιστικό ήρωα του Αττιά, τον Πάκο Μαρτίνεθ, ανασκάλεψαν σημαντικές πτυχές της γαλλικής ιστορίας. Ένας άλλος «μπαρουτοκαπνισμένος» συγγραφέας, ο Γιασμίνα Χάντρα, πρώην στρατιωτικός, αλγερινής καταγωγής, που άρχισε να γράφει με το γυναικείο αυτό ψευδώνυμο τα έργα του για λόγους προσωπικής του ασφάλειας, επέλεξε την αστυνομική φόρμα, «Το μερίδιο του νεκρού», «Τρομοκρατικό χτύπημα» (μετ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Καστανιώτη), για να φέρει στο προσκήνιο εθνικά και μαζικά εγκλήματα.

Advertisements